ΣΑΡΑΦ ΚΑΡΣ ΑΝΤΙΚΑΥΚΑΣΟΥ

Το Χωριό Σαράφ

Του ΚΥΒΕΡΝΕΙΟΥ ΚΑΡΣ του Αντικαυκάσου 1878-1920

εφημερίδα ΕύΞΕΙΝΟΣ ΠΟΝΤΟΣ, Απρίλιος 2002

του Γιάννη Κασκαμανίδη

Πρόλογος

Τα κείμενα της εργασίας αυτής γράφτηκαν την άνοιξη του 1998 και τα δίνω για δημοσίευση όπως έχουν από τότε. Αν σήμερα ξαναέγραφα τα ίδια κείμενα, προσπαθώντας να τα προσαρμόσω σ αυτά που τώρα θεωρώ αποδεκτά, οι αλλαγές θα ήταν πολλές: ποσοτικές, αλλά, κυρίως, ποιοτικές. Δεν το κάνω κι ας ξέρω ότι είμαι υπόλογος απέναντι στην κοινωνία, στους συμπατριώτες μου, στους συγγενείς μου, απέναντι στον ίδιο μου τον εαυτό· απέναντι ακόμη και στις νέες ιστοριογραφικές τάσεις. Και ας περιμένει ένας μεγάλος όγκος υλικού τη δική του αξιοποίηση.

Αφήνω τα κείμενα απείραχτα για έναν και μοναδικό λόγο: όταν τα έγραψα ζούσε ο παππούς μου, ο Γρηγόρης ο Κασκαμανίδης, και τα έγραψα σύμφωνα με όσα μου διηγήθηκε, κάτω και από το βάρος του συναισθηματικού φορτίου που προέκυπτε κατά τη διάρκεια της διήγησης. Το κύριο σώμα των πληροφοριών που κατατίθεται εδώ του ανήκει. Θα ήταν αδύνατη η αναπαράσταση της ζωής στο χωριό Σαράφ χωρίς τις δικές του αφηγήσεις. Δεν έλπιζα ποτέ ότι τόσο σύντομα, μόλις 4 χρόνια μετά, θα ένιωθα την ανάγκη να κάνω ένα μνημόσυνο για τον παππού μου, δίνοντας τα κείμενα του 1998 για δημοσίευση. Τότε είχα βγάλει 5 αντίτυπα της εργασίας αυτής και τα είχα αφιερώσει στον παππού. Σήμερα, την αφιερώνω στη μνήμη του.

Φλώρινα 5 Φεβρουαρίου 2002

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τα κίνητρα για την πραγματοποίηση της έρευνας - μελέτης και τη συγγραφή της παρούσας εργασίας ήταν δύο: η συναισθηματική παρόρμηση και η διαπίστωση πως για το χωριό Σαράφ δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες αναφορές και μόνον.

Τα προσωπικά ακούσματα από τους γέροντες και τις γερόντισσες που με πόνο και ανείπωτο καημό αναπολούσαν τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής στο οροπέδιο της Κιόλιας, αποτέλεσαν το έναυσμα για μια συνεχιζόμενη αναζήτηση των στοιχείων που θα συνέθεταν την ιστορία του Σαράφ. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα πραγματοποιήθηκε συστηματική καταγραφή των προφορικών μαρτυριών από τους επιζώντες κατοίκους του Σαράφ αλλά και άλλων χωριών του Καρς, αφού είναι πλέον ελάχιστοι. Ταυτόχρονα ερευνήθηκε η υπάρχουσα βιβλιογραφία, καθώς και αδημοσίευτες πηγές.

Το ανά χείρας γραπτό είναι το οδοιπορικό των Ποντίων του Σαράφ που μετά τον Ξεριζωμό εγκαταστάθηκαν στα χωριά Τριπόταμο, Νεοχωράκι, Άγιο Βαρθολομαίο και Κολχική Φλώρινας, Κεντρικό και Περιστέρι του Κιλκίς, καθώς και στην πόλη της Θεσσαλονίκης.

Η εργασία περιλαμβάνει κυρίως τα ιστορικά στοιχεία και τον τρόπο ζωής που αφορούν στους Πόντιους του Σαράφ. Σε πολλά σημεία, προκειμένου να υπάρξει πληρέστερη παρουσίαση, γίνονται πολιτισμικές και λαογραφικές αναφορές. Δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα σε στοιχεία της «μικροϊστορίας» του χωριού, πτυχές άγνωστες μα ενδιαφέρουσες, γιατί τελικά αυτό που συναρπάζει και κάνει τον αναγνώστη να ζει τα όσα διαβάζει, είναι οι λεπτομέρειες που αφορούν πολλές από τις εκφάνσεις της ζωής.

Επειδή για τεχνικούς λόγους η γραφή των λέξεων της ποντιακής δεν αποδίδει και την προφορά τους, πρέπει οι αναγνώστες να επιστρατεύσουν τις απαραίτητες γνώσεις προκειμένου οι λέξεις να αποδοθούν με τη σωστή προφορά.

Έγινε κάθε δυνατή προσπάθεια για την πληρότητα της παρουσίασης, έτσι ώστε το ανά χείρας γραπτό να καταστεί συμβολή πολύτιμη για τη μελέτη της ζωής στο Κυβερνείο του Καρς. Εννοείται πως κάθε αδυναμία της εργασίας αυτή βαρύνει αποκλειστικά εμένα Το αν επιτυγχάνονται οι σκοποί της, είναι μια κρίση που ανήκει στους ειδικούς, αλλά και στους απλούς αναγνώστες που είναι λάτρεις της ιστορίας και του πολιτισμού των Ποντίων.

Από τον Πόντο στο Καρς

ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ

Η μεσογειακή ενδοχώρα του Πόντου κατοικήθηκε από Έλληνες ήδη από τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μετά την άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τον Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή, οι χριστιανικοί πληθυσμοί των παράλιων περιοχών του Πόντου αναγκάζονται να καταφύγουν στους ορεινούς όγκους των ποντιακών βουνών, προκειμένου να αποφύγουν τη νέα -και οδυνηρή γι αυτούς- κατάσταση .

Έτσι αναπτύσσονται ορεινοί οικισμοί από Έλληνες που στο εξής προτιμούν να ζουν σε δύσβατες και απρόσιτες μεσόγειες περιοχές του Πόντου, προκειμένου να αποφύγουν τον εξισλαμισμό και τη βία διατηρώντας ταυτόχρονα την εθνική συνείδηση και τη θρησκεία τους

Η πορεία των προγόνων των κατοίκων του Σαράφ είναι δύσκολο να ανιχνευτεί στους αιώνες που ακολούθησαν την άλωση της Τραπεζούντας, κυρίως λόγω έλλειψης ιστορικών αναφορών. Μια σειρά από παρατηρήσεις-διαπιστώσεις και κυριότερα οι πολλές προφορικές μαρτυρίες[1] των εκπροσώπων της πρώτης προσφυγικής γενιάς, διαμορφώνουν το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκαν και έδρασαν από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και εντεύθεν.

Στην περίπτωση της οικογένειάς μου αναφέρεται ως τόπος καταγωγής, χωρίς σαφήνεια, κάποιο χωριό νότια της πόλεως Τραπεζούντας, το όνομα του όποιου ήταν Αλαγιούν. Από την μέχρι τώρα έρευνα στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία και το προφορικό υλικό, δεν προέκυψαν στοιχεία περισσότερα για τον οικισμό αυτό. Ενδεχομένως να επρόκειτο για οικισμό που αφανίστηκε μετά την εγκατάλειψή του από τους κατοίκους του ή για τοπωνύμιο χωρίς σαφή γεωγραφικό προσδιορισμό, του οποίου το όνομα λησμονήθηκε. Επειδή οι μετακινήσεις στην περιοχή εκείνη ήταν ιδιαίτερα συχνές, τα ονόματα χωριών και τα τοπωνύμια άλλαζαν συχνά και συνεπώς δεν ήταν εύκολο να καταγραφούν.

Πολλές προφορικές μαρτυρίες αναφέρουν το χωριό Κιρισχανά ως τόπο προέλευσης μερικών από τις οικογένειες που κατοίκησαν μετέπειτα στο Κιαλιαχπούρ και εν συνεχεία στο Σαράφ. Σ αυτό συνηγορούν και οι μαρτυρίες γερόντων που πέθαναν εδώ και πολλά χρόνια, οι οποίοι μεταφέροντας μνήμες μακρινές, ανέφεραν για τις φιλικές σχέσεις και τη μακρινή συγγένεια οικογενειών που, μετά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα ήρθαν στα χωριά Τριπόταμο και Αρμενοχώρι Φλώρινας.

Σπουδαίο ρόλο στη διαδικασία αναζήτησης των οικισμών που κατοίκησαν πριν το 1878 οι κάτοικοι του Σαράφ, μπορούν να διαδραματίσουν τα οικογενειακά επώνυμα. Το θέμα πολλών επωνύμων αντιστοιχεί σε τοπωνύμιο ή σε χωριό. Το θέμα του επωνύμου Κασκαμανίδης είναι το Κασκαμαν-. Στην περιοχή της Κρώμνης (νότια της Τραπεζούντας) υπάρχει ένα βουνό το οποίο οι Πόντιοι ονόμαζαν Κασκαμάτς[2]. Αν και υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα στο Κασκαμάν- και το Κασκαμάτς, εντούτοις η ομοιότητά τους μπορεί να συνδυαστεί με τις προφορικές μαρτυρίες για τον οικισμό Αλαγιούν, που τοποθετείται νότια της Τραπεζούντας. Μια άλλη εκδοχή για την προέλευση του επωνύμου Κασκαμανίδης, είναι το τοπωνύμιο ή περιοχή Κασκαμάν, χωρίς σαφή γεωγραφικό προσδιορισμό, που βρισκόταν μεταξύ Αργυρουπόλεως, Παϊπούρτ και Ερζιγκιάν[3].

Νοτιότερα από την Κρώμνη υπήρχε το χωριό Λερίν (σημ. Leri[4]) και ο οικισμός Σαπρανάντων (σημ. Sobran). Στην περίπτωση των οικογενειών του Σαράφ με τα επώνυμα Λιαρετίδης και Σαπρανίδης η αντιστοιχία με τα χωριά αυτά είναι σαφής, άλλωστε συνηγορούν και οι προφορικές μαρτυρίες.

Βέβαια τα παραπάνω επώνυμα δεν αντιστοιχούν στο σύνολο των ελληνικών οικογενειών του Κιαλιαχπούρ, αποτελούν όμως σοβαρές ενδείξεις για τον εντοπισμό των οικισμών που κατοικούσαν προγενέστερα οι κάτοικοι του χωριού.

Μια άλλη διαπίστωση, λιγότερο ασφαλής, είναι το γεγονός ότι όλοι οι κάτοικοι του Κιαλιαχπούρ και του Σαράφ ήταν κτηνοτρόφοι. Η ευκολία με την οποία διάλεξαν να εγκατασταθούν στα παραπάνω χωριά, αποδεικνύει εν μέρει και την εμπειρία τους στην κτηνοτροφία. Οι δυο οικισμοί, Αλαγιούν και Κιαλιαχπούρ, ήταν ορεινοί και προϋπέθεταν τη γνώση του τρόπου ζωής σε τέτοιες περιοχές.

ΚΙΑΛΙΑΧΠΟΥΡ

Με το Χάττι-Σερίφ (Γκιούλ-χανέ) του 1839 και Χάττι-Χουμαγιούν του 1856 εκχωρούνται κάποιες ελευθερίες στους πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εγκαινιάζεται με τα δυο αυτά αυτοκρατορικά διατάγματα μια περίοδος μεταρρυθμίσεων (Τανζιμάτ) και πολλοί χριστιανικοί πληθυσμοί εγκαταλείπουν τους ορεινούς οικισμούς για να αναζητήσουν καλύτερη τύχη.

Πολλοί Έλληνες εγκαθίστανται στην περιφέρεια Κελκίτ μεταξύ Αργυρουπόλεως και Παϊπούρτ-Βαϊβερδών (Baybourt) στον νοτιοανατολικό Πόντο, στα εξής χωριά: Κιαλιαχπούρ με 150 ελληνικά σπίτια, Χοσμπερίκ με 40, Καλημπερτέκ με 30, Πίσκι με 10, Τζαμούρε με 62, Χαρτούτζιν με 60 και Ράνσεϊρ με 50. Η περιοχή στην οποία βρισκόταν το χωριό Κιαλιαχπούρ ονομαζόταν Κελκέτειος περιφέρεια, από τον όνομα του ποταμού Κελκίτ (Kelkit Ηayı). Άλλοτε αποτελούσε επισκοπή με το όνομα Αχαΐα (Χαχαίον). Οι περισσότεροι κάτοικοι της περιοχής ήταν Τούρκοι και Κούρδοι.

Μια γραπτή μαρτυρία[5] και πολλές προφορικές αναφέρουν την εγκατάσταση Ελλήνων στο χωριό Κιαλιαχπούρ (σύγχρονη ονομασία Kel-Atzbur[6]), οι οποίοι προέρχονταν από περιοχές ορεινές. Κύρια ενασχόληση των μετακινηθέντων ήταν η κτηνοτροφία, ο μόνος τρόπος, ίσως, προσπορισμού των αναγκαίων αγαθών για όσους κατοικούσαν σε οικισμούς με μεγάλο υψόμετρο, όπου η βλάστηση ήταν ελάχιστη και η καλλιέργεια της γης ανύπαρκτη.

Το Κιαλιαχπούρ είναι ο πρώτος οικισμός στον οποίο βεβαιωμένα κατοίκησαν οι πρόγονοι των κατοίκων του Σαράφ. Το χωριό βρισκόταν νοτιοανατολικά της Αργυρούπολης, μερικά χιλιόμετρα βόρεια από την εμπορική οδό Τραπεζούντας - Ερζερούμ (Erzerum) και κοντά στην πόλη Παϊπούρτ, στις νότιες πλαγιές του όρους Παρυάδρης και μπροστά στο χωριό ανοίγονταν η πεδιάδα του Παϊπούρτ, μέσα από την οποία περνούσαν παραπόταμοι του Άκαμψι ποταμού (Ηoruh).

Διοικητικά ανήκε στο Βιλαέτι Τραπεζούντας, στο Σαντζάκι Αργυρουπόλεως και στον Καζά του Κελκίτ. Εκκλησιαστικά υπαγόταν στη Μητρόπολη Χαλδίας με έδρα την Αργυρούπολη και στην επισκοπή Κελκίτ.

Απείχε 140 χιλιόμετρα από την Τραπεζούντα, 40 από την Αργυρούπολη και 40 από το Παϊπούρτ. Οι Έλληνες (Γραικοί) και οι Κρωμιώται (Κρυπτοχριστιανοί) μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο ως μητρική γλώσσα και την τουρκική στο βαθμό που αυτή επιβαλλόταν από τις οθωμανικές αρχές και τις καθημερινές ανάγκες συναλλαγής με τους Τούρκους. Στην περίπτωση των Κρωμιωτών η γνώση της τουρκικής γλώσσας επιβαλλόταν και από τη μουσουλμανική θρησκεία, που ήταν άλλωστε η επίσημη θρησκεία τους.

Το χωριό είχε 150 σπίτια και κατοικούσαν σ αυτό 250 Οθωμανοί, 150 Κρωμιώται και 350 Γραικοί[7]. Οι Κρωμιώτες είναι οι Κρυπτοχριστιανοί, οι οποίοι άρχισαν να αποκαλύπτονται μετά το 1856 (Χάττι-Χουμαγιούν). Για τους προγόνους των Ποντίων του Σαράφ δεν υπάρχουν στοιχεία που να τους εντάσσουν στην κατηγορία των Κρυπτοχριστιανών. Όπως είναι γνωστό οι Κρυπτοχριστιανοί είχαν δυο ονόματα: ένα επίσημο μουσουλμανικό και ένα κρυφό ελληνικό. Από τα γενεαλογικά δέντρα δεν προκύπτουν τέτοια διπλά ονόματα ούτε και στις αφηγήσεις αναφέρθηκαν περιπτώσεις προγόνων που να υπήρξαν Κρυπτοχριστιανοί. Ανήκαν στην τρίτη κατηγορία των Ελλήνων (Γραικοί κατά τον Κυπριώτη) που αποτελούσαν και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού του χωριού Κιαλιαχπούρ.

Στο χωριό υπήρχε Ελληνικό Σχολείο[8]. Οι μαθητές εισάγονταν σ αυτό έπειτα από εξετάσεις, αφού προηγουμένως είχαν φοιτήσει στην προκαταρτική τάξη[9]. Η διάρκεια φοίτησης ήταν τρία χρόνια για τις ισάριθμες τάξεις. Κύρια θέση κατείχε το μάθημα των αρχαίων ελληνικών. Διδάσκονταν επίσης: μαθηματικά, φυσική, υγιεινή, θρησκευτικά, γεωγραφία, ιστορία, ωδική, γυμναστική, καθώς και γαλλικά και λατινικά στην τρίτη τάξη. Οι δάσκαλοι των Ελληνικών Σχολείων ονομάζονταν Ελληνοδιδάσκαλοι. Στο σχολείο πιθανότατα φοιτούσαν και μαθητές από τα γειτονικά ελληνικά χωριά, αφού η ύπαρξη ενός τέτοιου σχολείου μόνο για τους μαθητές του χωριού δεν δικαιολογείται.

Στο χωριό ερχόταν κάποιος καλόγερος από κοντινό μοναστήρι και δίδασκε στα κορίτσια των Ελλήνων ανάγνωση και γραφή, μέσα από τα εκκλησιαστικά βιβλία[10].

Φημισμένο ήταν κάποιο χάνι με το όνομα Κασκαμάν’ οτά. Σ’ αυτό φιλοξενούνταν οι φτωχοί οδοιπόροι. Ανήκε σε κάποιον από την οικογένεια Κασκαμανίδη (Κασκαμάνο), χωρίς να υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες[11].

Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και σε περιορισμένο βαθμό με τη γεωργία. Εκτεταμένη ήταν η εκτροφή μεγάλων βοοειδών και προβάτων. Τα βοοειδή, εκτός των άλλων, ήταν απαραίτητα για τις γεωργικές εργασίες (όργωμα, σβάρνισμα, αλώνισμα), καθώς και για τις μεταφορές. Από τα ζωντανά εξασφάλιζαν και τα απαραίτητα υλικά για τη διατροφή.

Κατά τη δεκαετία του 1870 στο Κιαλιαχπούρ οι χριστιανοί κάτοικοι ξεκίνησαν το χτίσιμο μιας εκκλησίας με πρωτομάστορα κάποιον Πατουλίδη, η οποία δεν αποπερατώθηκε ποτέ. Όταν το 1970 επισκέφθηκαν το χωριό οι Ιωάννης Γεωργ. Κασκαμανίδης, Αθανάσιος Αθανασιάδης και Ευσέβιος Κασκαμανίδης, είδαν τα θεμέλια της εκκλησίας αυτής.

ΡΩΣΟΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1877-1878

Επί μια εικοσαετία (1856-1878) περίπου, οι κάτοικοι του Κιαλιαχπούρ και των γειτονικών χωριών ζούσαν για πρώτη φορά ύστερα από την άλωση της Τραπεζούντας με την ελπίδα πως θα ριζώσουν στους τόπους εκείνους.

Αν και η ζωή των κατοίκων του Κιαλιαχπούρ στα χρόνια 1856-1878 δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ήρεμη, ωστόσο διαταράχθηκε ανεπανόρθωτα από τις συνέπειες του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1877-78. Ο πόλεμος αυτός ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1877 και τελείωσε τον Ιανουάριο του 1878 με τη συνθήκη της Αδριανούπολης. Τα ρωσικά στρατεύματα προέλασαν μέχρι την περιοχή Ερζερούμ, Παϊπούρτ, Αργυρούπολης.

Νικήτρια δύναμη αναδείχτηκε η Ρωσία η οποία με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου στις 19 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου 1878 η Ρωσία προσαρτούσε στην επικράτειά της τις περιοχές Βαγιαζήτ (Bayiazit), Καρς (Kars), Αρταχάν (Ardahan) και Βατούμ (Batumi). Ακολούθησε η συνθήκη του Βερολίνου (Ιούνιος-Ιούλιος 1878), η οποία επέφερε ουσιώδεις τροποποιήσεις στους όρους της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, κυρίως όσον αφορά στις βουλγαρικές διεκδικήσεις για τα Βαλκάνια. Η προσάρτηση των εδαφών του Καρς στη ρωσική επικράτεια ήταν η πολεμική αποζημίωση που έλαβε η Ρωσία ως νικήτρια δύναμη από την Τουρκία. Τα εδάφη αυτά παραχωρήθηκαν στους Ρώσους για 40 χρόνια[12].

Οι προαναφερθείσες περιοχές στις οποίες προήλασαν τα ρωσικά στρατεύματα και δε συμπεριλήφθηκαν στα εδάφη που τελικά επιδικάστηκαν στη Ρωσία με τη συνθήκη του Βερολίνου, εκκενώθηκαν από τους Ρώσους. Η κατάσταση που δημιουργήθηκε εξώθησε πολλούς Έλληνες και Αρμένιους των περιοχών αυτών στη μετοικεσία προς ασφαλέστερες περιοχές.

ΜΕΤΟΙΚΕΣΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΑΡΣ

Οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι του 19ου αιώνα δημιούργησαν μια μόνιμη σχεδόν αναστάτωση στο χώρο του ανατολικού Πόντου. Μετοικεσίες Ελλήνων του Πόντου προς τις περιοχές του Καυκάσου και της νότιας Ρωσίας σημειώθηκαν μετά τη λήξη κάθε τέτοιου πολέμου. Οι χριστιανοί, Έλληνες και Αρμένιοι, του ανατολικού Πόντου βρισκόταν σε δεινή θέση ιδιαίτερα μετά τη λήξη του πολέμου 1877-78. Κύμα μουσουλμάνων προσφύγων (Κιρκάσιοι, Τούρκοι, Αμπχάζιοι, Λαζοί) από τη ρωσική επικράτεια κατέκλυσε το χώρο αυτό[13],ημιουργώντας έκρυθμες καταστάσεις με καταστροφικές συνέπειες για τους χριστιανικούς πληθυσμούς.

Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής ήταν η μετακίνηση των χριστιανών προς τις ρωσοκρατούμενες περιοχές. Η μετοικεσία δεν πήρε μαζικό χαρακτήρα πριν το 1880 και αυτό ίσως να οφειλόταν στο γεγονός ότι και στις ρωσοκρατούμενες περιοχές που εγκατέλειψαν οι μουσουλμάνοι επικρατούσε αναστάτωση, πράγμα που απέτρεψε μέχρι το 1880 τη μαζική έξοδο των χριστιανών του ανατολικού Πόντου. Οι μετοικεσίες επηρεάζονταν και από την εσωτερική πολιτική και κοινωνική κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα προορισμού.

Το Δεκέμβριο του 1881[14]οι κάτοικοι του Κιαλιαχπούρ ενσωματώθηκαν σε μια μεγάλη φάλαγγα και κινήθηκαν ανατολικά. Κινήθηκαν ανατολικά - νοτιοανατολικά, πέρασαν από το Παϊπούρτ, το Ερζερούμ, άλλαξαν προσανατολισμό προς τα βόρεια και διάβηκαν τα σύνορα του νεότευκτου Κυβερνείου Καρς από τη νοτιοδυτική πλευρά του, από την περιοχή της Όλτης. Εκεί χωρίστηκαν σε ομάδες και διασκορπίστηκαν σε διάφορες περιοχές του Κυβερνείου. Συνολικά διάνυσαν 400 χιλιόμετρα με τα πόδια. Μαζί τους πήραν ότι μπόρεσαν να φορτώσουν στα κάρα και λίγα από τα βοοειδή που εξέτρεφαν.

Για το τι συνέβη στο Κιαλιαχπούρ μετά την φυγή των χριστιανών κατοίκων προς το Καρς, υπάρχει μια αναφορά του Άγγλου προξένου της Τραπεζούντας που αναφέρει χαρακτηριστικά[15]: «Αυτοί (οι μουσουλμάνοι) γέμισαν την εκκλησία του Κιαλιαχπούρ με ό,τι ρυπαρό, σκέπασαν τους τοίχους με βρωμιές, έριξαν κάτω την καμπάνα, και διέπραξαν πολλές άλλες ύβρεις σ αυτό το χωριό, στον ίδιο βαθμό όπως στο Κιαλιαχπούρ και στο Λερίν.»

Το Κυβερνείο του Καρς

Γεωγραφία - Δημογραφία

Το Κυβερνείο είχε έκταση 18.250 τ.χ. Το μέγιστο μήκος της εκτάσεως αυτής από βορρά προς νότο ήταν 200 χμ. και το μέγιστο πλάτος από ανατολή προς δύση 180 χμ. Κυριότερες πόλεις ήταν: το Καρς έδρα του Κυβερνείου κείμενη σε υψόμετρο 1750 μ., το Αρταχάν στα 1800 μ., το Σαρίκαμις (Sarıkamış), το Καγκισμάν (Kağızman) στα 1400 μ. και η Όλτη (Oltu) στα 1280 μ. Η πόλη του Καρς απέχει 1.507 χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη και 496 από την Τραπεζούντα. Για την ονομασία της πόλεως του Καρς, οι μεν Γεωργιανοί θεωρούσαν πως είναι γεωργιανική λέξη που σημαίνει πύλη, οι δε Αρμένιοι την ετυμολογούσαν από την αρμένικη λέξη Χαρς που σημαίνει νύφη[16]. Είχε 30 χιλιάδες κατοίκους, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν Αρμένιοι που ασχολούνταν με το εμπόριο και τις τέχνες, Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι, εργολάβοι, επαγγελματίες και κτηματίες και Ρώσοι[17].[ Στην πόλη του Καρς έφταναν δυο ελληνικές εφημερίδες: το Φως της Μακεδονίας και η Ακρόπολις Αθηνών[18].

Η περιοχή του Κυβερνείου διασχίζεται, κυρίως, από τις οροσειρές: Σογανλούκ, Ακ - Μπαμπά, Αλά - Νταγ και τα βραχώδη όρη Καπάχ - Τεπέ στο νότο. Οι οροσειρές αποτελούνται από ψηλά όρη. Κατά περιοχές υπάρχουν μεγάλες κοιλάδες, βαθιές χαράδρες και ευμεγέθεις πεδιάδες με πλούσια βλάστηση και άφθονα βοσκοτόπια. Οι πλαγιές των βουνών είναι ομαλές, καλύπτονται από χόρτο στα χαμηλά και δάση στα ψηλότερα σημεία τους. Οι μεγαλύτεροι ποταμοί που διαρρέουν το Κυβερνείο είναι: Κουρά (Κύρος ποταμός), Αράξ,, Καρς - Τσάι, Αρπά - Τσάι και Όλτι - Τσάι. Οι τέσσερις πρώτοι εκβάλλουν στην Κασπία Θάλασσα, ενώ ο τελευταίος αφού ενώνεται με τον Άκαμψι ποταμό (Ηoruh), εκβάλλει στη Μαύρη Θάλασσα.

Στα απέραντα βοσκοτόπια του Κυβερνείου μετά την άνοιξη έρχονταν Γεωργιανοί με τα κοπάδια τους για βοσκή. Υπολογίζεται πως κάθε χρόνο έφερναν εκατό με εκατόν πενήντα χιλιάδες πρόβατα.

Ο πληθυσμός του Κυβερνείου αποτελούνταν από: Έλληνες, Ρώσους, Αρμένιους, Τούρκους, Κούρδους-Εζίδγους, Τουρκμένους, Καραπαπάχους, Λεζγίνους, Οσετίνους, Εσθονούς και Μαλακάνους. Ο πληθυσμός αυτός χωριζόταν σε δυο κατηγορίες όσον αφορά τον τρόπο ζωής: στους μονίμως εγκατεστημένους και τους περιφερόμενους σκηνίτες ή νομάδες.

Έτος

Πληθυσμός

Πηγή

1901

278.616

Μαυρογένης, 1963: 44-45

1907

294.395

Ό.π.: 195

1913

321.954[19]

Ό.π.: 201

370.000

Ι.Κ. Χασιώτης, 1997, σ. 546

1918

365.000[20]

Ό.π.: 201

350.000

Γρηγοριάδης, 1973, σ. 111

Ο συνολικός πληθυσμός του Κυβερνείου Καρς

Έτος

Πληθυσμός

Χωριά

Πηγή

1901

34.504

74

Ό.π.: 40-42

1907

40.938

74

Ό.π.: 191-194

1913

45.427

74

Ό.π.: 197-199

48.994

85

Ι.Κ. Χασιώτης, 1997: 549

1918

58.010[21]

74

Ό.π.: 197-199

75.000

81

Γρηγοριάδης, 1973: 111-112

Ο ελληνικός πληθυσμός του Κυβερνείου Καρς

Διοίκηση

Η περιοχή του Καυκάσου, που ανήκε στη ρωσική επικράτεια, αποτελούνταν από Κυβερνεία - Νομούς[22] και είχε αντιβασιλέα (Ναμέσνικ) το μέγα δούκα Νικολάι Νικολάγιεβιτς, αδελφό του τσάρου της Ρωσίας, ο οποίος κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν και αρχιστράτηγος του πολεμικού μετώπου στον Καύκασο. Όσα Κυβερνεία είχαν πολιτικό διοικητή - νομάρχη, χαρακτηρίζονταν ως Γκουμπέρνιε[23], ενώ όσα είχαν στρατιωτικό ως Όμπλαστι και η διοίκησή τους λεγόταν Βαγένο Ναρότνοϊ ου Πραβλένια. Στα Όμπλαστι ο διοικητής (Βογένιγ Γκουπερνάτορ Κάρσοϊγ Όμπλαστι) που διοριζόταν από τον τσάρο τον οποίο και αντιπροσώπευε, ήταν ανώτατος αξιωματικός του ρωσικού στρατού, στον οποίο υπαγόταν όλες οι υπηρεσίες της διοικήσεως του Κυβερνείου, εκτός από τις στρατιωτικές υπηρεσίες και τις στρατιωτικές μονάδες. Στα Κυβερνεία εκτός από τους γενικούς νόμους του ρωσικού κράτους ίσχυαν και τοπικοί ειδικοί νόμοι, εξαρτώμενοι από τις ιδιομορφίες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε Κυβερνείου.

Το Κυβερνείο αποτελούνταν από τη Διοίκηση Καρς όπου υπάγονταν οι Υποδιοικήσεις Καρς, Σουραγκέλ και Σογανλούκ, από τη Διοίκηση Αρταχάν με τις Υποδιοικήσεις Αρταχάν και Κιόλιας (Gφle), στη Διοίκηση Καγκισμάν με τις Υποδιοικήσεις Καγκισμάν και Χοροσάν και στη Διοίκηση Όλτης[24].

Το Κυβερνείο διοικούνταν από μια στρατιωτικοτοπική διοίκηση, στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι των εθνοτήτων που κατοικούσαν στα εδάφη του Κυβερνείου.

Διοικητής του Κυβερνείου μέχρι τον Αύγουστο του 1914 ήταν ο γερμανικής καταγωγής Ρώσος αντιστράτηγος Φον Παρκάου. Όταν όμως την 1η Αυγούστου η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσία, η ρωσική κυβέρνηση καθαίρεσε τον Παρκάου και τη θέση του πήρε ο συνταγματάρχης Ντμίτρι Ποτγκούρσκυ, η θητεία του οποίου τερματίστηκε λίγο μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917. Τη θέση του κατέλαβε μια επιτροπή λαϊκών αντιπροσώπων (Ναρόντιε Τεπουτάτοι) αποτελούμενη από τέσσερις κομισάριους: ένα Ρώσο, έναν Αρμένιο, τον Έλληνα Ιβάν Βασίλιεβιτς Πολίτοφ και έναν μουσουλμάνο.

Το Κυβερνείο του Καρς είχε 4 περιφερειακές διοικήσεις (Όκρουγκ, πλήρης ονομασία Οκρουζνόγιε ου Πραβλένιε), και ο διοικητής τους (Νατσάλνικ Όκρουγκα) ήταν αξιωματικός του στρατού ή της αστυνομίας.

Κάθε περιφερειακή διοίκηση διαιρούνταν σε περιφερειακές υποδιοικήσεις -(Ουτσάκα, πλήρης ονομασία Ουτσαστκόβιγιε ου Πραβλένιε), οι περισσότερες από τις οποίες είχαν στρατιωτικό υποδιοικητή (Νατσάλνικ Ουτσάστκα)[25]. Οι υποδιοικητές ήταν απόστρατοι αξιωματικοί του στρατού ή της αστυνομίας.

Οι περιφερειακές υποδιοικήσεις περιελάμβαναν περιφερειακά επαρχιακά και κοινοτικά γραφεία (Σέλσκογιε ου Πραβλένιε ή Σέλσκογιε Όμπστεστβο).

Τα αμιγώς ρωσικά χωριά είχαν δικά τους κοινοτικά γραφεία με επικεφαλής τον Στάροστα, η διοίκηση των οποίων ήταν ανεξάρτητη από αυτή των χωριών των άλλων εθνοτήτων.

Στα επαρχιακά γραφεία υπάγονταν δέκα έως τριάντα χωριά με πληθυσμό αποτελούμενο από διάφορες εθνότητες και είχαν επικεφαλής τον Κουλαβά (ρωσ. λ. glava = αρχηγός, επικεφαλής) που εκλεγόταν κάθε εφτά χρόνια και πληρωνόταν από το ρωσικό ταμείο. Το επαρχιακό συμβούλιο είχε εφτά μέλη, που εκλέγονταν μετά από ψηφοφορία στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των χωριών του επαρχιακού γραφείου. Ο Στάροστα και ο Κουλαβάς εκλεγόταν από τους αντιπροσώπους των χωριών με μυστική ψηφοφορία[26].

Πάρεδρος κάθε χωριού ήταν ο Γιούζμπασης (τουρκ. λ. yόzbaşı = λοχαγός) ή Σταρσινάς (Βολόσνοϊ Σταρσινά, ρωσ. λ. starşina = πάρεδρος), ο οποίος εκλεγόταν σε συνέλευση (σχοτ, ρωσ. λ. shod = συνέλευση, σύναξη) των κατοίκων, δια βοής ή ανατάσεως των χειρών και εκπροσωπούσε το χωριό στην κοινότητα (Πραβλένια, pravlenie = κοινότητα). Η θητεία του ήταν διετής. Ο πάρεδρος ήταν επιφορτισμένος με την επίλυση των προβλημάτων που ενέκυπταν στο χωριό. Μεριμνούσε για τα κοινωφελή έργα, για το συμβιβασμό αντιδίκων, για την ανάθεση αγγαρειών (πεκιάρια) προς το συμφέρον των στρατιωτικών τμημάτων που τύχαινε να περνούν ή να σταθμεύουν στην περιοχή του, για την κατανομή και είσπραξη των φόρων, κ.ά.

Τη διοίκηση του επαρχείου πλαισίωναν: ο γραμματέας (πίσαρος), ο κλητήρας (κιζίρτς), ο αγροφύλακας (γουρουχτσής), ο αστυνόμος (νατσάλινικος) με τους χωροφύλακες (στράζνικους), οι ιερείς και οι δάσκαλοι[27]. Τους ιερείς και τους δασκάλους των ελληνικών τους πλήρωνε το χωριό. Αν και δεν ανήκει στη διοικητική ιεραρχεία, είναι χρήσιμο να αναφέρουμε και την ύπαρξη στρατιωτικού νοσοκόμου (φέρσελας), στον οποίο κατέφευγαν οι κάτοικοι των χωριών, αφού είχαν εξαντλήσει όλες τις πιθανότητες ίασης με την πρακτική ιατρική. Για την υποδιοίκηση Κιόλιας υπήρχε ένας φέρσελας στο χωριό Μερτινίκ (σήμερα Gφle).


Πηγή: http://www.trapezounta.com/EP0402a.htm



[1] Οι προφορικές αυτές μαρτυρίες καταγράφηκαν από το φθινόπωρο του 1992 έως την άνοιξη του 1998. Πολλά από τα στοιχεία που παρέθεσαν οι αφηγητές είναι οικογενειακές μνήμες, μεταφερόμενες προφορικά από γενιά σε γενιά.

[2] Γεωργίου Π. Φιρτινίδου, Κρώμνη, Έκδοση Αδελφότητος Κρωμναίων Καλαμαριάς, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 20-21 (σκαρίφημα της περιοχής Κρώμνης) και σ. 24.

[3] Κώστα Δ,. Ανδρεάδη, Ένα "ταξίδι" στο Καρς Καυκάσου, εκδ. Αφοι Κυριακίδη, σ. 16.

[4] Για τις ονομασίες Leri και Sobran, βλ. A. Bryer and D. Winfield, «Nineteenth-century monuments», Αρχείον Πόντου, τομ. 30ος, Αθήνα 1970-1971, σ. 313 (πίνακας με τις ονομασίες των χωριών της περιφέρειας Λερίου).

[5] Γεωργίου Γρ. Γρηγοριάδου, Οι Πόντιοι του Καυκάσου, περιφέρειας Καρς-Αρδαχάν, Ιστορία-Λαογραφία, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 17.

[6] Ο. Λαμψίδης-Ι. Ταϊγανίδης, Οι οικισμοί των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο το 1920 (Φύλλα 12), έκδ. Ε.Π.Μ., Αθήνα 1989, χάρτης της περιοχής Τραπεζούντας.

[7] Τα στοιχεία περιέχονται σε κατάλογο που στάλθηκε στις 5/17 Οκτωβρίου 1857 από τον Έλληνα Υποπρόξενο Τραπεζούντας Κωνσταντίνο Κυπριώτη προς την ελληνική Βασιλική Πρεσβεία Κωνσταντινούπολης και αφορούσε το ζήτημα των Κρυπτοχριστιανών του Πόντου. Στάθης Πελαγίδης, «Ντοκουμέντα για τις πρώτες οργανωμένες κινητοποιήσεις των Κρυπτοχριστιανών του Πόντου (1857)», Αρχείον Πόντου, τόμ. 41ος , Αθήνα 1987, σ. 208.

[8] Περικλέους Τριανταφυλλίδου, Η εν Πόντω ελληνική φυλή ήτοι τα ποντικά, Αθήνα 1866, σ. 106 & Διαμαντή Θ. Λαζαρίδη, Στατιστικοί πίνακες της εκπαιδεύσεως των Ελλήνων στον Πόντο 1821-1922, Αρχείον Πόντου, Παράρτημα 16, Αθήνα 1988, σ. 13.

[9] Η τάξη αυτή ονομαζόταν και μηδενική. Σ αυτήν φοιτούσαν οι μαθητές πριν την ένταξή τους στο Ελληνικό Σχολείο ή ακόμη και πριν το νηπιαγωγείο. Εγκυκλοπαίδεια Ποντιακού Ελληνισμού, τόμ. 3, σ. 240, λ. μηδενική τάξη.

[10] Η πληροφορία έφτασε στον γράφοντα από τον παππού του Γρηγόριο Κασκαμανίδη, ο οποίος άκουγε τη γιαγιά του Σοφία Κασκαμανίδου (1860-1934) να του μιλά για τον καλόγερο αυτό. Το κοντινότερο μοναστήρι ήταν η Μονή Αγίου Γεωργίου Χουτουρά

[11] Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι βρισκόταν κοντά στο χωριό Κιαλιαχπούρ. Σε μικρή απόσταση από το χωριό περνούσε ο εμπορικός δρόμος Ερζερούμ-Τραπεζούντας, οπότε δικαιολογείται η ύπαρξη σταθμών (χάνια). Άλλες όμως μαρτυρίες το τοποθετούν κοντά στον προηγούμενο οικισμό, δηλαδή στο Αλαγιούν και αναφέρουν πως δεν επρόκειτο για χάνι, αλλά για ένα σπίτι στο οποίο έβρισκαν φιλοξενία οι περαστικοί.

[12] Στυλιανού Β. Μαυρογένους, Το Κυβερνείον Καρς του Αντικαυκάσου και το εν αυτώ ελληνικόν στοιχείον κατά την περίοδον 1878-1920, έκδ. Εύξεινος Λέσχη Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1963, σ. 176.

[13] Η μετακίνηση των πληθυσμών αυτών όπως και η αντίστροφη των Ελλήνων, υποβοηθήθηκαν τόσο από τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου όσο και από τις ειδικές ρωσοτουρκικές συμφωνίες του Πρωτοκόλλου της Κωνσταντινούπολης της 8ης Φεβρουαρίου 1879. Άρτεμις Ξανθοπούλου-Κυριακού, «Μεταναστεύσεις Ελλήνων στον Καύκασο κατά τον 19ο αιώνα», Δ.Κ.Μ.Σ., τόμ. 10ος, σ. 121.

[14] Γεωργίου Γρ. Γρηγοριάδου, Οι Πόντιοι του Καυκάσου, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 21.

[15] A. Bryer and D. Winfield, ό.π. σ. 314.

[16] Γρηγορίου Τηλικίδη, «Οι Έλληνες του Καυκάσου», περ. Ποντιακά Φύλλα, Φεβρουάριος 1938, τεύχ. 24, σ. 479.

[17] Στυλιανού Σαμουηλίδη, Το χωριό Βεζίνκιοϊ του Καρς, Θεσσαλονίκη 1960, χφο. Κ.Μ.Σ. αριθ. 94, σ. 5.

[18] Ιωακειμίδης Αλέξανδρος, Ο Ελληνισμός του Καρς, Αθήνα 1949, χφο. Κ.Μ.Σ. αριθ. 19, σ. 71-72.

[19] Λόγω έλλειψης στοιχείων, για ορισμένες περιοχές λήφθηκαν υπόψη στοιχεία του έτους 1907.

[20] Κατ εκτίμηση, λόγω έλλειψης στοιχείων.

[21] Κατ εκτίμηση λόγω έλλειψης στοιχείων. Στο παραπάνω σύνολο, πρέπει να προστεθούν και άλλοι 10.000 περίπου Ελληνοπόντιοι που μετανάστευσαν στο Κυβερνείο από τις περιοχές του Πόντου. Έτσι ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός ανέρχεται, κατά το έτος 1918, σε 70.000 περίπου.

[22] Για τη διάρθρωση της στρατιωτικοτοπικής διοίκησης του Κυβερνείου Καρς βλ. Στυλιανού Β. Μαυρογένους, ό.π. σ. 176-183. Πρβλ. με Γεωργίου Γρ. Γρηγοριάδου, Οι Πόντιοι του Καυκάσου, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 54, Καλτσίδη Ιωάννη, Οι Έλληνες του Καυκάσου και οι περιπέτειές του (Απομνημονεύματα), χφο. Κ.Μ.Σ. αριθ. 214, σ. 22, και Σάββα Παπαδόπουλου, Λαογραφικά Καρακούρτ, τ. 3ος , σ. 37-52.

[23] Οι ονομασίες των μελών της διοίκησης προέρχονται από τη ρωσική ορολογία.

[24] Εδώ αναφέρονται μόνο οι υποδιοικήσεις στις οποίες κατοικούσαν ελληνικοί πληθυσμοί.

[25] ό.π. υποσημείωση 22.

[26] Σάββα Παπαδόπουλου, ό.π., τ. 3ος , σ. 41.

[27] Οι ονομασίες των παραπάνω υπαλλήλων αν και είναι ρωσικές, σημειώνονται εδώ με πλάγια γραφή διότι ενσωματώθηκαν στο λεξιλόγιο των Ποντίων του Κυβερνείου. Σχετικά βλ. Σάββα Πορφ. Παπαδόπουλου, ό.π.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου