ΑΓΤΖΙΔΗΣ ΒΛΑΣΗΣ , ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ , Β ΜΕΡΟΣ

Η έξοδος από το Καρς

Στην περιοχή του Καρς, όπου επίσης υπήρχε πολιτική και στρατιωτική οργάνωση Ελλήνων, εμφανίστηκαν αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις. Άλλοι πρότειναν παραμονή του ελληνικού πληθυσμού με οργάνωση της ένοπλης άμυνας, ενώ άλλοι πρότειναν τη φυγή. Η πρώτη άποψη εκφράστηκε από τους Έλληνες στρατιωτικούς, ενώ η δεύτερη από τα πολιτικά στελέχη του ελληνικού κινήματος. Οι στρατιωτικοί πίεζαν τον ελληνικό πληθυσμό να παραμείνει και να οργανώσει την άμυνά του εντασσόμενος στα τρία ελληνικά συντάγματα της Eλληνικής Mεραρχίας του Καυκάσου. Για να εμπνεύσουν τον ελληνικό πληθυσμό με αγωνιστικό φρόνημα, οργάνωσαν μια εντυπωσιακή παρέλαση των στρατιωτικών ελληνικών τμημάτων του 2ου Συντάγματος της Ελληνικής Μεραρχίας στην πόλη του Καρς. Τα αποτελέσματα της παρέλασης δε θεωρήθηκαν ιδιαιτέρως σημαντικά.[1]

Για τον καθορισμό της στάσης του ελληνικού πληθυσμού, καθώς και των προτεραιοτήτων, συνήλθε το 3ο Εθνικό Συνέδριο στο Καρς. Συμμετείχαν εκπρόσωποι απ' όλες τις ελληνικές κοινότητες της περιοχής. Οι εκπρόσωποι των μεθοριακών και άμεσα απειλούμενων χωριών Αρνταχάν και Καρς παρουσίασαν τις τραγικές συνθήκες που επικρατούσαν στις περιοχές τους. Οι υπόλοιποι σύνεδροι, οι οποίοι προέρχονταν από άλλες περιοχές, τους διαβεβαίωσαν για την εθνική αλληλεγγύη των άλλων κοινοτήτων. Η κατάσταση αυτή οδήγησε το συνέδριο να αποφασίσει "Μεσ' το παραλήρημα του πατριωτικού ενθου­σιασμού, της εθνικής αλληλεγγύης..." τη μετακίνηση των παραμε­θόριων ελληνικών κοινοτήτων Αρνταχάν, Γκιόλια, Σογανλού, Καβουσμάν και Χοροσάν με ευθύνη του Εθνικού Συμβουλίου, προς το Καρς. Όμως η ραγδαία προέλαση του τουρκικού στρατού προς το Καρς και το Σαρίκαμις ανάγκασαν το συνέδριο να διακόψει τις εργασίες του.[2]

Οι Έλληνες κάτοικοι δεν πίστευαν ότι ήταν δυνατή η αντίσταση στον τουρκικό στρατό από τα τρία ελληνικά συντάγματα και τη μία αρμενική μεραρχία. Οι ειδήσεις για τις τουρκικές ωμότητες εις βάρος των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο άρχισαν να φτάνουν στον Καύκασο. Οι αφηγήσεις των ταλαιπωρημένων προσφύγων για τις αγριότητες κατά των Ελλήνων έκαμψαν και τις τελευταίες αντιστάσεις των εθνικών συμβουλίων. Εξάλλου η ελληνική στρατιωτική δύναμη του Καυκάσου ήταν μικρή μπροστά στον τουρκικό στρατό που κατέφθανε. Ειδικά στην πόλη του Καρς οι υπερασπιστές της ήταν μόνο 1.500 Έλληνες στρατιώτες. Έτσι αποφασίστηκε η παράδοση της πόλης στους Τούρκους.[3]

Το Εθνικό Συμβούλιο έκανε ό,τι μπορούσε για την προώθηση των προσφύγων στη νότια Ρωσία και στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, με στόχο την αναχώρηση για την Ελλάδα. Οι λόχοι, τα τάγματα και τα συντάγματα της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου διαλύθηκαν και οι οπλίτες πήγαν στα χωριά τους για να γλυτώσουν τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους. Αρκετά παραμεθόρια χωριά των περιφερειών Χοροσάν, Αρνταχάν και Γκιόλια δεν πρόλαβαν να φύγουν με αποτέλεσμα την αιχμαλωσία τους από τον τουρκικό στρατό. Η αποχώρηση άρχισε από το δεύτερο πενθήμερο του Μαρτίου. Ο Ε. Ηλιάδης περιγράφει τις προετοιμασίες των Ελλήνων στο χωριό Πελικπάς: "Οι γυναίκες ανάβουν τους φούρνους, ζυμώνουν, ψήνουν ψωμί, το κάνουν φρυγανιές και παξιμάδια, κάνουν μακαρίνα (σ.τ.σ. μακαρόνια), γεμίζουν βαρελάκια ή τενεκέδες με βούτυρο και τυριά κ.λπ. Οι άντρες γεμίζουν σακιά με αλεύρι και σιτάρι, σφάζουν με σπαραγμό της καρδιάς τους τα εκλεκτά τους ζώα, ψήνουν σε μεγάλα καζάνια το κρέας τους και το κάνουν καβουρμάδες και με το λίπος μαζί το βάζουν σε βαρελάκια ή πήλινα δοχεία... Στις 12 Μαρτίου το πρωί έγινε η τελευταία θεία λειτουργία. Είχαν παρευρεθεί όλοι σχεδόν οι χωριανοί. Ήταν κάτι το ανεπανάληπτο. Τα πλήθη προσεύχονταν, προσκυνούσαν και με τρεμάμενο χέρι άναβαν το στερνό τους κερί. Κατάμεστη η εκκλησία από πιστούς, κατάμεστο και το μεγάλο προαύλιό της και οι πέρα απ' αυτό δρόμοι. Οι πιστοί παρακολούθησαν με κατάνυξη και θρησκευτική ευλάβεια τη θεία λειτουργία. Στο τέλος το χριστεπώνυμο, το αγνό πλήθος, το γεμάτο αγωνία, θλίψη και πόνο, αγκαλιάζεται, θρηνεί, σταυροκοπιέται και χύνονται πολλά δάκρυα αληθινά. Σύσσωμοι με σπαραγμό ψυχής ικετεύουν τον Άγιο να τους προστατεύσει, να τους βοηθήσει να φτάσουν όσο το δυνατόν ανώδυνα και γρήγορα στον προορισμό τους, στη φωτεινή Ελλάδα, για να ησυχάσουν και οι κατοπινές γενιές από τους συνεχείς ξεριζωμούς μ' όλα τα φρικτά επακόλουθα."[4]

Η αποχώρηση των δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων από την περιοχή του Κυβερνείου του Καρς δεν έγινε παντού ομαλά. Στις αρχές Μαρτίου 1918 συγκεντρώθηκαν οι αρχηγοί των ελληνικών χωριών της επαρχίας Καγισμάν για να αποφασίσουν για τη διαδικασία αναχώρησης. Ορίστηκε ως σημείο συγκέντρωσης όλου του ελληνικού πληθυσμού της επαρχίας το χωριό Καρακλησσέ και ως χρόνος η 25η Μαρτίου. Εκεί μαζεύτηκαν χιλιάδες κάτοικοι και ετοιμάστηκαν να αναχωρήσουν ευθύς μετά τον εκκλησιασμό τους. Τότε ήρθε μια ίλη ιππικού του αρμενικού στρατού απαιτώντας την παραχώρηση, εκ μέρους των Ελλήνων, ενός αριθμού αλόγων. Η δολοφονία ενός Έλληνα κοινοτάρχη, του Ευστράτιου Κακουλίδη, από τον επικεφαλής της ίλης οδήγησε στη γενίκευση της σύρραξης. Δύο ημέρες κράτησε η αιματηρή σύγκρουση τετρακοσίων ενόπλων Ελλήνων με δεκαπλάσιο αρμενικό στρατό.[5] O Σ. Μαυρογένης εκτιμά ότι η σύγκρουση του Καρακλησσέ οφειλόταν στην αυθαιρεσία και στην αυτοδικία των οπλισμένων Αρμενικών τμημάτων, τα οποία νόμιζαν ότι είχαν δικαιώματα πάνω σε κάθε ξένο αντικείμενο. Κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν να γίνει ανεκτό από τους επίσης οπλισμένους Πόντιους. Θεωρεί ότι η βαθύτερη αιτία της ελληνοαρμενικής αντίθεσης ήταν η κατηγορηματική άρνηση του ελληνικού στοιχείου της περιοχής να συμμετάσχει στην ολοκληρωτική εξόντωση του μουσουλμανικού στοιχείου του Κυβερνείου του Καρς, που σχεδίαζε το αρμενικό κόμμα Ντασνάκ Τσουτιούν.[6] Την ίδια άποψη έχει και ο Χ. Τσέρτικ, ο οποίος περιγράφει σε κάποια περίπτωση την παρέμβαση του ελληνικού Λόχου για τη σωτηρία μουσουλμανίδων γυναικών και παιδιών από τα αρμενικά στρατιωτικά τμήματα.[7] Η συγκεκριμένη σύγκρουση απέκοψε τους δρόμους διαφυγής των κατοίκων του Καρακλησσέ. Η κατάληψη του χωριού από τα αρμενικά στρατεύματα ακολουθήθηκε από σφαγή του εναπομείναντος πληθυσμού. Μετά απ' αυτό, κάτοικοι οκτώ γειτονικών ελληνικών χωριών αναγκάστηκαν να βαδίσουν προς τις γραμμές των Τούρκων και να καταφύγουν στο ελληνικό χωριό Αλή Σοφή, οι κάτοικοι του οποίου είχαν προλάβει να αναχωρήσουν για την Τιφλίδα. Οι Τούρκοι δεν πείραξαν τους πρόσφυγες. Τρεις μήνες αργότερα τους επέτρεψαν να αναχωρήσουν για την Τιφλίδα. Από κει πήγαν στο Πότι και σκορπίστηκαν στις παραλιακές πόλεις της Μαύρης Θάλασσας. Οι δραματικές εξελίξεις με την προέλαση των Τούρκων, συνδυασμένες με την αδυναμία συνεννόησης των Ελλήνων και Αρμενίων, για κοινή στρατιωτική δράση, όπως φάνηκε από το περιστατικό του Καρακλησσέ, οδήγησαν στη διάλυση της ελληνικής στρατιωτικής οργά­νωσης.

Εβδομήντα χιλιάδες Έλληνες πήραν το δρόμο της προσφυ­γιάς. Ο ιερέας του χωριού Καραουργκάν, Γ. Χαρίτίδης, γράφει στις 2 Απριλίου 1918: "Ένεκα της εμπολέμου καταστάσεως, εθνικοποιήσεως του στρατού, τα διάφορα έθνη του Καυκάσου, τρέφοντα μίσος το εν κατά του άλλου εξηγέρθησαν εις μάχας και αλληλοσφάζονται, ο δε αιώνιος εχθρός των Χριστιανών, ο Τούρκος, επωφελούμενος της καταστάσεως προσπαθεί να κατακτήσει την πόλη του Καρς Ένεκα τούτου οι του νομού Καρς δυστυχείς Έλληνες.. εγκαταλείψαντες τα χωρία, την περιουσίαν των φεύγουν χωρίς να γνωρίζουν που. Χιλιάδες Ελλήνων, γερόντων, γυναικών και ανηλίκων παίδων κοιμώνται πέριξ των διαφόρων σταθμών, άστεγοι, γυμνοί, πεινασμένοι υποφέρουσι τα πάνδεινα. Ουδεμία περιποίησις, ουδεμία περίθαλψις, ουδείς τείνει προς τους δυστυχείς χείραν αρωγής.." [8]

Οι Καρσιώτες μεταφέρθηκαν από την πόλη του Καρς στην Τιφλίδα με τρένο. Από κει άλλοι κατευθύνθηκαν προς το Μπακού του Αζερμπαϊτζάν, με στόχο να χρησιμοποιήσουν το τρένο που συνέδεε το Μπακού με το Αικατερινοντάρ της νότιας Ρωσίας, άλλοι πήγαν στο Κουμπάν μέσω Βλαδικαυκάς και οι περισσότεροι χρησιμοποίησαν το δρόμο από το Πότι. Δηλαδή έφταναν με τρένο στο Πότι της Μαύρης Θάλασσας και από 'κει με καράβι ως το Νοβοροσίσκ. Η πορεία που επέλεγε να ακολουθήσει η κάθε προσφυγική ομάδα καθοριζόταν από τις προξενικές και άλλες πληροφορίες που συγκέντρωνε, ώστε να αποφύγει τις περιοχές των εμφύλιων συγκρούσεων. Κυρίως εγκαταστάθηκαν στο Αικατερινοντάρ και στα χωριά του Κουμπάν, στη Σταυρούπολη, στην Κριμαία, στο Σοχούμι, στο Πετιγόρσκ, στο Νοβοροσίσκ, στην Ανάπα, στο Τουαψέ κ.α Πίστευαν ότι σύντομα θα μπορούσαν να μεταφερθούν από τη νότια Ρωσία στην Ελλάδα.[9]

Ο τουρκικός στρατός κατέλαβε τις αρμενικές και γεωργιανές περιοχές που παραχωρήθηκαν στην Τουρκία με τη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ και άρχισε να προελαύνει προς το Μπακού, πρωτεύουσα του Αζερμπαϊτζάν,[10] στο οποίο υπήρχε σημαντική ελληνική κοινότητα, καθώς και ελληνικό προξενείο. Σε συνεργασία με τους ντόπιους μουσουλμάνους άρχισε τις σφαγές Αρμενίων και Ελλήνων.[11] Μεγάλο κύμα προσφύγων εγκατέλειψε το Αζερμπαϊτζάν και κατέφυγε στη Γεωργία και στην Αμπχαζία, με άμεσο αποτέλεσμα να γεμίσει το Σοχούμι με πρόσφυγες.[12] Πολλοί Έλληνες κατέφυγαν επίσης στη νότια Ρωσία.

Τον Απρίλιο του 1918 η Τουρκία κατέλαβε επίσης το Βατούμι, το οποίο της είχε παραχωρηθεί με τη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ. Οι τοπικές στρατιωτικές ομάδες αντιστάθηκαν στην τουρκική προέλαση. Ο Xαράλαμπος Παπαδόπουλος, ο Χάμπος, με μεγάλη δύναμη ανδρών επιτέθηκε στο χωριό Τσίκεντρε, που βρισκόταν κοντά στο Βατούμι, στο οποίο ήταν έτοιμοι να πάρουν την εξουσία μουσουλμάνοι Αμπχάζιοι με τη βοήθεια των Τούρκων. Οι οπλισμένοι Έλληνες του χωριού σε συνεργασία με την ομάδα του Χάμπου διαλύουν και τρέπουν σε φυγή τους Αμπχάζιους. Επίσης, ο ελληνικός Λόχος του 1ου Συντάγματος της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου έδωσε μάχες με τον τουρκικό στρατό στην περιφέρεια της Σαμτρέτ, όπου και διακρίθηκε.[13]

Μπροστά στην ανάγκη να αντιμετωπιστεί η τουρκική απειλή και της παράλληλης αδυναμίας της ρωσικής κυβέρνησης να παράσχει οποιαδήποτε βοήθεια, η συνέλευση της Υπερκαυκασίας κήρυξε την ανεξαρτησία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Υπερκαυκασίας.[14] O Tσχενκέλι, πρωθυπουργός της Υπερκαυκασίας, αποφάσισε την παράδοση του Καρς στους Τούρκους. Επειδή όμως οι Τούρκοι απειλούσαν με παραπέρα προέλαση, η Γεωργία αποφάσισε να κηρύξει την ανεξαρτησία της και να προσκαλέσει τους Γερμανούς, εμποδίζοντας με αυτό τον τρόπο την τουρκική προέλαση. Με την άφιξη του γερμανικού στρατού η γεωργιανή κυβέρνηση διέταξε τη διάλυση όλων των μη γεωργιανών στρατευμάτων, εκτός αυτών που είχαν οι Γερμανοί της Ρωσίας. Ως αποτέλεσμα της διαταγής αυτής διαλύθηκε το Μάιο του 1918 και η Ελληνική Μεραρχία του Καυκάσου, η οποία, παρόλο που αναγνωριζόταν ως ελληνικός εθνικός στρατός, εντούτοις θεωρούνταν ότι ανήκε στο ρωσικό στρατό, εφόσον η μισθοδοσία και η επιμελητεία καλύπτονταν από τη ρωσική Κυβέρνηση.[15] Ο Δ. Ψαθάς γράφει για την Ελληνική Μεραρχία του Καυκάσου: "Δυστυχώς δεν μπόρεσαν να ανταποκριθούν εντελώς στο σκοπό για τον οποίον συγκροτήθηκαν. Τα γεγονότα ερχόντουσαν απανωτά, επικρατούσε μεγάλη αστάθεια, άλλαζαν συνεχώς οι γενικότερες συνθήκες και έτσι ό,τι σήμερα φαινόταν μπορετό, την άλλη μέρα σκόνταφτε πάνω σε αξεπέραστα εμπόδια".

H προσφυγοποίηση δεκάδων χιλιάδων Ποντίων ενεργοποίησε τις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας, οι οποίες με θαυμαστό αίσθημα αλληλεγγύης ανέλαβαν το βάρος της συνδρομής και της περίθαλψης των προσφύγων.[16] Το Κεντρικό Συμβούλιο διενήργησε εράνους υπέρ των προσφύγων, στους οποίους ανταποκρίθηκαν με προθυμία οι Έλληνες της Ρωσίας. Οι Έλληνες του Βατούμι μαθαίνοντας ότι οι Έλληνες του Ριζαίου και των Σουρμένων στον Πόντο κινδύνευαν να σφαγούν από τους Τούρκους, οι οποίοι ζητούσαν λύτρα, συγκέντρωσαν το ποσό των 200.000 χρυσών ρουβλίων και ναύλωσαν πλοία για την παραλαβή των προσφύγων. Μόνο η κοινότητα του Βατούμι περιέθαλψε 35.000 πρόσφυγες. Ο πρόσφυγας Σ. Κανταρτζής γράφει: "Εδώ (στο Βατούμι) μας υποδέχτηκαν με πατριωτικά αισθήματα οι εκπρόσωποι της ελληνικής κοινότητας και φρόντισαν να μας εξυπηρετήσουν. Έθεσαν στη διάθεσή μας, κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό, το ελληνικό σχολείο...."[17]

H ελληνική κοινότητα στο Σοχούμι περιέθαλψε 15.000 πρόσφυγες. Υπεύθυνος της οργάνωσης της περίθαλψης ήταν η Εθνική Επιτροπή των Ελλήνων της πόλης.Το ίδιο έγινε και με τις άλλες κοινότητες στις πόλεις Τουαψέ, Νοβοροσίσκ, Κουμπάν, Κερτς, Αικατερινοντάρ, Μαϊκόπ, Βλαδικαυκάς κ.λπ. Η κοινότητα του Κερτς στην Κριμαία κατέβαλε υπεράνθρωπη προσπάθεια να ανακουφίσει τις χιλιάδες των προσφύγων που είχαν καταφύγει εκεί. Δημιούργησε ειδικό μηχανισμό με τμήμα επισιτισμού και νοσοκομειακή υπηρεσία. Ακόμα και οι μικρές και φτωχές κοινότητες προσέφεραν πάνω από τις δυνάμεις τους στον αγώνα για την περίθαλψη των προσφύγων. Ως εκπρόσωπος του Κεντρικού Συμβουλίου ο Λεωνίδας Ιασωνίδης διέτρεχε επί τρίμηνο τις ελληνικές κοινότητες, προκειμένου να διοργανώσει επιτροπές για τους πρόσφυγες.[18]

Το προσφυγικό πρόβλημα έκανε πιο έντονο το αίσθημα της κατοχής του μικρασιατικού Πόντου. Τον Ιούλιο του 1918 συγκλήθηκε στο Μπακού συνέδριο εκπροσώπων του ελληνισμού από τη νότια Ρωσία, Υπερκαυκασία και Πόντο. Διακήρυξε την ανεξαρτησία του Πόντου και εξέλεξε επταμελές συμβούλιο, κάτω από τη διοίκηση του οποίου μπήκαν όλα τα ποντιακά σωματεία.[19]

Μετά την ήττα των Γερμανών και των Τούρκων

Στις 17 Οκτωβρίου 1918 (30 με το νέο ημερολόγιο) η Τουρκία με τη συνθήκη του Μούδρου κατέθεσε τα όπλα. Ακολούθησε η συνθηκολόγηση της Αυστροουγγαρίας και τέλος της Γερμανίας. Η ήττα των κεντρικών δυνάμεων αναζωπύρωσε τις ελπίδες του ποντιακού ελληνισμού για επίλυση του ελληνικού ζητήματος στη Μαύρη Θάλασσα. Οι αντάρτες έκαναν την εμφάνισή τους στις πόλεις, ενώ άρχισαν να επιστρέφουν οι επιζώντες των εκτοπίσεων στα ενδότερα και οι δεκάδες χιλιάδες των προσφύγων στη Ρωσία. [20] Παράλληλα, άρχισε και ο απολογισμός του τεράστιου κόστους σε ανθρώπινες ζωές και σε υλικές καταστροφές. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο συνέταξε την "Μαύρην Βίβλον", στην οποία απαριθμούνταν τα εγκλήματα που διαπράχτηκαν κατά των Ελλήνων σ' όλο το μικρασιατικό χώρο. O Ρενέ Πό (Rene Paux) δίνει τον αριθμό των 257.019 θυμάτων στο μικρασιατικό Πόντο.[21]

Οι Έλληνες της Ρωσίας γιόρτασαν την ήττα των κεντρικών δυνάμεων. Ειδικά στις περιοχές που δεν είχε επικρατήσει το μπολσεβικικό κίνημα, οι πανηγυρισμοί πήραν μεγάλη έκταση. Η νίκη της Ελλάδας θεωρήθηκε ότι έδινε τη δυνατότητα στο ελληνικό έθνος να πραγματοποιήσει προαιώνιους πόθους. Χαρακτηριστικός ήταν ο τρόπος με τον οποίο οι Έλληνες του Σοχούμι γιόρτασαν την ήττα των Τούρκων. Η ελληνική κοινότητα και οι τοπικές αρχές οργάνωσαν μια μεγαλόπρεπη και εντυπωσιακή πανηγυρική εκδήλωση στο κέντρο της πόλης: "Μέσα σε περιβάλλον, πλημμυρισμένο από την κυανόλευκο και κυριαρχημένο από ατμόσφαιρα εθνικής έξαρσης, εκφωνήθηκαν ενθουσιαστικοί λόγοι για την Ελλάδα, το ελληνικό έθνος και το ελληνικό πνεύμα, όπως και για τους αγώνες που διεξήγαγε, από τα χρόνια ακόμα της αρχαιότητας, ο ελληνικός λαός για τον πολιτισμό και τους ελεύθερους θεσμούς της ανθρωπότητας εναντίον της βαρβαρότητας και της τυραννίας. Στους λόγους γινόταν ιδιαίτερη αναφορά στους απελευθερωτικούς βαλκανικούς πολέμους και στη συμμετοχή της Ελλάδας στον τελευταίο νικηφόρο πόλεμο των Συμμάχων, που έπαθλό της θα έχει την απελευθέρωση του υπόδουλου μαρτυρικού ελληνισμού της Θράκης, της Μικρασίας και του Πόντου. Γι' αυτό και κάθε τόσο αναφερόταν το όνομα του εθνάρχη Ελευθερίου Βενιζέλου, που ηλέκτριζε την πανήγυρη και έδινε αφορμή σε τρελά χειροκροτήματα και ζητωκραυγές. Μαθητές και μαθήτριες απάγγειλαν πατριωτικά ποιήματα, ενώ μικροί και μεγάλοι τραγούδησαν με την ψυχή τους το 'Μαύρ' η νύχτα στα βουνά', 'Του Κίτσου η μάνα' κ.ά. με τον Εθνικό Ύμνο πάντα πρόχειρο, σε στιγμές που κόρωνε η ατμόσφαιρα από τα παραληρήματα του ενθουσιασμού, και χόρεψαν εθνικούς χορούς, ποντιακούς και τοπικούς του Καυκάσου χορούς."[22]

Οι δύο αλληλένδετοι στόχοι, η δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους στον Πόντο και η απόκτηση δικαιωμάτων αυτονομίας στα εδάφη της πρώην Ρωσικής Αυτοκρατορίας, όπου κατοικούσε συμπαγής ελλη­νισμός, κινητοποίησαν για μια ακόμα φορά τους Έλληνες της περιοχής. Στις ελληνικές περιοχές της Γεωργίας οργανώθηκαν ένοπλα τμήματα άμυνας. Αυτό συνέβη στα χωριά του Σοχούμι, της Τσάλκας κ.λπ. Δημιουργήθηκε το Ελληνικό Στρατιωτικό Σώμα. Το Κεντρικό Συμ­βούλιο του Συνδέσμου των εν Ρωσία Ελλήνων έστειλε με τριμελή επιτροπή υπόμνημα στην ελληνική κυβέρνηση. Στο υπόμνημα εκτίθενται τα αιτήματα του ελληνισμού της Ρωσίας, τα οποία αναφέρονται στην εξασφάλιση της ελευθερίας τους και στον αυτοκαθορισμό τους. Ζητήθηκε να αναλάβει η ελληνική κυβέρνηση την προώθηση αυτών των αιτημάτων στη Συνδιά­σκεψη Ειρήνης.

Παράλληλα άρχισε επίσημος διάλογος μεταξύ Ελλάδας και Αρμενίας για την αμοιβαία υποστήριξη των αιτημάτων στα συνέδρια της ειρήνης. Οι Αρμένιοι δήλωσαν υποστήριξη στις ελληνικές διεκδικήσεις "επί της Κωνσταντινουπόλεως, Σμύρνης και βιλαετίου Τραπεζούντος"[23]. Πολύ σύντομα όμως παρατηρήθηκε αλλαγή της στάσης τους και οι Αρμένιοι διεκδίκησαν έξοδο του αρμενικού κράτους στον Εύξεινο Πόντο[24]. Η διεκδίκηση της περιοχής Τραπεζούντας από τους Αρμενίους καθίσταται πλέον πρόδηλος και η κίνηση των Ελλήνων του Πόντου για ανεξαρτησία θεωρήθηκε απ' αυτούς ότι συνιστούσε "διάθεσιν επιθετική κατά των Αρμενίων"[25].

Εν τω μεταξύ οι Έλληνες που κατοικούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισαν να κινητοποιούνται από τις πρώτες μέρες της στρα­τιωτικής ήττας των Τούρκων. Δημιούργησαν πλήθος πατριωτικών οργα­νώσεων και ενόπλων ομάδων. Οργανώθηκαν ομάδες βοήθειας προς τους πρόσφυγες. Στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας η εξέγερση του ελληνικού πληθυσμού πήρε μεγάλες διαστάσεις. Οι συγκρούσεις μεταξύ μουσουλ­μάνων και χριστιανών δημιούργησαν σε λίγες εβδομάδες εκατοντάδες θυμάτων. Έξω από τις μεγάλες πόλεις οι οθωμανικές αρχές δεν είχαν καμία εξουσία. Η ύπαιθρος και οι δρόμοι της ενδοχώρας ανήκαν στις αντάρτικες ομάδες.[26] Οι Έλληνες αντάρτες του Πόντου χρησιμοποιούσαν τις ελληνικές κοινότητες του Καυκάσου ως μετόπισθεν. Από εκεί προμηθεύονταν όπλα και εκεί, πολλές φορές, σχεδίαζαν τις επιχειρήσεις τους.[27]

Τον Ιανουάριο του 1919 συνήλθε στην Τιφλίδα η Γ' Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων. Τα ζητήματα που απασχόλησαν τη συνέλευση ήταν το προσφυγικό των Ελλήνων του Καυκάσου, η εθνικοποίηση των σχολείων της Τσάλκας και η αποστολή επιτροπής στην ελληνική κυβέρνηση. Παράλληλα δημιουργήθηκε το Εθνικό Συμβούλιο των Ελλήνων της Αρμε­νίας.[28] Τον ίδιο μήνα οι ελληνικές οργανώσεις της μαυροθαλασσίτικης παραλίας και της νότιας Ρωσίας συγκάλεσαν Γενική Συνέλευση, από την οποία εκλέχθηκε το Εθνικό Συμβούλιο του Πόντου.[29] Το Εθνικό Συμβούλιο αποφάσισε την έκδοση της εφημερίδας Ελεύθερος Πόντος στο τυπογραφείο της εφημερίδας Αργοναύτης.[30] Σε αντίθεση με τους στόχους του Ποντιακού Κινήματος ο Ελευθέριος Βενιζέλος δήλωσε στις 4 Φεβρουαρίου 1919 στον Αμερικανό πρόεδρο Ουίλσον ότι, παρόλο που οι Έλληνες Πόντιοι επιθυμούσαν ανεξαρτησία αυτός αντιτάχθηκε απόλυτα. Επίσης σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Sunday Times, δήλωσε ότι δέχεται να συμπεριληφθεί ο Πόντος στο αρμενικό κράτος.[31] H επίσημη θέση της Ελλάδας στην αρχή του 1919 ήταν η υποστήριξη της ανεξαρτησίας της Αρμενίας, συμπεριλαμβανομένης της περιοχής Τραπεζούντας[32]. Οι δηλώσεις αυτές "έγιναν πρόξενοι αλγεινών εντυπώσεων εις Ποντίους". Σφοδρή υπήρξε η αντίδραση των ποντιακών οργανώσεων στην τοποθέτηση αυτή.[33]

Ως αποτέλεσμα των αντιδράσεων αυτών άλλαξε και πάλι η πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης. Επελέγη η πολιτική της ενεργούς ανάμειξης στα πράγματα του Πόντου και του Καυκάσου και στάλθηκαν εκεί ο συνταγματάρχης Δ. Καθενιώτης και ο Ι. Σταυριδάκης στην περιοχή.[34]

Οι δημοκρατίες του Καυκάσου

Την ίδια περίοδο το πολιτικό πλαίσιο στον ευρύτερο χώρο της Υπερκαυκασίας καθορίστηκε από την απόφαση επανασύστασης των τριών ανεξάρτητων δημοκρατιών: της Γεωργίας, της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν. Η απόφαση αυτή ήταν αποτέλεσμα της κυριαρχίας των μενσεβίκων και του αγγλικού ενδιαφέροντος για την περιοχή αυτή. Οι Βρετανοί είχαν αποβιβαστεί στο Βατούμι στις αρχές του 1919, φοβούμενοι ότι η επερχόμενη κατάληψη του Καρς από τους Τούρκους θα απειλούσε τις πετρελαιοπηγές του Μπακού.[35]

Tο άμεσο πρόβλημα που δημιούργησε στους Έλληνες της περιοχής, και κυρίως στους πρόσφυγες, η κατάληψη του Αικατερινοντάρ από τους μπολσεβίκους ήταν ότι το πρώτο τμήμα της ελληνικής αποστολής του υπουργείου Περιθάλψεως αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη νότια Ρωσία. Την τελευταία στιγμή πρόφτασε να στείλει από το Νοβοροσίσκ στην Ελλάδα περίπου 9.000 Έλληνες πρόσφυγες, που προέρχονταν κυρίως από το Καρς.[36] Οι περιοχές που κατέλαβαν οι μπολσεβίκοι εγκαταλείφθηκαν από τους Έλληνες εθνικιστές διανοούμενους. Μαζί τους έφυγαν και διανοητές σαν τον Γεώργιο Γκουρτζίεφ, που πίστευαν ότι σε συνθήκες κομμουνιστικής κυριαρχίας το έργο τους θα γινόταν δυσκολότερο.[37]

Η πολιτική κατάσταση στην Υπερκαυκασία ήταν πολύ τεταμένη και μετά την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων. Μέχρι να εδραιωθούν οι Δημοκρατίες της Αρμενίας και της Γεωργίας, οι Έλληνες συγκρούονταν με τους Κούρδους και τους υπόλοιπους μουσουλμάνους των περιοχών. Η καταπίεση ήταν μεγάλη και οι λεηλασίες σε βάρος των Ελλήνων αναρίθμητες. Οπλισμένες ομάδες από τη νεολαία των Ελλήνων με επικεφαλής εμπειροπόλεμους Έλληνες αξιωματικούς δημιουργήθηκαν σε όλα τα χωριά του Κυβερνείου του Καρς. Ανέλαβαν την υπεράσπιση της ζωής των Ελλήνων τόσο εναντίον των επιδρομών των μουσουλμάνων, όσο και κατά μεμονωμένων ομάδων του αρμενικού στρατού. Σκληρές μάχες διεξήχθησαν στα χωριά της Γκιόλια. Δεκατρείς μήνες συνολικά κράτησαν οι συγκρούσεις στο ελληνικό χωριό Ντορτ Κλησιά, το οποίο είχε καλή αμυντική θέση σε ένα λόφο. Οι ένοπλοι του χωριού πήραν την απόφαση να πολεμήσουν μέχρι τέλους και να μην παραδώσουν το χωριό στους Τούρκους.[38] Κατ' αρχάς βοήθησε τους Έλληνες ένας λόχος Γεωργιανών που πέρασε κρυφά τα σύνορα. Στην επόμενη όμως επίθεση των Κούρδων σε βοήθεια έσπευσε ο Έλληνας αξιωματικός Χρ. Αδαμίδης, με στρατιωτικό σώμα 300 ανδρών.[39] Μετά την νίκη των Ελλήνων, οι επιτιθέμενοι Κούρδοι κατέφυγαν στην Τουρκία. Στις 16 Μαΐου, επιτροπή των Ελλήνων της περιοχής ζήτησε την επέμβαση της γεωργιανής κυβέρνησης, καθώς και της αγγλικής αποστολής που έδρευε στο Βατούμι.[40]

Στη νότια Ρωσία και στην Υπερκαυκασία εμφανίστηκε έντονο το προσφυγικό πρόβλημα των Ελλήνων. Το ελληνικό υπουργείο Περιθάλψεως, βασισμένο στις εκθέσεις της επιτροπής που είχε αποστείλει, διέθεσε αρχικά πέντε εκατομμύρια δραχμές, καθώς και άλλα ποσά σε χρήμα και σε είδη αποκλειστικά για τους πρόσφυγες που κινδύνευαν. Aπεστάλη επίσης μια τριμελής επιτροπή αποτελούμενη από τον Νίκο Καζαντζάκη, τον αντισυνταγματάρχη δικαστικού Ηρ. Πολεμαρχάκη και τον Ι. Ζερβό, για να μελετήσει το προσφυγικό πρόβλημα και το ποντιακό ζήτημα. H Eπιτροπή Περιθάλψεως ήταν αποδέκτης υπομνημάτων των Ελλήνων του Καυκάσου και της Ρωσίας, με τα οποία ζητούσαν την παλιννόστησή τους στο μικρασιατικό Πόντο. Στα υπομνήματα αναπτυσσόταν η άποψη ότι με την επανεγκατάστασή τους εκεί "δύναται να στερεωθεί η εθνική ανεξαρτησία του Πόντου." Διαφωνούσαν με τη μετανάστευση στην Ελλάδα γιατί έτσι εξασθενούσε το εθνικό ζήτημα του Πόντου και δημιουργούσε ασυγκράτητο ρεύμα μετοικεσίας στην Ελλάδα, όλων των Ποντίων που βρίσκονταν στη Ρωσία.[41]

Ο Ν. Καζαντζάκης τηλεγράφησε στον Ε. Βενιζέλο τα συμπεράσματά του και ανέφερε ότι οι 500.000 Έλληνες της Ρωσίας, είτε πρόσφυγες είτε εγκατεστημένοι από παλαιότερα έτη, διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: σ' αυτούς που θέλουν να εγκατασταθούν στον Πόντο και σ' αυτούς που θέλουν να εγκατασταθούν στην ελεύθερη Ελλάδα. Εκτιμούσε ότι η παλιννόστηση στον Πόντο ήταν απολύτως αδύνατη επί του παρόντος, ελλείψει ασφαλείας. Θεωρούσε ότι η μοναδική προϋπόθεση της παλιννόστησης ήταν η ελληνική ή συμμαχική κατοχή του Πόντου.[42] O Kαζαντζάκης μετέφερε στον Βενιζέλο τις επανειλημμένες αιτήσεις των επιτροπών των Ελλήνων της Υπερκαυκασίας.[43] Την ομάδα αυτή, η οποία επιθυμούσε να μεταναστεύσει στην Ελλάδα, ο Ν. Καζαντζάκης την υπολόγιζε σε 100.000 άτομα. Πρότεινε την άμεση μεταφορά τους στην αν. Μακεδονία, απ' όπου θα έφευγαν οι Μικρασιάτες και Ανατολικοθρακιώτες πρόσφυγες πηγαίνοντας στις απελευθερωμένες πια πατρίδες τους.[44] Για την περίθαλψη των προσφύγων ιδρύθηκαν ειδικές υπηρεσίες στη νότια Ρωσία και στην Υπερκαυκασία. Η Περίθαλψη έκανε μεγάλο αγώνα να εξεύρει τα απαραίτητα για τη διατροφή περισσότερων από εβδομήντα χιλιάδων προσφύγων. Ο Μ. Αιλιανός υποστηρίζει ότι η βοήθεια αυτή ήταν σημαντική και ότι "... άνευ αυτής θα απέθνησκον της πείνης ασφαλώς."[45]

Η πολιτική των ελληνικών επιτροπών προς τους πρόσφυγες ήταν να αναστρέψουν τις μεταναστευτικές τάσεις προς την Ελλάδα, ώστε να μην αποδυναμωθεί ο χώρος από το ανθρώπινο δυναμικό στην περίπτωση κατά την οποία επιδιωκόταν η επίλυση του ποντιακού ζητήματος. Οι επιτροπές κατάφεραν να εμψυχώσουν τους ελληνικούς πληθυσμούς, να συγκρατήσουν την ολοκληρωτική τους κάθοδο στην Ελλάδα και να τους πείσουν να περιμένουν εκεί μέχρι να ρυθμιστούν τα πράγματα έτσι, ώστε να γίνει κατορθωτή η επανεγκατάστασή τους στον Πόντο. Έτσι προώθησαν την οργάνωση εκατό χιλιάδων ατόμων, των ελληνικών γεωργικών πληθυσμών του Καρς και της Τσάλκας.[46]

Την ίδια εποχή άρχισε η άνδρωση του επιθετικού τουρκικού εθνικιστικού κινήματος υπό την καθοδήγηση του Μουσταφά Πασά, που αργότερα θα ονομασθεί "Ατατούρκ¨, δηλαδή "πατέρας των Τούρκων". Ο Κεμάλ ήταν ο εκφραστής της οθωμανικής γραφειοκρατίας και των στρατοκρατών, οι οποίοι διαφωνούσαν με την επίλυση του εθνικού προβλήματος με βάση τα δικαιώματα των εθνοτήτων. Τα χαρακτηριστικά του κεμαλικού κιν­ήματος ήταν η τυραννία και η εκμετάλλευση. Ο φιλοναζισμός και άλλες αντίστοιχες ιδεολογίες υπήρξαν η νομοτέλεια του κεμαλισμού.[47]

Παράλληλα όμως με τις τουρκικές κινήσεις, κινητικότητα παρατηρήθηκε στους κόλπους του ποντιακού κινήματος. Στις 23 Ιουνίου 1919 έλαβε χώρα, στο κατεχόμενο από τους Βρετανούς Βατούμι, η πρώτη συγκέντρωση του Διαρκούς Γενικού Συμβουλίου των Ποντίων Ελλήνων, το οποίο εξέλεξε το Εθνικό Συμβούλιο του Πόντου. Έντυπο όργανο του Συμβουλίου ήταν η εφημερίδα Ελεύθερος Πόντος, η οποία εκδόθηκε στο τυπογραφείο της εφημερίδας Αργοναύτης. Ένα χρόνο αργότερα το Συμβούλιο μετονομάσθηκε σε Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων Ποντίων, με στόχο να καταστεί κυβέρνηση εξορίας. Η Εθνοσυνέλευση του Πόντου, η "Ανατολική Βουλή του Ελληνισμού" όπως αποκαλούταν, αποφάσισε ότι "το συμφέρον της πατρίδος απαιτεί την οριστικήν αναγνώρισιν της ελευθερίας του Πόντου και την δημιουργία Ελληνικού ανεξαρτήτου κράτους".[48] Η δημιουργία της Δημοκρατίας του Πόντου θεωρήθηκε ότι θα έλυνε σε μεγάλο βαθμό και το εθνικό ζήτημα των εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων της Ρωσίας, ώστε "να απελευθερωθούν οι 350.000 Έλληνες που βρίσκονταν εκεί και να επανέλθουν στις εστίες τους οι 500.000 των φυγάδων Ποντίων, οι οποίοι βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση και πέθαιναν στη νότια Ρωσία και στον Καύκασο, καταδιωκόμενοι από τους μπολσεβίκους" και αδυνατούσαν να επανέλθουν στον Πόντο από το φόβο των Τούρκων.[49]

Η οργάνωση των Ελλήνων συνεχίστηκε και σε όλο τον Καύκασο. Στο χώρο της Αρμενικής Δημοκρατίας ο ελληνικός πληθυσμός δημιούργησε το Εθνικό Συμβούλιο Ελλήνων της Αρμενίας και άρχισε να αγωνίζεται με κάθε τρόπο για την αυτονομία του και την υπεράσπιση των συμφερόντων του. Η κατάσταση που επικρατούσε στη νεαρή αυτή δημοκρατία, σε αντίθεση με τη γεωργιανή, ήταν σχεδόν χαώδης. Οι επιδρομές των Τούρκων και το πλήθος των προσφύγων δημιουργούσαν αξεπέραστες δυσκολίες. Ο ελληνικός πληθυσμός, για να αντιμετωπίσει όλα αυτά τα προβλήματα, συσπειρώθηκε γύρω από το Εθνικό Συμβού­λιο και τις κατά τόπους Εθνικές Ενώσεις. Όπως προκύπτει από τα αρχεία του Εθνικού Συμβουλίου Ελλήνων της Αρμενίας, από παντού έφταναν διαμαρτυρίες των ελληνικών κοινοτήτων για τη στάση της αρμενικής κυβέρνησης. Οι Έλληνες κατήγγειλαν ότι διαπράττονταν βαρβαρότητες εναντίον τους.[50] Το κύριο ζήτημα γι' αυτούς ήταν η αντιμετώπιση της βίαιης επιστράτευσης που επεδίωκαν οι αρμενικές αρχές. Το μέτρο της βίαιης επιστράτευσης αφορούσε μόνο στην ελληνική νεολαία και όχι στη ρωσική ή στη μουσουλμανική. Η συμπεριφορά των αρμενικών αρχών επέτεινε τις τάσεις μετανάστευσης των Ελλήνων από την περιοχή.[51]

Ένας επιπλέον λόγος, για τον οποίο οι Έλληνες αντιτάχθηκαν στην επιστράτευσή τους, ήταν η τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκονταν τα ελληνικά χωριά. Οι οπλισμένες ομάδες αυτοάμυνας μόλις επαρκούσαν για την προστασία των χωρικών. Ακόμα και η απομάκρυνση σε άλλο χωριό για προσφορά βοήθειας θεωρούταν ότι έβαζε σε κίνδυνο το χωριό των βοηθούντων. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός που συνέβη στο ελληνικό χωριό Κιζίλ Κιλισέ (δηλαδή Κόκκινη Εκκλησιά), όπως παρουσιάζεται στο 1ο Συνέδριο των Ελλήνων της Αρμενικής Δημοκρατίας: "Οι Αρμένιοι ήθελαν να επιστρατεύσουν τον ελληνικόν πληθυσμόν. Περιεκύκλωσαν το χωρίον και ήρχισαν εκφοβιστικήν βολήν, αλλ' οι Έλληνες, δίχως να φοβηθούν πρόβαλαν αντίδραση με τα όπλα και έτσι οι Αρμένιοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν."[52]

Στις 14 Ιουλίου συγκλήθηκε στο Καρς το 1ο Συνέδριο των Ελλήνων της Αρμενικής Δημοκρατίας. Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι ο ελληνικός πληθυσμός από πενταμήνου συνεχίζει κυριολεκτικά αμυντικό πόλεμο εναντίον καλοοργανωμένων ομάδων Κούρδων, οι οποίοι συστηματικά επιτίθονταν κατά των ελληνικών χωριών. Επίσης διαπιστώνει ότι οι Αρμένιοι δε βελτίωσαν καθόλου τη θέση των Ελλήνων. Τουναντίον μάλιστα, ο αρμενικός στρατός άρχισε να εφοδιάζεται και να τροφοδοτείται σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού και η τροφοδοσία αυτή επαύξανε ακόμα περισσότερο τη δυστυχία του πληθυσμού. Το πώς συμπεριφέρονταν προς το Εθνικόν Συμβούλιον των Ελλήνων αποδεικνυόταν από τα λόγια του Κυβερνήτου Καρς: "Σεις δεν πρέπει να ασχολείσθε με τοιούτου είδους (εθνικάς) υποθέσεις, ο ρόλος σας είναι μορφωτικο-παιδαγωγικός και η ασχολία σας είναι τα φιλανθρωπικά έργα".[53] Το Συνέδριο αποφάσισε να απαιτήσει από την αρμενική κυβέρνηση δικαιώματα αυτοδιοίκησης του ελληνικού πληθυσμού της Αρμενίας με διεύρυνση των δικαιωμάτων και λειτουργιών του Εθνικού Συμβουλίου. Οι Έλληνες της Αρμενίας θα υποστήριζαν την αρμενική κυβέρνηση στο μέτρο που και η κυβέρνηση θα υπεράσπιζε τα συμφέροντα και τη ζωή της ελληνικής δημοκρατίας (σ.τ.σ. εννοεί τις ελληνικές περιοχές στο εσωτερικό της Αρμενίας) και εφόσον δεν θα παραβιάζονταν τα δημοκρατικά τους δικαιώματα.[54] Επειδή τα ελληνικά χωριά της Γκιόλια, του Χοροσάν και της Όλτης βρίσκονταν σε κατάσταση πολέμου με τους Κούρδους της περιοχής, το συνέδριο αποφάσισε να μην αποδεχτεί την επιστράτευση των Ελλήνων, που προωθούσε η αρμενική κυβέρνηση. Πρότεινε τη στρατιωτική οργάνωση των Ελλήνων σε τοπικό επίπεδο με τη συνδρομή της κυβέρνησης. Το Συνέδριο αποφάσισε την υπαγωγή της Εκκλησίας των Ελλήνων της Αρμενίας στη Μητρόπολη Τραπεζούντας. Μεταξύ των προτάσεων για τους τρόπους υλοποίησης των αποφάσεων ακούστηκε και η πρόταση χρήσης "τρομοκρατίας." Στην μπολσεβικική εξέγερση[55], που ξέσπασε λίγο αργότερα -για να κατασταλεί αμέσως- στο Καρς και στην Αλεξανδρούπολη (αργότερα ονομάσθηκε Λενινακάν και σήμερα λέγεται Γκιουμρί), συμμετείχαν πολλοί Έλληνες, μεταξύ των οποίων και μέλη του Εθνικού Συμβουλίου.[56] Οι συλληφθέντες Έλληνες που συμμετείχαν στην εξέγερση γλίτωσαν το θάνατο με την επέμβαση του υπευθύνου της ελληνικής στρατιωτικής οργάνωσης.[57]

Είναι πολύ πιθανόν η ένταξη Ελλήνων σε μπολσεβικικές οργανώσεις να οφειλόταν και στο φόβο των εθνικιστικών τάσεων των κυρίαρχων εθνών της Υπερκαυκασίας και στην πίστη τους ότι τα δικαιώματα των μειονοτήτων μπορούσαν να κατοχυρωθούν μόνο με την εγκαθίδρυση ενός συστήματος στο οποίο τα εθνικά χαρακτηριστικά δε θα έπαιζαν κυρίαρχο ρόλο. Η μεγάλη ελπίδα της αρμενικής κυβέρνησης προερχόταν από την ηθική υποστήριξη των συμμάχων και την πίστη ότι θα υπήρχε αμερικανική ή συμμαχική "εντολή" για την Αρμενία.

Η επικράτηση των μπολσεβίκων στο ρωσικό Νότο, βαθμιαία επέτεινε τις πιέσεις τους προς το χώρο του Καυκάσου. Η Δημοκρατία της Αρμενίας βρέθηκε στο στόχαστρο. Οι σοβιετικοί αντιμετώπιζαν το σοσιαλιστικό κόμμα Ντασνάκ των Αρμενίων ως "αντεπαναστατικό κόμμα... πράκτορες της Αντάντ που μαζί με τον Ντενίκιν πολεμούσε τη σοβιετική δημοκρατία." Θεωρούσαν ότι η αστική τάξη της Αρμενίας αποτελούσε μαζί με την Ελλάδα, το όπλο της Αντάντ και ιδιαίτερα της Αγγλίας στην Τουρκία και στον Καύκασο.[58] Η αποχώρηση και των τελευταίων συμμαχικών στρατευμάτων έσβησαν και τα τελευταία όνειρα για υποστήριξη από τους "συμμάχους." Η σοβιετοτουρκική συμμαχία καθόρισε τις πολιτικές εξελίξεις στην περιοχή του Καυκάσου. Με αφορμή κάποιες συνοριακές διαφορές με την Αρμενία, ο εθνικιστικός στρατός των Τούρκων άρχισε τις εχθροπραξίες. Έχοντας καλύτερα εξοπλισμένες μονάδες γρήγορα κατέλαβε το Καρς και την Αλεξανδρούπολη, δημιουργώντας κύμα προσφύγων Ελλήνων, Ρώσων και Αρμενίων.[59] Στην Αρμενία επικρατούσε η εντύπωση ότι υπήρχε κοινό σχέδιο Τούρκων και μπολσεβίκων.[60]

Η φυγή των Ελλήνων και η πολιτική των μπολσεβίκων

Oι Έλληνες του Καυκάσου εγκατέλειψαν τις εστίες τους, ως αποτέλεσμα των διαρκών συγκρούσεων με τους Τούρκους και του φόβου των σφαγών. Καταρχάς, τα 13 ελληνικά χωριά της Γκιόλια και τα 8 του Αρνταχάν, μετά από συνεννόηση ξεκίνησαν μια νύχτα με τα ζώα τους και τα αμάξια, πέρασαν τον Κύρο ποταμό, πέρασαν χιονισμένα βουνά και μετά από 20 μέρες έφτασαν στο Βατούμι κι από κει με πλοία στο Καραμπουρνού της Θεσσαλονίκης.[61] Το Εθνικό Συμβούλιο των Ελλήνων της Αρμενίας μερίμνησε για την εκκένωση των ελληνικών περιοχών του Καρς και την προώθηση του πληθυσμού προς την Τιφλίδα. Δύο ελληνικά χωριά, που δεν ακολούθησαν τη φάλαγγα των Ελλήνων που αποχωρούσαν, καταστράφηκαν από τους Τούρκους, ενώ οι λίγοι που επέζησαν κατέφυγαν στο Βατούμι. Στην επιχείρηση εκκένωσης των περιοχών αυτών από τον ελληνικό πληθυσμό συμμετείχαν και οι αποστολές περίθαλψης της ελληνικής κυβέρνησης.[62] Στο Βατούμι κατέφυγαν όλοι οι φυγάδες της τελευταίας εξόδου από το Καρς, με σκοπό να αναχωρήσουν για την Ελλάδα.[63] Mέχρι το τέλος της άνοιξης κανείς Έλληνας δεν παρέμεινε στην περιοχή του Καρς.[64] Ένα τραγούδι της περιοχής Γκιόλιας που μιλούσε για τη μετανάστευση έλεγε:

Λυριτζή παίξον τη λύρα σ' οι νέοι ας χορεύνε

τα ντέρτια για τ' ανθρώπς είναι, έρτανε και διαβαίνε.

Αδά σα κρύα τ' άχαρα, προκοπήν εγώ 'κι είδα

ας πάμε σην Ελλάδα 'μουν την όμορφην πατρίδα.

Θα πάμε σην Ελλάδα μουν να ζούμ', άλλο καλλίον

ούλια 'μουν κι αν εχάσαμε έχομε την υγείαν.

Θα πάμε σην Πατρίδα μουν να 'χωμεν ελευθερίαν.[65]

Οι πρόσφυγες συσσωρεύτηκαν στα δύο λιμάνια, στο Βατούμι και στο Νοβοροσίσκ, περιμένοντας την αναχώρηση για την Ελλάδα. Πολλοί έπεσαν θύματα των οργανωμένων κυκλωμάτων των Γεωργιανών.[66]

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, περίπου 9.000 Έλληνες έφυγαν από το Νοβοροσίσκ για την Ελλάδα πριν από την επικράτηση των μπολσεβίκων.[67] Σημαντικός λιμένας συγκέντρωσης προσφύγων από το Καρς ήταν το Βατούμι.Συγκέντρωση προσφύγων παρατηρήθηκε και στην πόλη του Σοχούμι. Οι πρόσφυγες αυτοί ανήκαν είτε στην ομάδα των προσφύγων απ’ το μικρασιατικό Πόντο είτε σε ομάδες ντόπιων Ελλήνων που αποφάσισαν να αναχωρήσουν εξαιτίας των πολιτικών γεγονότων και της ανασφάλειας που επικρατούσε.[68]

Oι συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων ήταν τραγικές: "Οι κακουχίες, οι ασθένειες, η ανέχεια, η ψείρα, μαστίζουν τα πλήθη. Η μέριμνα της επιτροπής περίθαλψης είναι υποτυπώδης. Τα πλήθη αυτά φυτοζωούν μέσα στην αναδουλειά, στην αταξία, μέσα στις τρώγλες του χειρίστου είδους, κάτω από τρομερά ανθυγιεινές συνθήκες, εδώ στην φημισμένη ευρωπαϊκή πόλη (σ.τ.σ. το Βατούμι) με το μεγάλο μαρασμό στην οικονομική ζωή της. Μαστίζονται από την πείνα, τις διάφορες ασθένειες. Υποφέρουν, πεθαίνουν και μάλιστα κάτω από τα βλέμματα των ασυγκίνητων αντιπροσωπειών των χωρών της Ευρώπης. Και κοντά σ' όλες αυτές τις ελλείψεις, τις αθλιότητες, τα κακά, ξεσπούν τα πρώτα κρούσματα της επιδημίας του τύφου, που γρήγορα σαρώνει τα ταλαιπωρημένα, τ' αδύναμα αυτά πλήθη... Η θραύση που έκανε ο τύφος ήταν πρωτοφανής. Τρομερός ο αριθμός των αθώων θυμάτων".[69]

Μέχρι την πλήρη σοβιετοποίηση της Υπερκαυκασίας (Φεβρουάριος του 1921) είχαν αναχωρήσει από το Βατούμι περίπου 52.878 Έλληνες. Την επιμέλεια των αποστολών από Βατούμι προς Θεσσαλονίκη είχε η Επιτροπή Περιθάλψεως της ελληνικής κυβέρνησης Οι αποστολές των προσφύγων άρχισαν το Μάιο του 1919. Απ’ αυτούς, τα τρία τέταρτα προέρχονταν από την Αρμενία (κυρίως την περιοχή του Καρς) και οι υπόλοιποι από την περιφέρεια του Σοχούμι. Οι πρόσφυγες μετέφεραν μαζί τους και 7.737 βοοειδή, καθώς και άλλα μικρά ζώα. Τα ατμόπλοια με τα οποία αναχώρησαν οι πρόσφυγες παραθέτονται στη συνέχεια. Σε παρένθεση ο αριθμός των προσφύγων και κατόπιν ο αριθμός των ζώων που πήραν μαζί τους: "Πάρθιαν" (2.250/500), "Κωνσταντίνος" (5.000/453), "Ελευθερία" (2.250/800), "Θ. Σιδερίδου" (550/1186), "Χίος" (850/1346), "Θέμις" (1.440/806), "Δάφνη" (2.500/1.346), "Κίος" (4.500/750), "Παναγιώτης" (2.000/550) κ.λπ.[70] Η αναχώρηση και αυτών των προσφύγων δεν έγινε αυτόματα. Εξαιτίας της έλλειψης πλοίων, οι πρόσφυγες περίμεναν μέχρι και ένα χρόνο διαμένοντας σε σκηνές. Υπολογίζεται ότι το ένα τρίτο των Καυκασίων προσφύγων πέθανε περιμένοντας τα πλοία που θα τους μετέφεραν στην Ελλάδα.[71]

Με την αποχώρηση από τη σοβιετική πλέον, πρώην Ρωσική Αυτοκρατορία, των ελληνικών επιτροπών περιθάλψεως, τα πράγματα περιπλέχτηκαν για τους Έλληνες πρόσφυγες. Οι εχθρικές σχέσεις της ελληνικής κυβέρνησης και της κυβέρνησης των μπολσεβίκων είχαν ως άμεσα θύματα τους προσφυγικούς πληθυσμούς, οι οποίοι εγκλωβίστηκαν στα ρωσικά λιμάνια περιμένοντας τα ελληνικά πλοία. Ενδεικτικό του μεγέθους και των προβλημάτων των προσφύγων ήταν το πρόβλημα των ορφανών ελληνοπαίδων. Τα ορφανά ελληνόπουλα που είχαν συγκεντρωθεί μόνο στο Νοβοροσίσκ ανέρχονταν τουλάχιστον σε 3.700.[72] Απ' ό,τι φαίνεται, είχαν δημιουργηθεί δύο κατηγορίες ελληνοπαίδων στην πόλη. Απ' τη μια "τα φτωχά και μισόγυμνα, ξυπόλυτα και πεινασμένα προσφυγόπουλα" και από την άλλη "τα ευτυχή εκείνα πλάσματα, που ευτύχησαν να έχουν πατέρα αστό".[73]

Το μεταναστευτικό-προσφυγικό πρόβλημα στη νότια Ρωσία, που βρισκόταν στη ζώνη των μπολσεβίκων, εκφράστηκε με την προσπάθεια αναχώρησης για την Ελλάδα, τόσο των προσφύγων από τον Πόντο και τον Καύκασο όσο και των από πολλά έτη εγκατεστημένων εκεί Ελλήνων. Η πρώτη ομάδα παρουσίαζε μεγαλύτερη δυνατότητα κίνησης, επειδή δε διέθετε καμιά ιδιοκτησία και η υλική της βάση ήταν εξαιρετικά χαμηλή. Η δεύτερη όμως ομάδα είχε οικονομικά συμφέροντα στο χώρο της Ρωσίας. Ήταν εγκατεστημένη στις καπνοπαραγωγικές κυρίως περιοχές και η μετανάστευσή της συνεπαγόταν κυριολεκτικό ξεπούλημα των περιουσιακών στοιχείων και ιώβειο υπομονή μέχρι να γίνει δυνατή η αναχώρηση. Oι μεταναστευτικές τάσεις στον ντόπιο ελληνικό πληθυσμό καλλιεργήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τους διανοούμενους που ήταν πολιτικά αντίθετοι στη νέα εξουσία.[74]

Από τον Αύγουστο όμως του 1921 η αναχώρηση έγινε "σχεδόν αδύνατος" από το Βατούμι. Η άδεια αναχώρησης δινόταν από την ΤΣΕΚΑ της Τιφλίδας, δηλαδή τη μυστική αστυνομία.[75] Όσοι είχαν έρθει από το Σοχούμι και δεν κατάφεραν να φύγουν για την Ελλάδα επέστρεψαν πάλι στο Σοχούμι, αντιμετωπίζοντας μεγάλα προβλήματα, εφόσον είχαν πουλήσει τα σπίτια τους.[76] Η πίεση ωστόσο για μετανάστευση στην Ελλάδα γινόταν διαρκώς εντονότερη. Οι πρόσφυγες που περίμεναν στις σοβιετικές περιοχές πίεζαν με κάθε τρόπο για την αναχώρησή τους, απειλούμενοι από την πείνα και τις ασθένειες. Ακόμα και από περιοχές που δεν αντιμετώπιζαν προβλήματα λιμού ή πολέμου εκδηλωνόταν διάθεση για μετανάστευση στην Ελλάδα. Η ελληνική κοινότητα του Κισλοβόσκ στο βόρειο Καύκασο, πιεσμένη από τα οικονομικά προβλήματα που προκαλούσε το σταμάτημα του εμπορίου, ζήτησε τη μετανάστευση όλης της κοινότητας στην Ελλάδα.[77]

Το προσφυγικό ζήτημα

Στις 28 Μαρτίου 1921 ο σοβιετικός απεσταλμένος στην Εσθονία απηύθυνε διακοίνωση στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, ζητώντας τον επαναπατρισμό αρκετών χιλιάδων Ελλήνων που παρέμεναν στη νότια Ρωσία. Ήδη ο Λιτβίνοφ, μέσω του Έλληνα πρέσβη στη Ρίγα, είχε προτείνει δύο φορές το Φεβρουάριο του 1921 στην ελληνική κυβέρνηση να επιτρέψει την είσοδο των προσφύγων στην Ελλάδα. Εκείνη όμως τη στιγμή η ελληνική κυβέρνηση απάντησε αρνητικά. Ο Λιτβίνοφ αναφέρει συγκεκριμένα στη διακοίνωσή του: "...στη Νότια Ρωσία και ιδιαίτερα στον Καύκασο υπάρχει μεγάλος αριθμός Ελλήνων που επιθυμούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Από πλευράς της η κυβέρνηση των Σοβιετικών Δημοκρατιών δεν επιθυμεί να εμποδίσει τον επαναπατρισμό τους, όπως είχε ήδη την ευκαιρία να πληροφορήσει την ελληνική κυβέρνηση... Με την εξουσιοδότηση της κυβερνήσεώς μου και μετά από παράκληση ομάδων Ελλήνων, οι οποίοι ζουν στη Ρωσία, έχω την τιμή να σας ζητήσω να μου ανακοινώσετε εάν η Κυβέρνηση είναι έτοιμη να δεχθεί τους υπηκόους της από τη Ρωσία και εάν, στην περίπτωση αυτήν, σκοπεύει να τους εξασφαλίσει τα μέσα για την μετακίνησή τους”. Μετά από ανταλλαγή διακοινώσεων μεταξύ των δύο κυβερνήσεων, ο επαναπατρισμός 15.000 περίπου Ελλήνων άρχισε στο τέλος του 1921 από το Νοβοροσίσκ.[78]

Οι πρόσφυγες αντιμετώπιζαν μεγάλα προβλήματα επιβίωσης: "Εγέ­μισαν όλοι οι πρόσφυγες σ’ ένα κτίριο που οι πόρτες και τα τσάμια του σπασμένα. Και ο βοριάς φυσά και τα βαπόρια δεν φαίνονται".[79] Οι ελληνικές κοινότητες και τα Ελληνικά Τμήματα του Κομμουνιστικού Κόμματος κινητοποιήθηκαν για να βοηθήσουν τους πρόσφυγες, οργανώνοντας ειδικές επιτροπές και εράνους. Σε "Έκκληση προς τον ελληνικό λαό" (της νότιας Ρωσίας), που υπογράφει Η Επί Των Βοηθειών Επιτροπή αναφέρεται: "Τώρα που όλη η προσοχή της Σοβ. Ρωσίας είναι εστραμμένη προς τον Βόλγα με την καταπολέμηση της μεγάλης εκ της πείνας συμφοράς και ημείς ας υποστηρίξωμε την Μάνα των φτωχών και ταλαιπωρούμενων ξελαφρώνοντες αυτήν στο άγιο έργο της με την βοήθειά μας στους πάσχοντες πρόσφυγας, απ' τους οποίους τελευταία αρκετοί και προ πάντων χήρες, ορφανά και γέροντες έφθασαν σε κρίσιμο οικονομική μέχρι πείνας κατάσταση. Εκ καθήκοντος ανθρωπισμού και αλληλεγγύης ας έλθωμε βοηθοί, είτε με χρήμα, ή με τρόφιμα στους αναξιοπαθούντας αδελφούς μας που από τόσα χρόνια αποσπασμένοι από τα σπίτια τους εδοκίμασαν ως πρόσφυγες κατά την περίοδο της πλανοδίου ζωής τους όλες τες πίκρες της δυστυχίας".[80]

Βοήθεια προς τους πεινασμένους πρόσφυγες, oι οποίοι διέμεναν στην ανατολική αποβάθρα, έδινε και ο ιταλικός Ερυθρός Σταυρός.[81] Σε συνελεύσεις των προσφύγων εκλέγονταν επιτροπές για να αντιμετωπίσουν τα τρέχοντα προβλήματα.[82] Η έλλειψη τροφίμων αντιμετωπιζόταν με την οργάνωση συσσιτίων.[83] Όμως η απογοήτευση του ελληνικού προσφυγικού πληθυσμού ήταν μεγάλη. Σε συνέλευση των Ελλήνων του Νοβοροσίσκ, στις 13 Φεβρουαρίου 1921, συζητήθηκε το "ζήτημα της μεταναστεύσεως". Σε έκθεση που κατέθεσε ο εκπρόσωπος των προσφύγων Χατζόπουλος, ο οποίος είχε μεταβεί στη Μόσχα για το θέμα αυτό, αναφέρεται η αποτυχία των ενεργειών. Οι περισσότεροι από τους ομιλητές στη συνέλευση ανέφεραν ότι: "Η αιτία απεδείχθη... πως δεν ήταν άλλη από τις κυβερνήσεις της Ελλάδος που αδιαφορούν και δεν θέλουν να έρθουν σε σχέσεις με την Σοβιετική Ρωσία".[84]

Στη συνεδρίαση αυτή αποφασίστηκε να διαχωριστεί το ζήτημα των προσφύγων που πήγαν στη Ρωσία απ' το 1917. Ζητήθηκε από το Ελληνικό Κομμουνιστικό Τμήμα να πάρει ενεργό μέρος στο προσφυγικό ζήτημα όσον αφορά στην μετανάστευση.[85] Η ένταση του προσφυγικού ανάγκαζε τις εφημερίδες να ενημερώνουν διαρκώς τους αναγνώστες τους.[86] Ο Σπάρτακος απευθυνόταν προς τους πρόσφυγες και τους καλούσε να μην εγκαταλείπουν τις εργασίες, με την κάθε φήμη περί μετανάστευσης, με αποτέλεσμα να μένουν στη συνέχεια "πεινασμένοι και γυμνοί". Τους διαβεβαίωνε ότι η σοβιετική κυβέρνηση χειρίζεται αυτό το θέμα στην κατεύθυνση της θετικής του επίλυσης.[87]

Τα ελληνικά τμήματα του Κομμουνιστικού Κόμματος άρχισαν να κάνουν πολιτική παρέμβαση και να επιχειρούν να προσηλυτίσουν πρόσφυγες. Ξεκίνησε προπαγάνδα για να αναστραφούν οι μεταναστευτικές τάσεις στον πληθυσμό. Αυτό έγινε παντού όπου υπήρχαν Κομμουνιστικά Ελληνικά Τμήματα. Στο Σοχούμι πραγματοποιήθηκε μεγάλη εκστρατεία για να σταματήσει το ρεύμα της μετανάστευσης προς την Ελλάδα "... που υποκινούσανε διάφορα αντεπαναστατικά στοιχεία".[88] Για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης στάλθηκε στην Τιφλίδα ο γραμματέας του Ελληνικού Τμήματος του Βατούμι, Ν. Αναστασιάδης.[89] Η προσπάθεια αποτροπής των μεταναστευτικών τάσεων εκφράστηκε και έντυπα με τη συγγραφή άρθρων στην ποντιακή διάλεκτο, ώστε να είναι πλήρως κατανοητά από τον προσφυγικό πληθυσμό. Χρησιμοποιώντας ως επιχειρήματα την ελλαδική αδράνεια και την ανέχεια των προσφύγων, τους πρότειναν εργασία ως αντάλλαγμα της οργάνωσής τους σε σοβιετικές οργανώσεις.[90] Στο κεντρικό άρθρο της εφημερίδας Σπάρτακος με τίτλο "Να πάμε, για ντο πρέπ' να φτάμε", δηλαδή "Να πάμε (στην Ελλάδα) ή τι πρέπει να κάνουμε", έγινε επίθεση εναντίον όσων ήταν υπέρ της μετανάστευσης στην Ελλάδα. Κατηγορήθηκαν ως "σπιόν" και "σπεκουλιάντ", δηλαδή "κατάσκοποι" και "κερδοσκόποι". Το άρθρο ήταν γραμμένο για το Α' Ελληνικό Συνέδριο[91] που επρόκειτο να συνέλθει λίγες μέρες μετά στην πόλη Κρασνοντάρ. Διαβάζουμε: "Αμα σο μάτια μουν εμπροστά ελέπομεν άλλο είδος πράματα. Οι Έλληνες οι πρόσφυγοι ασόν Αντικαύκασον και ασήν Τουρκίαν που έσνε συνηθισμέν να δουλέβνε, ερούξαν απές σην προπαγάνδα π' εφτάγνε ανάμεσατουν οι σπιον, εκείν' που έσαν σπεκουλιάντ και εκείν' που ομοιάζνε ατίντς. Και εξ αιτίας ατό η θέση των προσφύγων εν πολλά δύσκολον... Ατήν εξέρνε καλά ντο ατώρα ο πρόσφυγας εβρίεται σε δύσκολον καιρόν, ότι δουλείαν κι' αν εφτάει".[92]

Κατηγορούσε διάφορους "μεσάζοντες", όπως τους αποκαλεί, που "μάζευαν λεφτά" από τους πρόσφυγες και πήγαιναν στη Μόσχα για να προωθήσουν το ζήτημα της μετανάστευσης στην Ελλάδα. Επίσης κατηγορούσε τους "πρώην ευεργέτας" των προσφύγων, δηλαδή τους πολιτικούς αντιπάλους των κομμουνιστών και τους καλούσε να "στείλτιατς σο διάβολον". Χαρακτήριζε όσους υποστήριζαν τη μετανάστευση στην Ελλάδα "οργανωμένη σπείρα ομογενών (που) καταπίνει και την τελευταίαν σταλαγματιά του αίματος των ταλαιπώρων τούτων προσφύγων". Όριζε δε ως "... έργο και καθήκον της ελληνικής κομμουνιστικής σέξιας" το να "... συντρίψη τας κεφαλάς των κακοποιών αυτών στοιχείων και να γλυτώσει τους δυστυχείς από τα σαρκοφάγα αυτά όρνεα... να πατάξη αμειλίκτως τα διεφθαρμένα, ιδιοτελή και έκφυλα αυτά όντα, τα οποία προκαλούν την δυστυχίαν και την αποσύνθεσιν του κόσμου".[93] Έγραφε επίσης για τις διπλωματικές λεπτομέρειες του ζητήματος της μετανάστευσης, κατηγορώντας την ελληνική κυβέρνηση ότι δεν ενδιαφέρεται για το πρόβλημα των Ελλήνων προσφύγων.[94] Στην κατεύθυνση αυτή επιστρατεύτηκε και η ποίηση. Ο Δάμων Εριστέας σε ποίημά του με τίτλο "Το τραγούδι των προσφύγων. Ασό ζόρνατ κανείς τραγωδεί" (δηλαδή: απ' το ζόρι του κανείς τραγουδά) έγραφε ανάμεσα σ΄ άλλα:

... Συνεδρίασες εποίναν κάθαν ώραν και στιγμήν

Όντες είχαν τρανόν σπίνξην για τεμάς δίναν και ψύν

εμάς χόρταζαν με λόγια με τ' Ελλάς και με τ' Αθήνας

και μεις σύρναμε τας πείνας...

Για τεμάς ολ κοπιάζνε για τεμάς ολ πολεμούν

πέχνε έργατα να χτίζνε και δουλείας να τερούν

για τεμάς εφτάν ταξίδια αλλ' σην Μόσχαν κι' αλλ' σ' Αθήνας

και μείς σύρομε τας πείνας...

Για τεμάς με τα πορτφέλια γίνταν ολ ομογενείς

τον ταμίαν εποίκεν κι' ο Δημήτρης τ' Εβγένης

για τεμάς πάντα νουνίζνε σίτια τρών οι χορτασμέν

και μεις κείμες πεινασμέν.[95]

Η πολιτική αυτή της αποθάρρυνσης των μεταναστευτικών τάσεων δεν είχε μεγάλη επίδραση στους πρόσφυγες. Η σφοδρή επιθυμία αναχώρησης διατυπώνεται με τα εξής λόγια: "Ας πάμε σην Ελλάδαν και ας αποθάνουμ' εκές" και " Η Ελλάδα εν η Πατρίδα 'μουν κι έναν πατρίδαν όσον εφτωχόν και όσον μικρόν κι αν εν, εν εφτά κάτια ασά ξένας Πατρίδας".[96]

Στις 10 Μαΐου 1921 πραγματοποιήθηκε το 1ο Συνέδριο Ελλήνων Εργατών του Κουμπάν και της Μαύρης Θάλασσας. Μέσω του σοβιετικού υπουργείου Εξωτερικών οι σύνεδροι απηύθυναν έκκληση προς την ελληνική κυβέρνηση. Της ζητούσαν να πάρει μέτρα για την αναχώρηση των Ελλήνων υπηκόων για την Ελλάδα. Στην έκκληση του συνεδρίου διαπιστώνεται ότι παρόλο που η Ελλάδα δεν ανταποκρινόταν στο προσφυγικό δράμα τελικά θα κατανοούσε την ανάγκη της μετανάστευσης...[97] Ο πρόεδρος του "1ου εργατοχωρικού συνεδρίου των Ελλήνων του Κουμπάν και της Τσερνομόριας" υπέβαλε αναφορά προς το σοβιετικό υπουργείο Εξωτερικών (Νarkomidel) για τη μετανάστευση, για να λάβει ως απάντηση την πληροφορία ότι η Ελλάδα δεν ανταποκρίθηκε στις σοβιετικές προσπάθειες επίλυσης του ζητήματος, που έκανε ο αντιπρόσωπος της RSFSR[98] στην Εσθονία Λιτβίνοφ. Ανάλογες προσπάθειες έγιναν και εκ μέρους του καθηγητή Νάνσεν περί παροχής βοηθείας προς τα θύματα του πολέμου, αλλά και αυτές έμειναν χωρίς αποτέλεσμα. Αντίθετα η ελληνική κυβέρνηση ειδοποίησε τον καθηγητή Νάνσεν ότι "αρνείται να δεχθή τους έλληνας της Νοβοροσίσκης επειδή δεν ξέρει πού θα τους εγκαταστήση".[99] Η έκθεση-έκκληση του Ελληνικού Συνεδρίου του Κουμπάν και της Μαύρης Θάλασσας έφθασε στην ελληνική κυβέρνηση μέσω Βερολίνου, όπου την επέδωσε ο σοβιετικός πρέσβης στον Έλληνα. Παράλληλα, η σοβιετική πλευρά δήλωσε ότι ήταν πρόθυμη να επιτρέψει τη μετανάστευση των Ελλήνων από τη Ρωσία. Ζήτησε όμως να συνάψουν ειδική συμφωνία για το ζήτημα του επαναπατρισμού.[100]

Toν Ιούλιο του 1921 αποφασίστηκε από τους πρόσφυγες η αποστολή "ιδιαιτέρας επιτροπής εις Ελλάδα για το ζήτημα της μεταναστεύσεως των ελλήνων της Ρωσίας". Το σοβιετικό υπουργείο Εξωτερικών αντέδρασε σ' αυτή την κίνηση.[101] Τον ίδιο μήνα έφτασε στην ελληνική κοινότητα του Βατούμι έγγραφο από την Αρμοστεία της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη. Στο έγγραφο αναφέρεται ότι εξαιτίας των αναγκών, στις οποίες είχε βρεθεί η Ελλάδα για την απελευθέρωση των αλύτρωτων δεν θα μπορούσε να έλθει πλέον βοηθός ούτε για τη μεταφορά, ούτε για τη συντήρηση των προσφύγων που κατέφυγαν στη Ρωσία.[102]

Η ελληνική κυβέρνηση δήλωσε τον Αύγουστο του 1921 ότι δεν μπορούσε να δεχτεί επαναπατριζόμενους, γιατί στην Ελλάδα υπήρχε πρόβλημα στέγης. Εν τω μεταξύ ο ελληνικός πληθυσμός με τη διάδοση της φήμης ότι αρχίζει η αναχώρηση για την Ελλάδα εκποιούσε την περιουσία του και συγκεντρωνόταν στα λιμάνια περιμένοντας τα πλοία.[103] Η εφημερίδα Σπάρτακος κατήγγειλε τη δράση διαφόρων που μετέφεραν τη φήμη για τη μετανάστευση.[104] Στις 11 Σεπτεμβρίου 1921, ο σοβιετικός πρέσβης στο Βερολίνο έλαβε τηλεγράφημα από την κυβέρνησή του, με το οποίο του ζητούσε να πληροφορήσει τον Έλληνα πρέσβη στο Βερολίνο ότι 15.000 Έλληνες υπήκοοι είχαν συγκεντρωθεί στο Νοβοροσίσκ, μεταξύ τους βρίσκονταν ανάπηροι γέροντες, παιδιά και γυναίκες, οι οποίοι είχαν πάρει την άδεια να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα. Οι Έλληνες δεν μπορούσαν να αναχωρήσουν γιατί δεν υπήρχαν πλοία στο Νοβοροσίσκ, τα οποία θα κατευθύνονταν στην Ελλάδα. Του ζήτησαν να επισημάνει στον Έλληνα πρέσβη την ανάγκη να σταλούν επειγόντως πλοία στο Νοβοροσίσκ.[105] Παρόμοιο τηλεγράφημα έλαβε ο σοβιετικός πρέσβης στο Βερολίνο και στις 28 Οκτωβρίου 1921. Ο Ε. Παυλίδης υποστηρίζει ότι ο επαναπατρισμός των Ελλήνων από τη Ρωσία δεν πραγματοποιήθηκε εξαιτίας της "αναβλητικότητας των ελληνικών αρχών".[106]

Ο προβληματισμός των ελληνικών αρχών σχετιζόταν με τους τρόπους συνολικής αντιμετώπισης του προσφυγικού προβλήματος. Η μελέτη περιελάμβανε εξέταση των περιοχών στις οποίες θα έπρεπε να γίνει η εγκατάσταση των προσφύγων, των υγιειονομικών μέτρων τα οποία επιβάλονταν να ληφθούν για μια αθρόα εισβολή χιλιάδων ανθρώπων που ζούσαν σε άθλιες συνθήκες υγιεινής, οι οποίες θα χειροτέρευαν κατά τη διάρκεια του μακρού ταξιδιού, των απαιτούμενων υπηρεσιών που θα έπρεπε να δημιουργηθούν στους τόπους αναχώρησης και άφιξης των προσφύγων και των απαραίτητων υπηρεσιών εποικισμού, που θα βοηθούσαν τη γρήγορη εγκατάσταση και τη διανομή γης και εργαλείων.[107] Υπολογίστηκε επίσης και το κόστος μεταφοράς 200.000 ατόμων, καθώς και το κόστος της εγκατάστασης 40.000 οικογενειών. Η δαπάνη αυτή, κολοσσιαία για τα δεδομένα της εποχής, εκτιμήθηκε σε 420.000.000 δραχμές. Τονίστηκε ότι παρόλη την οικονομική κρίση θεωρούσε ότι έπρεπε να παρέμβει για τη σωτηρία των ελληνικών πληθυσμών, αλλά και να χρησιμοποιήσει τους αγροτικούς πληθυσμούς για τόνωση της αγροτικής παραγωγής της Ελλάδας.[108]

Η πρώτη εγκατάσταση στην Ελλάδα

Η μεταφορά τελικά ενός μέρους των προσφύγων άρχισε στο τέλος του 1921. Tα λίγα πλοία που έφτασαν δεν επέλυσαν το πρόβλημα. Χιλιάδες πρόσφυγες έμειναν πίσω. Την άνοιξη του 1922 ο λιμός θέριζε τους πρόσφυγες που βρίσκονταν στη νότια Ρωσία: "Χωρίς θόρυβον και διαμαρτυρίες πεθαίνει και σβύνει μέσα σε φρικιαστικές ωδύνες πείνης ο εδώ προσφυγικός κόσμος. Ναι. Δεν είναι συνειθισμένες τυπικές εκφράσεις. Είναι δυστυχώς η απαισία πραγματικότης. Καθημερινώς σε διάφορες καζάρμες από εξανθηματικόν τύφον και την πείνα πεθαίνουν 20-30 πρόσφυγες". Ο συντάκτης του παραπάνω κειμένου κατηγορούσε τους "εδώ ομογενείς που υποκρίνονταν "φανατικόν πατριωτισμόν"..." και διαπίστωνε ότι "Εδώ (σ.τ.σ. Νοβοροσίσκ) στους δρόμους εκτός από ελληνικούς σκελετούς επαιτούντας το έλεος των "πατριωτών" των δεν βλέπεις σχεδόν άλλους..." καλούσε την Επιτροπή των Προσφύγων να ζητήσει απ' όλους τους Έλληνες εμπόρους της πόλης να προσφέρουν τη βοήθειά τους, γιατί περίμενε τους πρόσφυγες σίγουρος θάνατος από την πείνα.[109]

Μερικά πλοία κατέφθασαν και την άνοιξη του '22. Σε κάθε πλοίο στριμώχνονταν 4-5.000 πρόσφυγες, οι οποίοι πλήρωναν κανονικό εισιτήριο. Κατά τη μεταφορά με τα πλοία, λόγω των άθλιων συνθηκών, πέθαιναν πολλοί. Μόνο από το πλοίο "Άγιος Κωνσταντίνος", που ξεκίνησε στις 21 Μαίου 1922 από το Βατούμι φορτωμένο με 5.000 άτομα, πέθαναν κατά τη διαδρομή 150-200.[110] Σε κείμενα εκείνης της περιόδου συναντούμε τις εξής περιγραφές: "Κατά την πορεία πεθαίνουν 30-40 άτομα και ρίπτονται στη θάλασσα, εξ αιτίας ακατάλληλων πλοίων. Γιατί αυτά δεν έχουν περιφράγματα να υπερβαίνουν το κατάστρωμα. Έτσι εισέρχεται ανεμπόδιστα η θάλασσα και περιλούζει τους επιβάτες που είναι στριμωγμένοι σαν σαρδέλες στο κατάστρωμα. Η θάλασσα απειλεί να εισέλθει και μέσα στα αμπάρια... Απ' την άλλη, υπάρχει η απαράδεκτη πλεονεξία των ναυλωτών. Αυτοί θέλοντας να κερδίσουν περισσότερα, τοποθετούν 4-6 άτομα σε κάθε τετραγωνικό μέτρο. Από 'κει και πέρα όχι μόνο από τα διάφορα είδη ασθενειών που αναπτύσσονται κατά τον πλου, αλλά και σε καιρό τρικυμίας οι δύστυχοι επιβάτες λιποθυμούν και κάποιοι πεθαίνουν και από ασφυξία και από καχεξία. Αλλά και αποβιβαζόμενοι στο Καραμπουρνού για απολύμανση, εισέρχονται στο λουτρό και εξέρχονται άλλοι μισόγυμνοι και άλλοι ανυπόδητοι ανεβαίνουν οδό 400 μέτρων περίπου, μέσα στον αέρα. Άλλοι μεταφέρονται στην πλάτη άλλων γιατί δεν μπορούν να βαδίσουν. Μετά από ένα τέταρτο της ώρας φτάνουν στο παράπηγμα που τους υπέδειξαν -γυμνό από κάθε έπιπλο- για να διανυκτερεύσουν, δίχως σκεπάσματα".[111]

Οι Πόντιοι του Καυκάσου έγραψαν θρήνους για την Οδύσσεια αυτή. Ένας θρήνος των Ελλήνων του Καρς έλεγε τα εξής:

Σην Ελλάδαν εχπάσταμε η ώρα έτον δύο

σα μάντρια εφέκαμε και δεμένον τον βίον.

Και ν' ο Πύλορωφ εκούιζεν και γοσέψτεν ντ' αραμπάδας

εσ' κ' έρχουνταν οι Τουρκάντ', να κλέφνε τα νυφάδας.

Σην Ελλάδαν έρθαμε ζεστά έταν τα μήνας

ενέσπαλαμ το βούτυρον και τρώγαμ' τα κινίνας.

Και τσολ κι έρημον Καραμπουρούν και τριγύλ-τριγύλ ταφεία

και ν' ανοίξτε και τερέστιατα, όλια Καρσί παιδία.

Και σαράντα μέρες πρόσφυγοι εκεί είχαν καραντίνα

τα λείψανα ασό παπόρ' ση θάλασσαν εσύρναν.[112]

Ένα τραγούδι που γράφτηκε με αφορμή τους θανάτους πάνω στα πλοία που μετέφεραν τους πρόσφυγες στην Ελλάδα ήταν:

Με τ' ανθρωπίων τ' άψιμον

το παραχότ επέγνεν

ντο σκυλ' υιός, πατέρας έτονε

π' εκάθετον κι' επαίγνε. [113]

Το ηθικό των προσφύγων, παρόλη την ταλαιπωρία "α' σην πείναν, α' σ' αρρωστείας και α' σην κακοπειρίαν"[114] ήταν υψηλό. Οι γεροντότεροι έλεγαν μόλις το πλοίο έδενε σε ελληνικό λιμάνι: "Τώρα ας πεθάνουμε εδώ στην Ελλάδα που γεννήθηκαν οι πρώτοι μας γεννάρχες".[115] Oι ταλαιπωρίες όμως των προσφύγων δε σταματούσαν με την άφιξη στον ελλαδικό χώρο.[116] Η θνησιμότητα στους προσφυγικούς οικισμούς Χαρμάν Κιοΐ, Καλαμαριάς, Αγίου Γεωργίου Σαλαμίνας, Μακρονησιού κ.λπ., εξαιτίας της πείνας, του ψύχους και της ανεπάρκειας ιατρικής περίθαλψης έφτανε το 13% του συνόλου των προσφύγων.[117] Το 1920 η Καλαμαριά ήταν μια συρματόφραχτη περιοχή γεμάτη παράγκες, όπου όλοι ζούσαν σε καραντίνα, τσακισμένοι από τον τύφο και τη δυσεντερία, με ελάχιστη κρατική βοήθεια. Τα περισσότερα παιδιά των προσφύγων πέθαιναν. Όσοι κατέφευγαν στην Αθήνα κατέλυαν σε άθλια παραπήγματα.[118]

Όσοι από τους πρόσφυγες είχαν αγροτική προέλευση εγκαταστάθηκαν στην ύπαιθρο της Μακεδονίας. Ο Κώστας Γαβριηλίδης από το Καρς, ο οποίος ανήκει στους πρόσφυγες εκείνης της περιόδου, γράφει: "Γεμάτη από στερήσεις η ζωή. Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη καμιά. Δουλειά δεν υπήρχε πουθενά. Ζώα και γεωργικά εργαλεία για να επιδοθούμε στην καλλιέργεια δεν είχαμε... Περάσαμε μια ζωή δραματική. Ο κόσμος λιποθυμούσε από την πείνα. Τα παιδιά μας είχαν μείνει πετσί και κόκκαλο."[119]

Οι πρόσφυγες του Καυκάσου που εγκαταστάθηκαν στην κεντρική και δυτική Μακεδονία ανέρχονταν σε 14.500 οικογένειες, δηλαδή 54.000 άτομα. Οι σοβιετικοί δίνουν τον αριθμό των 78.000 προσφύγων.[120] Στην ανατολική Μακεδονία εγκαταστάθηκαν 1.878 οικογένειες Καυκασίων, οι οποίες αριθμούν 7.490 άτομα. Στη Θράκη εγκαταστάθηκαν 3.161 οικογένειες, δηλαδή 9.675 άτομα. Συνολικά στη βόρειο Ελλάδα εγκαταστάθηκαν έως τον Οκτώβριο του 1921 19.532 οικογένειες, οι οποίες αριθμούσαν 71.165 άτομα. Το ποσό που διατέθηκε για την αποκατάσταση αυτού του πληθυσμού ανήλθε σε 57,5 εκατομμύρια δραχμές, ενώ απαιτούνταν άλλα 35 εκατομμύρια.[121]

Μεγάλο μέρος των προσφύγων δεν μπόρεσε να αναχωρήσει για την Ελλάδα και αναγκάστηκε να ερευνήσει τις δυνατότητες μόνιμης διαμονής στη Σοβιετική Ένωση. Έτσι δημιουργήθηκαν νέα ελληνικά χωριά στη νότια Ρωσία και τον Καύκασο. Το νεότερο απ' αυτά ιδρύθηκε το 1922, μετά από απαλλοτρίωση της γης ενός φεουδάρχη και ονομάστηκε Σπάρτα (εμπνευσμένο από τη Σπάρτη) στο βόρειο Καύκασο, στην περιφέρεια της Σταυρούπολης.[122] Η δημιουργία του ελληνικού οικισμού συνάντησε μεγάλη αντίδραση από τους ντόπιους πληθυσμούς που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, έτυχε να είναι Αμπχάζιοι μουσουλμάνοι.[123]

Η πολιτική των μπολσεβίκων

Η σοβιετοτουρκική προσέγγιση καθόρισε και τους τρόπους αντιμετώπισης των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων της περιοχής του Καυκάσου. Οι Πόντιοι αντάρτες αντιμετωπίστηκαν από τους μπολσεβίκους ως ληστές που καίγαν και σκοτώναν με μεγάλη σκληρότητα. Την προσπάθεια των Ελλήνων του Πόντου για αυτοδιάθεση οι μπολσεβίκοι τη θεωρούσαν "εξέγερση, η οποία προετοιμάσθηκε σύμφωνα με τα σχέδια των διαφωτιστών και πρακτόρων της Κωνσταντινούπολης και της Αθήνας με το φανατικό σύνθημα της δημιουργίας Ποντιακού Ελληνικού Κράτους..."[124] Για να δικαιολογήσουν τα εγκλήματα των Τούρκων κατά των Ποντίων, οι σοβιετικοί εφηύραν μια θεωρία, σύμφωνα με την οποία στο στρατό των "Ελλήνων κατακτητών" είχαν στρατολογηθεί από τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας Ρώσοι λευκοφρουροί. Αυτοί είχαν σταλεί στη Σαμψούντα και σε άλλες περιοχές και "πολεμούσαν για εκείνο το μυθικό Ποντιακό Κράτος".[125]

Στις 28 Φεβρουαρίου 1921 άρχισε στη Μόσχα η σοβιετοτουρκική διάσκεψη. Ο ίδιος ο Β. Ι. Λένιν χαιρετίζοντας τη διάσκεψη κατήγγειλε "τη ληστρική πολιτική των ιμπεριαλιστικών κυβερνήσεων."[126] Στις 16 Μαρτίου υπογράφτηκε το σοβιετοτουρκικό σύμφωνο φιλίας επισημοποιώντας την ήδη ευρισκόμενη σε ισχύ σοβιετοτουρκική στρατιωτική και οικονομική συνεργασία. Η Ρωσία χάρισε τα χρέη της Τουρκίας, ενώ παραχώρησε και τυπικά τις περιοχές Καρς, Αρνταχάν και Αρτβίν. Υποσχέθηκε να βοηθήσει την Τουρκία να διώξει τον ελληνικό στρατό από τα εδάφη της Μικράς Ασίας. Έτσι η Τουρκία εξασφάλιζε τον ανεφοδιασμό από τους σοβιετικούς. Έχοντας φιλικές σχέσεις με την Περσία, την Ιταλία και τη Γαλλία, ετοιμάστηκε για την πετυχημένη τελική σύγκρουση με τον ελληνικό στρατό.[127]

Την ίδια περίοδο (άνοιξη του 1922) στη Ρωσία παρατηρήθηκε νέα αναστάτωση στους ελληνικούς πληθυσμούς και προσπάθεια αναχώρησης για την Ελλάδα. Το νέο αυτό κύμα δημιουργήθηκε σε μεγάλο βαθμό από το μεγάλο πληθωρισμό, την έλλειψη τροφίμων και το λιμό που είχε εξαπλωθεί στις περιοχές της νότιας Ρωσίας. Χιλιάδες Έλληνες πέθαναν από την πείνα. Το νέο κύμα φυγής των Ελλήνων περιγράφηκε ως εξής: "Η δύσκολος θέσις του Κράτους υπό την έποψιν τροφίμων και προ παντός άρτου, η τιμή του οποίου κατά τους τελευταίους μήνας έφθασε μέχρις εκατόν χιλιάδων ρουβλίων κατά φούντι κατεθορύβησεν όλον τον ανά το Κουπάν ελληνικόν πληθυσμόν, όστις αποδειλιών προ της μελλούσης καταστροφής αθρόος εγκαταλείπει τας αγροτικάς αυτού οικίας και συσσωρεύεται εις τας στανίτσας, τους σταθμούς και την Νοβορωσσίσκην προς μετανάστευσιν εις Ελλάδα, την γη της επαγγελίας κατά την γνώμην του, μεταβάλλων αυτός εαυτόν εις προσφυγικόν πληθυσμόν ενώ πράγματι δεν είναι τοιούτος".[128]

Το κύμα αυτό, εκτός από τους πρόσφυγες, παρέσυρε και ντόπιους Έλληνες: "Εν Νοβοροσίσκ και τη επαρχία Κουπάν και έτι περαιτέρω από εξ περίπου ετών διεσκορπίσθησαν προερχόμενοι εκ των χωρίων του Καρς και της Τουρκίας πολλοί Έλληνες πράγματι πρόσφυγες, μη εγκατεστημένοι αλλά προσωρινώς διαμένοντες και επομένως μετέωροι και άνευ ουδεμιάς ιδιοκτησίας, των οποίων η υλική κατάστασις δικαιολογεί την άμεσον μετανάστευσιν έστω και δι' άγνωστον ακόμη ευτυχεστέρα αποκατάστασιν, διά τους από πολλών ετών όμως εγκατεστημένους εις τας καπνοφυτείας και τα χωρία ελληνικούς πληθυσμούς, τους έχοντας και κινητάς και ακινήτους περιουσίας η προσωρινή αύτη δύσκολος θέσις αυτών ουδόλως δικαιολογεί την απερίσκεπτον ορμήν ή μάλλον μανίαν της αμέσου αναχωρήσεως και την ιωβικήν υπομονήν των επικειμένων δεινών της τοιαύτης μεταναστεύσεως".[129]

Επίλογος

Η Μικρασιατική Καταστροφή και η ολοκλήρωση της γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών από τον τουρκικό εθνικισμό, αποστέρησε από τους Έλληνες της Μαύρης Θάλασσας το ζωτικό τους χώρο. Η μετακίνησή τους προς το βαλκανικό Νότο, όπου βρισκόταν ο μοναδικός ελεύθερος ελληνικός χώρος, έγινε μοναδική διέξοδος. Η πλειονότητα των Ελλήνων του Καυκάσου μετακινήθηκε προς την Ελλάδα. Σημαντικός αριθμός τους όμως παρέμεινε στη Σοβιετική Ένωση, ακολουθώντας όλες τις φάσεις του μεγάλου πολιτικού πειράματος και βιώνοντας τις θετικές και αρνητικές της πλευρές. Βίωσαν τα θετικά αποτελέσματα της λενινιστικής Νέας Οικονομικής Πολιτικής και υπέστησαν την τρομοκρατική πρακτική του σταλινισμού. Ένα μέρος των Ελλήνων του Καυκάσου -όσοι εκτοπίστηκαν βίαια στην Κεντρική Ασία κατά τις δεκαετίες '30 και '40- καταφθάνουν μέχρι σήμερα πρόσφυγες-ικέτες στην Ελλάδα, σημειώνοντας με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο ότι οι συνέπειες των τραγικών γεγονότων της πρώτης εικοσιπενταετίας του 20ου αιώνα δεν έχουν ακόμα εξαλειφθεί.



[1] Χρήστος Σαμουηλίδης, ό.π., σελ.74.

[2] Χριστόφορος Τσέρτικ, ό.π., σελ.92.

[3] Ευάγγελος Μ. Ηλιάδης, Νέος Καύκασος Ιστορική αναδρομή, Αθήνα, 1989, σελ.60-61, Χρήστος Σαμουηλίδης, ό.π., σελ.74.

[4] Ευάγγελος Ηλιάδης, ό.π., σελ.61-63.

[5] Ισ. Λαυρεντίδης, "Μετοικεσία Καυκασίων 1895-1907", Αρχείον Πόντου, τόμ. 31ος, σελ.425.

[6] Στυλιανός Β. Μαυρογένης, ό.π., σελ.206, Γεώργιος Γρ. Γρηγοριάδης, Ο Πόντος και το Καρς, Αθήνα, 1973, σελ.132.

[7] Χριστόφορος Τσέρτικ, ό.π., σελ.80, 96-100.

[8] Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, ό.π., σελ. 29.

[9] Μιχ. Χρ. Αιλιανός, ό.π., σελ.84. Ο Ηλιάδης υποστηρίζει ότι οι πρόσφυγες διατήρησαν την αισιοδοξία τους και ότι χαρακτηρίζονταν από "ακατανίκητη δύναμη εθνικής συνειδήσεως" και ακατάβλητο εθνικό σθένος" (Ευάγγελος Hλιάδης, ό.π., σελ.60.)

[10] Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, ό.π., Β. Ι. Λένιν, Η επαναστατική φρασεολογία, ό.π.

[11] Αχιλλέας Ανθεμίδης, "Οι διωγμοί των Ελλήνων είχαν εξελιχθεί σε γενοκτονία", εφημ. Ποντιακά Νέα, Θεσ/νίκη, 29-5-89.

[12] Τ.G.A.A., (Κεντρικό Κρατικό Αρχείο Αμπχαζίας-Σοχούμι), 2/1/156/1.

[13] AYE, A/5/VI(4).

[14] Ε. Χ. Καρρ, τόμ. 1ος, σελ.451.

[15] AYE, A/5/VI(4).

[16] Aλέξης Αλεξανδρής, ό.π., σελ.430, Ισαάκ Λαυρεντίδης, ό.π., σελ.24, "Aπό την ζωήν των προσφύγων", περ. Οι Κομνηνοί, Τραπεζούντα, αριθ. 3, 18 Ιουνίου 1916, σελ.38.

[17] Σάββας Ι. Κανταρτζής, Νίκη χωρίς ρομφαία, Κατερίνη, 1976, σελ.533.

[18] Η τρίμηνη περιοδεία του Λ. Ιασωνίδη έγινε κάτω από εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες Οι συγκοινωνίες δεν ήταν τακτικές, τα ταξίδια πλήρη κινδύνων λόγω της αναρχίας που επικρατούσε, συγκρούσεις μεταξύ των μπολσεβίκων και των αντιπάλων τους κ.λπ. (Θεολόγος Παναγιωτίδης, ό.π., σελ.24).

[19] Αλέξης Αλεξανδρής, ό.π., σελ.433.

[20] "Εκκλησις της αρμενικής Βουλής προς τας Βουλάς των Δυνάμεων", εφημ. Ελεύθερος Πόντος, αριθμ. 18, 14 Αυγούστου 1919 σελ.2, "Παλαιαί Μέθοδοι", εφημ. Ελεύθερος Πόντος, αριθ. 27, 14 Σεπτεμβρίου 1919, σελ.1, Δ. Ψαθάς, ό.π.,ς261-293. Α. Αλεξανδρής, ό.π., σελ.155. Γ. Βαλαβάνης, ό.π.,ς 251, Σάββας Ι. Κανταρτζής, ό.π., σελ.220.

[21] Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, εκτός από τα θύματα στο μικρασιατικό Πόντο, υπήρξαν 144.559 θύματα στη δυτική Μικρά Ασία και 88.485 θύματα στην Ανατολική Θράκη. Για τα στοιχεία αυτά, καθώς και για τις λεπτομέρειες των διώξεων και της πολιτικής των Τούρκων μετά την ανακωχή, βλ.: Rene Paux, Deportation et Repatriement Grecs en Turquie, Παρίσι 1919.

[22] Η εκδήλωση έγινε στην πολύ μεγάλη ισόγεια αίθουσα του αριστοκρατικού ξενοδοχείου "Σαν Ρέμο", ελληνικής ιδιοκτησίας που βρισκόταν στον παραλιακό δρόμο. (Σάββας Ι. Κανταρτζής, ό.π., σελ.222-223).

[23] ΑΥΕ, 1919, Α/5/ΧΙΙ Πόντος, αριθ. πρ. 223.

[24] ΑΥΕ, 1919, Α/5/ΧΙΙ Πόντος, αριθ. πρ. 1560.

[25] ΑΥΕ, 1919, Α/5/ΧΙΙ Πόντος, αριθ. πρ. 643.

[26] Paul Dumont, Mustafa Kemal, Βρυξέλλες, εκδ. Edition Complexe, 1983,ς 19-21.

[27] Διαμαντής Λαζαρίδης, "Ο οπλαρχηγός Σάββας Ι. Παπαδόπουλος (Χατζίκας Τάραλης)", Αρχείον Πόντου, τομ. 45, σελ.66-78.

[28] E. Παυλίδης, ό.π., σελ.95.

[29] ΑΥΕ, ΚΥ, ΥΑΚ 1919/Α/4α

[30] Η μεγαλύτερη ελληνική οργάνωση της παραλίας ήταν αυτή του Βατούμι. Ακολουθούσε η οργάνωση του Αικατερινοντάρ (σήμερα Κρασνοντάρ), η οποία ήταν και η παλιότερη. (Χρήστος Σαμουηλίδης , ό.π., σελ.85.)

[31] ΑΥΕ, 1919, Α/5/ΧΙΙ Πόντος, αριθ. πρ. 679, Δημήτριος Πουρναράς, Ελευθέριος Βενιζέλος, Αθήνα, 1959, τόμ. 2, σελ.460.

[32] ΑΥΕ, 1919, Α/5/ΧΙΙ Πόντος, αριθ. πρ. 679.

[33] ΑΥΕ, 1919, Α/5/ΧΙΙ Πόντος, αριθ. πρ. 830.

[34] Οδυσσεύς Λαμψίδης, Οι Έλληνες του Πόντου υπό τους Τούρκους (1461-1922), σελ.44-45.

[35] Στυλιανός Β. Μαυρογένης, ό.π., σελ.207.

[36] Μιχ. Χρ. Αιλιανός, ό.π., σελ.85-90.

[37] Φίλιππος Χαλάς, Γκουρτζίεφ (Γεώργιος Ιωάννου Γεωργιάδης), Αθήνα, εκδ. Ι. Δ. Κολλάρος, 1961, σελ.113-115.

[38] Την εποχή εκείνη η λέξη "Τούρκος" είχε περισσότερο θρησκευτική σημασία. Τους επιτιθέμενους Κούρδους, επειδή ήταν μουσουλμάνοι, οι Έλληνες τους αποκαλούσαν "Τούρκους". Η επιβεβαίωση αυτής της χρήσης του όρου "Τούρκος", γίνεται από το ρήμα "τούρκεψε", που θα πει "άλλαξε την πίστη του", "εξισλαμίστηκε". Η χαρακτηριστικότερη περίπτωση αυτής της χρήσης του όρου ήταν στο μικρασιατικό Πόντο, όπου οι Έλληνες αποκαλούσαν "Τούρκους" τους εξισλαμισμένους ελληνικούς πληθυσμούς, παρότι αυτοί συνέχιζαν να αυτοορίζονται ως "Ρωμαίοι" και μετά τον εξισλαμισμό τους Για το φαινόμενο αυτό και τις ελληνόφωνες ομάδες στη σύγχρονη Τουρκία βλ. Βλάσης Αγτζίδης, "Ελληνόφωνες ομάδες στην Τουρκία", εφημ. Η Καθημερινή, 16 Ιανουαρίου 2000, σελ.30.

[39] Θεόφιλος Αγαθονικίδης, "Ο Τουρκικός στρατός αποσύρεται από την Γκιόλια", περ. Ποντιακή Εστία, τ.73, Απρίλιος- Μάιος-Ιούνιος 1988, σελ.132.

[40] Στυλιανός Β. Μαυρογένης, ό.π., σελ.209-208.

[41] ΑΥΕ, 1919, Α/5/VI, A/VI.

[42] ΑΥΕ, 1919, Α/5/VI.

[43] "Ευρισκόμενοι μεταξύ αλληλοσυγκρουόμενων φυλών κινδυνεύουσι την στιγμήν ταύτην να αφανισθώσιν από τους προχωρούντας εκ της Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν Κούρδους, Τατάρους.. σπεύδουσι να εκπλιπαρήσουν δι' εμού την ελληνικήν Κυβέρνησιν να μην τους αφήσει να χαθώσι." (ΑΥΕ, 1919, Α/5/VI.)

[44] ΑΥΕ, 1919, Α/5/VI.

[45] Μιχ. Χρ. Αιλιανός, ό.π., σελ.87.

[46] Μιχ. Χρ. Αιλιανού, ό.π.

[47] Ο Ν. Ψυρρούκης γράφει: "Η προσεκτικότερη μελέτη του κεμαλισμού μας πείθει ότι πρόκειται για βαθιά αντιλαϊκή και αντιδημοκρατική θεωρία. Ο φιλοναζισμός και άλλες αντιδραστικές δοξασίες είναι νομοτελειακή εξέλιξη του κεμαλισμού... Ακόμα και οι κεμαλικές μεταρρυθμίσεις γίνονται με διοικητικές αποφάσεις από πάνω. Περιφρονούν τις πολιτιστικές παραδόσεις του τουρκικού λαού, εκφράζουν το σύμπλεγμα κατωτερότητας των Τούρκων αστών". (Νίκος Ψυρρούκης, Η Μικρασιατική Καταστροφή, Αθήνα, εκδ. Επικαιρότητα, 1982, σελ.224).

[48] "Το διαρκές γενικόν συνέδριον των Ποντίων Ελλήνων εν Βατούμ", εφημ. Ελεύθερος Πόντος, αριθ. 3, 22 Ιουνίου 1919, σελ.1. H επικοινωνία της Εθνοσυνέλευσης των Ελλήνων Ποντίων γινόταν μέσω της Ελληνικής Αρμοστείας που έδρευε στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και μέσω της αποστολής του υπουργείου Περιθάλψεως (ΑΥΕ, ΚΥ, Α/5/VI, Πόντος)

[49] Νέα Ελλάς, "Ελληνικά Δίκαια", εφημ. Ελεύθερος Πόντος, αριθ. 106, 15 Ιουλίου 1920, σελ.1.

[50] Ευάγγελος Ηλιάδης, ό.π., σελ.75.

[51] N. G. Volkof, Kavkaski ethnografitseski sbornik, Μόσχα, εκδ. Νάουκα, 1969, σελ.9.

[52] Στυλιανός Μαυρογένης, ό.π., σελ.214.

[53] Στυλιανός Μαυρογένης, ό.π., σελ.213-214.

[54] Χ. Σαμουηλίδης, ό.π., σελ.118.

[55] Άντριου Ροθστάιν, ό.π., σελ.72-75.

[56] Ένας από τους Έλληνες αυτούς είναι ο Αλέξανδρος Τριανταφύλλοφ από το χωριό Σαμλούκ της Αρμενίας, ο οποίος μετά την τελική επικράτηση των μπολσεβίκων ανήκει στην ηγετική κομμουνιστική ομάδα μέχρι το 1937, οπότε εκτελείται, όπως και η πλειονότητα της αρμενικής ηγεσίας.

[57] Στις 3 Μαΐου 1920 μια μπολσεβίκικη επαναστατική επιτροπή καταλαμβάνει την εξουσία στην Αλεξανδρούπολη για λίγο. Με βάση τις μαρτυρίες των Ελλήνων της Αρμενίας, οι περισσότεροι, οι οποίοι εντάχθηκαν στο κομμουνιστικό κόμμα, συνελήφθηκαν και θανατώθηκαν από τις σταλινικές αρχές το 1937. Περιγραφή του επεισοδίου υπάρχει στο Β. Α. Borian, Arme­niya, Mezhdunarodnaya Diplomatiya, i SSSR, τομ 2, Μόσχα, 1929, σελ.88, 114.

[58] Korsun, Greco-Turetskaya Vaina 1919-1922. Operativno Strate­gitseski Otserk, Μόσχα εκδ. Gosuntarstvenoge Vogenoge Izntatelstvo Narkoma­ta Omporon SSSR, 1940, σελ.8.

[59] N. G. Volkof, Κavkaski ethnografitseski smpornik, Μόσχα, εκδ. Νάουκα, 1969, σελ.9.

[60] Ε. Χ. Καρρ, ό.π., σελ.45.

[61] Αγαθονικίδης Θεόφιλος, "Ο Τουρκικός στρατός αποσύρεται από την Γκιόλια", περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ.73, Απρίλιος-Μάιος-Ιούνιος 1988, σελ.132-133.

[62] Μιχ. Αιλιανός, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα, έκδ. Γραφείο Τύπου Υπουργείου Εξωτερικών, 1921, σελ.87.

[63] “Οι περισσότεροι από τους Έλληνες του Καυκάσου που εγκατέλειψαν προηγουμένως τις εστίες τους μετακινήθηκαν προς τα ενδότερα της Ρωσίας διασκορπιζόμενοι στο Κουμπάν, Κρασνοντάρ, Σοχούμι, Νοβοροσίσκ, Τουαψέ, Πετιγόρσκ, Κριμαία κ.α. Μετά τους πρώτους δύο μήνες του 1921 κανείς Έλληνας από τους 70.000 δεν παραμένει πλέον στην περιφέρεια του Καρς [Στυλιανός Β. Μαυρογένης, Το Κυβερνείον Καρς του Αντικαυκάσου (Καρσκαγια Ομπλαστ), Θεσσαλονίκη, εκδ. Εύξεινος Λέσχη, 1963., σελ.239.]

[64] Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, , "Οι Πόντιοι του Καυκάσου", περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 67, Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1986, σελ.5-6, Στυλιανός Β. Μαυρογένης, ό.π., σελ.239. Ευάγγελος Ηλιάδης, Νέος Καύκασος Ιστορική Αναδρομή, Αθήνα, 1989, σελ.79.

[65] Θεόφιλος Αγαθονικίδης, "Τραγικά γεγονότα στις επαρχίες Γκιόλια και Αρνταχάν του Kαρς Καυκάσου", περ. Ποντιακή εστία, τεύχ. 74, Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1988, σελ.236-237.

[66] Ο Γεώργιος Γκουρτζίεφ, ο οποίος εκποίησε την περιουσία του ιδρύματός του στην Τιφλίδα και προσπάθησε να εγκαταλείψει τη Γεωργία από το Βατούμι, περιέγραψε την κατάσταση που συνάντησε: "Παρ' όλ' αυτά καθώς φεύγαμε από το Βατούμι, αν και είχαμε πληρώσει όλους τους δασμούς και τους φόρους, αυτό που λεγόταν Ειδικό Γεωργιανό Απόσπασμα, με διάφορες σοφιστείες, κατάσχεσε εντελώς παράνομα, δήθεν προσωρινά μόνον, όλα τα χαλιά που είχα μοιράσει στους ανθρώπους που με συνόδευαν. Αργότερα, στην Κωνσταντινούπολη, όταν κάναμε διαβήματα να μας επιστραφούν, το Βατούμι είχε καταληφθεί από τους Μπολσεβίκους, το αχρείο απόσπασμα με τους αρχηγούς του είχε διαλυθεί και βέβαια δεν υπήρχε κανένα ίχνος από τα χαλιά". (I. G. Gurdzieff, Rencontres avec des hommes remarquable, Παρίσι , εκδ. Monde Ouvert, 1979, σελ.345-349. Ο Γεώργιος Γκουρτζίεφ στη συνέχεια εγκαθίσταται στην Κωνσταντινούπολη και από 'κει στο Φονταινεμπλό της Γαλλίας Συχνά πηγαίνει στις Ηνωμένες Πολιτείες δημιουργώντας παραρτήματα του ιδρύματός του. Πεθαίνει το 1949 στο Παρίσι δίχως να επισκεφτεί ποτέ την Ελλάδα.

[67] Μιχ. Χρ. Αιλιανός, ό.π., σελ.94.

[68] N. N. Ioannidi, Greki v Abhazii, Σοχούμι, εκδ. Alatsara, 1990, σελ.28.

[69] Ευάγγελος Ηλιάδης, ό.π., σελ.81.

[70] Μιχ. Χρ. Αιλιανός, ό.π., σελ. 59, 94.

[71] Γ. Καραπατάκης, "Υπόμνημα περί Καυκασίων μεταναστών και προσφύγων του Πόντου", περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 3, Μάιος 1975, σελ.28.

[72] "Σύντομος απολογισμός", εφημ. Σπάρτακος, αριθ. 69, 29 Απριλίου 1922, σελ.2.

[73] Δίχως να μπορούμε να ελέγξουμε την ένταση του προβλήματος και τις προπαγανδιστικές ανάγκες της εποχής, η καθεστωτική εφημερίδα της πόλης μας πληροφορεί ότι τα προσφυγόπουλα πηγαίνουν στο κρατικό σχολείο της πόλης, ενώ τα παιδιά των αστών φοιτούν σε ιδιωτικά σχολεία "για να μη μολυνθούν... από τα ζωντανά μικρόβια των φτωχών προσφύγων μαθητών". ("Τα κρυφά σχολεία", εφημ. Σπάρτακος, αριθ. 49, 19 Νοεμβρίου 1921.)

[74] Σε μια καταγγελία εναντίον τους διαβάζουμε: "Μ' όλα αυτά που βλέπουμε με τα μάτια μας, δυστυχώς μερικοί από μας τους Έλληνες αφίνουν τον εαυτό τους να τους τραβάνε αυτοί οι αγορασμένοι από το καπιτάλ, που κάθε μέρα τους ξημολογάνε (εννοείται στα κρυφά γιατί, στα φανερά δεν μπορούνε) ότι νάνε έτοιμοι γιατί σήμερα αύριο η μητέρα τους! η πατρίδα τους! η Ελλάδα θα τους πάρη. Τους λένε ότι θα σας δώση χωράφια, βώδια, άλογα και ό,τι άλλα χρειάζεσθε... Σε πολλά μέρη όπως μαθαίνουμε γίνονται και καταβολές χρημάτων, αλλού από 5.000 ρούβλια, αλλού περισσότερα και αλλού λιγότερα. Παρακαλούνται οι σύντροφοι οι οποίοι επλήρωσαν για την μετανάστευση έστω και ένα ρούβλι να καταγγείλουν τα πρόσωπα, τα οποία εμάζευσαν, διότι είναι έγκλημα να εξαπατούν τον προσφυγικό κόσμο". ("Το προσφυγικό", εφημ. Σπάρτακος, ό.π., αριθ. 20, 16 Απριλίου 1921, σελ.1.)

[75] "Για το προσφυγικό", εφημ. Σπάρτακος, ό.π., αριθ. 41, 24 Σεπτεμβρίου 1921, σελ.1.

[76] Χριστόφορος Σεϊτόπουλος, ό.π., σελ.26-31.

[77] "Σημειώματα στον αντιπρόσωπο", εφημ. Σπάρτακος, αριθ. 33, 30 Ιουλίου 1921, σελ.1.

[78] Ανδρέας Ζαπάντης, Ελληνοσοβιετικές σχέσεις 1917-1941, Αθήνα, εκδ. Εστία, 1989, σελ.82.

[79] "Για το προσφυγικό", εφημ. Σπάρτακος, ό.π.

[80] "Έκκληση προς τον Ελληνικό Λαό", εφημ. Σπάρτακος, αριθ. 39, 10 Σεπτεμβρίου 1921, σελ.2.

[81] "Βοήθεια εις τους πρόσφυγας", εφημ. Σπάρτακος, αριθ. 70, 13 Μαΐου 1922, ς2.

[82] "Στην χθεσινήν γενικήν συνεδρίασιν των προσφύγων εξελέγη νέα πενταμελής επιτροπή... Η νέα επιτροπή εγκαινίασε την πρώτην συνεδρίασίν της με την άμεσον εφαρμογή της προτάσεως.. περί οργανώσεως μαγειρίου δια τα πεινώντα παιδιά των προσφύγων... ΄Οσον η ιδέα της διοργανώσεως ενός τοιούτου συσσιτίου είναι λαμπρά... τόσον σωτήριος και ανακουφιστική είναι η ταχεία πραγματοποίησίς της για τον πεινώντα εδώ προσφυγικό κόσμο". ("Βοήθεια εις τους πρόσφυγας", ό.π.)

[83] Τα συσσίτια αυτά διοργανώθηκαν το 1922. Από τις 28 Μαρτίου έως τις 22 Απριλίου δόθηκε τροφή σε 3.700 ορφανά Ελλήνων προσφύγων. Κατά μέσο όρο ξοδεύτηκαν 8.277 ρούβλια κατ' άτομο. Όπως γράφει η Επιτροπή στον απολογισμό της: "Το κατά πόσον δια των γλισχρών αυτής μέσων η επιτροπή ήλθεν αρωγός προς τα δυστυχή πλάσματα δια τροφής έστω λιτοτάτης, επαφίνομεν να κρίνη έκαστος πολίτης, η απλουστάτη, όμως αλήθεια ότι οι δρόμοι της πόλεως έπαυσαν να ίδουν περιφερόμενην από πρωϊας μέχρι βαθείας νυκτός την μηρμυκιάν επαιτούντων μικρών παιδιών, είνε αρκετή ικανοποίησις δια το έργον της επιτροπής". ("Σύντομος απολογισμός", εφημ. Σπάρτακος, αριθ. 69, 29 Απριλίου 1922, σελ.2.)

[84] "Το προσφυγικό", εφημ. Σπάρτακος, αριθ. 12, 19 Φεβρουαρίου 1921, σελ.1.

[85] "Το προσφυγικό", ό.π.

[86] Σε μια είδηση τον Απρίλιο του 1921 αναφέρονται οι τελευταίες πληροφορίες από το Ροστόβ: "Τον Απρίλιον μήνα θα μεταναστεύσουν μόνον οι αιχμάλωτοι πολέμου αυστρο-ούγγροι και γερμανοί. Κατόπιν από την μετανάστευση αυτών θα ακολουθήσει η μετανάστευση των ελλήνων προσφύγων αν η ελληνική κυβέρνηση δεχθεί την πρόταση της Σαβετικής Δημοκρατίας περί ανταλλαγής των προσφύγων. Αι ασφαλέστεραι πληροφορίαι για τα ζητήματα της μεταναστεύσεως είναι, για τούτο συσταίνουμε στους πρόσφυγας να μην βιάζονται για τη μετανάστευση, διότι δεν εξαρτάται μόνο από τη Σαβ. κυβέρνηση, αλλά και από την κυβέρνηση της Ελλάδας, η οποία αν και τώρα δεν έλθη εις σχέσεις πάει να πει πως δεν ενδιαφέρεται καθόλου για τους πρόσφυγας". ("To προσφυγικό", ό.π.)

[87] "... για να καθησυχάση τους εκεί Ρωμηούς, που τους αναστάτωσαν κάποιοι τσαρλατάνοι..." " (Το προσφυγικό", ό.π.)

[88] Το κείμενο που δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα του Σοχούμι, ήταν γραμμένο σε 20γράμματο αλφάβητο ως εξής: "... πυ ιποκινυσανε διαφορα αντεπαναστατικά ςτιχια" (Βλάσης Aγτζίδης, Ποντιακός Ελληνισμός Από τη γενοκτονία και το σταλινισμό στην περεστρόικα, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδη, 1990, σελ.147.)

[89] Γιάννης Ανατολίτης, "Νικ. Αναστασιάδης", εφημ. Σπάρτακος, αριθ. 38, 3 Σεπτεμβρίου 1921.

[90] "Και να ατώρα που το Σαβετικόν η αρχή εφτάει ση πρόσφυγας το πρώτον την βοήθειαν, να οργανούνταν ασή πρόσφυγας εργατίων αρτέλια, για να δουλέβνε αδελφικά εντάμαν. Οι πρόσφυγοι που θα είναι στα αρτέλια -που θα θέλνε- θα έχνε το δικαίωμα και θα δίγνατς τον τρόπον να φέρνε εντάμαν και την οικογένειασα τουν και τα πράγματά τουν ούλα" (εφτάει= κάνει, ση= στους, αρτέλια= συντεχνίες, εντάμαν= αντάμα, έχνε= έχουν, δίγνατς= τους δίνουν, φέρνε= φέρνουν.) ("Να πάμε, για ντο πρέπ' να φτάμε", εφημ. Σπάρτακος, ό.π.)

[91] Το συνέδριο αποκλήθηκε "Πρώτον Συνέδριον της Ελληνικής Εργατικής Τάξεως".

[92] "Να πάμε, για ντο πρέπ' να φτάμε", ό.π. Το παραπάνω κείμενο μεταγράφεται στην κοινή νεοελληνική ως εξής: "Όμως στα μάτια μας μπροστά βλέπουμε άλλου είδους πράγματα. Οι Έλληνες οι πρόσφυγες απ' τον Αντικαύκασο και απ' την Τουρκία, που ήσαν συνηθισμένοι να δουλεύουν, έπεσαν μέσα στην προπαγάνδα που κάνουν οι κατάσκοποι, εκείνοι που ήσαν κερδοσκόποι και εκείνοι που μοιάζουν σ' αυτούς Και εξ αιτίας αυτών η θέση των προσφύγων είναι πολύ δύσκολη... Αυτοί ξέρουν καλά ότι τώρα ο πρόσφυγας βρίσκεται σε δύσκολο καιρό, ό,τι δουλειά και αν κάνει".

[93] Χ. Μαυρίδης, "Οργανωμένη σπείρα", εφημ. Σπάρτακος, αριθ. 64, 25 Μαρτίου 1922, σελ.1-2.

[94] "Άμα πως εν το ζήτημα να πάμε σην Ελλάδα; Για τα τό κέ μόνον ο συντρ. Ζαλέσκη αντιπρόσωπον του Λαϊκού επιτρόπου της Ρωσίας σα εξωτερικά υποθέσεις εποίκεν τ' ακόλουθον την ομιλίαν σην τελεγάτσιαν (ςτ σ. εκλογή αντιπροσώπων για το συνέδριο) της Ελλ. Κομμ. Σέκτσιας Ακόμαν ντε περάσαμε τον χρόνον ο σελ.Λιτβίνoφ όντας εβρίετουν σην Κοπεγχάγη (Δανία) επρότεινε σο Ελληνικόν σην Κυβέρνηση να αλλάζ' η Ρουσία με την Ελλάδα αιχμαλώτους, πρόσφυγας κ.λπ. Το ελληνικόν η Κυβέρνηση ξάι κεθέλεσεν να έρτε σε συμφωνίαν για τατό το ζήτημαν. (Εφοβόθεν γιαμ οι Έλληνες ασήν Ρουσίαν πάγνε σην Ελλάδαν και φτάγνε επανάστασιν και τότε οι θρόνοι ατούν και τα μπουρζουάδικα τα βούλας ατούν, πετούν ατ' σον διάβολον.) Ατώρα πα το Σαβετικόν η αρχή πάλ πρόθυμον εν να 'φην τους πρόσφυγας να πάνε άμα για εκείνο ντο θα γίνεται και πορεί να δή εγγύηση. Γιατί ακόμαν πολλά καιρός κεν και για τατό το ζήτημαν εποίκαμε νέον πρότασιν και ξαν το Ελληνικόν η Κυβέρνηση απάντησιν κ' εδόκεν. Για να πάει ντελεγάτσια σην Ελλάδαν εμείς δυσκολίας και εμπόδια κι φέρομε. Αμα θαρούμε πως ίσως φυλακίζνατς Με άλλα λόγια το ελληνικόν η πατρίδα μουν εν γιοκ κι τεμέτερον, γιοκ κι να περ μας, να σιντσέν με τεμάς κιθέλ. Τεμέτερον η ελπίδα εν οι εργάτ' και οι χωρέτ' τη Ελλάδας και εκείν πα εκές ατώρα είν' σε πολλά δύσκολον καιρόν ατώρα". ("Nα πάμε, για ντο πρέπ' να φτάμε", ό.π.) Το κείμενο μεταγραμμένο στη νεοελληνική είναι: "Όμως πώς είναι το ζήτημα να πάμε στην Ελλάδα; Γι' αυτό και μόνο ο συντρ. Ζαλέσκι, αντιπρόσωπος του Λαϊκού επιτρόπου της Ρωσίας στις εξωτερικές υποθέσεις, έκανε την ακόλουθη ομιλία στις εκλογές αντιπροσώπων για το συνέδριο του Ελλην. Κομμουν. Τμήματος, "Ακόμα μόλις περάσαμε το χρόνο ο σελ.Λιτβίνοφ καθώς ευρισκόταν στην Κοπεγχάγη πρότεινε στην Ελληνική την Κυβέρνηση να αλλάζει η Ρωσία με την Ελλάδα αιχμαλώτους, πρόσφυγες κτλ. Η Ελληνική Κυβέρνηση καθόλου δεν θέλησε να έρθει σε συμφωνία γι' αυτό το ζήτημα. (Φοβήθηκε μήπως οι Έλληνες απ' τη Ρωσία πάνε στην Ελλάδα και κάνουν επανάσταση και τότε τους θρόνους τους και τις αριστοκρατικές βούλες τους τις πετούν στο διάβολο.) Τώρα η Σοβιετική αρχή πάλι πρόθυμη είναι να αφήνει τους πρόσφυγες να πάνε αλλά για εκείνο που θα γίνει δεν μπορεί να δίνει εγγύηση. Γιατί τώρα πολύς καιρός δεν είναι και γι' αυτό το ζήτημα εκάναμε νέα πρόταση και πάλι η Ελληνική Κυβέρνηση απάντηση δεν έδωσε. Για να πάει εκλεγμένη αντιπροσωπεία στην Ελλάδα εμείς δυσκολίες και εμπόδια δε φέρνουμε. Όμως θαρρούμε πως ίσως να τους φυλακίσουν. "Μ' άλλα λόγια η ελληνική πατρίδα μας" δεν είναι για εμάς, δεν είναι για να μας παίρνει, να συντυχαίνει μαζί μας δε θέλει. Δικιά μας ελπίδα είναι οι εργάτες και οι αγρότες της Ελλάδας και εκείνοι πια εκεί είναι σε πολύ δύσκολο καιρό τώρα".

[95] "Συνεδριάσεις έκαναν κάθε ώρα και στιγμή/ όταν είχαν μεγάλο σφίξιμο για εμάς έδιναν και την ψυχή/ εμάς χόρταζαν με λόγια με την Ελλάδα και με την Αθήνα/ και μεις σέρνουμε την πείνα.../ Για εμάς όλοι κοπιάζουν για εμάς όλοι πολεμούν/ που έχουν έργα για να χτίζουν και δουλειές για να κοιτούν/ για εμάς κάνουν ταξίδια άλλοι στη Μόσχα και άλλοι στην Αθήνα/ και μεις σέρνουμε την πείνα.../ Για εμάς με τα πορτοφόλια γίνονται όλοι ομογενείς/ τον ταμία έκανε και ο Δημήτρης της Ευγένης/ για εμάς πάντα σκέφτονται, χώρια τρώνε οι χορτασμένοι/ και μεις μένουμε πεινασμένοι". (Δάμων Εριστέας, "Το τραγούδι των πεινασμένων. Ασό ζόρνατ κανείς τραγωδεί", εφημ. Σπάρτακος, αριθ. 42, 1 Οκτωβρίου 1921, σελ.1.)

[96] Το πρώτο σημαίνει: "Ας πάμε στην Ελλάδα και ας πεθάνουμε εκεί", και το δεύτερο: "Η Ελλάδα είναι η Πατρίδα μας και μια Πατρίδα όσο φτωχή και μικρή κι αν είναι, είναι εφτά φορές πάνω από τις ξένες Πατρίδες". (Ευάγγελος Ηλιάδης, Νέος Καύκασος Ιστορική Αναδρομή, Αθήνα, 1989, σελ.73, 93.)

[97] Ανδρέας Ζαπάντης, ό.π., σελ.82.

[98] Rossiskaja Sotsialistic'eskaja Federativnja Sovetskaja Respublika (Ρωσική Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Σοβιετική Δημοκρατία)

[99] "Απάντηση του Ναρκομιντέλ", εφημ. Σπάρτακος, ό.π., αριθ. 31, 16 Ιουλίου 1921, σελ.1-2.

[100] Ανδρέας Ζαπάντης, ό.π., σελ.82.

[101] Σύμφωνα με το Σπάρτακο, το σοβιετικό υπουργείο Εξωτερικών "βρίσκει επί του παρόντος αδύνατο την αποστολή ιδιαιτέρας επιτροπής στην Ελλάδα". ("Η επιτροπή για την Ελλάδα", ό.π.)

[102] "Για το προσφυγικό", εφημ. Σπάρτακος, αριθ. 42, 1 Οκτωβρίου 1921, σελ.2.

[103] Στις 10 Σεπτεμβρίου γράφτηκε στην εφημερίδα: "Με την άφιξη του "προδρόμου" και τας υποσχέσεις του ότι εντός 15 ημερών θα αρχίση η εκκένωσις των Ελλήνων ανεστατώθηκαν όχι μόνον πρόσφυγες, αλλά και οι άλλοι Έλληνες κάτοικοι Κουπάν και Τσερνομόριας και πουλούν αθρόα τα ζώα και τα πράγματά τους και ετοιμάζονται να καταβούν στην Νοβορωσσίσκην, ενώ ούτε βαπόρια έφτασαν, ούτε καμιά οργανωτική εργασία άρχισε εκ μέρους της Ελληνικής Κυβερνήσεως δια την εκκένωσιν των προσφύγων." ("Ο Αντιπρόσωπος", εφημ. Σπάρτακος, αριθ. 39, 10 Σεπτεμβρίου 1921, σελ.1.)

[104] Αναφέρει ότι τον Οκτώβριο του 1921 επισκέφθηκε τους πρόσφυγες του Νοβοροσίσκ "... κάποιος Κουϊμτζόγλου, αντιπρόσωπος, είπαν, της Ελληνικής Κυβερνήσεως", ο οποίος τους ανακοίνωσε ότι σε δεκαπέντε ημέρες θα έρχονταν τα πλοία να παραλάβουν τους πρόσφυγες Ο εκπρόσωπος αυτός -"αβαντουρίστας" όπως τον αποκαλεί η εφημερίδα, δηλαδή "απατεώνας"- έδινε συνεντεύξεις στις εφημερίδες του Κρασνοντάρ και του Ροστόβ. Τα νέα έφτασαν και στα πιο απομονωμένα ελληνικά χωριά. Το αποτέλεσμα της ενημέρωσης ήταν εντυπωσιακό: "Και ο ελληνισμός του Κουμπάν συγκλονίστηκε και πάλι. Οι πλαντάτοροι δωρεάν πουλάνε το βιο τους Οι πρόσφυγες άφιναν τις δουλιές τους και έτρεχαν να πάρουν άδεια για βαγόνια και προσπαθούσε ο καθένας πρώτος από τους άλλους να φτάνει στο Νοβορωσσίσκη. Και καταβαίνουνε διοργανωμένοι οι Καρσιώτες, δεν αφήνουν κανένα δικό τους, χήρα ή φτωχό. Αδιοργάνωτα, δίχως σύστημα, εγωϊστικά οι άλλοι οι ντόπιοι, πλαντάτοροι και λοιποί... Και φτάνουν κάθε μέρα βαγόνια με πρόσφυγες Και όπως μαθαίνουμε θα φτάσουνε ακόμα..." (Α. Ρωμαίος, "Οι νεκροθάπται των προσφύγων", εφημ. Σπάρτακος, αριθ. 45, 22 Οκτωβρίου 1921, σελ.2.)

[105] Ανδρέας Ζαπάντης, ό.π., σελ.82-83.

[106] Ελευθέριος Παυλίδης, ό.π., σελ.320.

[107] Μιχ. Χρ. Αιλιανός, ό.π., σελ.98-99.

[108] Μιχ. Χρ. Αιλιανός, ό.π..

[109] "Ανάγκη αμέσου βοηθείας", εφημ. Σπάρτακος, αριθ. 70, 13 Μαΐου 1922, σελ.1.

[110] Ευάγγελος Ηλιάδης, ό.π., σελ.96.

[111] Γ. Καραπατάκης, "Υπόμνημα περί των Καυκασίων μεταναστών και των προσφύγων του Πόντου", περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 3, Μάιος '75, σελ.28.

[112] Ο Πύλορωφ ήταν από τους προύχοντες του Καρς, εχπάσταμε= φτάσαμε, εκούιζεν= φώναζε, γοσέψτε= ετοιμάστε, Τουρκάντ= Τούρκοι, κλέφνε= κλέβουνε ενέσπαλαμ'= ξεχάσαμε, τσολ= καταραμένο, καρσλί παιδία= παιδιά από το Καρς, ασό= απ' το.

[113] άψιμον= φωτιά, παραχότ= πλοίο, ντο= τι, έτονε= ήτανε, επαίγνε= πήγαινε

[114] "Απ' την πείνα, απ' τις αρρώστειες και απ' την κακή εμπειρία".

[115] Ευάγγελος Ηλιάδης, ό.π., σελ.94.

[116] Oι πρώτοι Έλληνες φτάνουν από τον Καύκασο στον ελλαδικό χώρο το 1894, όταν ο τότε πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης τους προσκαλεί να καλλιεργήσουν τις εγκαταλειμμένες εκτάσεις της Θεσσαλίας Η πρόταση του ελληνικού κράτους βρήκε ευνοϊκό έδαφος στους Καυκασίους, οι οποίοι επιθυμούσαν να ζήσουν σε ομοεθνή χώρο. Το όλο εγχείρημα όμως έγινε με πολύ επιπόλαιο τρόπο από την πλευρά του ελληνικού κράτους Οι 200 οικογένειες που μετανάστευσαν από τον Καύκασο αφήνονται στην τύχη τους Αντιμετωπίζοντας μόνοι τους εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και την αφιλοξενία των ντόπιων κυριολεκτικά αποδεκατίζονται. Των πρώτων αυτών μεταναστών, ακολουθούν άλλοι μετά τους Βαλκανικούς πολέμους και την επικράτηση των μπολσεβίκων στη Ρωσία το 1917. (Ις Λαυρεντίδης, "Η κατά το 1895-1907 μετοικεσία Ελλήνων Ποντίων του Καυκάσου εις Ελλάδα", Αρχείον Πόντου, τόμ. 31, σελ.395-468.) Το επόμενο κύμα Ελλήνων από τον Καύκασο έρχεται στην Ελλάδα το 1913, όταν Επιτροπή από την Ελλάδα (μέλος της επιτροπής ήταν και ο Ν. Καζαντζάκης) επισκέφθηκε το Κυβερνείο του Καρς και παρότρυνε τους Ποντίους να έλθουν να εγκατασταθούν στα απελευθερωμένα εδάφη της Μακεδονίας Υπολογίζεται ότι τότε έφτασαν στην Ελλάδα περίπου 5.000 Έλληνες του Καυκάσου. Όπως φαίνεται η τάση για την μετακίνηση στην Ελλάδα ήταν απόρροια της αίγλης που είχε αποκτήσει μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους Ένας από τους μετανάστες στο Κιλκίς το 1914 ανέφερε: "Ευθύς μόλις ακούσαμε για τη μάχη του Κιλκίς ξεσηκωθήκαμε. Δεν ακούσαμε τίποτα άλλο, ούτε για τη Θεσσαλονίκη, ούτε για τα Γιάννινα, ούτε για τη Φλώρινα. Βούιξε ο Καύκασος για την ελληνική νίκη του Κιλκίς Δεν μπορούσαμε να μείνουμε εκεί. Ξεσηκωθήκαμε! Λαχταρούσαμε για την Ελλάδα. [Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος, "Οι Πόντιοι του Καυκάσου" περ. Ποντιακή Εστία, τευχ. 67, Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1986, σελ.6, Γιώργος Εχέδωρος, "Καυκάσιοι και Ακαλανιώτες στο Κιλκίς (1914)", εφημ. Μαχητής του Κιλκίς, 14 Ιουνίου 1996, σελ.8.]

[117] Γ. Καραπατάκης, ό.π., σελ.31, Ευάγγελος Ηλιάδης, ό.π., σελ.93-97.

[118] Γεώργιος Σακκάς, Η ιστορία των Ελλήνων της Τριπόλεως του Πόντου, 2η εκδ., Αθήνα-Νίκαια, 1979, Νίτσα Γαβριηλίδου, Ο πατέρας μου Κώστας Γαβριηλίδης, Αθήνα, εκδ. Εξάντας, 1988, σελ.21.

[119] Νίτσα Γαβριηλίδου, ό.π., σελ.21.

[120] G. N. Volkof, Kavkaski ethnografitseski sbornik, Μόσχα, εφημ. Νάουκα, 1969, σελ.9.

[121] Μιχ. Χρ. Αιλιανός, ό.π., σελ.258-259.

[122] ΑΠΙ, φακ. Σταυρούπολη, μαρτυρία Νίκου Ματσουκατίδη, 28-8-91.

[123] Τελικά, παρόλες τις αντιδράσεις, το χωριό χτίστηκε με την έγκριση των σοβιετικών αρχών. Γύρω απ' αυτό υπήρχαν άλλα τρία χωριά, ένα ρώσικο, ένα αμπχάζικο και ένα τσερκέζικο. Το κοντινότερο ελληνικό χωριό απείχε 40 χιλιόμετρα και ονομαζόταν Χασαούτ. Το 1924 εγκαταστάθηκαν στο νέο χωριό και άλλοι από τα χωριά Χασαούτ, Γκρετσέσκοε (δηλαδή, Ελληνικό) και Ντουμπόβαγια Μπάλκα. Το νέο χωριό είχε άφθονο έδαφος για να αναπτύξει τις συνεταιριστικές καλλιέργειες Ετσι κτίστηκαν περίπου 200 σπίτια. Οι κάτοικοι ανέρχονταν σε χίλιους Ιδρύθηκε ελληνικό σχολείο με δάσκαλο τον Σάββα Ιωαννίδη, ενώ το 1930 περίπου μετατράπηκε ένα σπίτι σε εκκλησία. (Theodoros Topouzof, Vetsernie zori Spartii, Σταυρούπολη, 1990, σελ.1-6, ΑΠΙ, φάκ. Σταυρούπολη, μαρτυρία Ελισάβετ Ντιμπίζοβα, 30-8-91, ΑΠΙ, φάκ. Σταυρούπολη, μαρτυρία Θεόδωρου Ναβρόζοφ, 30-8-91.)

[124] S. I. Aralov, V Vaspaminania Sovietskoge Diplomat, Μόσχα, εκδ. Institute Nezntounarontnih Atnazeni, 1930, σελ.37.

[125] "Η αντίσταση των λαών εναντίον των ληστών είναι πράγμα το οποίο πρέπει κανείς να λαμβάνει σοβαρά υπ' όψιν του. Και η ληστρική πολιτική των ιμπεριαλιστικών κυβερνήσεων απέναντι στην Τουρκία, προκάλεσε την αντίδραση που υποχρέωσε ακόμα και τις πιο ιμπεριαλιστικές δυνάμεις να εγκαταλείψουν τη χώρα αυτή". (Yiakof Ilitsοv, Touretski Karavan, Λένινγκραντ, 1981, σελ.223, S. I. Αralov, ό.π., σελ.66.)

[126] Κοrsun, Greco-Turetskaya Vaina 1919-1922. Operativno Strate­gitseski Otserk, Μόσχα, εκδ. Gosuntarstvenoge Vogenoge Isntatelstvo Narkoma­ta Omporon SSSR, 1940, σελ.8-12.

[127] Κοrsun, ό.π., σελ.8-12.

[128] Α. Καϊσεφ, "Μανία Μεταναστεύσεως", εφημ. Σπάρτακος, αριθ. 64, 25 Μαρτίου 1922, σελ.1.

[129] Α. Καϊσεφ, "Μανία Μεταναστεύσεως", ό.π.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου