Συνέντευξη με τον μπαρμπα Γιάννη Τσουκαλίδη

Από το Μουζαράτ του Καρς στην Ποντοκώμη

Συνέντευξη με τον μπαρμπα Γιάννη Τσουκαλίδη

Ο μπάρμπα-Γιάννης, ο Τσουκαλίδης, είναι Καρσλής, γεννήθηκε το 1910 στο Μουζαράτ του Καρς. Ήταν το δωδέκατο και τελευταίο παιδί, δηλαδή ο Βενιαμίν της οικογένειας του Λάζαρου Τσουκαλίδη και της Χριστίνας, το γένος Λεσπουρίδη. Την ιστορία του θα τη δούμε παρακάτω χέρι-χέρι με την ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού, μέσα από μια συνέντευξη που είχα την τύχη [συνέντευξη σε ΚΑΥΚΑΣΙΟ] να κάνω μαζί του το Μάιο του 1999.

Το κυβερνείο του Καρς ήταν ένα Σαντζάκιο του Βιλαετιού του Ερζερούμ της Τουρκίας και παραχωρήθηκε στη Ρωσία το 1878, οπότε και κατέφυγαν εδώ οι Πόντιοι πρόγονοι του μπάρμπα-Γιάννη.

«Το χωριό μου ήταν το Μουζαράτ, χωριό της Κιόλας (περιοχή με 13 χωριά), περίπου 50 χιλιόμετρα από το Καρς. Μετά το ρωσοτουρκικό πόλεμο, στα 1884 περίπου, κάτοικοι από τα χωριά Ιοχάτ, Λαρίν, Μετέν αναβαίνουν στην Κιόλα. Το πρώτο χειμώνα καταλύουν οι παππούδες μας στο τουρκικό χωριό Κεμίρ (=κάρβουνο). Το καλοκαίρι εγκαθίστανται στο Μουζαράτ, το χωριό χτίζεται εξολοκλήρου από τους παππούδες μας» θυμάται ο μπάρμπα-Γιάννης και συνεχίζει να καταθέτει αυτά που γνώρισε, αυτά που βίωσε ως παιδί, αυτά που άκουσε από τους γονείς του ή τα μεγαλύτερα αδέρφια του.

«Είχε περίπου 65 οικογένειες και όλες ήταν ελληνικές. Περίπου, δηλαδή, 500-600 άτομα όλο το χωριό. Γύρω-γύρω υπήρχαν πολλά ελληνικά και μεικτά χωριά. Το κοντινότερο ήταν το Μερντινίκ, δίπλα και γύρω ήταν το Σολούτ, το Τουρκεσιέν, το Ζεμζελέκ, το Κογκ, το Τιόρτ-κιλσέ, το Σιαράφ, το Ταχτά-γκραν, το Βαρκενές.

Μεγάλο χωριό προς βορρά ήταν το Αρταχάν. Το Μουζαράτ απείχε περίπου ίδια απόσταση από το Καρς και από το Αρταχάν.

Το Μουζαράτ βρίσκεται σε μεγάλο υψόμετρο. Έτσι δε πολλές φορές ακόμα και τον Αύγουστο χιόνιζε στ’ αλώνια. Όλα τα γεννήματα συνεπώς ήταν τετραμηνίτικα.

Γύρω-γύρω το χωριό ήταν γεμάτο από δάση. Οι κάτοικοι λοιπόν έβγαζαν άδεια, έκοβαν ξύλα και τα πουλούσαν στο Καρς.

Κύρια ασχολία των κατοίκων ήταν η κτηνοτροφία, πολλοί όμως είχαν καλά εισοδήματα κάνοντας αγώγια. Κυρίως δε το φθινόπωρο πήγαιναν στα αλατωρυχεία, φόρτωναν αλάτι και το πουλούσαν σε διάφορες αγορές.»

Του ζητάω να μου μιλήσει για το θρήσκευμα των κατοίκων του χωριού του.

«Στο χωριό Μουζαράτ όλοι οι κάτοικοι ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι, πολύ πιστοί, με σεβασμό απόλυτο στους παπάδες –και εβδομήντα χρονών να έτον ο γέρων όντας επέρανεν ο παπάς εσκούτον και εχαιρέτανεν. Η νηστεία και τα λοιπά χριστιανικά έθιμα τηρούνταν με ευλάβεια.

Το χωριό είχε μια εκκλησία που γιόρταζε στις 29 Αυγούστου και ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη Πρόδρομο-Κουτσοκέφαλο.

Παπάς του χωριού ήταν ο σεβάσμιος γέροντας παπά-Ανδρέας. Από αυτόν άκουσα και για τους κρυπτοχριστιανούς κάποιων άλλων περιοχών, που θυμάμαι ότι τους έλεγαν: Σταυρέτ –φανερά Τουρκ, κρυφά χριστιανοί. Στο Μουζαράτ πάντως δεν υπήρχαν. Η εκκλησία του Μουζαράτ διοικητικά υπαγόταν στη μητρόπολη του Αρταχάν όπου υπήρχε δεσπότης. »

Άραγε ποια γλώσσα μιλούσαν στο Μουζαράτ; ποιες οικογένειες θυμάται ο μπάρμπα-Γιάννης να απαρτίζουν το χωριό; Ποια μνημεία άξια λόγου θυμάται; Και τέλος ποιες ήταν οι σχέσεις μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων στην περιοχή του;

«Στο χωριό Μουζαράτ μιλούσαν όλοι ποντιακά, απαντά ο μπάρμπα-Γιάννης, με πολλές λέξεις ρωσικές. Όσοι δε πήγαιναν φαντάροι μιλούσαν και δεύτερη γλώσσα τα ρωσικά. Πολλοί όμως κάτοικοι ήξεραν και τα τουρκικά καθότι είχαν συναλλαγές με τους Τούρκους.»

Ο παππούς Τσουκαλίδης θυμάται αρκετές οικογένειες του Μουζαράτ:

«Μεγάλες οικογένειες ήταν οι Κατακαλιδαίοι , οι Ταρενιδαίοι (Ταρενάντ), οι Κασκαμανιδαίοι (Κασκαμανάντ). Επίσης στο χωριό ζούσαν οι Τσουκαλάδες (Τσουκαλάντ Λάζαρος), οι Καραογλανάντ, οι Πολυχρόν, οι Κοζιμάντ , οι Χαραλαμπιδαίοι κι άλλες οικογένειες. »

Παρόλο που ο μπάρμπα-Γιάννης ήταν μικρός όταν έφυγε από το Μουζαράτ θυμάται αρκετά χαρακτηριστικά μνημεία και τοποθεσίες του χωριού του.

«Χωματόδρομοι διέσχιζαν όλο το χωριό. Τα σπίτια ήταν πέτρινα. Το ταβάνι ήταν ξύλινο και κτιζόταν από ξύλα που έφερναν από το δάσος στο διπλανό βουνό (Μισάν-δάσος). Πάνω στη σκεπή έβαζαν χώμα και πολλές φορές κατά τους βαρείς χειμώνες αποχιόνιζαν τις σκεπές για να μη στάζουν. Το κάτω πάτωμα ήταν ο στάβλος, όπου έβαζαν τα ζώα τα γελάδια τους. Τα ζώα έπιαναν το μισό κάτω πάτωμα. Το υπόλοιπο ήταν χωρισμένο από το μαντρί με τοίχο και χρησίμευε σαν αποθήκη.

Οι γυναίκες κουβαλούσαν νερό με τα «τσακούλια-γοτσάχα» από το ποτάμι «ποστάντερεν» (ποστανί-νερό). Το νερό αυτό χρησιμοποιούσαν ως πόσιμο. Έτσι όταν πάγωνε το χειμώνα χρειαζόταν αρκετή προσπάθεια για να σπάσει ο πάγος.

Υπήρχε επίσης στο χωριό ένα πηγάδι «τσόρμαν» που έβγαζε ζεστό νερό ακόμα και το χειμώνα. Το νερό αυτό ήταν, όπως θυμάμαι, πολύ βαρύ και απαγορευόταν τα ζώα να πιουν απ’ αυτό.

Σε μια περιοχή που λεγόταν «ναρζάν» υπήρχε πηγή με μεταλλικό καλό νερό. Δίπλα υπήρχαν τρεις κοπάνες όπου, όπως ακούγονταν, λούζονταν μ’ αυτό το νερό ασθενείς και γίνονταν καλά. Όταν το 1914 ήρθαν οι Ρώσοι εκμεταλλεύτηκαν το νερό αυτό και καθιέρωσαν και πανηγύρι κατά την ημέρα της Αναλήψεως.

Στο κέντρο του χωριού υπήρχε πλατεία και το σχολείο του χωριού. Ένα επτατάξιο πανέμορφο σχολείο, όπου πήγα δυο μήνες μόνο. Θυμάμαι τους δασκάλους Αδαμίδη Λεωνίδα (Λεόντη) και Πουλιανάντ Γιάννη. Τρεις μέρες μαθαίναμε ελληνικά και τρεις ημέρες ρωσικά. Οι δάσκαλοι τελείωναν ρωσική Ακαδημία. Δασκάλες δεν επιτρέπονταν να διδάσκουν.

Γύρω από τη πλατεία του χωριού μας υπήρχε ο φούρνος κι ένα μαγαζί-παντοπωλείο. Καφενείο στο χωριό δεν υπήρχε».

Η οικογένεια του μπάρμπα-Γιάννη Τσουκαλίδη ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και τη γεωργία. Έτσι λοιπόν θυμάται κάποια στοιχεία της οικονομίας του χωριού του.

«Στο Μουζαράτ όλοι σχεδόν οι κάτοικοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και αρκετοί με την υλοτομία. Λόγω των σκληρών καιρικών συνθηκών (βαρύς χειμώνας-ελάχιστο καλοκαίρι) σπέρνονταν τετραμηνίτικο σιτάρι. Στο αλέτρι ζεύονταν τέσσερα ή έξι ‘βούδια’ ώστε να οργωθεί το χωράφι μισό μέτρο βαθιά. Χαρά μεγάλη για τα παιδιά που ανέβαιναν δυο και τρία μαζί στα ‘ζυγώνια’.

Τα κτηνοτροφικά και υλοτομικά προϊόντα τα κουβαλούσαν προς πώληση στο Καρς. Εκεί πήγαιναν κατά ομάδες με τα κάρα (οι μεγάλοι πάντοτε οπλισμένοι) και στην αγορά του Καρς πουλούσαν ξυλεία, βούτυρο, τυρί (τουλούμια), μέλι, κ.ά. και αγόραζαν κυρίως λάδι για το φαγητό (κυρίως σπορέλαιο), ελαιόλαδο για την καντήλα (χριστέλαιο το λέγανε), υφάσματα και δέρματα. Στο Μουζαράτ υπήρχαν και ράφτης και τσαγκάρης , οι οποίοι εξυπηρετούσαν τις αντίστοιχες ανάγκες των κατοίκων.»

Υπήρχε άραγε κοινοτικό συμβούλιο στο Μουζαράτ; Λειτουργούσαν οι θεσμοί;

«Φυσικά υπήρχε κοινοτικό συμβούλιο. Δεν ψήφιζαν όμως όλοι οι κάτοικοι αλλά μόνο οι ‘μιζέτεροι-επίσημοι’ του χωριού. Κάθε τρία χωριά είχαν ως διοικητή τον έπαρχο(‘Στάρουστα’). Στάρουστας θυμάμαι ήταν ο Μουζαρέτης Χαραλαμπίδης Νικόλαος. Μια φορά τουλάχιστον το μήνα μαζεύονταν και έπαιρναν αποφάσεις. Στο Μουζαράτ υπήρχε και εκκλησιαστική επιτροπή, στην οποία ήταν μέλος και ο πατέρας μου Τσουκαλίδης Λάζαρος. Η εκκλησιαστική αυτή επιτροπή κατά την προσφυγιά που ακολούθησε επιφορτίστηκε να κουβαλήσει προς την Ελλάδα τα εκκλησιαστικά βιβλία, τα άμφια, τα ιερά σκεύη και την καμπάνα της εκκλησίας μέσα σε δυο κάσες. Το 1924 δυστυχώς θα καεί η εκκλησία ( η οποία ήταν πρόχειρη κατασκευή σε χώρο που πριν εκτελούσε χρέη αχυρώνα) και όλα αυτά τα ιερά κειμήλια.

Υπήρχε μεγάλος σεβασμός προς τους δημογέροντες των οποίων η γνώμη ήταν σεβαστή απ’ όλο το χωριό.»

Σίγουρα αρκετές αρρώστιες βασάνιζαν τους κατοίκους του Μουζαράτ. Πώς άραγε αντιμετώπιζαν ανάλογες καταστάσεις;

«Για γιατρό πηγαίναμε 50-60 χιλιόμετρα. Επί το πλείστον στο Καρς. Σε μερικά χωριά υπήρχαν ‘φέρσολας’ δηλαδή πρακτικοί νοσοκόμοι.

Τις πληγές τις αντιμετώπιζαν με βότανα. Ο πατέρας μου κατασκεύαζε ένα δικό του φάρμακο από 5-6 φυτά από ρίζες και έβαζε και θυμίαμα, ανάλατο βούτυρο κατασκευασμένο από αγελαδινό γάλα, και μικρή ποσότητα λυομένου κεριού. Έκανε λοιπόν ένα μείγμα το οποίο άπλωνε πάνω στις πληγές, πολλές από τις οποίες θεραπεύονταν. Πρώτα γινόταν καθαρισμός της πληγής με φιτίλι λαμπάδας και κατόπιν επάλειψη με ‘μηλεέμ’ (έτσι ονομαζόταν η αλοιφή).

Ειδικός για τα στραμπουλήγματα ήταν ο πατέρας μου Τσουκαλίδης Λάζαρος. ‘Έφερνεν, ήσαζεν τα κόκαλα’ και αντί για γύψο έπαιρνε το ασπράδι του αβγού, ζάχαρη και έκανε ένα μείγμα, που όταν ξεραινόταν γινόταν αρκετά σκληρό. Με το ίδιο μείγμα έδεναν στο χωριό και τα βιβλία.

Οι μαμές του χωριού ήταν όλες πρακτικές και συνήθως τις διαδέχονταν οι θυγατέρες τους , στις οποίες μετέδιδαν τις γνώσεις τους που και αυτές τις είχαν αποκτήσει από τις δικές τους μητέρες.

Διάφορες αρρώστιες προκαλούσαν προβλήματα στο χωριό όπως ο εξανθηματικός τύφος (που προκαλούνταν από τις ακαθαρσίες), η φυματίωση (τσιχότκαν), η ευλογιά (βράσα) κ.ά. Αντιμετωπίζονταν με πρακτικά γιατροσόφια.

Σε σοβαρές περιπτώσεις οδηγούσαν τον ασθενή με κάρο στο Καρς. Μισή μέρα δρόμος. Δύσκολα γλίτωνε σε τέτοιες περιπτώσεις ο άρρωστος και θεραπεύονταν.

Οι κάτοικοι ήταν συνήθως γεροί και υγιείς. Κυρίως δε λόγω της τροφής μας που περιελάμβανε αγριόχορτα και ντόπια παραγωγή κτηνοτροφικών προϊόντων (βούτυρο, τυρί, γιαούρτι). Από κρεατικά τρώγαμε κυρίως κότες (κοσσάρες). Το κρέας της αγελάδας το έκαναν κυρίως ‘γαβουρμά’, γέμιζαν ένα ταψί, πάγωνε, το κρεμούσαν στο κελάρι και διατηρούνταν όλο το χρόνο.

Αρρώστιες όμως αντιμετώπιζαν και τα ζώα. Για σπασίματα, στραμπουλήγματα κ.λ.π. υπήρχε στο χωριό ειδικός. Για τα υπόλοιπα ο κάθε νοικοκύρης ήταν κι ένας πρακτικός γιατρός για τα ζώα του.

Τις πληγές των ζώων θυμάμαι τις θεράπευε ο πατέρας μου με το κατράμι (πίσσα) Έκαιγε το δαδί και έπαιρνε το απόσταγμα ή απλά έβαζε αλάτι στην πληγή και ψοφούσαν τα σκουλήκια.

Πώς περνούσαν άραγε τις ελεύθερες ώρες τους οι κάτοικοι του Μουζαράτ; Ποιο έθιμο έμεινε βαθιά χαραγμένο στη μνήμη του Μπάρμπα-Γιάννη, ενός παιδιού τότε έξι, επτά και οχτώ χρονών;

«Τα βράδια -κυρίως του χειμώνα που διαρκούσε πολλούς μήνες- μαζεύονταν οι μεγάλοι στον οντά (δωμάτιο υποδοχής επισκεπτών) και συζητούσαν διάφορα θέματα, τόσο του χωριού, όσο και ειδικά και προσωπικά τους. Συχνά δεχόμασταν επισκέψεις γειτόνων, συγγενών και συγχωριανών που έρχονταν οικογενειακώς και ξενυχτούσαμε μέχρι τις πρωινές ώρες. Ήταν τα φημισμένα ‘παρακάθια’. Εμείς τα παιδιά μπορούσαμε ανενόχλητα να κινούμαστε ανάμεσα στα πόδια και τις αγκαλιές τους. Η νύφη του σπιτιού όμως δεν μιλούσε μπροστά στην πεθερά της και τον πεθερό της. Εάν την ρωτούσαν κάτι απαντούσε με νοήματα και νεύματα. Το έθιμο αυτό ήταν το γνωστό ‘μαςς’ και οι νύφες είχαν υποχρέωση να το τηρήσουν για ένα ή δυο χρόνια, καμιά φορά μάλιστα και εφόρου ζωής. Ήταν πολύ αυστηρό και σήμερα μπορεί να θεωρηθεί βάρβαρο. Αλλά σε μια κοινωνία, όπου πολλά άτομα συζούσαν κάτω από την ίδια στέγη, φαντάζεστε τους καυγάδες και τις καταστάσεις που μπορούσαν να δημιουργηθούν από ή εξαιτίας της νεοφερμένης νύφης. Έτσι ο θεσμός του ‘μαςς’ ανέβαζε το σεβασμό προς τα πεθερικά στην κορυφή των υποχρεώσεων της νύφης. Το ‘μαςς’ σταματούσε μόνο και όταν το επέτρεπαν τα πεθερικά και έδιναν άδεια στη νύφη να μιλήσει μπροστά τους.

Μια άλλη υποχρέωση της νύφης ήταν να πλένει τα πόδια του πεθερού. Μόλις έφευγε ο κόσμος η νύφη έπαιρνε τη λεκάνη με νερό ενώ ένα παιδί κρατούσε την πετσέτα, και η νύφη του έπλενε τα πόδια. Η πεθερά είχε τη διεύθυνση του νοικοκυριού. Ο πατέρας όριζε τις δουλειές και τις υποχρεώσεις και τις ανέθετε στα διάφορα μέλη της οικογένειας ανάλογα με τη δεξιότητα τους. Όταν παντρεύονταν κάποιος γιος έμενε μέσα στο ίδιο το σπίτι ή σε κάποια προέκταση που όλοι μαζί έχτιζαν.

Οι γάμοι γίνονταν σε μικρή ηλικία και ήταν αποκλειστική υπόθεση των γυναικών, αφού είχαν βέβαια την απαραίτητη έγκριση του αρχηγού της οικογένειας. Οι οικογένειες αποκτούσαν πολλά παιδιά. Συνεπώς τα πολλά παιδιά και η γρήγορη παντρειά κατάντησε τους κατοίκους του Μουζαράτ συγγενείς ανάμεσα τους. Όλοι όμως ανεξαιρέτως κρατούσαν τις συγγένειες, ακόμα και τις μακρινές, γιατί αυτό τους έδινε δύναμη να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της ζωής.

Για να γίνει ένας γάμος ακολουθούσαν την εξής διαδικασία:

1. ΑΡΑΕΜΑΝ (Ανεύρεση). Οι γονείς του κάθε νέου έψαχναν για το κατάλληλο κορίτσι ή μάλλον την κατάλληλη οικογένεια, από όπου ήθελαν να πάρουν το κορίτσι.

2. ΨΑΛΑΦΕΜΑΝ (Πρόταση). Αφού κατέληγαν, με το αράεμαν, σε κάποια προτίμηση, ανάθεταν σε ειδικές γυναίκες που ενεργούσαν σαν προξενήτρες, να πάνε εξ ονόματος τους, να ζητήσουν την κόρη για νύφη. Για να μη γίνει καμία παρεξήγηση οι γυναίκες αυτές, που ήταν πολύ ικανές στη δουλειά τους, δηλαδή το προξενιό, έκαναν πρώτα μια βολιδοσκόπηση για να δουν τις αντιδράσεις της οικογένειας στην οποία θα γινόταν η πρόταση. Εάν ήταν αρνητικοί οι γονείς του κοριτσιού, εγκατέλειπαν το θέμα οι ενδιαφερόμενοι, ίσως και από εγωισμό, εκτός αν ήταν μεγάλη η επιθυμία τους να αποκτήσουν νύφη τη συγκεκριμένη κοπέλα από τη συγκεκριμένη οικογένεια. Τότε γινόταν το Σύρσιμο, δηλαδή η απαγωγή, αλλά τέτοια περίπτωση συνέβαινε σπάνια.

3. ΣΟΥΜΑΔΕΜΑΝ (Αρραβώνας). Ακολουθούσε εφόσον οι γονείς του κοριτσιού δεχόντουσαν την πρόταση που τους είχε γίνει. Το Σουμάδεμαν γινόταν βράδυ και πήγαιναν στο σπίτι του κοριτσιού οι γονείς, ο νέος, ο παπάς και τους συνόδευαν οι στενότεροι συγγενείς. Όσο διαρκούσε ο αρραβώνας, ποτέ ο γαμπρός δεν συναντούσε τη νύφη μόνος του. Οι επισκέψεις στα πεθερικά του ήταν μετρημένες και πάντοτε μαζί με τους δικούς. Ήταν ντροπή να μπαινοβγαίνει στο σπίτι του πεθερού του. Συχνότερα πήγαιναν στη διάρκεια του αρραβώνα, οι γονείς των παιδιών σε ‘παρακάθια’, οι μεν στους δεν και αντίστροφα. Για αυτήν την περίπτωση ίσχυε μια τουρκική παροιμία: Γαμπρέ γλυκά γλυκά (αραιά αραιά) να έρχεσαι.

4. ΓΑΜΟΣ. Ή αλλιώς Στεφάνωμα. Ήταν η ιερότερη στιγμή. Οι προετοιμασίες ήταν μεγάλες και πολυήμερες. Στην αυλή του γαμπρού στόλιζαν ένα κριάρι με κορδέλες στα κέρατα. Γινόταν το Ξύρισμα του γαμπρού (‘νέγαμον’) από τους φίλους του με τη συνοδεία του ήχου της λύρας και ποντιακών τραγουδιών. Το νυφικό λουτρό (‘νεγαμόλουτρο’) της νύφης (‘νέγαμσα’) γινόταν το Σάββατο και στη συνέχεια η νύφη κλεινόταν στο δωμάτιο της. Το Στεφάνωμα γινόταν χωρίς εξαίρεση Κυριακή. Αντί για κρασί, πρόσφερε στους νεόνυμφους ο παπάς ‘μελίγαλα’ (γάλα ανακατεμένο με μέλι, που έφτιαχνε εκείνη την ώρα) προφέροντας τα ακόλουθα λόγια: ‘έκλινεν εκ τούτου εις τούτο’. Το ποτήρι που χρησιμοποιούσε ο παπάς στο τέλος της τελετής το έσπαναν στο πάτωμα. Την ώρα του Ησαΐα πετούσαν πάνω στο ζευγάρι κορκότα ανακατεμένα με ζαχαρωτά, σταφίδες, φουντούκια και μικρά κέρματα. Μετά το Στεφάνωμα ακολουθούσε το Χάρισμα, δηλαδή δώριζαν οι συγγενείς και φίλοι το νεόνυμφο ζευγάρι.

Όσο αφορά τη βάπτιση εκεί επικρατούσε ένα άλλο έθιμο. Η μάνα του παιδιού δεν έπρεπε να παρευρίσκεται κατά τη βάπτιση αλλά παρέμενε στο σπίτι. Όταν τελείωνε η βάπτιση, έτρεχε ένα παιδί στο σπίτι, όπου περίμενε όπως είπα η μάνα και ‘σχαρίαζε νάτη’ δηλαδή της ανήγγειλε το όνομα που πήρε το παιδί. Η αμοιβή του ήταν ένα δώρο (παchούςς) που είχε έτοιμο η μάνα για το ‘σχαρίασμα’. Όταν επέστρεφαν από την εκκλησία, η μάνα έβγαινε στην πόρτα να τους υποδεχτεί, και έπαιρνε το παιδί στην αγκαλιά της αφού προσκυνούσε τρεις φορές το νονό και του φιλούσε το χέρι.

Τα ζώα το καλοκαίρι ήταν έξω στο βουνό, δεν κατέβαιναν κάθε μέρα στο χωριό. Τα πήγαιναν και τα έφερναν Τούρκοι τσοπαναραίοι υπάλληλοι μας. Ανά 8-10 μέρες τα κατέβαζαν και τα δίναμε αλάτι. Μόνο όσα είχαν γάλα τα έφερνε ο αγελαδάρης καθημερινά για άρμεγμα.

Όταν το 1980 ο αδερφός μου ο Στύλων, πήγε και βρήκε το σπίτι μας στο Μουζαράτ, συνάντησε κάποιους από τους (τότε) υπαλλήλους μας, το δε σπίτι ήταν όπως το αφήσαμε με απλές παρεμβάσεις για τις φθορές λόγω χρόνου.

Οι άνθρωποι βέβαια ήταν πολύ φιλόξενοι αλλά και πολύ φτωχοί. Δεν είχαν ούτε καφέ να προσφέρουν στον αδερφό μου και το κυριότερο όργωναν ακόμα με τα ‘βούδια’.»

Ήδη στην Τουρκία επικρατεί (από το 1908) το κίνημα των Νεότουρκων. Οι υποσχέσεις τους για ισότητα, δικαιοσύνη και αδερφοσύνη των λαών της οθωμανικής αυτοκρατορίας είναι μια απάτη. Γίνεται προσπάθεια εκτουρκισμού των στρατεύσιμων χριστιανών μέσω της στράτευσης όλων των υπηκόων της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Από το 1914 οι τουρκογενείς φυλές της Μικράς Ασίας αρχίζουν να παρανομούν και να βιαιοπραγούν εναντίον των Ελλήνων και όχι μόνο. Το 1915 προειδοποιούν οι Τούρκοι με τη σφαγή των Αρμενίων.

Οι Καρσλήδες νοιώθουν ασφάλεια στα μέρη τους, όπου υπάρχουν ρωσικά στρατεύματα. Ήδη από τον Απρίλιο του 1916 ο ανατολικός Πόντος κατέχεται από τους Ρώσους, τους οποίους ο ίδιος ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος υποδέχεται το 1916 ως απελευθερωτές.

Το Νοέμβρη όμως ρου 1917 η επανάσταση των Μποσελβίκων θα ανατρέψει αυτή την κατάσταση. Ο πόλεμος θα χαρακτηριστεί από τον Λένιν ιμπεριαλιστικός, οι στρατιώτες θα ακούσουν τα επαναστατικά κηρύγματα και θα αρχίσουν να αποχωρούν από τον Πόντο.

Αναστατώνεται ο Πόντος αναστατώνεται και το Καρς μαζί και το συμμαχικό στρατόπεδο. Διακυβεύεται η τύχη του πολέμου , χάνεται ο Πόντος, χάνεται και το Καρς. Οι Ρώσοι λοιπόν, οι νικητές, χωρίς μεσολάβηση στρατιωτικής ήττας υποχωρούν, άλλοι από την Τραπεζούντα που την αφήνουν μετά από τρίχρονη κατοχή και άλλοι από το Ερζερούμ. Οι Τούρκοι χωρίς μεσολάβηση στρατιωτικής νίκης προχωρούν και καταλαμβάνουν αμαχητί - και χωρίς σταγόνα αίμα- εδάφη, σαστισμένοι απ’ αυτό το αναπάντεχο δώρο.

Οι Έλληνες του Πόντου λοιπόν για τρίτη φορά πληρώνουν ακριβά τα συναισθήματα αγάπης και αλληλεγγύης, που απροκάλυπτα δείξανε προς το Ρώσικό στρατό και λαό.

Έτσι ο Κεμάλ Ατατούρκ βρίσκεται ενισχυμένος από τους Μποσελβίκους με στρατιωτικό υλικό και άλλα εφόδια που εγκαταλείπουν, τα οποία χρησιμοποιεί για να εξοντώσει αρχικά τους Έλληνες του Πόντου και μετά τον υπόλοιπο μικρασιατικό ελληνισμό.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, διαβλέποντας τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες του Καρς, στέλνει το 1919 τον Ν. Καζαντζάκη, επικεφαλή μιας ειδικής αποστολής, με σκοπό να περισυλλέξει όσους εγκαταλείψουν τα σπίτια τους από τις περιοχές που καταλαμβάνουν τα τουρκικά στρατεύματα.

Ο μπάρμπα-Γιάννης Τσουκαλίδης θυμάται και περιγράφει τις πρώτες μέρες της προσφυγιάς:

«Οι Ρώσοι είχαν φύγει, από το 1917, λόγω της επανάστασης. Οι Τούρκοι ανέβαιναν στο Καρς. Ξέραμε το μίσος των Τούρκων απέναντι μας. Βλέπαμε ήδη τα χωριά του νότιου Καρς να ξεσηκώνονται. Συγκλήθηκε το συμβούλιο του χωριού και αποφασίστηκε η εγκατάλειψη του και η φυγή προς βορρά, προς το Βατούμ.

Πήραμε μαζί μας δυο κάρα με χρήσιμα πράγματα και λίγες αγελάδες (μόνο 8 γαλάριες). Τα υπόλοιπα ζώα τα είχαμε σιγά-σιγά πουλήσει. Το σπίτι μας αφέθηκε έρημο.

Ήταν Νοέμβρης του 1919. Οι άνθρωποι προχωρούσαν από το δρόμο και τα ζώα από τα βουνά για να βόσκουν. Καρσλήδες από 13 χωριά μαζευτήκαμε στο Πεπερέκ. Κάτσαμε ένα μήνα.

Στο δρόμο καλούσαμε τους άλλος Πόντιους του βόρειου Καρς να εγκαταλείψουν τα χωριά τους. Δεν το έκαναν. Περίμεναν να μαζέψουν τη σοδειά. Δίπλα από το βουνό Αρντανούτς και αφού είχαμε περάσει τον Κούρο ποταμό, οδεύαμε προς το Βατούμ.

Εκεί μαζεύτηκαν πολλές οικογένειες από διάφορα μέρη του Καυκάσου και ελπίζαμε να βρούμε μια θέση στο πρώτο ελληνικό καράβι.

Ήμασταν από τους τυχερούς και έτσι τέλη Δεκέμβρη μπαίνουμε στο πλοίο ‘Κωνσταντίνος’. Ανέβαζαν τα ζώα με μακαρά (γερανό) και τα κατέβαζαν στο αμπάρι. Οι άνθρωποι στοιβάζονταν στο κατάστρωμα. Από το Βατούμ πήγαμε στην Κωνσταντινούπολη μετά από λίγες μέρες. Το πλοίο έπρεπε να ανεφοδιαστεί. Εκεί στο λιμάνι μια τορπίλη χτύπησε το πλοίο και έκανε ένα μικρό ρήγμα, που το επισκεύασαν σε σύντομο χρονικό διάστημα.»

Έτσι λοιπόν ο παππούς Γιάννης Τσουκαλίδης φτάνει στην Καλαμαριά, στη Θεσσαλονίκη, στις αρχές του 1920, ένας από τους χιλιάδες πρόσφυγες που μεταφέρθηκαν εκεί με τα ελληνικά πλοία κατά το διάστημα 1919-1922, περνώντας πρώτα από τα φοβερά λοιμοκαθαρτήρια της Καλαμαριάς.

Ο Ν. Καζαντζάκης κάνει το 1920 (25 Ιουνίου) τη ρεαλιστική πρόταση να φέρουν περισσότερους Έλληνες γεωργούς από τον Καύκασο στην Ελλάδα , για την επίλυση του Μακεδονικού ζητήματος. Έπρεπε λοιπόν τα ερημωμένα χωριά από την Κομοτηνή ως τη Φλώρινα να ζαναζωντανέψουν.

Έτσι λοιπόν το οδοιπορικό του μπάρμπα-Γιάννη συνεχίζεται:

«Στην Καλαμαριά κατεβήκαμε, αφού περάσαμε από κάποιες εξετάσεις, μας βάλανε σε κάποιες παράγκες. Τα ζώα μας σταβλίστηκαν στους Γαλλικούς στάβλους ιππικού στην Αγία Παρασκευή. Δυο αδέρφια μου έμειναν εκεί για να τα προσέχουν.

Ο Ερυθρός Σταυρός μας βοηθούσε, μας έδιναν και κάποια χρήματα. Καθίσαμε εκεί όλο το χειμώνα. Παρόλα αυτά πολλοί πέθαναν εκεί στην Καλαμαριά, λόγω των σκληρών συνθηκών που επικρατούσαν στους προσφυγικούς καταυλισμούς. Θυμάμαι ένα τραγούδι που περιέγραφε ζωντανά αυτή την κατάσταση:

Έρημον να είνεσαι Καράπουρνον,

Που γύρω- γύρω είσαι ταφία

Ανοίξτε και τερέστα τα

Όλα Καρσί παιδία.

Εμείς ευτυχώς δεν είχαμε καμιά απώλεια στη δική μας οικογένεια (21 συνολικά άτομα-12 παιδιά).

Άνοιξη με καλοκαίρι, συγγενείς και συγχωριανοί από το Μουζαράτ στείλανε αντιπροσωπεία να δει κάποια μέρη στην περιοχή της Καβάλας, για μόνιμη εγκατάσταση μας. Η επιτροπή αυτή με υπεύθυνο τον Πατσίδη Σάββα βρήκαν το χωριό Ορφάνι, ένα όμορφο μέρος σχεδόν παραθαλάσσιο. Φύγαμε όλοι μαζί και εγκατασταθήκαμε εκεί. Μείναμε σχεδόν τέσσερα χρόνια. Σπίτια (παραπήγματα) μας έκανε το κράτος. Δεν ήταν όμως ιδανικό μέρος για μας τους Καρσλήδες, που ήμασταν συνηθισμένοι σε άλλα υψόμετρα και κλίματα ψυχρότερα. Γύρω-γύρω η περιοχή ήταν όλη έλη. Νερό πόσιμο ελάχιστο, κυρίως δε το καλοκαίρι η κατάσταση ήταν απελπιστική. Κουνούπια και έλη φέρανε την ελονοσία, που αποδεκάτισε το χωριό. Απώλειες είχε και η οικογένεια μας. Χάσαμε δυο αδέρφια και μια αδερφή. Εγκυμονούσες γυναίκες δεν άντεχαν και πέθαναν. Έτσι από το 1920 ως το 1924 είχαμε ελάχιστες γεννήσεις.

Η κατάσταση γίνεται ανυπόφορη. Ο αδερφός ο Κώστας παίρνει όλη την οικογένεια μας και μας οδηγεί, το 1923, στο Ροδολίβους Σερρών, ορεινό χωριό, όπου μείναμε 6 μήνες. Το μέρος μας άρεσε. Ο Κώστας γυρίζει στο Ορφάνι και καλεί τους συγχωριανούς μας να μας ακολουθήσουν και να ανέβουν να εγκατασταθούν κι αυτοί στο Ροδολίβους. Δεν τόλμησαν όμως να ακολουθήσουν τον αδερφό μου. Στο Ροδολίβους (που κατοικούσαν γηγενείς Ταρνάκηδες) περάσαμε πολύ καλά. Η οικογένεια μου νοίκιασε ένα στάβλο, και ασχοληθήκαμε με ζώα.

‘Χωρίς τεμέτερ κι ήνουμες’. Μας έπιασε η νοσταλγία για τους δικούς ανθρώπους. Ίσως νιώθαμε και κάποια μοναξιά εμείς οι πρόσφυγες ανάμεσα στους ντόπιους του Ροδολίβους με τα διαφορετικά ήθη και έθιμα, με τους οποίους δεν είχαμε και δεν βρίσκαμε κοινά ώστε να μας συνδέσουν. Έτσι γυρίσαμε στο Ορφάνι.

Γυρνώντας στο Ορφάνι, γράφτηκα στο σχολείο, που είχαν δημιουργήσει οι ίδιοι οι συγχωριανοί και δίδασκαν δυο δάσκαλοι (που τους πληρώναμε εμείς τότε, ο ένας ήταν δε Θρακιώτης αρχιμανδρίτης που ξέπεσε και δούλευε ως δάσκαλος. Μας μιλούσε με πολύ αγάπη για τη Θράκη και μας έμαθε και ένα τραγούδι, που το θυμάμαι ως τώρα:

Δυτική Θράκη δεν ήλπιζα

Πως είσαι Τουρκοπούλα

Γιατί σε γνώρισα καλά

Γλυκιά μου Ελληνοπούλα.

Θράκη όμορφα θα ζούμε

Τώρα πια μαζί

Η Ελλάς όσο υπάρχει

Και όσο ζει.

Με φερετζέ κι αν κρύψουνε

Θράκη μου τη θωριά σου

Ποτέ δεν καταφέρνουνε

Ν’ αλλάξουν τη θωριά σου.

Στο Ορφάνι η κατάσταση είναι πλέον ανυπόφορη. Όλοι θέλουν να φύγουν από κει. Πρέπει κάποιος να ερευνήσει να βρει ένα νέο μέρος. Η Δημογεροντία του χωριού στέλνει πάλι τον αδερφό μου Κώστα Τσουκαλίδη για έρευνες στην περιοχή της Θράκης. Ο αδερφός μου πουλάει τη μεγάλη μηχανή Στίγγερ της οικογένειας, ένα χαλί δωματίου και 1000 οκάδες κριθάρι και αφού πάρει την υπόσχεση ότι τα χρήματα που θα ψοδέψει θα του επιστραφούν ξεκινάει προς αναζήτηση νέου μέρους εγκατάστασης.

Στο μεταξύ όμως έγινε η παραχώρηση της Ανατολικής Θράκης στους Τούρκους, και η οπισθοχώρηση του ελληνικού στρατού, που συνοδεύτηκε από 250.000 χιλιάδες πρόσφυγες. Έτσι ξεριζώθηκε βίαια και ο ελληνισμός της Ανατολικής Θράκης και πύκνωσε το ρεύμα της προσφυγιάς.

Ο αδερφός μου αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω, προτείνοντας την περιοχή των Σαράντα Εκκλησιών. Οι συγχωριανοί δεν δέχονται την πρόταση του και δεν πληρώνουν τα έξοδα του.

Το 1924 νέα αντιπροσωπεία με τον Κώστα Τσουκαλίδη και Ανδρέα Κεζεμίδη στέλνονται στο νομό Κοζάνης. Εκεί τους υποδεικνύεται προς εγκατάσταση η περιοχή της Πτολεμαϊδας, και συγκεκριμένα το Όρτομους (Γουρουνότοπος και μετέπειτα Ποντοκώμη), το Ιγνελίν (Ανατολικό) και το Παλιοχώρι.

Η Ποντοκώμη ήταν αυτή που τους Θύμισε την πατρίδα τους. Βουνά, δάση, κλίμα ανάλογο με το Καρς, πλούσια νερά και αρκετός κάμπος. Μεγάλη διαφορά με τη τωρινή κατάσταση όπως διαμορφώθηκε μετά την κατασκευή των εργοστασίων της Δ.Ε.Η.

Έτσι οι περισσότεροι ( κάποιοι αρνούνται να έρθουν, έρχονται όμως αργότερα, όπως οι οικογένειες του Λουλιάνου Ισαάκ, του Μαυροπουλίδη Γιάννη, του Παυλίδη Παύλου και οι Λεσπουράντ που ήταν μεγάλο σόι) αφού γραφτήκαμε σε καταστάσεις προχωρήσαμε προς την Ποντοκώμη.

Φτάσαμε εκεί το καλοκαίρι του 1924. Ήδη στο χωριό, που ήταν πριν τουρκικό, ήταν εγκατεστημένοι κι άλλοι πρόσφυγες από τον πόντο και το Καρς, μάλιστα γείτονες μας, οι Γιαλαουτσαμλήδες, αλλά και Ολοχλούδες, Απεσλήδες, Αταπαζαρλήδες. Υπήρχαν ακόμα και λιγοστοί Τούρκοι, οι οποίοι παρέμειναν 4 μέρες και κατόπιν έφυγαν για την Τουρκία. Πολλούς τέτοιους Τούρκους που έφευγαν είχαμε συναντήσει και στο τρένο καθώς ακολουθούσαμε τη διαδρομή Θεσσαλονίκη- Αμύνταιο- Ποντοκώμη.

Την πρώτη μέρα που φτάσαμε ακούσαμε την τελευταία προσευχή του μουλά στο τζαμί του χωριού. Το τζαμί σε λίγο χρονικό διάστημα θα μετατραπεί σε σχολείο όπου και πάλι θα φοιτήσω και θα τελειώσω το δημοτικό σχολείο με δασκάλους τον πόντιο Τόγκο (Αταπαζαλής) και το Θωμαίδη.

Αποζημίωση δεν πήραμε γιατί η υπεύθυνη υπηρεσία για την αποκατάσταση των προσφύγων θα μας έφτιαχνε σπίτια. Κάθε οικογένεια και ένα σπίτι. Ο Σουμελίδης Ανδρέας (Γιαλαούτσαμλης) ρυμοτόμησε το χωριό με αποτέλεσμα να έχει αυτή την υπέροχη ρυμοτομία ακόμα και σήμερα.»

Η ιστορία του μπάρμπα-Γιάννη δεν σταματά εδώ. Θα δώσει αγώνες για την επιβίωση του ίδιου (ασχολούμενος με τη γεωργία), αλλά και της οικογένειας που θα κάνει. Το Μάιο του 1938 θα παντρευτεί την Χρυσαυγή Γρηγοριάδου (γεννηθείσα το 1921), πρόσφυγα από το Ερτζικάν της Μ. Ασίας εγκαταστημένης με την οικογένεια της στην Άρδασσα Πτολ/δας. Θα υπηρετήσει στο Αλβανικό μέτωπο, όπου θα τραυματισθεί (αργότερα το 1952 θα πάρει σύνταξη ως ανάπηρος πολέμου) και θα ζήσει και αυτός την τραγωδία του εμφυλίου πολέμου και τις λοιπές στρεβλώσεις της νεώτερης ιστορίας μας. Αποκτάει τέσσερα παιδιά την Ελπίδα (δασκάλα). τον Βασίλη (φυσικομαθηματικό), την Μαίρη και τη Βασιλική.

Σήμερα είναι ένας ευτυχισμένος παππούς, που αφού σπούδασε τα παιδιά του, τώρα απολαμβάνει τα εγγόνια του που έχοντας το πείσμα και την περηφάνια της Καρσλήδικης καταγωγής τους, διαπρέπουν στις επιστήμες και στους χώρους δουλειάς τους.

Πιο πολύ όμως χαίρεται και ευτυχεί όταν αυτά τα εγγόνια μαζεύονται γύρω του, όλα μαζί, και με τις ώρες τον παροτρύνουν να τους διηγηθεί τα ατελείωτα στιγμιότυπα της ζωής του. Της πολυτάραχης ζωής του μπάρμπα-Γιάννη Τσουκαλίδη, του περήφανου Καρσλή Πόντιου, τη ζώσα ιστορία που με πάθος ψυχής και διαύγεια πνεύματος, ακόμα και τώρα στα ενενήντα του, απλόχερα δέχεται να μοιραστεί με τους ακροατές του.

1 σχόλιο:

  1. Το φούρνο του χωριού, απ'όσο γνωρίζω τον είχαν οι Γιώργος και Κώστας Κυριακίδης και για αυτό τους φώναζαν φουρουντζάντ. Ο Παπανδρέας λεγόταν Αδαμίδης στο επίθετο, ήταν κοκκινομάλλης και μας κληροδότησε, στην οικογένεια μου, το κόκκινο μαλλί. Πρέπει να έγινε δεσπότης γιατί η μαμά μου θυμάται φωτογραφία του με τέτοια ρούχα. Οι Κυριακιδαίοι εγκαταστάθηκαν στη Δήμητρα Σερρών ενώ οι Αδαμιδαίοι, από την πλευρά της γιαγιάς μου, στην Κοζάνη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή