«Ο ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΣΣΔ ΩΣ ΤΟ Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ»

του
Αναστάση ΓΚΙΚΑ

Δρ. Πολιτικών Επιστημών

3-6-2007 Ριζοσπάστης

Η διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση ξεκινάει στις αρχές της δεκαετίας του 1920 μέσα στις πλέον δυσμενείς συνθήκες, μέσα από τα ερείπια που άφησαν πίσω τους ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο εμφύλιος και η ξένη ιμπεριαλιστική στρατιωτική επέμβαση 16 κρατών (μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα). Παρ' όλα αυτά, η νεαρή σοβιετική πολιτεία έδωσε από νωρίς δείγματα γραφής αναφορικά με τους ελληνοποντιακούς πληθυσμούς. Μερίμνησε άμεσα για την επανεγκατάσταση όσων είχαν εγκαταλείψει τις εστίες τους κατά τη διάρκεια των εθνικιστικών συγκρούσεων, ενώ για όσους ήταν είτε πρόσφυγες από τον Πόντο (τους οποίους η ελληνική κυβέρνηση δε δέχτηκε να μεταφέρει στην Ελλάδα) είτε άστεγοι λόγω της ολοκληρωτικής καταστροφής των χωριών τους, η σοβιετική εξουσία διέθεσε γη προκειμένου να εξασφαλίσουν τους όρους επιβίωσής τους.

Στον τομέα της πολιτιστικής - εκπαιδευτικής ανάπτυξης, η σοβιετική πολιτική προσανατολίστηκε στη συστηματική προώθηση της ιδιαίτερης εθνικής ταυτότητας και συνείδησης μεταξύ των μη ρωσικών λαών της ΕΣΣΔ. Αυτό επιδιώχτηκε κυρίως μέσω: α) της δημιουργίας εθνικών περιοχών, με διευρυμένο καθεστώς αυτονομίας και αυτοδιοίκησης, και β) μιας δυναμικής προώθησης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών που στοιχειοθετούσαν μια δοσμένη εθνική - πολιτιστική ταυτότητα: ήθη και έθιμα, γλώσσα, μουσεία, λογοτεχνία και ποίηση, ακόμα και εθνικές ενδυμασίες και κουζίνες. Ο μακροπρόθεσμος στόχος αυτής της πολιτικής θα μπορούσε συνοπτικά να αποδοθεί ως η επίτευξη μιας αρμονικής - δημιουργικής συνύπαρξης μεταξύ των ιδιαίτερων εθνικών ταυτοτήτων και μιας αναδυόμενης σε πανενωσιακό επίπεδο σοσιαλιστικής κουλτούρας.

Ετσι ιδρύθηκε Ελληνικό Τυπογραφείο, εκδόθηκαν πολλές εφημερίδες, περιοδικά και βιβλία στα ελληνικά, αναδείχτηκαν σημαντικές μορφές της σοβιετικής ποίησης και λογοτεχνίας, μεταφράστηκαν έργα τόσο της κλασικής όσο και της νεότερης ελληνικής φιλολογίας (από τον Όμηρο μέχρι τον Παπαδιαμάντη και τον Παλαμά), δημιουργήθηκε η Ελληνική Παιδαγωγική Σχολή, οργανώθηκε Ελληνικό Δραματικό Τμήμα στο Κρατικό Θέατρο της Αμπχαζίας, καθώς και Ελληνικά Θέατρα, εργατικές, επαγγελματικές και ανώτερες σχολές, μορφωτικοί όμιλοι, ελληνικές παιδαγωγικές ακαδημίες, κλπ.

Παρ' όλα αυτά, η μεταναστευτική τάση προς την Ελλάδα συνεχίστηκε και κατά τη δεκαετία του 1920. Πολλές παρερμηνείες έχουν αποδοθεί στην επιθυμία των Ελλήνων να γυρίσουν στην Ελλάδα, οι περισσότερες εκ των οποίων επαναλαμβάνουν το «κλασικό» μοτίβο περί καταπίεσης, διώξεων, κλπ. Πολλές μαρτυρίες όμως σκιαγραφούν μια τελείως διαφορετική εικόνα, που καταρρίπτει τα παραπάνω.

Επίσης δεν πρέπει να λησμονούμε και τα εξής:

α) Ενα μεγάλο τμήμα των Ελληνοποντίων που επιθυμούσε να μεταναστεύσει στην Ελλάδα ήταν πρόσφυγες του Πόντου, άνθρωποι οι οποίοι κατέφυγαν στα ρωσικά παράλια ως ενδιάμεσο σταθμό προς τον τελικό προορισμό τους: την Ελλάδα. Επομένως, για ένα εκτεταμένο χρονικό διάστημα - το οποίο παρατεινόταν συνεχώς από την άρνηση της ελληνικής κυβέρνησης να τους δεχτεί - οι πληθυσμοί αυτοί δε θεωρούσαν την κατάστασή τους μόνιμη.

β) Οντας ουσιαστικά «πληθυσμοί εν αναμονή» ήταν επόμενο η συμμετοχή τους στην κοινωνικοπολιτική ζωή της χώρας να είναι σχετικά περιορισμένη. Το ίδιο παρατηρήθηκε άλλωστε και ανάμεσα στους προσφυγικούς πληθυσμούς στην Ελλάδα, ωσότου η υπογραφή της Ελληνοτουρκικής Συνθήκης μεταξύ του Βενιζέλου και του Κεμάλ το 1930 διέλυσε κάθε ελπίδα επιστροφής Ποντίων και Μικρασιατών στις προγονικές τους εστίες, σηματοδοτώντας μια αργή αλλά σταθερή πορεία ένταξής τους στους κοινωνικούς αγώνες της νέας τους πατρίδας.

Οι Ελληνοποντιακοί πληθυσμοί στη Ρωσία, που ματαίως περίμεναν να εμφανιστούν τα πλοία από την Ελλάδα να τους παραλάβουν, διατηρούσαν τα ελληνικά διαβατήρια (που είχαν για ευνόητους λόγους εκδοθεί σκοπίμως και μαζικά από τις προξενικές αρχές τα πρώτα χρόνια μετά το 1917 - έως τότε οι Έλληνες της Ρωσίας είχαν ρωσική υπηκοότητα, ενώ οι Έλληνες της Τουρκίας την αντίστοιχη Οθωμανική) ελπίζοντας στη μελλοντική τους παλιννόστηση. Έτσι οι πληθυσμοί αυτοί θα βρίσκονταν για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα «εγκλωβισμένοι» σε μια κατάσταση που οι ίδιοι δεν επιθυμούσαν, με άμεσες συνέπειες για την ποιότητα της ζωής τους στην ΕΣΣΔ και με μια συνεχιζόμενη αβεβαιότητα για το μέλλον.

Από την άλλη μεριά, η Σοβιετική κυβέρνηση βρισκόταν σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση, αντιμετωπίζοντας μια κατάσταση κατά την οποία ένας σημαντικός αριθμός ανθρώπων - ως πληθυσμός εν αναμονή - παρουσίαζε δυσκολίες στην ένταξη και τη συμμετοχή του σε μια χώρα την οποία και θεωρούσε ξένη.

Η ελληνική πλευρά όμως δεν είχε κανένα σκοπό να τους δεχτεί: Απαντώντας σε σχετική ερώτηση στο Κοινοβούλιο το 1930, ο τότε πρωθυπουργός Βενιζέλος απάντησε πως «οι Έλληνες της Ρωσίας, ερχόμενοι εις την Ελλάδα, μεταφέρουν εις τας αποσκευάς των και τα μικρόβια του κομμουνισμού. Μας αρκεί η επίδρασις που ασκεί ο εγχώριος κομμουνισμός. Δε μας χρειάζεται και άλλος».

Στο μεταξύ, η διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ προχωρούσε, με την ταξική πάλη να οξύνεται, λαμβάνοντας στην πορεία και νέες μορφές. Ετσι κατά τη διάρκεια του κινήματος της κολεκτιβοποίησης, το προσωρινά ευνοημένο από τη ΝΕΠ τμήμα της αστικής τάξης και των καπιταλιστών της υπαίθρου (κουλάκων), πέρασε στην αντεπίθεση, οργανώνοντας ένοπλα κινήματα, δολοφονώντας κομμουνιστές, μέλη των σοβιέτ και κολχόζνικους, καταστρέφοντας τις περιουσίες των κολχόζ, κλπ.

Το ελληνικό κολχόζνικο κίνημα, ωστόσο, σημείωσε σημαντικές επιτυχίες, κατακτώντας πρωτοπόρες θέσεις, για παράδειγμα στην Ουκρανία (όπου είχαν σχηματιστεί συλλογικά αγροκτήματα πολύ πριν την επίσημη έναρξη της κολεκτιβοποίησης). Πολλοί Έλληνες τιμήθηκαν με τίτλους όπως «Διακεκριμένος Αγρότης» ή «Ήρωας της Σοσιαλιστικής Δουλειάς». Αναδείχτηκαν πανεθνικά σύμβολα του κινήματος, όπως στην περίπτωση της Πάσα Αγγελίνα.

Παλαιότερες μελέτες, στρατευμένες στο κλίμα και τις σκοπιμότητες του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου», υποστήριξαν πως η σοβιετική πολιτική των «μερικών υποχωρήσεων» έναντι των εθνοτήτων της δεκαετίας του 1920, αντικαταστάθηκε το αμέσως επόμενο διάστημα από μια πολιτική «εθνοκαθάρσεων», «εθνικής τρομοκρατίας», και «αφομοίωσης» (ρωσοποίησης). Ωστόσο, πιο πρόσφατες μελέτες, οπλισμένες με πλούσιο πρωτογενές υλικό που κατέστη προσβάσιμο με το άνοιγμα των Κρατικών Αρχείων (μετά το 1991), διαπίστωσαν με έκπληξη - όπως πολλοί εξ αυτών παραδέχονται - μια «εντυπωσιακή συνέχεια στη σοβιετική προσήλωση στην ανάπτυξη των εθνοτήτων καθ' όλη τη διάρκεια της Σταλινικής περιόδου και αργότερα».

Στο μεταξύ, νέες παράμετροι είχαν κάνει την εμφάνισή τους: α) Η άνοδος του ναζισμού στη Γερμανία και η διαπίστωση ότι ένας δεύτερος ιμπεριαλιστικός πόλεμος ήταν αναπόφευκτος. β) Η αποκάλυψη της δράσης εθνικιστικών - φασιστικών οργανώσεων στην Ουκρανία, συμπεριλαμβανομένης της Ουκρανικής Στρατιωτικής Οργάνωσης (UVO) και της Οργάνωσης των Ουκρανών Εθνικιστών (OUN). Πρόκειται για οργανώσεις οι οποίες κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου αποτέλεσαν τη μαγιά της ουκρανικής «πέμπτης φάλαγγας» που συνεργάστηκε με τους φασίστες εισβολείς.

Τα προβλήματα αυτά αναζητούσαν λύσεις σε μια περίοδο που η ταξική πάλη στην ΕΣΣΔ λάμβανε οξύτερες μορφές. Σε αυτή, το εθνικό και το ταξικό ταυτίστηκαν στο βαθμό που η αντίδραση επιχείρησε να ντύσει κατά καιρούς και κατά περίπτωση με «εθνικό μανδύα» τις αντεπαναστατικές της επιδιώξεις.

Διώξεις της περιόδου 1937 - 1939;

Σε γενικές γραμμές, η διαστρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας γύρω από τις διώξεις πραγματοποιήθηκε σε δύο κυρίως άξονες: α) το χαρακτήρα των διώξεων και β) την έκτασή τους. Μια πρόσφατη έρευνα Αμερικανών ιστορικών στα κρατικά αρχεία της ΕΣΣΔ, που δημοσιεύτηκε στο «American Historical Review» (όπως και στο «L' Historie» του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Ερευνας της Γαλλίας), προσφέρει μια σειρά ακράδαντων στοιχείων που αποδομούν από τα θεμέλιά τους τις διάφορες «θεωρίες» περί εθνοκάθαρσης των μειονοτήτων στην ΕΣΣΔ.

Η έρευνα αυτή κατέληξε συμπερασματικά πως η λεγόμενη «περίοδος της τρομοκρατίας» (αναφέρονται στην περίοδο 1936-1940) «στόχευε κυρίως στις ελίτ παρά στις εθνικές ομάδες αυτές καθαυτές.» Επηρέασε δηλαδή μέλη εθνοτήτων τα οποία ανήκαν στη διοικητική και οικονομική ελίτ (και τα οποία αντιμετώπιζαν κατηγορίες διαφθοράς, κατάχρησης εξουσίας, κλπ.), λόγω της θέσης που κατείχαν και όχι εξαιτίας της καταγωγής τους. Ιδιαίτερα για «τους λαούς του Καυκάσου», τα αρχειακά ευρήματα αποδεικνύουν πως «αντιπροσωπεύονταν σε μικρότερο ποσοστό στο σύστημα GULAG από ό,τι τους αναλογούσε στο σύνολο του πληθυσμού της χώρας: ως εθνικές ομάδες επηρεάστηκαν λιγότερο συγκριτικά κατά το 1937-1938».

Τα ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία που προκύπτουν από τα Σοβιετικά Κρατικά Αρχεία, επιβεβαιώνονται αναφορικά με τους Ελληνες και από τα αντίστοιχα ελληνικά. Συγκεκριμένα, αναφορές του υπουργείου των Εξωτερικών κάνουν λόγο για 2.177 συλληφθέντες ως το 1939 (και όχι δεκάδες χιλιάδες όπως ισχυρίζονται ορισμένοι), εκ των οποίων οι 86 αντιμετώπιζαν κατηγορίες επί παραβάσει του άρθρου 58 για αντεπαναστατική δράση. Η πλέον συνήθης κατηγορία που προκύπτει επανειλημμένα στις αιτήσεις των ίδιων των ομογενών στην πρεσβεία της Μόσχας, αφορούσε την παράνομη κατοχή και διακίνηση συναλλάγματος, καθώς και το μαύρο εμπόριο.

Ήταν αυτά τα μέτρα αναγκαία; Ο Αμερικανός πρέσβης στη Μόσχα υπήρξε κατηγορηματικός: «Η κάθαρση (της περιόδου 1936-1939) καθάρισε τη χώρα και την εξασφάλισε από την προδοσία».

Εν κατακλείδι, οι οποιεσδήποτε ενέργειες από πλευράς Σοβιετικού κράτους είχαν συγκεκριμένα αίτια και σκοπούς, που καθορίζονταν από το χαρακτήρα και την όξυνση της ταξικής πάλης στις δοσμένες ιστορικές συνθήκες, την άνοδο του φασισμού και την απειλή του πολέμου. Αποτελεί λίαν υποτιμητικό, κατά τη γνώμη μου, για τον ποντιακό ελληνισμό, για την πορεία και την προσφορά του στη Σοβιετική Ένωση, να ταυτίζεται τόσο ισοπεδωτικά και εξ ολοκλήρου με τις διώξεις του 1937-1939, όπως έχει επικρατήσει να αποτυπώνεται σε μερίδα της ιστοριογραφίας. Οι εκδοχές αυτές της Ιστορίας, απογυμνώνοντας τις μερικές εξελίξεις από το γενικότερο πλαίσιο που τις επέβαλλε - και εν πολλοίς τις καθόρισε - προσπάθησαν να στοιχειοθετήσουν μια σχεδόν μεταφυσική ανθελληνική εμμονή στην πολιτική της Σοβιετικής πολιτείας.

Και όμως, ο ποντιακός ελληνισμός, ως εθνική κοινότητα στο σύνολό της, διέπρεψε σε όλα ανεξαιρέτως τα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας, στις Τέχνες, στις Επιστήμες, στα Γράμματα, στην Πολιτική, κλπ. Μορφές του σοβιετικού και παγκόσμιου πολιτισμού, όπως οι Οδυσσέας Δημητριάδης (στη Μουσική) και ο Αλέξανδρος Σγουρίδης (στον Κινηματογράφο), διέγραψαν τα πρώτα βήματα της λαμπρής τους καριέρας στην κατά τ' άλλα «ανήσυχη» δεκαετία του 1930. Το 1939, πάνω από 1 στους 10 Έλληνες στην ΕΣΣΔ είχε ανώτατη μόρφωση.

Ο ποντιακός ελληνισμός, μετείχε ενεργά στις κοινωνικές διεργασίες, καθώς και σε όλες τις πτυχές / περιόδους της σοσιαλιστικής οικοδόμησης (κολεκτιβοποίηση, βιομηχανική ανάπτυξη, και ούτω καθεξής). Απέδειξε έμπρακτα το ποιόν της σχέσης του με το σοβιετικό καθεστώς, όταν με ηρωισμό και αυταπάρνηση ρίχτηκε στα πεδία των μαχών του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, υπερασπιζόμενος τη σοσιαλιστική του πατρίδα, ακόμα και με τίμημα την ίδια του τη ζωή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου