ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΑΠΟ ΠΟΝΤΟ ΠΡΟΣ ΡΩΣΙΑ ΚΑΙ ΚΑΥΚΑΣΟ


Συγγραφή : Ξανθοπούλου - Κυριακού Άρτεμις (27/3/2003)

πηγή:http://www2.egiklopedia.gr/imeportal/forms/fLemmaBodyExtended.aspx?lemmaID=5303

Οι πρώτες μεταναστεύσεις από τον Πόντο προς τη Ρωσία και τον Καύκασο

Οι επαφές των Ελλήνων του Πόντου με τις περιοχές του Καυκάσου και της Υπερκαυκασίας, ιδιαίτερα με το ορθόδοξο βασίλειο της Γεωργίας, ήταν συνεχείς και αδιάλειπτες κατά τους νεότερους χρόνους. Οι πληροφορίες ωστόσο που έχουμε στη διάθεσή μας για τις εγκαταστάσεις Ελλήνων στον Καύκασο την περίοδο που ακολούθησε την κατάλυση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας (1461), σποραδικές και αόριστες, δεν μας επιτρέπουν να σχηματίσουμε συγκεκριμένη εικόνα για το μέγεθος και τη σημασία της εκεί ελληνικής παρουσίας μέχρι το β' μισό του 18ου αιώνα τουλάχιστον. Είναι τότε που ο βασιλιάς της ανατολικής Γεωργίας Ηρακλής Β' (1744-1798) αποφάσισε να θέσει σε επαναλειτουργία τα παλιά χρυσωρυχεία και ασημωρυχεία της επικράτειας του στην περιοχή της Αχτάλας. Για το λόγο αυτό φρόντισε να προσελκύσει εκατοντάδες έμπειρους Έλληνες μεταλλωρύχους από τη γειτονική οθωμανική επικράτεια, και ιδιαίτερα από τις περιοχές του Γκιουμουσχανέ (Αργυρούπολη) και του Ερζερούμ (Θεοδοσιούπολη). Η μετοικεσία ωστόσο αυτή που πραγματοποιήθηκε σε περίοδο έντονων γεωργιανοπερσικών συγκρούσεων είχε τραγική κατάληξη για τους Έλληνες μεταλλωρύχους: οι επιθέσεις των Περσών, που κορυφώθηκαν με τη σφαγή των κατοίκων της Τιφλίδας το 1795, είχαν ως αποτέλεσμα τον αποδεκατισμό και την αιχμαλωσία πολλών Ελλήνων μεταλλωρύχων και των οικογενειών τους, την καταστροφή των μεταλλείων και την ερήμωση της περιοχής. Χωρίς ουσιαστική συνέχεια υπήρξε και η προσπάθεια των Ρώσων, νέων κυριάρχων στην περιοχή (1801), για την επαναλειτουργία των μεταλλείων με τη βοήθεια Ελλήνων τεχνιτών από τις περιοχές Καρς και Μους[1].

Οι Ρώσοι ωστόσο φαίνεται ότι δεν παραιτήθηκαν από την ιδέα εποικισμού των νέων, επισφαλών ακόμη, κτήσεών τους στην Υπερκαυκασία (σημ. Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν) με χριστιανικούς πληθυσμούς, αν κρίνουμε από το γεγονός της ίδρυσης και λειτουργίας «Επιτροπής Μετοικεσίας» στην Τιφλίδα (1806-1812). Η «Επιτροπή» σχεδίαζε την προσέλκυση Ελλήνων και Αρμενίων από την όμορη οθωμανική επικράτεια και το Αζερμπαϊτζάν και την εγκατάστασή τους στο λιμάνι του Πότι και στην περιοχή του Αχάλτσιχε, συγκοινωνιακού κόμβου στο δρόμο για την Τιφλίδα[2]. Παρά τα πενιχρά μάλλον αποτελέσματα της προσπάθειας κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, περίοδο κατά την οποία δεν είχε ακόμη παγιωθεί η ρωσική κυριαρχία, γίνεται σαφές ότι οι Ρώσοι είχαν εγκαινιάσει και στην Υπερκαυκασία[3] πρόγραμμα αλλαγής του εθνογραφικού χάρτη της περιοχής με την προσέλκυση χριστιανικών πληθυσμών από τις όμορες επικράτειες.

Σποραδικές μετοικεσίες από τον Πόντο προς τις νέες ρωσικές κτήσεις της Υπερκαυκασίας σημειώθηκαν και στις αρχές της δεκαετίας του 1820 και συγκεκριμένα το 1821-1823. Οι μετοικεσίες, τεκμηριωμένες από διάφορες πηγές, οφείλονταν κατά μεγάλο μέρος στην τεταμένη κατάσταση που επικρατούσε τότε σε ολόκληρη τη ζώνη των οθωμανορωσικών συνόρων εξαιτίας των συνεχών αλλαγών στο κυριαρχικό καθεστώς της περιοχής καθώς και λόγω των αλλεπάλληλων εξεγέρσεων των μουσουλμανικών πληθυσμών της Υπερκαυκασίας εναντίον των νέων κυρίαρχων, των Ρώσων. Σε ό,τι όμως αφορά τους ορθοδόξους δεν θα πρέπει να παραβλεφθεί και το αρνητικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί εναντίον τους εξαιτίας της Ελληνικής Επανάστασης.

2. Μεταναστεύσεις στη Ρωσία μετά το Ρωσο-οθωμανικό πόλεμο του 1828-1829
Οι περιπτώσεις αυτές, που ήταν μάλλον σποραδικές και αριθμητικά περιορισμένες, θα αυξηθούν αμέσως μετά το τέλος του Ρωσοπερσικού πολέμου (1826-1827) και κυρίως του Ρωσο-οθωμανικού πολέμου του 1828-1829, κατά τη διάρκεια του οποίου ρωσική εμπροσθοφυλακή είχε διεισδύσει μέχρι το Ερζερούμ και το Γκιουμουσχανέ (Αργυρούπολη). Με τη λήξη των δυο πολέμων, ένα σημαντικό τμήμα του χριστιανικού πληθυσμού των περιοχών που προαναφέρθηκαν ακολούθησε σε κατάσταση πανικού τα ρωσικά στρατεύματα που αποχωρούσαν. Ο πανικός οφειλόταν στο γεγονός ότι οι ορθόδοξοι και οι Αρμένιοι της περιοχής είχαν εκτεθεί, επειδή είχαν δεχθεί τους Ρώσους ως απελευθερωτές και τους είχαν βοηθήσει κατά την προέλασή τους στην οθωμανική ενδοχώρα
[4]. Η επιτυχής άλλωστε κατάληξη της Ελληνικής Επανάστασης και η ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους έτρεφε ενδεχομένως και τις δικές τους ελπίδες.

Η συντριπτική πλειοψηφία των ορθόδοξων μετοίκων της περιόδου αυτής (1829-1833) εγκαταστάθηκε στην ορεινή περιοχή της Τσάλκας, σε μικρή σχετικά απόσταση από την Τιφλίδα. Η επιλογή της Τσάλκας υπαγορεύτηκε από το γεγονός ότι τα χωριά της περιοχής είτε είχαν εγκαταλειφθεί από τους κατοίκους τους για λόγους ασφάλειας, είτε κατοικούνταν περιστασιακά από Τατάρους νομάδες. Σύμφωνα με ρωσικές πηγές, την άνοιξη του 1832 υπήρχαν στην Τσάλκα 18 ελληνικοί οικισμοί με 532 οικογένειες (3.381 άτομα, από τα οποία τα 1.336 ήταν παιδιά). Στις νέες τους πατρίδες οι ορθόδοξοι (τουρκόφωνοι στην πλειονότητά τους) έδιναν συνήθως τα ονόματα των τουρκικών χωριών τα οποία είχαν εγκαταλείψει. Σε σπάνιες περιπτώσεις διατηρήθηκε το αρχικό γεωργιανό τοπωνύμιο, το οποίο ας σημειωθεί ότι το αγνοούσε συχνά ακόμα και η ρωσική «Επιτροπή Μετοικεσίας», η οποία θα πρέπει να είχε ενεργοποιηθεί ξανά για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα[5].

3. Οι μεταναστεύσεις της περιόδου από τη λήξη του Κριμαϊκού πολέμου μέχρι το 1882-83[6]

3.1. Γενικές επισημάνσεις

Οι αλλαγές που επισημαίνονται στις μετοικεσίες των Ελλήνων του Πόντου στη ρωσική επικράτεια, την Κριμαία και κυρίως την Υπερκαυκασία κατά το β' μισό του 19ου αιώνα σχετίζονται όχι μόνον με τη θεαματική αύξηση του αριθμού των μεταναστών, αλλά και με την επέκταση του φαινομένου, εκτός από την ενδοχώρα του Πόντου, και στην παράλια ζώνη του. Τα αίτια στα οποία οφείλονται οι νέες μετοικεσίες είναι σύνθετα και ποικίλα και θα πρέπει να αναζητηθούν τόσο στις συνθήκες που επικρατούσαν στη χώρα υποδοχής όσο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία:

α) Κατάσταση ανασφάλειας του πληθυσμού πριν, κατά, και μετά τις ρωσο-οθωμανικές συγκρούσεις, ιδιαίτερα την περίοδο τον Κριμαϊκού Πολέμου (1853-1856) και του πολέμου του 1877-1878.

Κατά την περίοδο που προαναφέραμε παρατηρείται μια αδιάκοπη ένταση στις σχέσεις των Ρώσων κυριάρχων της Υπερκαυκασίας με τους τοπικούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς που φθάνει συχνά και σε ένοπλες συγκρούσεις. Οι συνεχείς εξάλλου μετακινήσεις των αντίπαλων στρατευμάτων κατά τη διάρκεια του πολέμου συμπαρέσυραν και άμαχους πληθυσμούς, είτε της μιας είτε της άλλης πλευράς, προκαλώντας εξόδους Κούρδων, Κιρκασίων (Τσερκέζων), Αμπχαζιών και Λαζών από τον Καύκασο προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία και μετακινήσεις χριστιανικών πληθυσμών, κυρίως Αρμενίων, από την οθωμανική επικράτεια προς τη ρωσική. Τέλος, στα δεινά των κατοίκων προσθέτονταν και η ληστρική συμπεριφορά των μετακινούμενων οθωμανικών στρατευμάτων σε βάρος των χριστιανών, ιδιαίτερα εκείνων που ζούσαν στις παραμεθόριες περιοχές.

Τις δυσάρεστες συνέπειες αυτών των καταστάσεων τις βίωσαν κατ’ αρχάς οι χριστιανικοί πληθυσμοί του ανατολικού Πόντου, ορθόδοξοι και αρμενικοί. Δεν άφησαν όμως ανεπηρέαστη και τη ζωή των ντόπιων μουσουλμάνων κατοίκων: είναι χαρακτηριστική, για παράδειγμα, η περίπτωση 800 μουσουλμάνων του Τσορούχ Σου (Çoruh Su), εμπορικού σταθμού κοντά στο Βατούμ και σε απόσταση δύο ωρών από τα ρωσικά σύνορα, που, σε μια πρώιμη σχετικά με τις μεταναστεύσεις περίοδο (1849), όχι μόνο ζήτησαν να περάσουν στο ρωσικό έδαφος, αλλά και να ασπασθούν τη χριστιανική θρησκεία.

β) Επιβάρυνση του γηγενούς πληθυσμού τον Πόντου (χριστιανικού και μουσουλμανικού) λόγω της εισροής στο οθωμανικό έδαφος πολλών χιλιάδων μουσουλμάνων προσφύγων από τη ρωσική καυκασιανή επικράτεια.

Οι συνέπειες από τη συρροή χιλιάδων εξαθλιωμένων προσφύγων στην οθωμανική επικράτεια γίνονταν χρόνο με το χρόνο βαρύτερες. Ανησυχητική ήταν κυρίως η εξάπλωση επικίνδυνων επιδημιών, κυρίως μεταξύ των προσφύγων. Στην Τραπεζούντα, π.χ., εκτός από την επιδημία ευλογιάς, ενέσκηψε κατά τα τέλη του 1863 και τις αρχές του 1864 και επιδημία τύφου, που πήρε μεγάλες διαστάσεις, προπάντων μετά τη μόλυνση του κεντρικού αγωγού ύδρευσης της πόλης από το πτώμα ενός Κιρκάσιου πρόσφυγα.

Το πρόβλημα εντεινόταν και από το γεγονός ότι σημαντικό βάρος της συντήρησης των προσφύγων είχε φορτωθεί στους ώμους του ντόπιου πληθυσμού (μουσουλμανικού και χριστιανικού): Από τις αρχές της δεκαετίας του 1860 και ως το τέλος σχεδόν του αιώνα οι κάτοικοι των χωριών (αλλά και μερικών πόλεων) του Πόντου, μουσουλμάνοι και, κυρίως, χριστιανοί, υπέφεραν από τις απαιτήσεις των οθωμανικών αρχών να συντηρούν σχεδόν υποχρεωτικά τους πρόσφυγες, καθώς έπρεπε να μοιράζονται μαζί τους την τροφή, την καλλιεργήσιμη γη τους ή ακόμα και τη στέγη τους. Υπήρχε παράλληλα και η συνεχής διασάλευση της τάξης προπάντων από τις ανεξέλεγκτες συμμορίες των ανέστιων και εξαθλιωμένων Κιρκασίων. Οι συμμορίες των προσφύγων του Καυκάσου συνεργάζονταν συχνά και με ντόπια στοιχεία και Κούρδους ατάκτους της περιοχής.

Ο ορθόδοξος πληθυσμός είχε να αντιμετωπίσει επιπλέον και τις αντεκδικητικές ενέργειες των μουσουλμάνων, οι οποίοι, μετά την έκρηξη της Κρητικής Επανάστασης (1866-1869), πίεζαν τους ορθοδόξους με υπερβολικές αγγαρείες και άλλες αυθαιρεσίες, ενώ κυκλοφορούσαν και φήμες για σφαγές χριστιανικών πληθυσμών, φήμες που σκορπούσαν τον πανικό και διευκόλυναν το έργο των Ρώσων προπαγανδιστών της μετανάστευσης.

γ) Η παρατεινόμενη αναβλητικότητα των οθωμανικών αρχών ως προς την αναγνώριση των Κρωμλήδων, των κρυπτοχριστιανών δηλαδή του Πόντου[7], που αποκάλυψαν τη χριστιανική τους ταυτότητα μετά το 1856.

Η άρνηση των οθωμανικών αρχών να αναγνωρίσουν τους Κρωμλήδες ως χριστιανούς, παρά τις υποχρεώσεις που απέρρεαν για τον σουλτάνο από τις διακηρύξεις του περί ισονομίας και ισοπολιτείας με το Χάτι Χουμαγιούν του 1856, και οι διώξεις που ασκήθηκαν σε βάρος τους, οδήγησαν ορισμένους από αυτούς στη μετανάστευση στη ρωσική επικράτεια.

δ) Η επιδιωκόμενη από τους Ρώσους εθνογραφική αλλοίωση των κτήσεών τους στον Καύκασο με την προσέλκυση του χριστιανικού στοιχείου από την όμορη οθωμανική επικράτεια και η προπαγανδιζόμενη παροχή προνομίων στους επίδοξους μετανάστες.

Η έξοδος σημαντικού τμήματος των μουσουλμάνων του Καυκάσου διευκόλυνε τα εποικιστικά σχέδια των Ρώσων, νέων κυριάρχων στην περιοχή, οι οποίοι έσπευδαν να αναπληρώσουν τα κενά με χριστιανούς εποίκους, τους οποίους προσέλκυαν είτε από άλλα μέρη της τσαρικής αυτοκρατορίας είτε και από περιοχές της οθωμανικής. Η ίδια τακτική, που είχε ως αποτέλεσμα κάποιας μορφής έμμεση ανταλλαγή πληθυσμών, εφαρμόστηκε τόσο μετά τη λήξη του Κριμαϊκού Πολέμου όσο και κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά τη λήξη του επόμενου Ρωσο-οθωμανικού πολέμου (του 1877-1878). Στη διάρκεια εξάλλου των κρίσεων αυτών και ως τα τέλη σχεδόν της δεκαετίας του 1870 είχε δημιουργηθεί σε πολλούς ρωσικούς κύκλους ένα αρκετά ευμενές κλίμα έναντι του ορθόδοξου στοιχείου, είτε εξαιτίας των παραδοσιακών σχέσεων είτε και εξαιτίας της φιλορωσικής στάσης που τήρησε αρχικά το ίδιο το εθνικό κέντρο (όπως συνέβη κατά την πρώτη φάση του Κριμαϊκού Πολέμου) και στη συνέχεια οι ελληνικές παροικίες και εστίες της Αυτοκρατορίας.

Η τακτική πάντως των Ρώσων δεν εφαρμόστηκε μόνο για τον εποικισμό των σχετικά πρόσφατα κατακτημένων καυκασιανών τους επαρχιών, αλλά και για κτήσεις που είχαν περάσει στην τσαρική επικράτεια αρκετές δεκαετίες νωρίτερα, όπως έγινε π.χ. με την Κριμαία. Τα κίνητρα που πρόσφεραν στα 1861 οι Ρώσοι στους χριστιανούς (ορθόδοξους και Αρμένιους) των παραλίων της Μαύρης Θάλασσας που θα εποίκιζαν περιοχές της Κριμαίας, από όπου διώχνονταν οι Τάταροι, αφορούσαν α) χρηματική ενίσχυση μετά την αποβίβασή τους στο ρωσικό έδαφος, β) εξασφάλιση βασικής διατροφής με τη χορήγηση 25 κιλών σταριού κατ’ άτομο το μήνα και για έναν ολόκληρο χρόνο, γ) παραχώρηση σε κάθε πενταμελή οικογένεια καλλιεργήσιμης γης με δεκαετή φορολογική απαλλαγή και τα απαραίτητα για τη συντήρησή της οικόσιτα ζώα.

Από τις αρχές ωστόσο της δεκαετίας του 1880 οι Ρώσοι άρχισαν να ενδιαφέρονται περισσότερο για τους ορθόδοξους παρά για τους αρμένιους μετανάστες, γεγονός που επισημαίνεται ιδιαίτερα από τον οξυδερκή Βρετανό πρόξενο στην Τραπεζούντα Άλφρεντ Μπιλιόττι (Alfred Biliotti). Ο Βρετανός πρόξενος επαναλάμβανε και τις παλαιότερα διατυπωμένες υποψίες του ότι τελικά οι Ρώσοι δεν επεδίωκαν τη μετακίνηση του αρμενικού στοιχείου από τις ανατολικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς την Υπερκαυκασία, αλλά ότι, αντίθετα, προτιμούσαν την παραμονή του στα λεγόμενα «αρμενικά βιλαέτια». Ο λόγος αυτής της αλλαγής ήταν καθαρά πολιτικός: ήθελαν να διαθέτουν στα βιλαέτια αυτά συμπαγείς αρμενικούς πληθυσμούς για να μπορέσουν στο μέλλον να χρησιμοποιήσουν το πρόσχημα της προστασίας τους ώστε να επιτύχουν τη δική τους παραπέρα επέκταση προς τα δυτικά. Η αισιοδοξία τους απέρρεε και από την επιτυχία που σημείωσαν στο πλαίσιο των εργασιών του Συνεδρίου του Βερολίνου (1878), στο οποίο πέτυχαν να τους εκχωρηθούν οι οθωμανικές περιοχές του Βατούμ, του Καρς και του Αρνταχάν.

Οι πληθυσμιακές αυτές ανταλλαγές υποβοηθήθηκαν και από τις ειδικές οθωμανορωσικές συμφωνίες, που πέρασαν σε ειδικό (συμπληρωματικό στη Συνθήκη του Βερολίνου) Πρωτόκολλο που υπογράφηκε από τους εντολοδόχους της Πετρούπολης και της Πύλης στην Κωνσταντινούπολη στις 8 Φεβρουαρίου 1879. Οι συμφωνίες αυτές προέβλεπαν τη δυνατότητα μετανάστευσης των κατοίκων των παραχωρούμενων εδαφών στις δυο όμορες επικράτειες. Με βάση το Πρωτόκολλο αυτό, όσοι μουσουλμάνοι ήθελαν, μπορούσαν να εκποιήσουν την περιουσία τους και να καταφύγουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μέσα σε διάστημα τριών ετών.

3.2. Στάση των μουσουλμανικών, ορθόδοξων και ευρωπαϊκών αρχών

Για τους λόγους λοιπόν που ήδη αναφέραμε ήταν διάχυτο το κλίμα της φυγής ανάμεσα κυρίως στους αγροτικούς πληθυσμούς του Πόντου. Η Υψηλή Πύλη ωστόσο δεν έδειχνε ότι ανησυχούσε ιδιαίτερα για τις τάσεις των χριστιανών υπηκόων της να μεταναστεύσουν στη Ρωσία. Γι’ αυτό και δεν προέβη αρχικά σε κανένα περιοριστικό μέτρο. Αλλά και αργότερα, όταν φάνηκε να δραστηριοποιούνται οι τοπικές τουρκικές αρχές για να περιορίσουν την έκταση των μεταναστεύσεων, προσέκρουσαν στις ρωσο-οθωμανικές συμφωνίες περί εθελουσίας εξόδου των πληθυσμών στην παραμεθόρια ζώνη τους, ιδιαίτερα των άλλοτε Οθωμανών υπηκόων, στους οποίους είχε παραχωρηθεί η ρωσική υπηκοότητα (1863). Από την άλλη μεριά το ελληνικό κράτος δεν ενδιαφερόταν επί αρκετά χρόνια για την τύχη του ορθοδόξου στοιχείου του Πόντου και φυσικά δεν είχε διαμορφώσει κανενός είδους πολιτική έναντι των μετοικεσιών ορθόδοξων προς τη Ρωσία. Οι εκπρόσωποί του στην Τραπεζούντα ασχολούνταν κατά κανόνα μόνο με τους λίγους Έλληνες υπηκόους της περιοχής, ενώ οι ενέργειές τους επηρεάζονταν καθοριστικά από τις σχέσεις της Ελλάδας με τη Ρωσία και τη Μεγάλη Βρετανία. Υπό το πρίσμα αυτό θα πρέπει να ιδωθεί και η αρχική ευθυγράμμιση των υποπροξένων της Ελλάδας με τις προσπάθειες των Ρώσων συναδέλφων τους να ενθαρρύνουν τη μετανάστευση: το 1857, π.χ., ο Έλληνας υποπρόξενος Κ. Ν. Κυπριώτης (1851-1858), σε αγαστή συνεργασία με τον ελληνικής καταγωγής πρόξενο της Ρωσίας Σ. Δενδρινό, προσπαθούσε να διευκολύνει τη μετανάστευση Σανταίων κτιστών στο ρωσικό λιμάνι του Πότι και να εξουδετερώσει τις αρνητικές παρεμβάσεις του Βρετανού συναδέλφου τουΟ. Α. G.A. Stevens.

Την ίδια περίοδο οι πρόξενοι της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας παρακολουθούσαν με ανησυχία τη μαζική σχεδόν παροχή της ρωσικής υπηκοότητας στους χριστιανούς κατοίκους του βιλαετιού της Τραπεζούντας, επειδή θεωρούσαν ότι η ενέργεια αυτή δημιουργούσε τις βασικές προϋποθέσεις για τη μελλοντική μετεγκατάσταση των νέων Ρώσων υπηκόων στον Καύκασο. Οι ανησυχίες τους δεν οφείλονταν τόσο στο γεγονός ότι η «ανταλλαγή» των πληθυσμών θα είχε αρνητικά αποτελέσματα για τους Οθωμανούς, επειδή τη θέση των ορθοδόξων, που ήταν τεχνίτες στο μεγαλύτερο τους ποσοστό, καταλάμβαναν ανεπάγγελτοι Κιρκάσιοι. Τους ανησυχούσε ιδιαίτερα το γεγονός ότι οι Ρώσοι παγίωναν την παρουσία τους στην περιοχή του Καυκάσου και θα μπορούσαν να απειλήσουν τη διεξαγωγή του εμπορίου με την Περσία.

Τις ανησυχίες των προξένων, για τους δικούς της όμως λόγους, άρχισε να συμμερίζεται και η ηγεσία των ορθόδοξων αστικών κοινοτήτων στα τέλη της δεκαετίας του 1860: Ένα τμήμα του ανώτερου κλήρου, των λογίων και των ενδιαφερόμενων οικονομικών παραγόντων του Πόντου διέβλεπαν στις ορθόδοξες μετοικεσίες τον κίνδυνο δημογραφικού και οικονομικού μαρασμού του ορθόδοξου στοιχείου της βορειοανατολικής Μικράς Ασίας. Οι ανησυχίες των Ελλήνων θα πρέπει βέβαια να συνδυαστούν και με το γενικότερο κλίμα σλαβοφοβίας, που είχε αρχίσει να διακατέχει πολλά ανώτερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Φορείς αυτού του κλίματος και στον Πόντο υπήρξαν, μεταξύ άλλων, και οι Έλληνες πρόξενοι, ιδιαίτερα μετά την επικράτηση πανσλαβιστικών κύκλων στην Πετρούπολη και την προβολή των ρωσικών προτιμήσεων προς τους Βουλγάρους.

Μέσα από το πρίσμα αυτό θα πρέπει να εκτιμήσουμε και τους προβληματισμούς της ηγεσίας του Ελληνισμού του Πόντου πάνω στο τόσο οξυμμένο τότε μεταναστευτικό πρόβλημα της περιοχής. Για τους προβληματισμούς αυτούς θα ήταν χρήσιμο ίσως να αναφερθεί εδώ η στάση που τήρησε ο ιδρυμένος το 1872 ελληνικός σύλλογος της Τραπεζούντας "Ξενοφών"[8]. Κατά τη διάρκεια ειδικής συζήτησης των μελών του συλλόγου αυτού σχετικά με τη σκοπιμότητα των ελληνικών μετοικεσιών, η πλειοψηφία τάχθηκε με την άποψη ότι «οι ενταύθα Έλληνες» θα ήταν καταρχήν «ωφελιμότερον» να παρέμεναν στις χώρες που κατοικούσαν από αιώνες. Στις περιπτώσεις όμως που η μετανάστευση ήταν αναπότρεπτη, τότε ήταν προτιμότερο οι εκπατριζόμενοι να επέλεγαν οποιαδήποτε άλλη χώρα (κατά προτίμηση την Ελλάδα) εκτός από τη Ρωσία.

3.3. Από τις παλιές στις νέες πατρίδες. Δημογραφικά στοιχεία και τόποι εγκατάστασης

Οι δυνάμεις πάντως που φαίνονταν να αντιστρατεύονται γενικά το εποικιστικό πρόγραμμα των Ρώσων αποδείχθηκαν στην πράξη ανίκανες να σταματήσουν δεκάδες χιλιάδες ορθοδόξους και Αρμένιους που αναζήτησαν τελικά μια καλύτερη τύχη στα ρωσικά εδάφη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1860. Ο μεταναστευτικός πυρετός που είχε καταλάβει τους κατοίκους του Πόντου άρχισε να μετουσιώνεται σε υπολογίσιμες αριθμητικά, οικογενειακές στην πλειονότητά τους, εξοικεσίες από την παράλια ζώνη: οι ρωσικές προτάσεις βρήκαν ιδιαίτερη απήχηση στους αγροτικούς πληθυσμούς των επαρχιών Κοτυώρων (Ordu), Κερασούντας και Αμισού (Σαμψούντας), επειδή εκείνη ακριβώς την περίοδο οι κάτοικοι των περιοχών αυτών βρίσκονταν σε απόγνωση εξαιτίας των πρόσθετων φορολογικών επιβαρύνσεων που τους επέβαλλαν οι ντόπιοι αγάδες, σε συνεργασία με τους εκπροσώπους της Πύλης. Δεν έλειψαν παράλληλα οι εξοικισμοί και από την ενδοχώρα.

Ένα μέρος των ορθόδοξων και αρμενίων εποίκων αυτής της περιόδου εγκαταστάθηκαν στη ρωσική διοίκηση της Μαύρης Θάλασσας, στα σύνορα περίπου της σημερινής αυτόνομης Δημοκρατίας της Αμπχαζίας. Ορισμένοι ερευνητές προσδιορίζουν μάλιστα και την ίδρυση συγκεκριμένων οικισμών από τους εποίκους: Καμπαρτίνγκα, Γελεντζίκ και Κράσναγια Πολιάνα. Στους οικιστές είχαν παραχωρηθεί ιδιαίτερα προνόμια, έτσι ώστε να επισπευσθεί η αξιοποίηση μιας περιοχής της οποίας ο εποικισμός με αγρότες και Κοζάκους του Κουμπάν είχε σημειώσει αποτυχία. Στην ίδια δεκαετία του 1860 μνημονεύεται η ίδρυση τριών ακόμα ελληνικών χωριών στην Αμπχαζία, στα οποία δόθηκαν τα ονόματα της ελληνικής βασιλικής οικογένειας (Γεοργίεβσκοε, Όλγινσκοε, Αλεξάντροβσκοε). Η Αμπχαζία πάντως είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον Ελλήνων εμπορευομένων μερικές δεκαετίες νωρίτερα, καθώς επισημαίνεται η παρουσία τους στο σημαντικότερο λιμάνι της περιοχής, το Σοχούμ.

Εκτός από την περιοχή της Τσάλκας, στην οποία το ελληνικό στοιχείο που υπήρχε από το 1830 ενισχύθηκε με νέες αφίξεις, Έλληνες μετανάστες δημιούργησαν νέους οικισμούς και σε άλλες περιοχές της Γεωργίας, σε ορεινά και δυσπρόσιτα χωριά εγκαταλειμμένα από το γηγενή τους πληθυσμό (όπως π.χ. το Τσιχισβάρι και η Μικελτσμίντα). Οι νεοφερμένοι δεν είχαν συνήθως τη δυνατότητα να επιλέξουν οι ίδιοι τον τόπο της εγκατάστασής τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι δυσκολίες προσαρμογής και η αθέτηση των υποσχέσεων εκ μέρους των ρωσικών αρχών οδήγησαν μερικές οικογένειες μεταναστών σε παλιννόστηση.

Το μεταναστευτικό ρεύμα προς τον Καύκασο παρουσίασε παροδική ύφεση κατά τη δεκαετία του 1870 παρά τις πολεμικές αναστατώσεις του 1877-1878. Μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1880 το κύμα φυγής από τον Πόντο προς τη Ρωσία απέκτησε μαζικότητα. Ήταν μάλιστα τόσο επίμονη και διάχυτη η φημολογία για επικείμενη γενική έξοδο των ορθοδόξων και των Αρμενίων ώστε ο τότε Βρετανός πρόξενος στην Τραπεζούντα Άλφρεντ Μπιλιόττι (Alfred Biliotti) επισκέφθηκε ο ίδιος κεντρικά σημεία του ανατολικού Πόντου για να ελέγξει την ακρίβεια των διαδόσεων. Για μία ακόμα φορά ο μεταναστευτικός πυρετός διακατείχε τους ορθόδοξους αγροτικούς οικισμούς σε ολόκληρη την έκταση του Πόντου.

Οι οικογένειες που μετανάστευσαν κατά την περίοδο αυτή στη Ρωσία εγκαταστάθηκαν σε παλαιούς και νέους οικισμούς στην Αμπχαζία και δημιούργησαν νέους οικισμούς στο άλλοτε οθωμανικό τμήμα του Λαζιστάν (σημ. αυτόνομη Δημοκρατία της Ατζαρίας) που προσαρτήθηκε στη Ρωσία με τη συνθήκη του Βερολίνου (1878). Ας σημειωθεί πάντως ότι οι λίγοι Έλληνες εμπορευόμενοι που είχαν εγκατασταθεί στο Βατούμ ήδη από τη δεκαετία του 1850, είχαν συμβάλει στη θεαματική ανάπτυξη του λιμανιού του πριν από την παράδοσή του στους Ρώσους. Ο αρχικός εκείνος πυρήνας ενισχύθηκε με αφίξεις νέων μεταναστών κατά το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα. Ο μεγαλύτερος όμως όγκος των μεταναστών διοχετεύθηκε στην άλλοτε οθωμανική περιφέρεια του Καρς, λόγω των παροχών που είχαν εξαγγείλει οι Ρώσοι αλλά και της άμεσης γειτονίας με τις οθωμανικές πατρίδες των εποίκων.

Τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας για τον αριθμητικό όγκο των ορθοδόξων που μετανάστευσαν από τον Πόντο στη Ρωσία κατά το 19ο αιώνα είναι αποσπασματικά και ανακριβή. Περιοριζόμαστε λοιπόν να αναφέρουμε ενδεικτικά μόνο τα αποτελέσματα της πρώτης επίσημης ρωσικής απογραφής του 1897, επισημαίνοντας ωστόσο ότι αμφισβητήθηκε η ακρίβεια των αποτελεσμάτων της. Σύμφωνα με τα δεδομένα της απογραφής αυτής, στον Καύκασο και την Υπερκαυκασία ζούσαν οι 105.169 ορθόδοξοι (ποντιακής καταγωγής στη συντριπτική τους πλειοψηφία) από το σύνολο των 207.536 που ήταν εγκαταστημένοι σε ολόκληρη τη Ρωσική Αυτοκρατορία. Η μεγαλύτερη αριθμητικά συγκέντρωση ορθοδόξων ποντιακής καταγωγής κυρίως, σύμφωνα με τα δεδομένα της απογραφής του 1897, συναντάται στα Κυβερνεία (διοικητικές περιοχές) του Καρς (32.593), της Τιφλίδας (27.118), του Κουμπάν (20.137) και της Κουταΐδας (14.482).

4. Εποχική εργασία στην περιοχή της νότιας Ρωσίας

Ανεξάρτητα από την ακρίβεια των στατιστικών δεδομένων που αφορούν τα δημογραφικά μεγέθη είτε του Πόντου είτε των ρωσοκρατούμενων περιοχών υποδοχής των μεταναστών, το γεγονός είναι ότι οι ελληνικές μετοικεσίες προς την Υπερκαυκασία συνεχίστηκαν και στα επόμενα χρόνια μέχρι και την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Ωστόσο, τόσο η έκταση όσο και ο χαρακτήρας τους ήταν διαφορετικός: Οι εκπατρισμοί δεν ήταν συνήθως μαζικοί και δεν πραγματοποιούνταν κάτω από συνθήκες πανικού. Σε πολλές περιπτώσεις οι μετοικεσίες ήταν περιστασιακές και αφορούσαν εποχικούς εργάτες, κυρίως κτίστες από τις ορεινές και άγονες περιοχές, ιδίως της Κρώμνης και της Σάντας. Οι εποχικές αυτές αποδημίες κατέληγαν κάποτε και σε μόνιμη εγκατάσταση στον Βόρειο Καύκασο και την Υπερκαυκασία, περιοχές στις οποίες είχε δρομολογηθεί, από τα μέσα της δεκαετίας του 1880, η κατασκευή ενός γιγαντιαίου σιδηροδρομικού έργου που απέβλεπε στη σύνδεσή τους με την Ευρωπαϊκή Ρωσία δυτικά και την Κασπία ανατολικά. Ο τελικός σχεδιασμός αποσκοπούσε στην επέκταση του έργου στην Κεντρική Ασία και τη Σιβηρία. Ανάμεσα στους εργολήπτες των έργων των σιδηροδρόμων του Ευξείνου, του Καυκάσου (1868-1879, 1880-1900) και τμημάτων του Υπερσιβηρικού (1891 και εξής), αλλά και άλλων σχετικών εργασιών (που είχαν σχέση με την οδοποιία, τις οικοδομικές και λιμενικές κατασκευές κ.λπ.), συμπεριλαμβάνονταν και μερικοί ορθόδοξοι, οι οποίοι προτιμούσαν συχνά να προσλαμβάνουν στα εργοτάξιά τους ομοεθνείς είτε από ρωσικές περιοχές του Καυκάσου είτε από οθωμανικές του Πόντου (κυρίως από τη Σάντα).

Άλλος ένας σημαντικός παράγοντας, που συντέλεσε στην αύξηση του ελληνικού στοιχείου στον Βόρειο Καύκασο ήταν και οι ευνοϊκές συνθήκες που δημιούργησαν οι Ρώσοι με τα προστατευτικά κυρίως μέτρα του 1887 και του 1891 για την ανάπτυξη της καλλιέργειας και της εμπορίας του καπνού. Οι ορθόδοξοι του Πόντου ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση, επειδή αυτή συνδυάστηκε με την κρίση που είχε στο μεταξύ προκληθεί στον τομέα αυτόν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία λίγα χρόνια μετά την καθιέρωση του μονοπωλίου του καπνού (1860), από την αύξηση του αριθμού των καπνοκαλλιεργητών και κυρίως από την πτώση της τιμής του. Την πτώση εκείνη (που δεν κράτησε όμως πολλά χρόνια) την επιτάχυνε και η μονοπωλιακή παραχώρηση (το 1883) ολόκληρου του κυκλώματος της παραγωγής και της εμπορίας του οθωμανικού καπνού στη «Régie Cointeresse des Tabacs de l’ Empire Ottoman».

Οι περισσότεροι από τους ορθόδοξους καπνοκαλλιεργητές του Καυκάσου προέρχονταν από παλαιότερες μετοικεσίες από τον Πόντο (για τις οποίες έγινε ήδη λόγος), αλλά και από νέες αλυσιδωτές μεταναστεύσεις από τις ίδιες περίπου ποντιακές επαρχίες προς τους ίδιους συχνά χώρους φιλοξενίας. Γενικά, στον τομέα αυτόν διακρινόταν η πλειονότητα των ορθόδοξων αγροτών, που ήταν εγκαταστημένοι στα περισσότερα χωριά του «Κυβερνείου» του Κουμπάν και της επαρχιακής διοίκησης του Σοχούμ, εκεί δηλαδή όπου στις αρχές του 20ού αιώνα παραγόταν και ο καλύτερος ρωσικός καπνός του λεγόμενου «τουρκικού τύπου».

4.1. Επιλογικά

Ο χαρακτήρας των ελληνικών εγκαταστάσεων στον Βόρειο Καύκασο και την Υπερκαυκασία ήταν κυρίως αγροτικός. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις, ο αστικός χαρακτήρας ορισμένων παροικιών ήταν συμβατικός, καθώς οι πάροικοι είχαν τα σπίτια τους στην πόλη αλλά η απασχόλησή τους είχε σχέση με την ύπαιθρο. Διακρίνονταν για τη μεγάλη σε έκταση διασπορά τους στα Κυβερνεία του Καυκάσου και για τη λυμφατική συνήθως παρουσία τους στις πρωτεύουσες τους (π.χ. Καρς, Τιφλίδα, Εριβάν κ.ά.). Μόνη εξαίρεση αποτελούσε ίσως η ελληνική παροικία του Νοβοροσίσκ, πρωτεύουσας του Κυβερνείου της Μαύρης Θάλασσας, για την οποία θα μπορούσαμε βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι η αριθμητική αύξηση των ορθοδόξων προχώρησε παράλληλα με την οικονομική άνθηση της πόλης και του λιμανιού της: οι περίπου 1.400 Έλληνες των δύο πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, ποντιακής καταγωγής στην πλειονότητά τους, διέθεταν εμπορικά γραφεία σιτηρών και καπνού, ακόμα και μικρές βιομηχανικές μονάδες. Το ίδιο θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε για την παρουσία των Ελλήνων στο Βατούμ, το νοτιότερο ρωσικό (από το 1878 κ.ε.) λιμάνι στον Εύξεινο Πόντο, σημαντικό εξαγωγικό κέντρο πετρελαίου του Μπακού. Και εκεί η αριθμητική αύξηση των Ελλήνων του Πόντου, μετά την προσάρτηση της περιοχής στη Ρωσία, παρακολούθησε τη θεαματική οικονομική άνοδο της πόλης: Στις παραμονές του Α' Παγκόσμιου Πολέμου κατοικούσαν στην πόλη 3.500 Έλληνες από το σύνολο των 7.469 που βρίσκονταν στο ομώνυμο Κυβερνείο. Αυξημένη επίσης, σε σύγκριση με άλλες πόλεις, ήταν η παρουσία των Ελλήνων στο Σοχούμ, πρωτεύουσα τότε της ομώνυμης επαρχίας που ανήκε στο Κυβερνείο της Κουταΐδας: 1.200 άτομα, ποντιακής καταγωγής, σε σύνολο 20.000 κατοίκων.

Λίγο πριν από την έκρηξη του Μεγάλου Πολέμου ο αριθμός των Ελλήνων του Καυκάσου ανερχόταν στα 180.123 άτομα κατανεμημένα στα Κυβερνεία Τιφλίδας (50.306), Καρς (48.994), Κουμπάν (28.300), Κουταΐδας (27.564), Μαύρης Θάλασσας (6.682), Σταυρούπολης (2.801), Εριβάν (2.210), Μπακού (1.500), Τερέκ (950), Ελισαβετούπολης (661), Νταγκεστάν (155). Ο συνολικός πληθυσμός των διοικήσεων που αναφέρθηκαν ήταν 11.460.000.

5. Το μεταναστευτικό κύμα που ακολούθησε την απεμπλοκή της Ρωσίας από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο

Η έκρηξη του Α' Παγκόσμιου Πολέμου και η συμμετοχή σε αυτόν, σε διαφορετικά στρατόπεδα, της Ρωσίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έβαλε τέλος στις ελεγχόμενες μεταναστεύσεις των Ελλήνων από τον Πόντο προς τη Ρωσία. Για άλλη μία φορά η Υπερκαυκασία αποτέλεσε το θέατρο έντονων ρωσο-οθωμανικών συγκρούσεων με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην προσφυγιά μεγάλο μέρος του πληθυσμού της ζώνης των πολεμικών συγκρούσεων, μουσουλμανικού και χριστιανικού.

Οι φημολογούμενες γερμανο-οθωμανικές αποβάσεις στα ανατολικά παράλια του Ευξείνου, που οδήγησαν τις προξενικές υπηρεσίες του Βατούμ (ανάμεσά τους και την ελληνική) να μεταφερθούν στην Τιφλίδα, επέτειναν την ανησυχία και την ανασφάλεια των ανθηρών οικονομικά παροικιών της περιοχής. Εκείνοι ωστόσο που αντιμετώπισαν τις δηώσεις, τις ποικίλες βιαιοπραγίες, τον θάνατο και τον κίνδυνο ολοκληρωτικής καταστροφής ήταν οι ελληνικοί οικισμοί που βρίσκονταν στη δυτική πλευρά του Κυβερνείου του Καρς, όπου προέλασαν οι Οθωμανοί (1914-1915) αιφνιδιάζοντας δυσάρεστα τα ρωσικά στρατεύματα της περιοχής. Το κόστος σε ανθρώπινες ζωές θα ήταν εξαιρετικά μεγάλο αν δεν αποφάσιζαν οι περισσότεροι από τους Έλληνες κατοίκους των παραμεθόριων οικισμών να τους εγκαταλείψουν και να καταφύγουν σε ασφαλέστερες περιοχές.

Η αναδίπλωση, στη συνέχεια, των οθωμανικών δυνάμεων, παράλληλα με την επιτυχημένη προέλαση (Ιανουάριος 1916) του ρωσικού στρατού στις ανατολικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η προσωρινή κατάληψη σημαντικών κέντρων της, του Ερζερούμ (16 Φεβρουαρίου), της Τραπεζούντας (18 Απριλίου) και του Ερζιντζάν (25 Ιουλίου), ενώ δημιούργησε σχετικό αίσθημα ασφάλειας στους χριστιανικούς πληθυσμούς, οδήγησε στην προσφυγιά χιλιάδες μουσουλμάνους. Οι τελευταίοι είχαν να αντιμετωπίσουν τις αναμενόμενες αντεκδικήσεις των Αρμενίων που υπηρετούσαν στο ρωσικό στρατό.

Μέσα στο κλίμα αυτό εδραιώθηκε η εφήμερη ρωσική κατοχή σε τμήμα του ανατολικού Πόντου που εκτεινόταν μέχρι τα Πλάτανα (κωμόπολη δυτικά της Τραπεζούντας) και η οποία είχε εξασφαλίσει σχετική ηρεμία στην περιοχή. Το αίσθημα της ασφάλειας των Ελλήνων ενισχυόταν και από το γεγονός ότι τόσο οι οθωμανικές αρχές που εγκατέλειψαν την Τραπεζούντα, όσο και οι ρωσικές που τις διαδέχθηκαν όρισαν τοποτηρητή τους τον μητροπολίτη του κλίματος Τραπεζούντας Χρύσανθο.

Οι ραγδαίες ωστόσο εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό της Ρωσίας μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 αρχικά επηρέασαν άμεσα και τις εξελίξεις στο πολεμικό μέτωπο. Η επανάσταση λειτούργησε καταλυτικά για τη συνοχή των ρωσικών στρατευμάτων. Στην κατεχόμενη Τραπεζούντα, π.χ., οι Ρώσοι στρατιώτες καθαίρεσαν τους αξιωματικούς τους και δημιούργησαν σοβιέτ (συμβούλιο) στρατιωτών και εργατών, ενώ διάχυτη υπήρξε ανάμεσά τους η αντιπολεμική διάθεση. Το γεγονός αυτό άφησε ελεύθερο το έδαφος για δράση στους Τσέτες (άτακτα σώματα κυρίως Κούρδων και Λαζών), οι οποίοι άρχισαν να βιαιοπραγούν σε βάρος ελληνικών χωριών της περιοχής[9].

Η κατάσταση επιδεινώθηκε με την έκρηξη, λίγους μήνες αργότερα, της Οκτωβριανής Επανάστασης και τη διαταγή για ανάκληση των ρωσικών στρατευμάτων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κατά την προετοιμασία της εξόδου τους, που πραγματοποιήθηκε τελικά μεταξύ Νοεμβρίου 1917-Ιανουαρίου 1918, εντεινόταν η φημολογία για τη σχεδιαζόμενη προστασία των χριστιανών από γεωργιανό στρατιωτικό σώμα, για αντίσταση των Αρμενίων στο Ερζερούμ, για συγκρότηση δύο μεραρχιών αποτελούμενων από Έλληνες που υπηρετούσαν στο ρωσικό στρατό με στόχο την υπεράσπιση των συμπατριωτών τους κ.ά.

Παρά τα ψήγματα αλήθειας που υποκρύπτονταν στις διαχεόμενες ειδήσεις, η πραγματικότητα με την οποία ήταν αντιμέτωποι οι Έλληνες της επαρχίας Τραπεζούντας ήταν διαφορετική: βιαιοπραγίες σε βάρος των χωρικών που βρίσκονταν στις περιοχές οθωμανικού ελέγχου, καταστροφή του ελληνισμού του Ριζαίου και της Γεμουράς και προσπάθεια για αυτοπροστασία του ελληνισμού των Σουρμένων. Μέσα στο κλίμα αυτό μοιράσθηκαν, με φροντίδα του μητροπολίτη Χρύσανθου, 7000 όπλα σε όσους βρίσκονταν στην Τραπεζούντα για να υπερασπισθούν τη ζωή τους[10]. Η χειρονομία αυτή αποσκοπούσε ουσιαστικά στην ψυχολογική στήριξη του πληθυσμού ώστε να πεισθεί να μείνει στην πόλη. Και είναι γεγονός ότι ο μητροπολίτης Χρύσανθος ήταν πεπεισμένος ότι, αν δε φρόντιζε με τον τρόπο αυτό να ενθαρρύνει το ποίμνιό του, θα είχε ερημωθεί ολόκληρη η εκκλησιαστική του περιφέρεια «από Τραπεζούντος μέχρι Ερζιντζάν και από Ριζαίου μέχρι Ελεβής»[11]. Τα στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας για τον αριθμό των Ελλήνων που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους, παρόλο που δεν μπορούν να τεκμηριωθούν, δικαιώνουν την άποψή του. Είναι μάλιστα ενδεικτικά του πανικού που επικράτησε στην Τραπεζούντα και την περιοχή της κατά την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων και που οδήγησε μεγάλη μερίδα του πληθυσμού της σε απελπισμένη φυγή προς μια χώρα που βρισκόταν στο έλεος εμφύλιων συγκρούσεων και εθνικών διεκδικήσεων, στην Υπερκαυκασία ιδιαίτερα.

Η έξοδος 85.800 Ελλήνων του Πόντου άρχισε τον Ιανουάριο του 1918 και ολοκληρώθηκε τον Μάρτιο του ίδιου χρόνου, ένα δηλαδή μήνα μετά την επάνοδο των Τούρκων στην Τραπεζούντα. Οι μισοί από αυτούς (46.882 άτομα) προέρχονταν από τις εκκλησιαστικές επαρχίες Χαλδίας (στην οποία συμπεριλαμβανόταν και η Κερασούντα) και Θεοδοσιουπόλεως, 26.500 από την επαρχία Τραπεζούντας, και σε μικρότερους αριθμούς από την Αμασείας (2.400), της Νεοκαισαρείας (3.750), Κολωνίας (1.406) και Ροδοπόλεως (4.862)[12]. Η τουρκική κυβέρνηση, χαρακτηρίζοντας συνεργάτες του εχθρού όσους αναχώρησαν, προχώρησε σε δημεύσεις των περιουσιών τους[13].

Η άφιξη των προσφύγων από τον Πόντο σήμανε συναγερμό σε όλες τις ελληνικές παροικίες της Ρωσίας: Οι Έλληνες του Βατούμ ναύλωσαν πλοίο για τη μεταφορά προσφύγων από την Τραπεζούντα, τους φιλοξένησαν προσωρινά και φρόντισαν να τους προωθήσουν σε άλλες περιοχές. Το ίδιο έκαναν και οι Έλληνες του Σοχούμ, ενώ με δαπάνη της ελληνικής κοινότητας του Τουαψέ συγκεντρώθηκαν και στάλθηκαν σε άλλες ελληνικές κοινότητες πολλές χιλιάδες πρόσφυγες. Αντιπρόσωποι από τις ελληνικές κοινότητες του Κουμπάν ταξίδεψαν μέχρι το Νοβοροσίσκ για να παραλάβουν, να περιθάλψουν και να φιλοξενήσουν τους πρόσφυγες που έφταναν εκεί από την Τραπεζούντα. Η ελληνική κοινότητα του Κερτς αποτέλεσε επίσης σημαντικό σταθμό ανακατανομής προσφύγων σε περιοχές της Κριμαίας.

Από το προσκλητήριο δεν έλειψαν και οι ελληνικές κοινότητες της Σεβαστούπολης και της Θεοδοσίας στην Κριμαία, των Αικατερινοντάρ, Μαΐκόπ και Βλαδικαυκάζ στη Νότια Ρωσία. Στις πόλεις που προαναφέρθηκαν συστάθηκαν Κεντρικές Επιτροπές για την περίθαλψη των προσφύγων και τη διευκόλυνσή τους σε ό,τι σχετιζόταν με την τακτοποίηση των σχέσεων τους με τις τοπικές αρχές. Αξίζει μάλιστα να επισημανθεί ότι παρά την ανώμαλη κατάσταση και τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι ρωσικές αρχές και ο λαός, όχι μόνον ανέχθηκαν την παρουσία των προσφύγων, αλλά συνεργάστηκαν για τη στέγασή τους σε στρατώνες, κυβερνητικές αποθήκες, επιταγμένα σπίτια, ενώ οι ρωσικοί σιδηρόδρομοι τους μετέφεραν δωρεάν στον τόπο προορισμού τους μέχρι τον Μάρτιο του 1920[14].

Η τελευταία είσοδος Ελλήνων (προσφύγων πλέον και όχι μεταναστών) από τον Πόντο στη Ρωσία και η εγκατάστασή τους στη Νότια Ρωσία και τα παράλια της Γεωργίας ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο το εκεί ελληνικό στοιχείο. Σύμφωνα με την καταγραφή που διενήργησε το 1919 η Ελληνική Αποστολή του Υπουργείου Περιθάλψεως, το σύνολο των Ελλήνων που βρίσκονταν στη Ρωσία εκείνη την περίοδο ανερχόταν σε 593.700, αριθμός υπερδιπλάσιος των Ελλήνων που είχαν απογραφεί το 1897. Οι περισσότεροι (375.000) βρίσκονταν στον Βόρειο Καύκασο και τη Νότια Ρωσία. Σημαντικός επίσης αριθμός Ελλήνων (112.850) καταμετρήθηκε στη Γεωργία (οι περισσότεροι στις περιοχές Σοχούμ και Τσάλκας). Η ακρίβεια των στοιχείων της απογραφής αυτής θα μπορούσε εύκολα να αμφισβητηθεί λόγω και των συνθηκών κάτω από τις οποίες συγκεντρώθηκαν. Δεν μπορεί ωστόσο να αμφισβητηθεί το ότι το 1919 σηματοδοτεί το οριστικό τέλος των μετοικεσιών των Ελλήνων του Πόντου προς τη Ρωσία.



[1] Βλ. Ξανθοπούλου-Κυριακού, Α., «Μεταναστεύσεις Ελλήνων στον Καύκασο κατά τον 19ο αιώνα», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 10 (1993-1994), σελ. 94-97, όπου και η σχετική βιβλιογραφία. Για την ελληνική επισκοπή της Αχτάλας και τους επισκόπους που την ποίμαναν μέχρι τη διάλυσή της το 1827 βλ. Κάλφογλου, Ι. Η., Ο Άποικος, ήτοι αι εν Νοτίω Ρωσσία και Καυκάσω αρχαίαι ελληνικαί αποικίαι και αι άλλοτε διαλάμψασαι ελληνικαί επισκοπαί, αρχιεπισκοπαί και μητροπόλεις (Βατούμ 1919), σελ. 77-81.

[2] Garakanidze, I., “Istoriya pereseleniya Grecov v Gruzii ΧΥΙΙΙ-ΧΙΧ ν.ν.”, στο συλλογικό έργο Greki v Gruzii (Tbilisi 1990), σελ. 52-53. Θα μπορούσε ίσως να αποδοθεί σε έργο της Επιτροπής Μετοικεσίας η πληροφορία (βλ. Garakanidze, ό.π.) ότι 95 ελληνικές οικογένειες είχαν εγκατασταθεί το 1813-1814 στο γεωργιανό χωριό Τσιντσκαρό εγκαταλείποντας την πατρίδα τους που βρισκόταν στην οθωμανική επικράτεια.

[3] Για την επιτυχημένη εφαρμογή παρόμοιου προγράμματος στη «Νέα Ρωσία» και την Κριμαία από την εποχή του Μ. Πέτρου (1689-1725) και κυρίως της Μ. Αικατερίνης (1762-1796), βλ. Χασιώτης, Ι.Κ. – Ξανθοπούλου-Κυριακού, Α. – Αγτζίδης, Βλ., Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Μετοικεσίες και εκτοπισμοί, οργάνωση και ιδεολογία (Θεσσαλονίκη 1997), σελ. 55-73, όπου και βιβλιογραφία.

[4] Ξανθοπούλου-Κυριακού, Α., «Μεταναστεύσεις Ελλήνων στον Καύκασο κατά τον 19ο αιώνα», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 10 (1993-1994), σελ. 100-101.

[5] Ξανθοπούλου-Κυριακού, Α., «Μεταναστεύσεις Ελλήνων στον Καύκασο κατά τον 19ο αιώνα», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών 10 (1993-1994), σελ. 103· πρβλ. και σελ. 139.

[6] Για λεπτομερή ανάπτυξη του θέματος βλ. Χασιώτης, Ι.Κ. – Ξανθοπούλου-Κυριακού, Α. – Αγτζίδης, Βλ., Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Μετοικεσίες και εκτοπισμοί, οργάνωση και ιδεολογία ( Θεσσαλονίκη 1997), σελ. 92-123 , όπου και η σχετική πλούσια βιβλιογραφία. Σύντομη αναφορά στο ίδιο θέμα γίνεται στο Φωτιάδης, Κων., Ο Ελληνισμός της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης (Θεσσαλονίκη 1999).

[7] Για το θέμα βλ. Φωτιάδης, Κων., Οι εξισλαμισμοί της Μικράς Ασίας και οι κρυπτοχριστιανοί του Πόντου (Θεσσαλονίκη 1988). Πρβλ. του ίδιου, Πηγές της Ιστορίας του κρυπτοχριστιανικού προβλήματος (Θεσσαλονίκη 1997). Βλ. και Πελαγίδη, Σ., Το κρυπτοχριστιανικό ζήτημα στον Πόντο (Θεσσαλονίκη 1998).

[8] Ειδικότερα για το έργο του Συλλόγου βλ. Τερζόπουλος, Α., «Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Τραπεζούντος Ο Ξενοφών», Ποντιακή Στοά (1972-74), σελ. 287-303.

[9] Χασιώτης, Ι.Κ. – Ξανθοπούλου-Κυριακού, Α. – Αγτζίδης, Βλ., Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης. Μετοικεσίες και εκτοπισμοί, οργάνωση και ιδεολογία ( Θεσσαλονίκη 1997), σελ. 176-180.

[10] Τοπαλίδης, Π., Ο Πόντος ανά τους αιώνας (Δράμα 1929), σελ. 213-214.

[11] Χρύσανθος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, Βιογραφικαί Αναμνήσεις, Τασούδης, Γ.Ν. (επιμ.) (Αθήνα 1970), σελ. 162.

[12] Βλ. τους σχετικούς πίνακες στο Τοπαλίδης, Π., Ο Πόντος ανά τους αιώνας (Δράμα 1929), σελ. 222-225, όπου εκτός από τους αριθμούς των προσφύγων αναφέρεται και ο συνολικός αριθμός των Ελλήνων κατά εκκλησιαστική περιφέρεια, καθώς και εκείνων που θανατώθηκαν, εκτοπίστηκαν και πέθαναν από κακουχίες.

[13] Χρύσανθος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, Βιογραφικαί Αναμνήσεις, Τασούδης, Γ.Ν. (επιμ.) (Αθήνα 1970), σελ. 178-179.

[14] Τοπαλίδης, Π., Ο Πόντος ανά τους αιώνας (Δράμα 1929), σελ. 243-245.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου