ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΣΑΡΑΦ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΕΙΟΥ ΚΑΡΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΑΥΚΑΣΟΥ 1878-1920-[ARDAHAN GÖLE DEREYOLU (SALUT) KÖYÜ]

(μέρος β)

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ

Τα επαγγέλματα που ασκούσαν οι κάτοικοι του Σαράφ, εξαρτιόνταν κατά κύριο λόγο από τρεις κυρίως παράγοντες: α) από την επαγγελματική παράδοση των οικογενειών, β) από τη γεωμορφολογία του εδάφους και το κλίμα της Κιόλιας και γ) από τις ευκαιρίες που παρουσιάζονταν στους κατοίκους του Κυβερνείου να ενταχθούν ως υπάλληλοι στη στρατιωτικοτοπική διοίκηση του Κυβερνείου. Το επάγγελμα δεν ήταν η μόνη απασχόληση κάθε ατόμου. Συνάμα με το κυρίως επάγγελμα πολλοί γνώριζαν την τέχνη του οικοδόμου, του μαραγκού, κ.ά., εξασφαλίζοντας κατά αυτόν τον τρόπο την εξυπηρέτηση των οικιακών αναγκών.

Το επάγγελμα που ακολουθούσε κάθε νέος της οικογένειας, ήταν συνυφασμένο με την οικογενειακή παράδοση και τις ατομικές δεξιότητες. Αναφέρθηκε πως το κύριο επάγγελμα που ασκούσαν οι κάτοικοι του χωριού πριν έρθουν στα μέρη της Κιόλιας ήταν αυτό του γεωργοκτηνοτρόφου. Έτσι οι περισσότεροι και εδώ, στο νέο τόπο εγκατάστασης, ακολούθησαν το ίδιο επάγγελμα. Θα πρέπει όμως να τονιστεί ότι δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια για επαγγελματικές επιλογές, αφού το οροπέδιο της Κιόλιας δεν προσφερόταν για την ανάπτυξη εμπορικών ή άλλων δραστηριοτήτων. Και όπου αναφέρονται τέτοιες δραστηριότητες, είχαν περιορισμένη έκταση.

Το έδαφος του οροπεδίου της Κιόλιας, πεδινό κατά το μεγαλύτερο μέρος του με μικρές εδαφικές εξάρσεις που κατέληγαν σε χαμηλούς λόφους, ήταν πολύ εύφορο,[1] αφού υπήρχαν τεράστιες εκτάσεις οι οποίες δεχόταν την ευεργετική επίδραση των ποταμών που έρεαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Όμως η μεγάλη διάρκεια του χειμώνα, οι χαμηλές θερμοκρασίες και οι δυνατοί βόρειοι άνεμοι, καθιστούσαν προβληματική την ενασχόληση με τις γεωργικές καλλιέργειες. Οι συνθήκες αυτές, συνηγορούντων και των οικογενειακών επαγγελματικών παραδόσεων, περιόριζαν ασφυκτικά και τις επαγγελματικές επιλογές. Κατά συνέπεια, κύριο επάγγελμα των Σαραφλήδων ήταν η κτηνοτροφία και λιγότερο η γεωργία.

Οι ρωσικές αρχές του Κυβερνείου ήταν φιλικά διακείμενες προς τους Έλληνες, στάση που υπαγορευόταν περισσότερο από την πολιτική εκρωσισμού και λιγότερο από αισθήματα συμπάθειας λόγω του ομόδοξου. Έτσι πολλοί επέλεξαν να σπουδάσουν και να εργαστούν ως υπάλληλοι σε κρατικές θέσεις και να αναδειχθούν σε διάφορα αξιώματα. Η δυνατότητα αυτή δεν υπήρχε στα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αρκετοί κάτοικοι του Σαράφ υπηρέτησαν ως μέλη της στρατιωτικοτοπικής διοίκησης ή ως υπάλληλοι του εκκλησιαστικού και εκπαιδευτικού μηχανισμού.

Όταν εκτελούνταν μεγάλα δημόσια έργα πολλοί δούλευαν ως εργάτες, όπως και συγγενείς από τα μέρη του Πόντου που έρχονταν αποκλειστικά και μόνο για να δουλέψουν σ’ αυτά, φιλοξενούμενοι των συγγενών τους.

Οι κάτοικοι του χωριού δεν ξενιτεύονταν, άλλωστε στο χωριό εξασφάλιζαν τα προς το ζην, καθώς και ένα μικρό πλεόνασμα. Από τον ελληνικό πληθυσμό του Κυβερνείου, ξενιτεύονταν όσοι ασκούσαν το επάγγελμα του γανωτή (χαλαϊτσής), αφού ήταν επιβεβλημένη η μετακίνησή τους, αρκετοί μετανάστευαν στην Κριμαία για δύο, τρία χρόνια, ενώ πολύ λίγοι πήγαιναν σε μεγάλες πόλεις για να ασχοληθούν με το εμπόριο.

ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ

Τα κοπάδια

Κάθε οικογένεια συντηρούσε αριθμό ζώων ικανό να καλύψει τις διατροφικές ανάγκες των μελών της και να δημιουργεί πλεόνασμα. Σε κάθε σπίτι υπήρχαν το λιγότερο 4 αγελάδες, που έφταναν και τις 50 σε μερικές περιπτώσεις, καθώς και 10-20 πρόβατα. Οι αγελάδες και τα πρόβατα τροφοδοτούσαν τους κατοίκους με το απαραίτητο γάλα και κρέας. Συντηρούσαν επίσης βόδια για τις αγροτικές εργασίες και μεταφορές. Σπανιότερα ήταν τα βουβάλια, τα μουλάρια και οι χοίροι.

Τα άλογα, αραβικής ράτσας, ήταν μικρόσωμα, με λεπτά πόδια και προορίζονταν μόνο για ιππασία και ελαφρές μεταφορές. Καβαλώντας τα, κυρίως οι άντρες και οι νέοι, πήγαιναν επίσκεψη σε γνωστούς και συγγενείς των γύρω χωριών. Τα έζευαν σε δίτροχα ή τετράτροχα κάρα, όταν επρόκειτο να κάνουν κάποια επίσκεψη οικογενειακώς ή όταν πήγαιναν για να πουλήσουν τα γαλακτοκομικά προϊόντα τους στο Καρς και το Αρταχάν.

Τα βοοειδή ανήκαν σε μικρόσωμη ράτσα προσαρμοσμένη στο κλίμα και το έδαφος της Κιόλιας. Έγιναν προσπάθειες από τη διοίκηση του Κυβερνείου για τη διάδοση βελτιωμένων ποικιλιών βοοειδών, όμως δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα.[2] Τα κοπάδια αποτελούνταν από αγελάδες κυρίως και σπανιότερα υπήρχαν και βουβάλια (κομέσια). Μερικά αρσενικά εκτρέφονταν για αναπαραγωγή και τα περισσότερα ευνουχίζονταν για να χρησιμεύσουν στις γεωργικές εργασίες, αλλά και για κρεατοπαραγωγή. Χρησίμευαν επίσης και για τις αγροτικές μεταφορές.

Τα πρόβατα ανήκαν στην Κουρδική ποικιλία Καραμάν (περιοχής Ερζερούμ), ήταν μεγαλόσωμα, είχαν πυκνό και σκληρό τρίχωμα, νόστιμο κρέας, άφθονο λίπος και απέδιδαν λίγο γάλα αλλά παχύ. Με το μαλλί των προβάτων έφτιαχναν χαλιά, κάλτσες και χειμωνιάτικα επανωφόρια. Κάθε πρόβατο έδινε 2 ως 5 φουντ μαλλί (1 φουντ = 415 γραμμάρια). Είχαν χοντρή ουρά αποτελούμενη εξ ολοκλήρου από λίπος. Η ονομασία της ουράς αποδιδόταν με δυο λέξεις: δουμάκ’ (από την αρχ. ελλην. λ. δημός = λίπος) και γουϊρούχ από την τουρκ. λ. kuyruk = ουρά. Όταν έσφαζαν τα πρόβατα, το λίπος της ουράς αποθηκευόταν σε ξύλινα δοχεία για να χρησιμοποιηθεί στη μαγειρική. Η ουρά των κριαριών έφτανε σε βάρος, πολλές φορές, τις 12 οκάδες (15 κιλά) και αυτό δυσχέραινε το περπάτημά τους. Για να διευκολύνουν τα κριάρια κατά τις μετακινήσεις του κοπαδιού, έφτιαχναν ένα είδος μικρού καροτσιού με δυο μικρές ρόδες και το έδεναν στη μέση του κριαριού. Το βάρος της ουράς έπεφτε πάνω σ’ αυτήν την κατασκευή και το ζώο μπορούσε να προχωρά πιο άνετα.

Σε άλλες περιοχές του Κυβερνείου οι Έλληνες εξέτρεφαν και γίδια Άγκυρας (φιλίκια) που ήταν φημισμένα για το μαλλί τους. Τα γίδια αυτά ήταν άγνωστα στην περιοχή πριν την άφιξη των Ελλήνων, οι οποίοι τα έφεραν μαζί τους. Από το μαλακό και μεταξένιο μακρύ τρίχωμά τους (φιλίκ’) ξεχώριζαν με χτένισμα το χνουδωτό κοντό τρίχωμα (τιφτίκ’) κι έφτιαχναν εσώρουχα και ενδύματα για τα μικρά παιδιά.

Πολλές φορές τα χωριά επισκέπτονταν κτηνίατροι του δημοσίου, προκειμένου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Όμως οι κάτοικοι των χωριών, μη γνωρίζοντας την εξέλιξη της επιστήμης, αντιμετώπιζαν με καχυποψία τους κτηνίατρους και θέλοντας να διασκεδάσουν την ανασφάλειά τους επινοούσαν δίστιχα, όπως το παρακάτω:

Παναγία βασίλισσα, πρόφτασον ’ς σο χωρίον

κι ας σον κακόν τον τόκτορα, γουρτάρεψον τον βίον.

Οι τροφές των κοπαδιών

Η τροφή για τα ζωντανά εξασφαλιζόταν κυρίως από το χόρτο των λιβαδιών και των χωραφιών που δεν καλλιεργούνταν (αγρανάπαυση) και λιγότερο από τα δημητριακά. Το χόρτο των χωραφιών της αγρανάπαυσης ήταν πολύ θρεπτικό για τα ζώα, γιατί τον πρώτο και δεύτερο χρόνο μαζί με το χόρτο φύτρωναν και άλλα είδη χόρτων, τον τρίτο χρόνο τα χωράφια έδιναν καθαρό χόρτο και το έκτο έτος τα όργωναν για να σπείρουν δημητριακά. Βέβαια η χρήση των αγραναπαυόμενων χωραφιών ως πηγή χόρτου στο Σαράφ ήταν περιορισμένη, γιατί τα κοπάδια ανέβαιναν στα παρχάρια κι έτσι τα λιβάδια του οροπεδίου προσφέρονταν για θέρισμα.

Κάθε Ιούνιο γινόταν με κλήρο η διανομή των λιβαδιών και καθένας μπορούσε να θερίσει συγκεκριμένες ποσότητες χόρτου ανάλογα με τον αριθμό των ζώων που είχε στην κατοχή του. Από το τέλος Ιουνίου ως και το Δεκαπενταύγουστο διαρκούσε ο θερισμός στα λιβάδια. Θέριζαν με δρεπάνια το ψηλό χόρτο από τα λιβάδια που απλώνονταν μπροστά από το χωριό. Επειδή όμως δεν υπήρχαν πολλά εργατικά χέρια, αφού οι γυναίκες και τα παιδιά πήγαιναν στα παρχάρια, προσλάμβαναν για τη δουλειά αυτή ειδικούς χορτοκόπους, κυρίως Κούρδους και Λαζούς της Ατζαρίας, τους οποίους πλήρωναν με καλό ημερομίσθιο και τους εξασφάλιζαν τροφή και διανυκτέρευση.

Με τα χόρτα δημιουργούσαν μεγάλες θημωνιές (τεάδας) στις αυλές των σπιτιών. Τους χειμερινούς μήνες που τα ζώα παρέμεναν κλεισμένα στους στάβλους τρέφονταν από το χορτάρι αυτό. Όσο χόρτο πλεόναζε το πουλούσαν είτε σε αλλοεθνείς χωρικούς είτε στο ρωσικό ιππικό.

Το πότισμα των ζώων κατά τη θερινή περίοδο δεν αποτελούσε πρόβλημα, αφού στην περιοχή υπήρχαν πολλά μικρά και μεγάλα ποτάμια. Το χειμώνα κουβαλούσαν νερό από τη βρύση που υπήρχε προς το Μερτινίκ ή έσπαζαν τον πάγο των ποταμών και από τις τρύπες (ολούκια) έβγαζαν νερό που το μετέφεραν με τα έλκηθρα (σάγκες) στους στάβλους. Άλλος τρόπος για να ποτίζουν τα ζώα ήταν να λιώνουν κομμάτια χιονιού. Έκοβαν το χιόνι σε μεγάλες μπάλες και το τοποθετούσαν σε μια ξύλινη κατασκευή (γαρλίκια), αποτελούμενη από δέκα σανίδια καρφωμένα μεταξύ τους που σχημάτιζαν μια επιφάνεια με κλίση. Στο κάτω μέρος της κατασκευής υπήρχε μεγάλη σκάφη μέσα στην οποία έτρεχε το νερό από το χιόνι που έλιωνε.

Η γιαϊλά (το παρχάρ’)

Από το Μάιο μέχρι και τα μέσα Αυγούστου οι κάτοικοι μετακινούνταν μαζί με τα ζώα στα θερινά βοσκοτόπια, τα λεγόμενα παρχάρια ή γιαϊλάδες.[3] Ανέβαιναν, συνήθως της ημέρα της γιορτής του Αγίου Γεωργίου και επέστρεφαν μετά τις 15 Αυγούστου, για να θερίσουν όλοι μαζί τα δημητριακά. Είχε προηγηθεί το θέρισμα του χόρτου από τα λιβάδια κι έτσι τα κοπάδια επιστρέφοντας είχαν νέες βοσκές.

Τα νεαρά αντρόγυνα συνόδευαν τα κοπάδια, συνηθέστερα όμως οι γυναίκες και τα παιδιά, ενώ οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνδρες και γυναίκες και οι ηλικιωμένοι έμεναν στο χωριό για να ασχοληθούν με το θέρισμα των χόρτων, την παρακολούθηση των αγρών, με την υλοτομία, με την κοπή της κοπριάς σε κομμάτια (κουσκούρια) και άλλες γεωργικές ασχολίες.

Η γιαϊλά στην οποία έμεναν όλο το καλοκαίρι οι Σαραφλήδες[4] βρισκόταν προς τα νότια, σε απόσταση αρκετών ωρών νοτιότερα από το Μερτινίκ. Η διαδρομή από το Σαράφ μέχρι τη γιαϊλά ήταν μια μέρα. Ήταν μια τοποθεσία με άφθονο χορτάρι και δάση με ψηλά έλατα. Η υγρασία που εξασφάλιζαν τα δάση, ευνοούσε την ευδοκίμηση εδώδιμων χορταρικών και βολβών που φύτρωναν σε μεγάλες ποσότητες και τα οποία κάλυπταν ένα μέρος της διατροφής των προσωρινών κατοίκων. Πλήθος από αγριολούλουδα συμπλήρωναν τη βλάστηση της γιαϊλάς.

Η προσωρινότητα της διαμονής εκεί υπαγόρευε το χτίσιμο πρόχειρων κατοικιών χωρίς μεγάλες ανέσεις, με μικρά παράθυρα. Οι χώροι αρκούσαν μόνο για τη διανυκτέρευση των ανθρώπων και την αποθήκευση των προϊόντων που προέκυπταν από την επεξεργασία του γάλακτος. Τα περισσότερα από τα μικρά σπίτια ήταν χτισμένα από πέτρες, σκεπασμένα με χωματοσκεπή και αποτελούνταν συνήθως από ένα δωμάτιο, ή στην καλύτερη περίπτωση από δύο. Υπήρχαν και ξύλινα σπίτια, πρόχειρες κατασκευές, όμως το κλίμα της περιοχής δεν ευνοούσε τη συντήρησή τους και οι ιδιοκτήτες ήταν αναγκασμένοι να φτιάχνουν καινούρια σχεδόν κάθε χρόνο.

Έξω από το Σαράφ, προς το Μερτινίκ, υπήρχε ένα σταθμός συλλογής γάλακτος, στον οποίο οι παραγωγοί παρέδιδαν το γάλα. Στη γιαϊλά μετακόμιζε μαζί με τους κατοίκους και ο υπεύθυνος της επιχείρησης αυτής που συγκέντρωνε το γάλα μέσα σε ένα μεγάλο μεταλλικό καζάνι.

Υπήρχε μια τεράστια έκταση, ελάχιστα ανωφερής, στη μέση του δάσους με πλούσιο χορτάρι. Τα κοπάδια έβοσκαν ελεύθερα στις γύρω εκτάσεις και δεν υπήρχε ανάγκη για στάβλισμα, αφού οι καιρικές συνθήκες επέτρεπαν την παραμονή τους στο ύπαιθρο όλο το εικοσιτετράωρο.

Τα προϊόντα που προέκυπταν από την επεξεργασία του γάλακτος, αποθηκεύονταν μέσα σε ξύλινα δοχεία (κοβλάκια). Επέστρεφαν στο χωριό συνήθως το Δεκαπενταύγουστο, για να βοηθήσουν στο θέρισμα και αλώνισμα των σιτηρών.

Η χρήση της γιαϊλάς προϋπέθετε την πληρωμή ενοικίου εκ μέρους των χρηστών. Τα χρήματα που συγκεντρώνονταν πήγαιναν στο ταμείο του χωριού για να εκτελεστούν διάφορα έργα. Για τη χρήση της τοποθεσίας αυτής οι κάτοικοι του Σαράφ είχαν έρθει σε σύγκρουση με τους κατοίκους του Σαλούτ και η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια του Καρς.

Ένα μέρος των ζώων, κυρίως τα αρσενικά και τα στείρα, δεν ακολουθούσαν τα κοπάδια στις θερινές βοσκές. Ένας βοσκός, συνήθως Κούρδος, αναλάμβανε έναντι αμοιβής το κοπάδι με τα ζώα αυτά και ανέβαινε στο Σιρίν Νταού, απ’ όπου κατέβαινε κάθε 15 περίπου ημέρες στο χωριό. Ο βοσκός μισθωνόταν με ενέργειες και απόφαση του πάρεδρου, για το διάστημα μεταξύ Αγίου Γεωργίου (23 Απριλίου) και Αγίου Δημητρίου (26 Οκτωβρίου).

Η ζωοκλοπή ήταν ένα συνηθισμένο φαινόμενο στην Κιόλια, ιδίως την τελευταία δεκαετία πριν τον ξεριζωμό. Κούρδοι και άλλοι αλλοεθνείς επιδίδονταν στη ζωοκλοπή, γι’ αυτό κάθε ιδιοκτήτης σημάδευε τα ζώα του με μια σφραγίδα.

Οι εντατική ενασχόληση με την κτηνοτροφία είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πλεονάσματος κτηνοτροφικών προϊόντων. Πήγαιναν στο παζάρι του Αρταχάν – σπανίως δε στο Καρς – για να πουλήσουν την πραμάτεια τους και να αγοράσουν σιτάρι, αλεύρι, ρύζι, ζάχαρη και άλλα προϊόντα που δεν υπήρχαν στο χωριό. Αγόραζαν και λάδι που προοριζόταν μόνο για το καντήλι του σπιτιού και την εκκλησία. Στη μαγειρική χρησιμοποιούσαν, εκτός από τα λίπη που παρασκεύαζαν και ηλιέλαιο. Επίσης, μεγάλο ζωοπάζαρο γινόταν κάθε Κυριακή στο Καρς. Οι μετακινήσεις των κατοίκων ήταν εξαρτημένες από τις χιονοπτώσεις, αφού με τα πρώτα χιόνια η κυκλοφορία στους δρόμους περιοριζόταν, ενώ στα μέσα του χειμώνα πολλά χωριά παρέμεναν αποκλεισμένα για πολύ καιρό.

Αρχές φθινοπώρου γινόταν το μεγάλο παζάρι στο Καρς, όπου έρχονταν πολλοί κάτοικοι από όλα σχεδόν τα χωριά του Κυβερνείου, ιδίως από τα απομακρυσμένα και ορεινά χωριά της Κιόλιας, για να προμηθευτούν τα απαραίτητα εφόδια για το χειμώνα.

Το εμπόριο των γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων ήταν στα χέρια των Αρμενίων, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους είχαν εφεύρει δυο τρόπους ζυγίσματος των προϊόντων. Για το ζύγισμα χρησιμοποιούσαν το κοτ, ένα δοχείο με χωρητικότητα δεκατριών οκάδων. Για την αγορά των προϊόντων από τους παραγωγούς οι Αρμένιοι είχαν το αλ κοτ (αλ από το τουρκικό ρήμα almak = παίρνω), το οποίο έπαιρνε περισσότερο από δεκατρείς οκάδες. Έτσι αγόραζαν περισσότερο προϊόν και πλήρωναν μόνο δεκατρείς οκάδες στον παραγωγό. Όταν πουλούσαν είχαν το βερ κοτ (βερ από το τουρκικό ρήμα vermek = δίνω) που έπαιρνε λιγότερο από δεκατρείς οκάδες, πουλώντας έτσι λιγότερο προϊόν και εισπράττοντας χρήματα για αξία δεκατριών οκάδων. Επίσης όταν οι Αρμένιοι διαπραγματευόταν την αγορά ζώων από τους χωρικούς, "φόρτωναν" το ζώο με ελαττώματα ανύπαρκτα προκειμένου να εξασφαλίσουν χαμηλότερη τιμή.

Κτηνοτροφικά προϊόντα

Η διατροφή των κατοίκων στο μεγαλύτερο μέρος της εξαρτιόταν από το γάλα και τα προϊόντα του. Η μεταποίηση του γάλακτος στον οικιακό χώρο εξασφάλιζε στους κατοίκους τα απαραίτητα. Μικρή ιδιομορφία παρουσίαζε το τυρί, όχι ως προς τη διαδικασία παραγωγής, αλλά κυρίως ως προς τον τρόπο ωρίμανσης και αποθήκευσης.

Αποβραδίς σε μεγάλες λεκάνες (καρσάνια) έβαζαν το γάλα και το πρωί με μια μεγάλη κουτάλα μάζευαν το καϊμάκι (’θόγαλαν) με το οποίο έφτιαχναν βούτυρο. Στο υπόλοιπο γάλα, αφού το ζέσταιναν ελαφρά σε μεγάλο χάλκινο καζάνι (χαλκόν), έριχναν τη μαγιά για να πήξει, κατόπιν ζύμωναν καλά το πηγμένο τυρί που ήταν ακόμα μαλακό και δημιουργούσαν μακρόστενα κομμάτια στο πάχος ενός χοντρού σκοινιού. Τα μακρόστενα αυτά κομμάτια τα τύλιγαν γύρω από ένα σκοινί ή ξύλο και το κρεμούσαν από το ταβάνι και παράλληλα μ’ αυτό, για να στεγνώσει. Όταν στράγγιζε καλά από τα νερά του και στέγνωνε, το έβαζαν μέσα σε ξύλινα στρογγυλά πιθαράκια, τα κοβλάκια, σε επάλληλες κυκλικές σειρές. Ήταν ένα είδος κεφαλοτυριού, που κατά προτίμηση το έτρωγαν και μουχλιασμένο.

Ένα μέρος του μαλακού τυριού το έβαζαν σε δέρμα ή στομάχι (τουλούμ’) αγελάδας ή βοδιού. Το στομάχι ήταν ειδικά προετοιμασμένο: το έπλεναν καλά, το ανέστρεφαν, το φούσκωναν και το άφηναν να στεγνώσει. Όταν το τυρί ήταν έτοιμο, μαλάκωναν το τουλούμ’ με νερό και το γέμιζαν με το μαλακό τυρί. Κατόπιν το έραβαν και το τοποθετούσαν κάτω από επίπεδη πέτρα για να ωριμάσει. Το τυρί αυτό το ονόμαζαν τουλουμί τυρίν.[5]

Λίγο πριν το 1900 το Ρωσικό Υπουργείο Γεωργίας, συνέστησε στους επιχειρηματίες να ιδρύσουν εργοστάσια για την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων. Παρότι λειτούργησαν τέτοιες μονάδες, ωστόσο δεν ήταν οργανωμένες. Το 1911 ρωσοϋπήκοοι γερμανικής καταγωγής κάτοικοι της συνοικίας Νεμέντσκαγια Κολόνκα της Τιφλίδας, οι Ρώσοι τους έλεγαν Νεμέτσκους, ίδρυσαν τα λεγόμενα Ζαβότ, βιοτεχνίες παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων, που είχαν κατά τόπους σταθμούς συλλογής γάλακτος. Παρήγαγαν κυρίως τυριά ολλανδικού και ελβετικού τύπου (Chetsarskaja) σε σχήμα μυλόπετρας και βούτυρο. Τα τυριά (γραβιέρες) παρασκευάζονταν μόνο από αγελαδινό γάλα το οποίο αγοράζονταν από τους παραγωγούς προς 55 – 70 καπίκια το πουντ (1 πουντ = 16,6 κιλά), τιμή που εκείνη την εποχή θεωρούνταν πολύ καλή. Το πρόβειο, το γιδίσιο και βουβαλίσιο γάλα δεν το αγόραζαν.

Το Ζαβότ στο οποίο παρέδιναν το γάλα οι κάτοικοι του Σαράφ βρισκόταν λίγο πιο έξω από το χωριό, στο δρόμο για το Μερτινίκ και στεγαζόταν σ’ ένα μονώροφο κτίριο. Οι χωρικοί κουβαλούσαν κάθε πρωί, μέσα σε ειδικά μεταλλικά δοχεία που τους παραχωρούσε η επιχείρηση, το αγελαδινό γάλα και το παρέδιναν στον Γερμανό υπάλληλο. Εκείνος σημείωνε σε μια καρτέλα την ποσότητα και το όνομα και έδινε μια απόδειξη. Στο τέλος του μήνα άθροιζε τις ποσότητες και πλήρωνε στον καθένα το ανάλογο ποσό σε ρούβλια, ή σε γραβιέρα αν το επιθυμούσε ο παραγωγός.

Διαχείριση κοπριάς

Οι κοπριές από τους στάβλους μεταφέρονταν καθημερινά με μια ξύλινη κατασκευή (τεζγκερέν), σαν μικρό φορείο, στην αυλή του σπιτιού. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα οι κοπριές απ’ όλους τους στάβλους συγκεντρώνονταν έξω από το χωριό σε προκαθορισμένο χώρο, δεξιά του δρόμου προς το Σαλούτ μέσα στα λιβάδια. Ο χώρος αυτός ήταν ειδικά διαμορφωμένος για την επεξεργασία της κοπριάς: είχε έκταση μερικών δεκάδων στρεμμάτων, ήταν επίπεδος, χωρίς χόρτα και το χώμα το κυλίνδριζαν για να είναι σκληρό.

Την άνοιξη άπλωναν την κοπριά στο χώρο αυτό σε στρώμα πάχους μερικών εκατοστών, την πατούσαν ώστε να είναι συμπαγής και την άφηναν να στεγνώσει. Κατόπιν την έκοβαν με ειδικά φτυάρια στο μέγεθος ενός πλίνθου. Τα κομμάτια αυτά (κουσκούρια) τα στοίβαζαν σε θημωνιές στις αυλές των σπιτιών και τα έκαιγαν ως καύσιμη ύλη το χειμώνα.

Η διαδικασία αυτή προέκυπτε και από μια αναγκαιότητα: επειδή δεν υπήρχαν φρύγανα για προσάναμμα και από το γεγονός ότι η κοπριά ήταν άφθονη κι έπρεπε να βρεθεί τρόπος να απαλλαγούν απ’ αυτήν. Η πρακτική αυτή ήταν γνωστή σε όλες τις ορεινές περιοχές που είχαν να αντιμετωπίσουν βαρύ χειμώνα. Ερχόμενοι οι Πόντιοι την υιοθέτησαν, άλλωστε το ίδιο έκαναν και στο Κιαλιαχπούρ και σ’ αυτό συνηγορούσαν πολλοί λόγοι: το υλικό ήταν άφθονο, η διαδικασία κοπιώδης μεν ανέξοδη δε και αφού δεν λίπαιναν τα χωράφια τους όλη η κοπριά έμενε αδιάθετη.

Οι άνθρωποι των εποχών εκείνων μπορεί να μην είχαν οικολογική συνείδηση όπως αυτή εννοείται σήμερα, είχαν όμως υιοθετήσει τρόπους ζωής που ελάχιστα επιβάρυναν το περιβάλλον και ταυτόχρονα τους εξασφάλιζαν πόρους ζωής. Πολλές από τις λύσεις των σημερινών οικολογικών προβλημάτων που εναγωνίως αναζητούνται, μπορούν εύκολα να εξευρεθούν αν κοιταχτεί πιο προσεκτικά ο τρόπος ζωής των ανθρώπων σε παρελθούσες εποχές.

ΓΕΩΡΓΙΑ

Οι κλιματολογικές συνθήκες της Κιόλιας δεν επέτρεπαν τη συστηματική και εκτεταμένη καλλιέργεια δημητριακών. Στην περιοχή κυριαρχούσε η εαρινή καλλιέργεια κριθαριού, σίκαλης και σιταριού ειδικής ποικιλίας (κόκκινο σιτάρι - τουρκ. kırmızı buğday). Τα τελευταία χρόνια είχαν εκχερσώσει εκτάσεις στις πλαγιές των λόφων, όπου ήταν δυνατή η καλλιέργεια σιταριού.

Το όργωμα έπρεπε να είναι βαθύ ώστε το χωράφι να αποδίδει καλύτερα. Για το σκοπό αυτό είχαν σιδερένια αλέτρια (κοτάνια) με δυο σιδερένιους τροχούς, ένας μέσα στο χώμα και ένας στο χείλος του αυλακιού, που τα έσερναν τρία και τέσσερα ζευγάρια βόδια ή βουβάλια. Πάνω στο ζυγώνι καθόταν κάποιος για να είναι βαρύτερο το αλέτρι. Το όργωμα ήταν μια δύσκολη εργασία και διαρκούσε, πολλές φορές, περισσότερο από ένα μήνα. Ίσχυε και εδώ ο θεσμός της αργατείας, δηλαδή η προσφορά της προσωπικής εργασίας στα κτήματα των συγχωριανών. Το σβάρνισμα γινόταν με ξύλινες πλεχτές σβάρνες (πληθ. ταπάνια, ρημ. ταπαλαεύω). Δεν λίπαιναν τα χωράφια με κοπριά, γιατί το έδαφος ήταν εύφορο.

Η σπορά γινόταν τον Απρίλιο, μετά το Πάσχα. Μετά το τέλος της σποράς, όργωναν τα υπόλοιπα χωράφια που θα έσπερναν την επόμενη χρονιά. Λόγω της πληθώρας των εδαφών καλλιεργούσαν εκ περιτροπής τα χωράφια.

Ο θερισμός άρχιζε το Δεκαπενταύγουστο. Θέριζαν με κόσα (κερεντή) και δρεπάνι (καγάν) και αλώνιζαν με τα τουκάνια, πρωτόγονη αλωνιστική μηχανή, αποτελούμενη από δυο παράλληλα σανίδια αρκετά φαρδιά, στα οποία από την κάτω πλευρά σφήνωναν μικρά κομμάτια πυριτόλιθου. Τα αλώνια ήταν ένας χώρος ανοιχτός μέσα στα λιβάδια, ανατολικά του δρόμου, μπροστά από τα τελευταία σπίτια προς το Σαλούτ. Μετά το 1910 οι μερικοί γεωργοί μεταχειρίζονταν θεριστικές και λιχνιστικές μηχανές, όχι όμως και αλωνιστικές. Αγνοούσαν την ύπαρξή τους κι έτσι, ενώ ο θερισμός και το λίχνισμα γινόταν μηχανικά, το αλώνισμα – που ήταν και το πιο βασανιστικό – εξακολουθούσε να γίνεται με τον παραδοσιακό τρόπο.[6]

Οι καλλιέργειες, πολλές φορές, καταστρέφονταν από το χιόνι που έπεφτε τους ανοιξιάτικους μήνες και έτσι η παραγωγή εκμηδενιζόταν. Καταστροφές προκαλούσε και το χιόνι που έπεφτε τέλη Αυγούστου ή αρχές Σεπτεμβρίου, ενώ ήταν σε εξέλιξη το αλώνισμα και τα σιτηρά ήταν εκτεθειμένα στα αλώνια. Μετά το 1909 αν και οι κλιματολογικές συνθήκες του Κυβερνείου μεταβλήθηκαν και έγιναν ιδανικότερες για την καλλιέργεια των δημητριακών, στην περιοχή της Κιόλιας οι αλλαγές αυτές ήταν σχεδόν μηδαμινές.

Τη σοδειά που αποθήκευαν στα αμπάρια μέσα στα σπίτια, την προόριζαν περισσότερο για ζωοτροφή. Το λιγοστό σιτάρι δεν αρκούσε για να ζυμώσουν ψωμί και η ανάγκη αυτή καλυπτόταν με αγορά σιταριού από τις πόλεις. Το ψωμί ήταν συνήθως από κριθάρι, μερικές φορές από σιτάρι και κάποτε από ανάμικτο αλεύρι, πράγμα που εξαρτιόταν απόλυτα από την οικονομική δυνατότητα κάθε οικογένειας.

Η μικρή σχετικά παραγωγή σιτηρών στην περιοχή, δε δικαιολογούσε την ύπαρξη πολλών νερόμυλων (χαμαιλέτε). Για το άλεσμα των σιτηρών υπήρχε μόνο ένας νερόμυλος αριστερά του δρόμου προς το Σαλούτ, ιδιοκτήτης του οποίου ήταν ο Κεσίδης Ευστάθιος. Αρκούσε για τις περιορισμένες ανάγκες των κατοίκων του Σαράφ, αλλά και του Σαλούτ. Το νερό κατέβαινε από το λόφο, γύριζε τον τροχό του νερόμυλου και κατέληγε στο κοντινό ποτάμι, περνώντας κάτω από μια ξύλινη γέφυρα που βρισκόταν μπροστά από το νερόμυλο. Εκεί πήγαιναν αμέσως μετά το τέλος των αλωνιών, για να αλέσουν το κριθάρι ή το σιτάρι, φοβούμενοι τον επερχόμενο χειμώνα γιατί τότε πάγωναν τα νερά και ο μύλος δε λειτουργούσε.

Σε κεντρικό σημείο του χωριού υπήρχε μια μεγάλη λαξευμένη πέτρα (κιουπάκ’) με βαθύ κοίλωμα. Έριχναν μέσα το σιτάρι και χτυπώντας ρυθμικά με ξύλινους κόπανους (κοπάλια) έφτιαχναν το κορκότο και το πλιγούρ’.

Η καλλιέργεια οπωροφόρων δέντρων ήταν ανύπαρκτη κι αυτή των κηπευτικών περιορισμένη. Τούτο οφειλόταν στο ψυχρό κλίμα και το μακρύ χειμώνα. Έτσι μόλις που κατάφερναν να παράγουν ελάχιστες ποσότητες κηπευτικών.

Οι Μαλακάνοι[7] κυρίως και οι Αρμένιοι κατά δεύτερο λόγο, ασχολούνταν με τη δεντροκαλλιέργεια και την κηπουρική, στις νοτιότερες περιοχές του Κυβερνείου που κατοικούσαν. Οι καλλιέργειες αυτές ευδοκιμούσαν κυρίως στις υποδιοικήσεις Όλτη και Καγκισμάν. Οι κάτοικοι του Σαράφ προμηθεύονταν τα φρούτα και τα λαχανικά από τους πλανόδιους Μαλακάνους. Η πληρωμή γινόταν σε είδη που δεν παρήγαγαν οι Μαλακάνοι: κριθάρι, χόρτα και κτηνοτροφικά προϊόντα.

ΙΕΡΕΙΣ ΚΑΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ

Ο τελευταίος ιερέας του χωριού ήταν ο Στέφανος Παρκοσίδης, ο οποίος τελειώνοντας την Αστική Σχολή, συνέχισε τις σπουδές του στο Θεολογικό Σεμινάριο της Τιφλίδας και το Παιδαγωγικό Σεμινάριο του Καρς.

Η ύπαρξη στο Κυβερνείο αστικών σχολών δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για συνέχιση των σπουδών, μετά τις εγκύκλιες. Έτσι από το Σαράφ πολλοί ήταν αυτοί που σπούδασαν στις παραπάνω σχολές και κατόπιν παρακολουθώντας το Παιδαγωγικό Σεμινάριο στο Καρς έγιναν δάσκαλοι.

Σαραφλήδες δάσκαλοι ήταν οι: Αθανασιάδης Αθανάσιος που υπηρέτησε στο Πεπερέκ, Αθανασιάδης Γεώργιος στο Παντζαρότ, Ιορδανίδης Κωνσταντίνος στο Σαράφ, Λιαρετίδης Ιωάννης στο Χατζή-Βελή, Λιαρετίδης Κωνσταντίνος στο κουρδικό χωριό Χοστούλμπεντ, Παρκοσίδης Αλέξανδρος στο Σαράφ, Παρκοσίδης Γεώργιος στο σχολείο στοιχειώδους μόρφωσης του Σαράφ, Παρκοσίδης Στέφανος στο Σαράφ, Σαπρανίδης Κωνσταντίνος στο κουρδικό χωριό Ζιβίν, Σαπρανίδης Τριαντάφυλλος στο Σαράφ.

Οι Αθανάσιος και Γεώργιος Αθανασιάδης (αδέλφια) τελείωσαν την Αστική Σχολή του Αρταχάν, κατόπιν παρακολούθησαν το Σεμινάριο στο Καρς και έγιναν δάσκαλοι.

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΙ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΙ

Μετά το 1878 στο Κυβερνείο εγκαθιδρύθηκε μια στρατιωτικοτοπική διοίκηση, η οποία λαμβάνοντας υπόψη το ανομοιογενές του πληθυσμού, ήταν ελαστική απέναντι σε όλους προκειμένου να μη διαταραχθεί η ομαλή διοικητική ζωή του τόπου. Υπήρχε επίσης η δυνατότητα να υπηρετούν στην αστυνομία, το στρατό και άλλες δημόσιες υπηρεσίες, άτομα που δεν ανήκαν στη ρωσική εθνότητα του Κυβερνείου. Η ένταξη αλλοεθνών στους μηχανισμούς της διοίκησης αποσκοπούσε στον προσεταιρισμό των εθνοτήτων, ώστε να καταστεί ευκολότερη η αποδοχή της ρωσικής διοίκησης και η πολιτική του εκρωσισμού.

Έτσι πολλοί Έλληνες υπηρέτησαν ως αστυνομικοί και στρατιωτικοί, μεταξύ αυτών και αρκετοί από το Σαράφ. Σαραφλήδες αστυνομικοί (στράζνικοι) ήταν: Θεοδωρίδης Κωνσταντίνος, Κασκαμανίδης Ιωάννης του Γεωργίου, Κατικαρίδης Χρήστος, Πανίδης Κυριάκος (έφιππη αστυνομία), Πανίδης Κωνσταντίνος, Σαπρανίδης Λαμπριανός, Σαπρανίδης Σωκράτης. Αξιωματικοί (σολντάτοι ή σαλτάτοι): Γεωργιάδης Αθανάσιος, Παρκοσίδης Γεώργιος, Σαπρανίδης Αλέξανδρος (λοχαγός).

Η στρατολόγηση των Ελλήνων στο ρωσικό στρατό άρχισε το 1888, ενώ το 1898 οργανώθηκε η έφιππη αστυνομία της υπαίθρου που στελεχώθηκε με Ρώσους και Έλληνες που είχαν υπηρετήσει στο ρωσικό στρατό.[8]

Κάθε τρία ή τέσσερα χρόνια η ρωσική διοίκηση εφάρμοζε δοκιμαστικές επιστρατεύσεις, για τις οποίες απαιτούνταν προμήθειες σε έμψυχα και άψυχα υλικά. Ένα μεγάλο μέρος των υλικών αυτών έδιναν οι Έλληνες.

ΥΛΟΤΟΜΙΑ

Το οροπέδιο της Κιόλιας αν και ήταν εύφορο, ωστόσο δεν είχε καθόλου δέντρα. Την έλλειψη αυτή αντιστάθμιζε η ύπαρξη δασών στα γύρω βουνά και ιδιαίτερα στο Σιρίν Νταού (Şirin Dağ), δυτικά του Σαράφ και δυτικότερα του Μεζαράτ. Οι κάτοικοι μπορούσαν να υλοτομήσουν συγκεκριμένες ποσότητες δέντρων, μετά από ειδική άδεια των τοπικών αρχών. Την άδεια αυτή την έπαιρναν από τους δασικούς υπαλλήλους του χωριού Μεζαράτ, βάσει την οποίας μπορούσαν να υλοτομήσουν μόνο μεγάλα δέντρα με διάμετρο πάνω από 0,80 μ. και ύψος άνω των 8-10 μ.[9]

Όταν έλιωναν τα χιόνια οι κάτοικοι των γύρω χωριών ανέβαιναν στο βουνό και έκοβαν τα τεράστια έλατα (τσάμιας). Για τη μεταφορά των κορμών υπήρχαν ειδικά κάρα (αραπάδας), τα οποία ήταν έτσι κατασκευασμένα ώστε να ανοίγουν προκειμένου να φορτωθούν οι κορμοί. Στα κάρα αυτά έζευαν δυο ζευγάρια βόδια, μετέφεραν τους κορμούς στα σπίτια τους, τους πριόνιζαν σε κατάλληλα μεγέθη και τους πελεκούσαν στο επιθυμητό σχήμα. Το πριόνισμα γινόταν με ένα τεράστιο πριόνι (πουργούτ’) που το κρατούσαν δυο χεροδύναμοι άντρες από τις δυο μεριές. Ένα μέρος της ξυλείας προοριζόταν να καλύψει τις ανάγκες σε οικοδομήσιμη ξυλεία, καθώς και για την κατασκευή απαραίτητων αντικειμένων και εργαλείων

Η ξυλεία που θεωρούνταν ως εμπορεύσιμη, φορτωνόταν στα κάρα και πωλούνταν στο Καρς και σε ορισμένες περιπτώσεις στο Αρταχάν. Με τα χρήματα που εξοικονομούσαν αγόραζαν σιταρίσιο αλεύρι, ζάχαρη, ρύζι, υφάσματα, ρούχα, παπούτσια, πετσέτες, κ.λ.π.

ΚΑΤΑΣΤΗΜΑτα

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η κοινωνία του χωριού, όπως άλλωστε και των άλλων χωριών της Κιόλιας, ήταν σχεδόν αυτάρκης όσον αφορά τη διατροφή, σε συνδυασμό με τις περιορισμένες καταναλωτικές ανάγκες των κατοίκων, δικαιολογείται η ύπαρξη στο χωριό ενός και μοναδικού καταστήματος. Από την άλλη, οι άντρες του χωριού πήγαιναν συχνά στο Αρταχάν και σπανιότερα στο Καρς, απ’ όπου έφερναν τα είδη εκείνα που ήταν απαραίτητα για τη συμπλήρωση της διατροφής και την ένδυση, καθώς και εξαρτήματα για την κατασκευή εργαλείων.

Το μοναδικό αυτό κατάστημα ανήκε στον Αθανάσιο Κεσίδη. Βρισκόταν στο τέλος του χωριού προς το Σαλούτ, διακόσια περίπου μέτρα από την πέτρινη γέφυρα, μετά από το σπίτι του Γεώργιου Πατουλίδη και κοντά στο νερόμυλο. Διέθετε ένα ετερόκλητο πλήθος αγαθών, για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών των κατοίκων. Λειτουργούσε ως εμπορικό κατάστημα και όχι ως καφενείο.

ΑΣΧΟΛΙΕΣ-ΨΥΧΑΓΩΓΙΑ

Λόγος για πλατεία με διαμορφωμένους χώρους στο Σαράφ δεν μπορεί να γίνει, άλλωστε κάτι τέτοιο φάνταζε περιττό για την εποχή εκείνη. Καφενεία στο χωριό δεν υπήρχαν, πέρα από το μαγαζί του Κεσίδη, το οποίο όμως ήταν περισσότερο παντοπωλείο, παρά καφενείο. Ο συνήθης χώρος που μαζεύονταν οι άντρες του χωριού για να ψυχαγωγηθούν και να κουβεντιάσουν ήταν οι χωματοσκεπές. Όταν ήταν καλός ο καιρός ανέβαιναν κατά ομάδες στις χωματοσκεπές και περνούσαν τις ελεύθερες ώρες συζητώντας. Η παρουσία των ανθρώπων επάνω στις στέγες των σπιτιών, έδινε την εντύπωση πως το χωριό ήταν μεγαλύτερο απ’ ότι στην πραγματικότητα. Εκεί έπαιζαν και τα μικρά παιδιά.

Τις χειμωνιάτικες νύχτες, ο μόνος τρόπος ψυχαγωγίας ήταν η συνάθροιση φίλων και συγγενών στα σπίτια (παρακάθ). Μέσα από τις συζητήσεις που γίνονταν περνούσε όλη η ζωή τους. Για τα παιδιά οι συζητήσεις αυτές των μεγαλυτέρων ήταν ένα σχολείο, μέσα στο οποίο μεγάλωναν μαθαίνοντας και αποτυπώνοντας γεγονότα και λεπτομέρειες περασμένων δεκαετιών. Τα παιδιά εκείνης της εποχής, είναι οι σημερινοί γέροντες και γερόντισσες, που με αγάπη και ενθουσιασμό αναπολούν τα παιδικά τους χρόνια, μεταδίδοντας ταυτόχρονα τις αναμνήσεις τους στους νεότερους.

Από τα παρακάθια δεν έλειπαν βέβαια η λύρα, το ταούλ, η ζουρνά και το τουλούμ’. Ακόμα και στις πιο ζοφερές στιγμές της ζωής τους οι άνθρωποι εκείνοι διασκέδαζαν.

Λυράρηδες στο Σαράφ ήταν ο Αλέξανδρος Αθανασιάδης (Αλέξης τη Κοϊτάρ’) και ο Λάζαρος[10] που έμενε κοντά στην εκκλησία. Τον Λάζαρο επισκέπτονταν στο σπίτι του οι νέοι του χωριού και διασκέδαζαν με το παίξιμο της λύρας. Τουλούμ’ έπαιζε ο Σαμψών Κασκαμανίδης, που πέθανε στο Σαράφ, αμέσως μετά την απόλυσή του από το στρατό σε ηλικία 22 περίπου ετών.

Το οροπέδιο της Κιόλιας ήταν πλούσιο σε νερά. Πολλοί παραπόταμοι του Κύρου ποταμού πήγαζαν από τους λόφους της περιοχής και δημιουργούσαν ένα σύμπλεγμα προς κάθε κατεύθυνση. Σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μέτρων περνούσε ο ποταμός Αράπαλη. Κατά τους χειμερινούς μήνες που η θερμοκρασία έπεφτε μέχρι και 30 βαθμούς Κελσίου κάτω από το 0, η επιφάνεια των ποταμών πάγωνε και έδινε την ευκαιρία σε μικρούς, αλλά και σε μεγάλους, να ψυχαγωγούνται γλιστρώντας πάνω στον πάγο.

Τα κυριότερα είδη ψαριών που ζούσαν στα ποτάμια αυτά ήταν η πέστροφα (αλάπαλουκ) και το γριβάδι (σαζάν’). Το ψάρεμα, αν δεν εξασφάλιζε την τροφή των κατοίκων του χωριού, τουλάχιστον έδινε ένα πολύτιμο συμπλήρωμα. Στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο οι νέοι και τα παιδιά κολυμπούσαν στο ποτάμι και ψάρευαν. Το μέσο που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι για να ψαρέψουν ήταν ένα δίχτυ που κατασκεύαζαν οι ίδιοι από πρόχειρα υλικά. Η κατασκευή αυτή έμοιαζε με μια τεράστια απόχη, μέσα στην οποία παγίδευαν τα ψάρια. Σε δυο γερά ξύλα έδεναν ένα δίχτυ (τόρ’) που στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν ένα τσουβάλι με ξηλωμένες τις ραφές και στην αντίθετη πλευρά από αυτή που κρατούσε ο ψαράς, ανά διαστήματα, έδεναν μικρά κομμάτια από μολύβι.

Στο ψάρεμα συμμετείχαν το λιγότερο δυο άτομα και συνήθως μια ολόκληρη παρέα. Αυτοί που είχαν τα δίχτυα στέκονταν αντίθετα στο ρεύμα του ποταμού ο ένας δίπλα στον άλλο, κρατώντας τα δυο ξύλα των διχτύων σταυρωτά, χαμηλά και κοντά στην κοιλιά. Οι υπόλοιποι έπιαναν όλο το πλάτος του ποταμού από πιο ψηλό σημείο και κατεβαίνοντας προς αυτούς που κρατούσαν τα δίχτυα, χτυπούσαν δυνατά τα νερά, με μακριά και ευλύγιστα κλαδιά δέντρων (τσιπούχα). Τα ψάρια τρομαγμένα κατηφόριζαν και έπεφταν μέσα στα δίχτυα. Τη στιγμή εκείνη αυτοί που κρατούσαν τα δίχτυα, με μια αστραπιαία κίνηση έκλειναν (ίγγλωναν) τα δίχτυα παγιδεύοντας τα ψάρια. Κατόπιν σήκωναν τα δίχτυα ψηλά και πετούσαν τα ψάρια στις όχθες του ποταμού, όπου περίμεναν να τα μαζέψουν συνήθως οι μικρότεροι της παρέας. Ψάρευαν επίσης και με τα χέρια, συνήθεια που αποδείχτηκε ωφέλιμη για όσους κατοίκησαν στον Τριπόταμο της Φλώρινας, αφού την εποχή που εγκαταστάθηκαν στο χωριό (1924) τα τρία ποτάμια του χωριού ήταν γεμάτα ψάρια.

Μια καθημερινή ασχολία ήταν η μεταφορά του νερού. Έξω από το χωριό στο δρόμο για το Μερτινίκ (κοντά στο Ζαβότ) υπήρχε βρύση με πηγαίο νερό, από την οποία οι νέες κοπέλες και οι νύφες κουβαλούσαν καθημερινά το νερό στο σπίτι με τους κουβάδες (βέτρας ή τσαγάνια) που κρέμονταν από τις δυο άκρες ενός ξύλου που είχαν στερεωμένο στις ωμοπλάτες τους. Το πρόχειρο αυτό μέσο μεταφοράς ονομαζόταν τσακούλ’ (πληθ. τσακούλια).

ΧΛΩΡΙΔΑ

Η έλλειψη οπωροκηπευτικών στο Σαράφ, αντισταθμιζόταν κάπως από τα αυτοφυή χορταρικά και τους βολβούς. Τα εδάφη ήταν εύφορα και κατά τους ανοιξιάτικους μήνες στα λιβάδια και τη γιαϊλά, φύτρωναν διάφορα εδώδιμα χορταρικά και βολβοί. Τα περισσότερα από αυτά τρώγονταν ωμά, με λίγο αλάτι.

Μερικά από αυτά ήταν:[11] κοπούκια (είχε αγκάθια και βολβούς εδώδιμους), καρτσάλας (φυτό με υπόγειους σφαιρικούς και χοντρούς βολβούς σαν ρεπάνια), σογάνια (αγριόσκορδα ή αγριοκρέμμυδα), τζουντζούνας (αγριόχορτο εδώδιμο, ευδοκιμούσε στα λιβάδια ), κγίμια ή κγιμία ή γουμία,, τουτουγιάδας (χορταρικό με χρωματιστό μεγάλο άνθος, μοιάζει με το τριφύλλι), κογκορόζια (αγριόχορτα με κίτρινο λουλούδι και γεύση υπόξινη, τα έτρωγαν όπως το σπανάκι), χασχάσια, κάλια, ματούκια ή μετίκια,, τουρμουτάρια, αχαντίτας, πιρπιρίμια, μπόζια, στουπίτες, λαθύρια και μαχερίτας που τις μάζευαν το καλοκαίρι τις έβραζαν και τις έβαζαν στα πουλούλια για να τις καταναλώσουν στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής. Επίσης στην περιοχή ευδοκιμούσε το καζ (στην ποντιακή κεβένια), φυτό με ξυλώδη κορμό και αγκάθια, ύψους 0,50 μ., οι ρίζες του οποίου περιείχαν μια ουσία σαν ρετσίνι που χρησιμοποιούνταν ως καύσιμη ύλη. Σε πολλά χωράφια φύτρωνε το γουντραλούχ’, είδος σκληρού χόρτου

Δεκάδες είδη λουλουδιών φύτρωναν την άνοιξη, συνθέτοντας μια όμορφη εικόνα.

ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ - ΝΟΟΤΡΟΠΙΕΣ

Πέραν των όσων κατά καιρούς έχουν γραφεί, αξίζει να σημειωθούν και ορισμένοι τύποι συμπεριφοράς-νοοτροπίας, που ίσχυαν στο Σαράφ.

Κατά την είσοδο των επισκεπτών στο σπίτι τις βραδινές ώρες, η νύφη του σπιτιού έπρεπε να βγάλει από τα πόδια των εισερχομένων τα παπούτσια τους (συνήθως κατασκευασμένα από τους ίδιους με δέρματα ζώων), να τα καθαρίσει και να βάλει νέο άχυρο μέσα σ’ αυτά. Όσο διαρκούσε η επίσκεψη και οι γενόμενες συζητήσεις (παρακάθ’) η νύφη του σπιτιού σέρβιρε ποτά, μεζέδες, κ.ά. Καθόταν όρθια στην πόρτα του δωματίου των επισκεπτών χωρίς να συμμετέχει στις συζητήσεις και μόλις αντιλαμβανόταν ότι κάποιος θέλει να ανάψει τσιγάρο, έπαιρνε με τη μασιά αναμμένο κάρβουνο από τη σόμπα και το έφερνε μπροστά σ’ αυτόν. Δεν έφευγε παρά μόνον όταν έπαιρνε τέλος το παρακάθ’.

Στα σπίτια κατοικούσαν οι γονείς με τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Ο γιος ποτέ δεν αγκάλιαζε ούτε καν χάιδευε τα παιδιά του μπροστά στους γέρους γονείς του και περισσότερο μπροστά στον πατέρα του. Η ανάγκη αυτή ικανοποιούνταν μόνο εν απουσία των γέρων γονιών.

Παρουσία γονέων ή πεθερικών δεν είχε το δικαίωμα ο γιος ή η κόρη να πει: «η γαρή μ’» (η γυναίκα μου) ή «ο άντρας -ι- μ’» (ο άντρας μου) ως ένδειξη απόλυτου σεβασμού προς τον πατέρα και τη μητέρα.

Οι παντρεμένοι γιοι όταν ήθελαν να φωνάξουν τη σύζυγό τους, ποτέ δεν τη φώναζαν με το μικρό όνομά της, παρά με τα: «Νέπουτση!» ή «Νη εσέν λέγω ’κι ακούς;» Βέβαια το ίδιο ίσχυε και για τις συζύγους που έλεγαν: «Νέπαι!».

ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ - ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕΣΑ

Οι δρόμοι που συνέδεαν τα χωριά μεταξύ τους και με τις μεγάλες πόλεις ήταν χαλικόστρωτοι, με πλάτος περίπου 4-5 μέτρα. Υπήρχαν και άλλοι δρόμοι χωρίς σκυρόστρωση που ήταν προσπελάσιμοι μόνο κατά τη θερινή περίοδο, κυρίως για να εξυπηρετούν τις ανάγκες των κατοίκων για μετάβαση στα χωράφια ή τα λιβάδια.

Το Καρς απείχε[12] από το Αρταχαν 101 χμ., διαδρομή μέσω Κάτω Γανάχ (Hanak), Κάτω Χάσκιοϊ (Hasköy) και Κιουλιαπέρτ, ανατολικά της Κιόλιας, 58 χμ. από το Σαρίκαμις (Sarikamiş) και 78 χμ. από το Καγκισμάν (Kağisman), 48 χμ. από το Μερτινίκ και 50 χμ. από το Σαράφ. Το Αρταχάν απείχε από το Ταχτά-Γραν 31 χμ., από το Μερτινίκ 48 χμ. και από το Σαράφ 51 χμ.

Μέσα μαζικής μεταφοράς στην Κιόλια δεν υπήρχαν, με εξαίρεση τα Ταχυδρομικά Κρατικά Ιππήλατα τροχοφόρα, με τρία (τρόικα) ή τέσσερα (τσέσβεριν) άλογα, που ενίοτε χρησιμοποιούνταν και ως μέσα μεταφοράς ανθρώπων. Οι άμαξες αυτές άλλαζαν τα άλογα στους ταχυδρομικούς σταθμούς που υπήρχαν σε χωριά ανά 15-20 περίπου χιλιόμετρα, ενώ οι αμαξάδες (γιαμσίκ’) φορούσαν ειδική στολή με κονκάρδα στην οποία εικονιζόταν ο δικέφαλος αετός.

Όλες οι μετακινήσεις των ανθρώπων και οι μεταφορές εκτελούνταν με κάρα. Η τεχνική κατασκευής και η ποιότητα των υλικών κάθε τέτοιου κάρου ήταν ανάλογα με τη χρήση τους. Στο χωριό υπήρχε καροποιός που έφτιαχνε όλα τα κάρα των συγχωριανών του. Το πιο αγαπημένο μέσο ήταν το τετράτροχο κάρο (φουργούν’[13]) που το έσερναν δυο ή τέσσερα άλογα, σκεπασμένο συχνά με κάλυμμα (κυπίτκα). Τα καλύμματα αυτά ήταν φτιαγμένα από καδρόνια που κάρφωναν πάνω σε λυγισμένες σανίδες, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να σχηματίζουν μια θολωτή στέγη την οποία σκέπαζαν με αντίσκηνο ή κιλίμια. Θεωρούνταν το επίσημο μέσο για την μεταφορά ανθρώπων και εμπορικών φορτίων. Οι πλουσιότεροι είχαν και δίτροχα κάρα με ένα άλογο για τις μετακινήσεις τους που είχαν επίσημο χαρακτήρα.

Για τις μεταφορές από και προς τα χωράφια και τα λιβάδια είχαν μεγάλα τετράτροχα κάρα (αραπάδας) με 2 ή 4 βόδια ή βουβάλια. Με τα κάρα αυτά μετέφεραν και τη ξυλεία που υλοτομούσαν από τα δάση των γύρω βουνών, ανοίγοντας τις ειδικές για το σκοπό αυτό προεκτάσεις προκειμένου να τοποθετούν τους τεράστιους κορμούς.

Άλλο είδος κάρου, περισσότερο πρόχειρο, ήταν το κορ αραπασί, δίτροχο με ξύλινες κυκλικές επιφάνειες για ρόδες και ξύλινο άξονα που το έσερναν βόδια. Η ονομασία οφείλεται στο γεγονός ότι τα κάρα αυτά δεν είχαν σταθερό βάδισμα. Ιδιοκτήτες τους ήταν κυρίως οι Κούρδοι, που τα χρησιμοποιούσαν για να εκτελέσουν μικρομεταφορές (αγώγια).

Η περιοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν σκεπασμένη από χιόνια, πράγμα που καθιστούσε αδύνατη τη μετακίνηση και μεταφορά με τα κάρα. Το κύριο μεταφορικό μέσο για τη χειμερινή περίοδο ήταν το έλκηθρο (σάγκα), ξύλινη κατασκευή, που το έσερναν βόδια ή άλογα.

Αυτοκίνητα εμφανίστηκαν στην περιοχή κυρίως μετά την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και εξυπηρετούσαν στρατιωτικές και μόνον ανάγκες.

ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ

Τα πανηγύρια στα οποία συμμετείχαν οι κάτοικοι του Σαράφ, είχαν θρησκευτικό χαρακτήρα. Συναθροίσεις μη θρησκευτικού χαρακτήρα με γλέντι γίνονταν και σε εξοχές. Τα πιο ξακουστά πανηγύρια ήταν της Παναγίας στο χωριό Λάλογλη, του Αγίου Γεωργίου στο Γανάχ, της Αναλήψεως στο Μαγαρατσίχ.

Το πιο μεγάλο και ξακουστό πανηγύρι σε ολόκληρο το Κυβερνείο, ήταν αυτό που γινόταν κάθε Δεκαπενταύγουστο στο μοναστήρι της Παναγίας κοντά στο χωριό Λάλογλη. Εκεί μαζεύονταν οι Έλληνες, ως δεκαπέντε χιλιάδες άτομα, από κάθε γωνιά του Κυβερνείου και πανηγύριζαν επί ένα τριήμερο. Η Παναΐα τη Λάλογλης ήταν για τους Έλληνες του Κυβερνείου, ότι και η Παναγία Σουμελά για τους Έλληνες του Πόντου. Στον πανηγυρισμό συμμετείχαν και πολλοί μουσουλμάνοι της περιοχής, αφού θεωρούσαν πως η Παναγία έχει θαυματουργικές ιδιότητες. Την αποκαλούσαν μάλιστα Μαϊρά – μανά (Meryemana).

Κατά τη διάρκεια του πανηγυριού οι κάτοικοι του Σαράφ είχαν την ευκαιρία να βρεθούν με συγγενείς από άλλα χωριά. Κατά τη μετοικεσία του 1878-1884 ομάδες συγγενών σκόρπισαν σε διαφορετικά χωριά του Κυβερνείου και το πανηγύρι αυτό έδινε την ευκαιρία να συνευρίσκονται.

Δυτικά του ελληνικού χωριού Σιντισκόμ κοντά στο Αρταχάν, υπήρχε πάνω σε ένα ύψωμα με υψόμετρο 2.220 μ. εκκλησία του Προφήτη Ηλία. Στο εξοχικό αυτό μέρος συγκεντρώνονταν όλοι οι κάτοικοι των ελληνικών χωριών της Υποδιοίκησης Αρταχάν και πολλοί Κιόλιαληδες στις 20 Ιουλίου, ημέρα κατά την οποία γιόρταζε ο Προφήτης.[14]

Βέβαια δεν έλειπαν και τα γλέντια σε εξοχικές τοποθεσίες. Ενδιάμεσα στο Σαράφ και το Μεζαράτ, στα λιβάδια πίσω από το Ζαβότ, υπήρχε μια πηγή με ξινό νερό που σχημάτιζε μια μικρή λίμνη, το έδαφος γύρω από την οποία ήταν μαλακό και υποχωρούσε αν κάποιος περπατούσε επάνω του. Η τοποθεσία αυτή ονομαζόταν Ναρζάν. Την ημέρα της Αναλήψεως μαζεύονταν εκεί οι κάτοικοι των κοντινών χωριών φέρνοντας μαζί τους τρόφιμα. Τρωγόπιναν και γλεντούσαν όλη την ημέρα. Έρχονταν και Μαλακάνοι στη συνάθροιση αυτή και πουλούσαν οπωρολαχανικά. Τα μικρά παιδιά είχαν την εξής συνήθεια, που αποτελούσε γι’ αυτά και παιχνίδι: όταν οι γονείς τους αγόραζαν αγγούρια τα παιδιά τα έκοβαν κατά μήκος, αφαιρούσαν την ψίχα φτιάχνοντας ένα είδος κούπας την οποία γέμιζαν με ξινό νερό και έπιναν.

ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥΣ

Οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι του 19ου αιώνα είχαν ως αποτέλεσμα τη μετακίνηση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων από και προς τις δυο εμπλεκόμενες χώρες. Στο ρωσικό νότο και την ευρύτερη περιοχή του Καυκάσου, κατοικούσαν μουσουλμανικοί πληθυσμοί, Κιρκάσιοι - Τσερκέζοι (ρωσ. Cherkesy), Κούρδοι, Τούρκοι, κλπ., για τους οποίους βασική επιδίωξη της τσαρικής Ρωσίας μετά το τέλος κάθε τέτοιου πολέμου ήταν να ανταλλαγούν οι πληθυσμοί αυτοί με χριστιανούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της επιδίωξης ικανοποιήθηκε μετά τον πόλεμο του 1877-1878.

Τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης χαρακτηρίζονται από τις προσπάθειες των Ποντίων να ξεπεράσουν τα προβλήματα που τους δημιούργησε η μετοικεσία. Στο πλαίσιο αυτό κινήθηκε και η ζωή των κατοίκων του Σαράφ.

Η περιοχή του Καυκάσου, λόγω της γεωγραφικής της θέσης και των πλουτοπαραγωγικών πηγών αποτέλεσε επί αιώνες το μήλον της έριδος μεταξύ Ρώσων και Τούρκων. Μετά το 1878 η νικήτρια Ρωσία πέτυχε την εγκατάσταση χριστιανών στην ευαίσθητη αυτή περιοχή. Από το 1890 η ρωσική κυβέρνηση ακολούθησε μια γενική πολιτική εκρωσισμού.[15] Δεν αρκούσε πλέον η πίστη και η αφοσίωση των υπηκόων στον τσάρο: έπρεπε να γίνουν όλοι Ρώσοι. Γνωρίζοντας ότι η παραμονή των Ελλήνων στα ρωσικά εδάφη μπορεί μακροπρόθεσμα να δημιουργήσει προβλήματα, επιδίωξε με ποικίλους τρόπους να εκρωσίσει τους πληθυσμούς αυτούς. Δόθηκε σε όλους τους Έλληνες η ρωσική υπηκοότητα, ρωσοποιήθηκαν τα επώνυμά τους με την πρόσθεση σ’ αυτά της κατάληξης –οφ, επιβλήθηκε η διδασκαλία των μαθημάτων στη ρωσική, δεν αναγνωρίζονταν ως νόμιμες οι ελληνικές κοινότητες, κλπ.

Ο βαθμός εφαρμογής των μέτρων αυτών, επηρεάστηκε σημαντικά από τις κοινωνικές εξεγέρσεις που συχνά συνέβαιναν στη Ρωσία – και ιδιαίτερα μετά τον Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο του 1905–, από τη σθεναρότητα με την οποία αντιστέκονταν οι ελληνικοί πληθυσμοί, καθώς και από τις ειδικές συνθήκες διοίκησης που επικρατούσαν στο Κυβερνείο του Καρς.

Στο λεξιλόγιο της ποντιακής διαλέκτου εισέβαλαν πάμπολλες λέξεις της ρωσικής γλώσσας, στις περισσότερες περιπτώσεις με την απαραίτητη προσαρμογή τους στη φωνητική και τη γραμματική της ποντιακής. Κάτι τέτοιο άλλωστε ήταν αναπόφευκτο, αφού η ποντιακή ως διάλεκτος δεν είχε τα απαραίτητα γλωσσικά εργαλεία που θα κάλυπταν τις καθημερινές ανάγκες επικοινωνίας και συναλλαγών με τις ρωσικές αρχές. Περισσότερο επηρεάστηκαν από τη ρωσική οι άντρες και λιγότερο οι γυναίκες, οι οποίες προσκολλημένες στις οικιακές και αγροτικές δουλειές χρησιμοποιούσαν ατόφια την ποντιακή. Τα παιδιά μεγάλωναν μαθαίνοντας την ποντιακή και μόνον στο σχολείο είχαν επαφή με τη ρωσική γλώσσα.

Είναι χαρακτηριστική η ευκολία με την οποία οι Έλληνες συμμετείχαν στη στρατιωτικοτοπική διοίκηση, στα εκκλησιαστικά και εκπαιδευτικά δρώμενα του Κυβερνείου, πράγμα βέβαια που οφείλεται στον γενικότερο ρωσικό σχεδιασμό, που όμως έδινε στο ελληνικό στοιχείο το απαραίτητο κύρος και τη δύναμη για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του.

Τα ήθη, τα έθιμα, οι παραδόσεις των Ελλήνων του Κυβερνείου δεν είχαν ουσιωδώς μεταβληθεί. Απομονωμένοι από τον υπόλοιπο ποντιακό Ελληνισμό, δημιούργησαν ισχυρούς μηχανισμούς αντίστασης στις ξενικές επιδράσεις, ενταγμένους στη διαδικασία υπεραναπλήρωσης των ελλείψεων που οφείλονταν στις επιδράσεις αυτές. Οι επιδράσεις αυτές ήταν περιορισμένες για τους Έλληνες της Κιόλιας αφού ζούσαν σε δύσβατη ορεινή περιοχή, όπου η προπαγάνδα δεν είχε τα αναμενόμενα για τους Ρώσους αποτελέσματα.

Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα η ζωή στην Κιόλια και το Σαράφ, δε φαίνεται να επηρεάστηκε σοβαρά από γεγονότα που είχαν άμεση ή έμμεση σχέση με το Κυβερνείο. Περιστασιακές μόνο επιδρομές από Κούρδους των γειτονικών περιοχών διατάρασσαν τη ζωή των Ελλήνων. Επίσης η παρουσία των Αρμενίων που είχαν εκπατριστεί από τα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας και μετακινούνταν διαρκώς, δημιούργησε κατά καιρούς προβλήματα και στους κατοίκους του Σαράφ

Οι συνέπειες όμως του Ρωσοϊαπωνικού Πολέμου του 1905, οι αλλαγές στον τρόπο διακυβέρνησης της Ρωσίας, οι αναστατώσεις που προκλήθηκαν και κυρίως τα επαναστατικά κινήματα, άλλαξαν ως ένα βαθμό τη ζωή των κατοίκων. Μετά τα γεγονότα του 1905 διαταράχθηκαν ανεπανόρθωτα οι σχέσεις των Ελλήνων με τους αλλοεθνείς, χαλάρωσε ο έλεγχος που ασκούσε η ρωσική διοίκηση και αποδιοργανώθηκαν οι κρατικές υπηρεσίες.

Ως συνέπεια των παραπάνω προέκυψε για τους Έλληνες η ανάγκη εξοπλισμού τους, ώστε να υπάρχει ισορροπία μεταξύ των εθνοτήτων και ομαλή συμβίωση, πράγμα που εν μέρει επιτεύχθηκε μέχρι το 1914

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΞΑΕΤΙΑ ΣΤΟ ΚΥΒΕΡΝΕΙΟ

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΑΠΟ ΤΟ 1914 ΩΣ ΤΟ 1920

Σοβαρά προβλήματα, που αφορούσαν την επιβίωση και την παραμονή των Ελλήνων στα εδάφη του Κυβερνείου δημιουργήθηκαν με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1914. Η Τουρκία και η Ρωσία, βρέθηκαν για μια ακόμη φορά σε εμπόλεμη κατάσταση. Η Τουρκία τάχθηκε στο πλευρό των Γερμανών και ο Καύκασος μεταβλήθηκε σε μέτωπο πολέμου. Οι πολεμικές επιχειρήσεις που έλαβαν χώρα μετά το 1914 ώθησαν πολλούς από τους Έλληνες του Κυβερνείου στη φυγή. Στις επιχειρήσεις του χειμώνα ’14-’15 οι Ρώσοι είχαν σύμμαχό τους, το βαρύ χειμώνα, το στρατηγό πάγο (Γκενεράλ Μαρόζ) όπως χαρακτηριστικά έλεγαν, που ενέσκηψε και αποδεκάτισε τους Τούρκους στρατιώτες.

Το 1915 σημαδεύεται από τις σφαγές των Αρμενίων στα οθωμανικά εδάφη. Οι Αρμένιοι των χωριών του Κυβερνείου, του νότου κυρίως, υπό τον φόβο νέων τουρκικών προελάσεων καταφεύγουν στην ορεινή περιοχή της Κιόλιας. Στο Σαράφ συγκεντρώθηκαν αρκετές οικογένειες Αρμενίων από το γειτονικό Μερτινίκ, βρίσκοντας φιλοξενία από τους γνωστούς και ομόδοξους κατοίκους του χωριού.

Οι μουσουλμάνοι όμως της περιοχής προβαίνουν σε δολοφονίες Αρμενίων και μέσα στο χωριό. Άτακτες ομάδες Τούρκων και Κούρδων εισβάλλουν στο χωριό με διπλό σκοπό: να δολοφονήσουν επί τόπου τους Αρμενίους που κρύβονταν και να λεηλατήσουν τα ελληνικά σπίτια. Σε κάθε τέτοια επιδρομή άτακτων ομάδων οι άνδρες του χωριού κρύβονταν. Ενδεχόμενη σύλληψή τους σήμαινε θάνατο.

Η κατάσταση αυτή κράτησε μέχρι τις αρχές του 1916. Οι Ρώσοι νικούν τα στρατεύματα του Εμβέρ Πασά που είχαν εισβάλλει στο Κυβερνείο και τα υποχρεώνουν να υποχωρήσουν. Η ζωή φαίνεται να παίρνει πάλι τον κανονικό της ρυθμό.

Τα επαναστατικά γεγονότα του 1917 στη Ρωσία με αποκορύφωμα την Οκτωβριανή Επανάσταση που φέρνει τους μπολσεβίκους στην εξουσία, δημιούργησαν μια χαώδη κατάσταση που είχε άμεσο αντίκτυπο στη ζωή των Ελλήνων του Καρς. Οι μπολσεβίκοι διακηρύσσουν την αντίθεσή τους στον πόλεμο και ο ρωσικός στρατός εγκαταλείπει τα πολεμικά μέτωπα.

Αντιπρόσωποι των εθνοτήτων του Αντικαυκάσου, συνέρχονται στα τέλη Νοεμβρίου του ’17 στην Τιφλίδα, με σκοπό τον ανασχηματισμό και την ενίσχυση των εθνικών στρατευμάτων, την ανασυγκρότηση του μετώπου και τη διατήρηση της τάξης στο εσωτερικό.

Χιλιάδες Έλληνες εγκαταλείπουν τον Πόντο, αναζητώντας καταφύγιο στα ελληνικά χωριά του Κυβερνείου. Οι αρχικές αντιρρήσεις των αρχών, που δεν επέτρεπαν στους πρόσφυγες του Πόντου να μπουν στα εδάφη του Κυβερνείου επειδή ήταν τουρκοϋπήκοοι, ξεπεράστηκαν με τις δυναμικές αντιδράσεις Ελλήνων που κατείχαν σημαντικές θέσεις στη διοίκηση του Κυβερνείου. Έτσι οι πρόσφυγες από τον Πόντο, πολιτογραφήθηκαν ρωσοϋπήκοοι και θεωρήθηκαν κάτοικοι των ελληνικών χωριών του Κυβερνείου.[16]

Το Γενάρη του 1918 οργανώθηκε στο Αρταχάν ένα τάγμα 800 περίπου ένοπλων Ελλήνων με σκοπό την προστασία των Ελλήνων της περιοχής Αρταχάν – Κιόλιας. Διοικητής του τάγματος ήταν ο Χρήστος (Χισίρτς) από το Μεζαράτ, με αξιωματικούς τον Γεώργιο Αδαμίδη, Κωνσταντίνο Πετρίδη, Ανδρέα Ιασονίδη, Κυριάκο Παπαδόπουλο, Ηρακλή Κιλλαχίδη από το Σιντισκόμ, Ιωάννη Κεσίδη και Νικόλαο Εμπορόπουλο.[17] Το τάγμα αυτό δεν μπόρεσε να επιβιώσει ως σύνολο και λίγο καιρό αργότερα διαλύθηκε σε μικρές ομάδες οι οποίες επέστρεψαν στα χωριά τους, για να προσφέρουν ασφάλεια από τις βιαιοπραγίες του μουσουλμανικού στοιχείου.

Έγιναν προσπάθειες να αποσπαστεί ένα ελληνικό τάγμα από το Καρς στο Αρταχάν, ώστε να προστατευθούν οι Ελληνοπόντιοι του Αρταχάν και της Κιόλιας. Το τάγμα αν και ξεκίνησε δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του, γιατί στο χωριό Ζαβότ, στο ενδιάμεσο της διαδρομής Καρς – Μερτινίκ, αφοπλίστηκε από Κούρδους της περιοχής, οι οποίοι απαίτησαν ταυτόχρονα από τους Ελληνοπόντιους της Κιόλιας να τους παραδώσουν 3.000 όπλα, πράγμα που έγινε και αφέθηκαν ελεύθεροι οι στρατιώτες.

Στις 3 Μαρτίου του 1918 υπογράφεται η συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ (πόλη της Λευκορωσίας), με την οποία τα εδάφη του Κυβερνείου επιδικάζονται στην Τουρκία. Μέχρι το τέλος Μαρτίου αποχωρούν και οι τελευταίοι Ρώσοι στρατιώτες, ρίχνοντας τους Έλληνες στην απόγνωση. Από τον Απρίλιο τα εδάφη του Αρταχάν και της Κιόλιας καταλαμβάνονται από τον τουρκικό στρατό. Η νέα διοίκηση επιβάλλοντας μέτρα, κατάφερε να περιορίσει τις βιαιότητες που διέπρατταν οι μουσουλμάνοι και να κυριαρχήσει έτσι, για ένα περίπου χρόνο, ηρεμία και τάξη. Βέβαια η ηρεμία αυτή είχε και το αντίτιμό της: επιβλήθηκαν στον ελληνικό πληθυσμό αγγαρείες για την εκτέλεση στρατιωτικών έργων, καθώς και φορολογία 10% επί της σοδειάς. Τέλη Μαρτίου παραδόθηκε στα προελαύνοντα τουρκικά στρατεύματα η πόλη του Καρς.

Εντωμεταξύ η Προσωρινή Κυβέρνηση της Ρωσίας στις 9 Μαρτίου του ’17 δημιουργεί μια κατάλληλη εξουσία στην Υπερκαυκασία,[18] την Ειδική Υπερκαυκασιανή Επιτροπή (Osobii Zakavkazskii Komitet, συντομογραφικά Ozakom) με τη συμμετοχή σ’ αυτήν Γεωργιανών, Αρμενίων και Αζερμπαϊτζανών.[19] Ταυτόχρονα ιδρύονται εθνικές μεραρχίες για την άμυνα κατά παντός εχθρού. Οι Έλληνες ίδρυσαν μια ελληνική μεραρχία με τρία συντάγματα και ένα ανεξάρτητο τάγμα.

Ο βίος της Επιτροπής αυτής ήταν εφήμερος. Το Μάιο του ’18 διαλύεται και τη θέση του παίρνουν οι τρεις νεοϊδρυόμενες δημοκρατίες της Γεωργίας, της Αρμενίας και του Αζερμπαϊτζάν. Οι τρεις εθνότητες αδυνατούν να ασκήσουν κεντρική εξουσία και τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται.

Αμέσως μετά τη διακυβέρνηση αναλαμβάνει η λεγόμενη Μελησούρα (Νοτιοδυτική Δημοκρατία), μια επιτροπή αποτελούμενη από εκπροσώπους των εθνοτήτων που κατοικούσαν στα εδάφη του Κυβερνείου. Οι Τούρκοι του Κυβερνείου από τα μέσα του 1918, βασιζόμενοι στη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ και στις διακηρύξεις του προέδρου των Η.Π.Α. Ουίλσον για την αυτοδιάθεση των λαών και με την ενεργή βοήθεια της τουρκικής κυβέρνησης, ίδρυσαν τη Μελησούρα που αποτελούνταν από εκπροσώπους των μουσουλμανικών πληθυσμών (πλειοψηφία), δύο εκπροσώπους των Ελλήνων (Βαφειάδης Στέφανος και Τσαμουσίδης) και δυο των Ρώσων. Πρόεδρός της χρημάτισε ο μουσουλμάνος Ιμπραήμ Μπέη Τζαγκίροφ. Κύριος σκοπός της Μελησούρα ήταν η παρεμπόδιση της εξάπλωσης των Αρμενίων στο Κυβερνείο, αλλά και το νοτιοδυτικό Καύκασο. Για το σκοπό αυτό είχαν οργανώσει και στρατό δεκαπέντε χιλιάδων ατόμων, που σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης μπορούσαν να φτάσουν τις τριάντα χιλιάδες.[20]

Αρχές του 1919 ο Ιμπραήμ Μπέη, παρακινούμενος από τους Άγγλους, σχεδίαζε να καταλάβει στρατιωτικά εδάφη της Κιόλιας που πριν το 1878 ανήκαν στην Τουρκία. Για το σκοπό αυτό πήγε στο χωριό Σαλούτ της Κιόλιας, ώστε να ανιχνεύσει την κατάσταση και να δράσει όταν και εάν το επιτρέψουν οι συνθήκες. Φιλοξενήθηκε στο σπίτι του παπά του χωριού. Διαπιστώνοντας ότι οι Έλληνες κάτοικοι των χωριών της Κιόλιας είναι οπλισμένοι, πράγμα που σήμαινε αιματηρές συγκρούσεις με το στρατό της Μελησούρα, συμβούλεψε το δάσκαλο Ανδριάνοφ, στον οποίο είχε υποχρέωση, να φύγει οικογενειακώς από το χωριό και να πάει στο Καρς. Ο παπα Βασίλης Κοτανίδης έχοντας υποψιαστεί πως κάτι κακό θα γίνει, πήγε στο Καρς μαζί με τον Χαράλαμπο Παρκοσίδη και ειδοποίησαν τον Ιβάν Κάλτσεφ.[21] Ο κίνδυνος αποσοβήθηκε με την επέμβαση ελληνικών στρατιωτικών τμημάτων.[22]

Τον Απρίλιο του ’19 τερματίζεται η τουρκική κατοχή στην περιοχή Αρταχάν, ενώ τα γεωργιανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την πόλη του Αρταχάν. Η περιοχή της Κιόλιας απελευθερώθηκε λίγο αργότερα, με τη συνδρομή των γεωργιανικών στρατευμάτων και Ελλήνων κατοίκων της περιοχής του Αρταχάν, που έδωσαν μάχη κοντά στο κουρδικό χωριό Γουριαβάγκ, στην είσοδο των στενών από το Αρταχάν προς την Κιόλια.

Το Μάιο του 1919 οι Άγγλοι, που είχαν αποβιβαστεί προηγουμένως στο Βατούμ, διαλύουν τη Μελησούρα και παραχωρούν όλα τα εδάφη στην Αρμενική Δημοκρατία, πλην της Υποδιοίκησης Αρταχάν που παραχωρήθηκε στη Δημοκρατία της Γεωργίας. Έτσι από το Μάιο του 1919 όλα τα ελληνικά χωριά του Κυβερνείου, πλην των εφτά της Υποδιοίκησης Αρταχάν, εντάχθηκαν στην Αρμενική Δημοκρατία. Η κατάσταση αυτή παρέμεινε μέχρι τις αρχές του 1920 οπότε το Κυβερνείο περιήλθε στην Τουρκία, βάσει των διατάξεων της συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ.

Κατά τη διάρκεια της αρμενικής διοίκησης οι Έλληνες έκαναν προσπάθειες για στρατιωτική και πολιτική οργάνωση. Οι ενέργειες αυτές προέκυπταν από την άμεση ανάγκη επιβίωσης του ελληνικού στοιχείου στις δύσκολες συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί, καθώς και από μια βαθύτερη πεποίθηση πως τελικά θα αποφευχθεί η φυγή τους από το Κυβερνείο, οπότε θα προέβαλε ως αναγκαία και μια ισχυρή στρατιωτική και πολιτική παρουσία. Στο Καρς τον Ιούλιο του 1919 εκλέγεται Εθνικό Συμβούλιο των Ελλήνων της Αρμενίας, με σκοπό να δίνει λύσεις στα διαρκώς ογκούμενα προβλήματα των Ελλήνων, βασισμένο στις παρακάτω αρχές:[23]

1. η οργάνωση απέβλεπε στην αντιμετώπιση και καταπολέμηση της ληστείας εις βάρος των Ελλήνων που είχε λάβει επικίνδυνες διαστάσεις,

2. στην οργάνωση παίρνουν μέρος όσοι μπορούν να κρατήσουν όπλο,

3. σε κάθε χωριό συγκροτείται στρατιωτικό σώμα με επικεφαλής αξιωματικό ή υπαξιωματικό,

4. στα σώματα ασφαλείας επιστρατεύονται άντρες ηλικίας 18 ως 30 ετών,

5. τα σώματα ασφαλείας θα έχουν σύνδεσμο μεταξύ τους,

6. στις περιφερειακές διοικήσεις των σωμάτων ασφαλείας προΐστανται Έλληνες αξιωματικοί που διορίζονται από το Εθνικό Συμβούλιο των Ελλήνων της Αρμενίας (Ε.Σ.Ε.Α.) ενώ ο διορισμός τους επικυρώνεται από την αρμενική κυβέρνηση,

7. ο διοικητής κάθε περιφέρειας περιπολεί με τους άντρες του και καταπολεμά τη ληστεία στην περιοχή του,

8. τα περιφερειακά σώματα ασφαλείας υπάγονται στη δικαιοδοσία του Περιφερειακού Εθνικού Συμβουλίου και όλη η δύναμη των σωμάτων των περιφερειών στο (Ε.Σ.Ε.Α.),

9. όσοι είναι άνω των 30 ετών παραμένουν στα χωριά προς υπεράσπισή τους,

10. για οτιδήποτε συμβαίνει στην περιοχή του ο διοικητής το αναφέρει στο Ε.Σ.Ε.Α. και στη Γενική Διοίκηση του Αρμενικού Κράτους,

11. οι δικαιοδοσίες του κάθε περιφερειακού διοικητή φθάνουν μόνον μέχρι τα όρια της περιφέρειάς του. Για να μεταβεί σε άλλη περιοχή ζητά έγκριση από το Ε.Σ.Ε.Α.,

12. ο εξοπλισμός των σωμάτων γίνεται με καταστάσεις που καταρτίζει το Ε.Σ.Ε.Α., μετά από έγκριση των αρμενικού κράτους.

Στο διάστημα αυτό οι Έλληνες της Κιόλιας συγκροτούν ένοπλες ομάδες για να αντιμετωπίσουν τις διαρκώς αυξανόμενες επιθέσεις από μέρους των Κούρδων κυρίως. Οι επιθέσεις αυτές έγιναν περισσότερο βάρβαρες εξαιτίας των συκοφαντικών δημοσιευμάτων της εφημερίδας Τιφλίσκι Λιστόκ εις βάρος των Ελλήνων, που προωθούσε το μουσουλμανικό κόμμα. Τα δημοσιεύματα βέβαια δεν ήταν εντελώς αβάσιμα, αλλά σε κάθε περίπτωση μεγαλοποιούσαν τα περιστατικά βίας των Ελλήνων εναντίον των Κούρδων της Κιόλιας. Η εφημερίδα χρηματοδοτούνταν από τους Αρμενίους, οι οποίοι είχαν κάθε συμφέρον να συκοφαντούν τους Έλληνες για να στρέψουν το μένος των μουσουλμάνων εναντίον τους.[24]

Δόθηκαν σκληρές μάχες με τους Κούρδους τις περιοχής όπως η μάχη στο βουνό Τσόλ Τεπέ κοντά στο χωριό Κογκ, στο χωριό Τιόρτ-Κιλισέ και στο βουνό Σιρίν Νταού.

Η θλιβερή κατάσταση στην οποία είχαν περιέλθει οι Κιόλιαληδες, τους ανάγκασε να εκλέξουν μια τριμελή αντιπροσωπεία αποτελούμενη από τους: Στυλιανό Καραχότσεφ (Μαυρογένης) και Απόστολο Μιχαηλίδη από το χωριό Βαργενές και Σάββα Πατσίδη από το Μεζαράτ, οι οποίοι θα μετέβαιναν το Μάιο του ’19 στην Τιφλίδα, προκειμένου να ζητήσουν τη συμπαράσταση των Γεωργιανών, αλλά και τη βοήθεια των Άγγλων που είχαν αποβιβαστεί στο Βατούμ. Μετά και την παρέμβαση του προέδρου του Εθνικού Συμβουλίου του Πόντου Βασιλείου Ιωαννίδη, στάλθηκαν στην περιοχή της Κιόλιας αρμενικά στρατεύματα και οι επιθέσεις εκ μέρους των Κούρδων μειώνονται αισθητά.

Η συνεργασία με την αρμενική διοίκηση ήταν προβληματική και ως εκ τούτου καθίστατο αδύνατη η παραμονή των Ελλήνων στα χωριά τους.

Η γενικότερη κατάσταση που επικρατούσε στα εδάφη του Κυβερνείου σχετιζόταν άμεσα με την προσπάθεια δημιουργίας ανεξάρτητου κράτους στον Πόντο και με τις ενέργειες του Γενικού Συμβουλίου των Ποντίων που έδρευε στο Βατούμ. Το Συμβούλιο αυτό σε συνεργασία με το Συμβούλιο των Ελλήνων της Αρμενίας πρότειναν (καλοκαίρι 1919) την παραμονή των Ελλήνων του Κυβερνείου εκεί που βρισκόταν και την επί τόπου περίθαλψή τους. Εντωμεταξύ στην περιοχή είχε φθάσει και η Αποστολή Περιθάλψεως από την Ελλάδα, με επικεφαλή το Νίκο Καζαντζάκη, το πνεύμα και οι ενέργειες της οποίας συμβάδιζαν με τις γενικότερες επιδιώξεις των δυο ελληνικών συμβουλίων της περιοχής. Ωστόσο υπήρξαν και περιπτώσεις που οι διαφωνίες των μελών κάθε πλευράς οδήγησαν σε ακραίες συμπεριφορές και ενέργειες.

Τα απανωτά δραματικά γεγονότα του καλοκαιριού του 1919, δεν άφηναν περιθώρια στους υπευθύνους να ελπίζουν πως είναι δυνατή η παραμονή των Ελλήνων του Κυβερνείου στα εδάφη τους. Έτσι τον Αύγουστο του 1919 αποφασίστηκε η μετανάστευση τους στην Ελλάδα.

προς την εξοδο

Η περίοδος από το 1914 ως το 1919 σημαδεύεται από τραγικά γεγονότα και απανωτές μετακινήσεις των Ελλήνων του Κυβερνείου. Από το Μάρτιο του 1918 οι Ελληνοπόντιοι των νότιων, κυρίως, περιοχών έφυγαν από τα χωριά τους, ενώ χιλιάδες άλλοι παρέμειναν στα χωριά τους ή σε ασφαλέστερες περιοχές αναβάλλοντας τη φυγή τους κι αυτό οφειλόταν σε πολλούς λόγους: α) έλπιζαν πως τελικά δε θα πραγματοποιηθούν οι όροι της συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ, β) πίστευαν πως οι ελληνικές, αρμενικές και γεωργιανικές δυνάμεις του Κυβερνείου θα ανέκοπταν την προέλαση του τουρκικού στρατού και γ) επηρεάστηκαν από συμπατριώτες τους, στρατιωτικούς κυρίως, οι οποίοι τους παρότρυναν να παραμείνουν στα χωριά τους και να μη προτιμήσουν το άγνωστο φεύγοντας απ’ αυτά.. Αντίθετα οι πολιτικοί ξεσήκωναν τον ελληνικό πληθυσμό να φύγει προς το εσωτερικό της Ρωσίας και συμβούλευαν τους στρατεύσιμους να μη κατατάσσονται στα ελληνικά τάγματα του Αντικαυκάσου.

Η οριστική απόφαση για μαζική μετακίνηση των Ελληνοποντίων της Κιόλιας πάρθηκε τον Αύγουστο του 1920, όμως χιλιάδες Ελλήνων είχαν ήδη εγκαταλείψει τις εστίες τους. Ήδη από το Μάιο του 1913 αρκετές οικογένειες Ελλήνων από το Κυβερνείο, ιδίως από τις ορεινές περιοχές, είχαν μεταναστεύσει μεμονωμένα στην Ελλάδα, με δική τους πρωτοβουλία. Με τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων και την προσάρτηση στο ελληνικό κράτος νέων εδαφών, οι Καρσλήδες, ενδεχομένως με την παρότρυνση κάποιων, αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στη Μακεδονία, ελπίζοντας σε μια καλύτερη ζωή στα εδάφη της Ελλάδας.

Τους ελληνικούς πληθυσμούς που μετακινήθηκαν μπορούμε να τους χωρίσουμε σε τρεις ομάδες:

1. Από τις υποδιοικήσεις Καρς, Σογανλούκ, Καγκισμάν και Χοροσάν περίπου τριάντα χιλιάδες είχαν μεταναστεύσει από το Νοέμβριο του 1917 ως τους πρώτους μήνες του 1918 προς τις βόρειες περιοχές του Καυκάσου μέσω Καρς και Τιφλίδας. Η μετακίνηση αυτή έγινε χωρίς κεντρικό σχεδιασμό, μέσα σε κλίμα πανικού και φυγής.[25]

2. Στην περιοχή γύρω από την πόλη του Καρς είχαν συγκεντρωθεί μέχρι το φθινόπωρο του 1919 περίπου τριάντα χιλιάδες, όσοι δηλαδή είχαν απομείνει στις προαναφερθείσες υποδιοικήσεις, Σ’ αυτούς συμπεριλαμβάνονται και αρκετοί από άλλες περιοχές. Τα μέλη των Συμβουλίων και της Ελληνικής Περιθάλψεως, μετά από πολλές παλινωδίες αποφάσισαν την μεταφορά των προσφύγων αυτών με τρένο μέσω Καρς και Τιφλίδας στο Βατούμ. Από εκεί θα έφευγαν για την Ελλάδα με πλοία μισθωμένα από την ελληνική κυβέρνηση.

3. Μια τρίτη ομάδα από δεκαπέντε χιλιάδες των περιοχών Κιόλιας και Όλτης μετακινήθηκαν πεζή περνώντας το όρος Γιαλανγούζ - Τσαμ από την περιοχή του Αρταχάν προς το Βατούμ. Η μετακίνησή τους έγινε το διάστημα Νοεμβρίου - Δεκεμβρίου του 1920. Στα τέλη του 1920 μετακινήθηκαν προς το Βατούμ οι κάτοικοι των χωριών Φαχρέλ και Γανάχ, που ανήκαν στη Δημοκρατία της Γεωργίας (πρώην Υποδιοίκηση Αρταχάν). Τα χωριά Πεπερέκ και Τοροσχόφ της ίδιας περιοχής, αφού έμειναν στα χωριά τους μέχρι μέσα Φεβρουαρίου 1921 αρνούμενοι να μετακινηθούν, δέχτηκαν επιθέσεις από άτακτους Τούρκους. Όσοι κατάφεραν να γλιτώσουν έφτασαν μετά από περιπέτειες στο Βατούμ.[26]

Έτσι στις αρχές του 1921 κανένας Έλληνας δεν υπήρχε πλέον στο Κυβερνείο. Η σαραντάχρονη ελληνική παρουσία τερματίστηκε, αλλά οι Έλληνες του Κυβερνείου δεν υπέστησαν τα δεινά των Ελλήνων του Πόντου.

Στο Βατούμ είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες Έλληνες του Κυβερνείου και άλλων περιοχών του Καυκάσου, που διαβιούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες. Έπειτα από διαφωνίες και συγκρούσεις τα Συμβούλια των Ποντίων και η Ελληνική Αποστολή, συμφώνησαν για τη μετανάστευση των προσφύγων στην Ελλάδα αφού όλος αυτός ο πληθυσμός κινδύνευε με αφανισμό. Οι οργανώσεις αυτές, με τη βοήθεια και του Θεοφύλακτου Θεοφυλάκτου που εκείνο τον καιρό βρισκόταν στην Αθήνα, έπεισαν την ελληνική κυβέρνηση να χορηγήσει τα απαιτούμενα κονδύλια για την περίθαλψη των προσφύγων και να στείλει πλοία για τη μετάβασή τους από το Βατούμ στην Ελλάδα.

Το πρώτο πλοίο που αναχώρησε στις 25-4-1920 από το Βατούμ για την Ελλάδα ήταν το ΚΕΑ. Μέχρι τον Αύγουστο του 1920 πραγματοποιήθηκαν 12 δρομολόγια πλοίων που μετέφεραν συνολικά 25.000 χιλιάδες περίπου πρόσφυγες σε διάφορα λιμάνια της Ελλάδας.

Η διαδικασία της μεταφοράς διακόπηκε μέχρι το Νοέμβριο του ίδιου έτους. Από τις 13-11-1920 μέχρι το Φεβρουάριο του 1921 έγιναν 11 δρομολόγια και μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα άλλες 30.000 χιλιάδες πρόσφυγες.

το οδοιπορικο της προσφυγιασ των ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ ΣΑΡΑΦ και η ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Από το 1913 η κατάσταση στο Κυβερνείο αλλάζει και δημιουργούνται συνθήκες που ωθούν τους κατοίκους του Σαράφ στη φυγή. Ήδη το 1913 μερικές οικογένειες (με το επώνυμο Ανδριανίδης) παίρνουν την απόφαση να φύγουν. Στην Ελλάδα εγκαθίστανται στη Θεσσαλονίκη και το χωριό Περιστέρι του Κιλκίς. Οι υπόλοιποι κάτοικοι ελπίζοντας πως θα ομαλοποιηθεί η κατάσταση, παραμένουν στο χωριό.

Κατά την τουρκική προέλαση το χειμώνα του 1914-15 οι κάτοικοι του Σαράφ, αλλά και όλοι οι Ελληνοπόντιοι της Κιόλιας καταφεύγουν σε άλλα χωριά και πόλεις προκειμένου να βρουν ασφάλεια.[27] Επιστρέφουν στα χωριά του μετά από απουσία τριών μηνών περίπου.

Όσοι υπηρετούσαν ως αστυνομικοί στην πόλη του Καρς μάθαιναν λεπτομερώς τα πολεμικά γεγονότα στο νότο του Κυβερνείου που άρχισαν από το 1914. Όταν τα πρώτα πλήθη Ελλήνων προσφύγων άρχισαν να συγκεντρώνονται στην πόλη του Καρς και τις γύρω περιοχές από τα τέλη του 1917, οι Σαραφλήδες αστυνομικοί θεώρησαν πως γρήγορα θα έρθει και η σειρά του δικού τους χωριού. Τρομοκρατημένοι, δημιούργησαν στο χωριό μια ατμόσφαιρα φυγής. Το πνεύμα φυγής που μεταδόθηκε στο χωριό, τα βίαια επεισόδια εις βάρος των Ελλήνων, οι ζωοκλοπές και η ρευστή πολιτική και πολεμική κατάσταση, οδήγησε ορισμένες οικογένειες από το Σαράφ στη φυγή. Οι οικογένειες αυτές ήταν: Κασκαμανιδαίοι, Πανιδαίοι, Σαπρανιδαίοι και Κατικαριδαίοι. Αφού τελείωσαν τη συγκομιδή της σοδειάς και φόρτωσαν στα κάρα τα απαραίτητα εφόδια ετοιμάστηκαν να φύγουν. Στο χωριό θα έμεναν οι υπόλοιπες οικογένειες με την ελπίδα πως η κατάσταση θα αναστραφεί.

Σκηνές αλλοφροσύνης εκτυλίχθηκαν κατά τον αποχωρισμό των συγγενών, όμως η ειλημμένη απόφαση πραγματοποιήθηκε και έτσι τέλος Αυγούστου του ’19 οι πρώτοι φυγάδες του Σαράφ κατευθύνθηκαν προς το Καρς με τα κάρα, ακολουθώντας τη γνωστή σ’ αυτούς διαδρομή μέσω Μερτινίκ – Ζαβότ (χωριό στο δρόμο για το Καρς).

Στο Καρς εγκαταστάθηκαν προσωρινά σε σκηνές κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό, περιμένοντας να επιβιβαστούν σε τρένα με κατεύθυνση το Βατούμ. Πούλησαν τα ζωντανά που είχαν φέρει μαζί τους από το χωριό, καθώς και άλλα είδη που θα δυσκόλευαν τη μετακίνησή τους με το τρένο, εξασφαλίζοντας έτσι κάποια χρηματικά ποσά.

Την ίδια εποχή στο Καρς και την γύρω περιοχή είχαν συγκεντρωθεί χιλιάδες Έλληνες κυρίως από τις νότιες περιοχές του Κυβερνείου. Οι Τούρκοι με κυκλωτικές κινήσεις σχεδίαζαν την κατάληψη του Καρς. Η Ελληνική Αποστολή και το Εθνικό Συμβούλιο των Ελλήνων της Αρμενίας αποφασίζουν την μετακίνηση των πληθυσμών αυτών με τρένα, μέσω Τιφλίδας, προς το Βατούμ.

Στο σιδηροδρομικό σταθμό του Καρς συνωθούνταν χιλιάδες άνθρωποι που ανέμεναν την επιβίβασή τους στα τρένα. Οι συνθήκες διαβίωσης, η έλλειψη μεταφορικών μέσων (τρένων), η διάσταση απόψεων όσον αφορά το θέμα της μετανάστευσης και η παντελής απουσία καλά οργανωμένου και αποτελεσματικού σχεδίου, συνέθεταν την τραγική κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι χιλιάδες των Ελλήνων που περίμεναν με αγωνία να φύγουν.

Λόγω της αναταραχής που επικρατούσε στο σιδηροδρομικό σταθμό του Καρς, δεν ήταν λίγοι αυτοί που πλήρωναν χρήματα προκειμένου να εξασφαλίσουν θέσεις στα τρένα που έφευγαν. Οι οικογένειες του Σαράφ με ενέργειες του Ιάκωβου Κασκαμανίδη, που ήταν και επικεφαλής της ομάδας, επιβιβάστηκαν τέλος Σεπτεμβρίου του ’19 σε τρία βαγόνια τρένου με προορισμό το Βατούμ, αφού αναγκάστηκαν να πληρώσουν αρκετά χρήματα.

Σε πολλές περιπτώσεις οι πρόσφυγες άλλαζαν τρένο στην Τιφλίδα και έπαιρναν άλλο τρένο για το Βατούμ. Στο σιδηροδρομικό σταθμό της Τιφλίδας παρέμεναν πολλές φορές για έναν ή δυο μήνες και διασκορπίζονταν προς διάφορες κατευθύνσεις αναζητώντας ασφάλεια. Πολλοί κατάφεραν να φτάσουν στο Βατούμ κι άλλοι πήγαν σε περιοχές της νότιας Ρωσίας όπου υπήρχε σχετική ασφάλεια. Μαζί με τους Έλληνες έφευγαν και πολλοί Αρμένιοι, οι οποίοι στο σιδηροδρομικό σταθμό της Τιφλίδας αποβίβαζαν με τη βία του Έλληνες, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη μετάβασή τους σε βορειότερες περιοχές.[28]

Οι οικογένειες του Σαράφ από την Τιφλίδα, στα μέσα Οκτωβρίου του ’19, παίρνουν άλλο τρένο και αποβιβάζονται στην κωμόπολη Μιχαήλοβα (σημ. Haşuri) που κατοικούνταν από Γεωργιανούς. Η Μιχαήλοβα βρισκόταν δυτικά της Τιφλίδας,[29] στα εδάφη της νεοσύστατης τότε Δημοκρατίας της Γεωργίας, στο ενδιάμεσο της διαδρομής από την Τιφλίδα προς το Βατούμ και κοντά στην περιοχή της Τσάλκας.

Εγκαταστάθηκαν σε δωμάτια ή αποθήκες που τους παραχώρησαν οι Γεωργιανοί κάτοικοι της πόλης και εξασφάλιζαν τα προς το ζην δουλεύοντας περιστασιακά σε διάφορες δουλειές. Αρκετοί δούλευαν στους φούρνους της πόλης και έτσι προμηθεύονταν το ψωμί για τη διατροφή των οικογενειών τους. Δεν ήταν λίγες οι φορές που κατέφυγαν στη ζητιανιά, προκειμένου να εξασφαλίσουν λίγο ψωμί.

Η εγκατάστασή τους στη Μιχαήλοβα, ήταν προσωρινή. Έπρεπε να περάσουν το χειμώνα σε ασφαλές μέρος που θα τους παρείχε την απαραίτητη προστασία από τα χιόνια και το κρύο, γιατί γνώριζαν πως στο Βατούμ είχαν ήδη συγκεντρωθεί χιλιάδες συμπατριώτες τους που περίμεναν τα πλοία για να φύγουν προς την Ελλάδα, ζώντας ταυτόχρονα κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Την άνοιξη θα κατευθύνονταν προς το Βατούμ, ελπίζοντας πως τότε θα υπήρχαν περισσότερες πιθανότητες να επιβιβαστούν σε κάποιο πλοίο για την Ελλάδα.

Μέσα Μάιου του 1920 με τρένο φθάνουν στο Βατούμ, απ’ όπου έχουν φύγει ήδη αρκετοί Έλληνες του Καρς με πλοία προς την Ελλάδα. Στο Βατούμ η παραμονή των οικογενειών της πρώτης αυτής ομάδας του Σαράφ είναι σύντομη, αφού καταφέρνουν να επιβιβαστούν στο ελληνικό πλοίο Καλουτάς στις 28 του ίδιου μήνα.

Μέχρι τον Αύγουστο του 1920 όλοι οι Έλληνες των νότιων και κεντρικών περιοχών του Κυβερνείου είχαν φύγει. Οι μόνοι που παρέμειναν στα χωριά τους ήταν οι Έλληνες της Κιόλιας (μεταξύ των οποίων και οι παραμένοντες του Σαράφ – δεύτερη ομάδα) και του Αρταχάν, καθώς επίσης της Όλτης και αρκετές οικογένειες από άλλα χωριά του Κυβερνείου που εντωμεταξύ είχαν βρει καταφύγιο στα χωριά της Κιόλιας.[30] Στις 21 Αυγούστου 1920 φτάνει στο χωριό Κιασιάρ της Κιόλιας ο Ιβάν Κάλτσεφ και προσπαθεί απεγνωσμένα να τονώσει το ηθικό των κατοίκων ώστε να μη φύγουν από τα χωριά τους. Όμως η τεταμένη ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί από τα γεγονότα των προηγούμενων ετών, δεν άφηναν περιθώρια στους κατοίκους να ελπίζουν πως μπορούν να μείνουν στα χωριά τους. Άλλωστε από το Σεπτέμβριο του ’19 οι Κιόλιαληδες ήταν ξεσηκωμένοι και είχαν προσπαθήσει και τότε να φύγουν, χωρίς όμως επιτυχία. Σε συναντήσεις που είχε ο Κάλτσεφ με τους προύχοντες της περιοχής, διαπίστωνε πως η φυγή ήταν πλέον η μόνη λύση, πράγμα που επιβεβαίωναν με τις τοποθετήσεις τους και οι προύχοντες των χωριών, οι οποίοι μάλιστα τον παρότρυναν να μη φύγει, αλλά να μείνει για να βοηθήσει το μεγάλο πλήθος να φύγει προς το Βατούμ.

Τη νύχτα της 1ης Σεπτεμβρίου του ’20 τα χωριά Ντορτ-Κιλισέ, Ζεμζελέκ και Κογκ φεύγουν προς τα βόρεια με προορισμό τα εδάφη της Δημοκρατίας της Γεωργίας και τα ξημερώματα της 2ας Σεπτεμβρίου φτάνουν στο ελληνικό χωριό Σιντισκόμ.

Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1920 οι Τούρκοι νικούν τους Αρμένιους και προελαύνουν προς την Κιόλια. Οι Έλληνες που είχαν απομείνει αποφασίζουν να μετακινηθούν κι αυτοί βόρεια, προς τα εδάφη της Γεωργίας, διανύοντας μια απόσταση περίπου 50 χιλιομέτρων. Η αναχώρηση έγινε από το χωριό Ταχτά-Γραν.

Φθάνουν στην περιοχή του Αρταχάν, κατασκηνώνουν προσωρινά και επιχειρούν να εξασφαλίσουν άδεια από τις αρμενικές αρχές για να περάσουν τον Κύρο ποταμό και να μπουν στα εδάφη της Γεωργίας. Μόνο το ένα δέκατο του μετακινούμενου πληθυσμού βρήκε στέγη και προστασία σε σπίτια των χωριών της περιοχής, ενώ οι υπόλοιποι ήταν υποχρεωμένοι να διαβιούν στο ύπαιθρο. Στο πλήθος αυτό προστίθενται και οι κάτοικοι των χωριών Χανάκ και Φαχρέλ της περιοχής Αρταχάν που πείστηκαν ότι έπρεπε να φύγουν, όχι όμως και οι κάτοικοι των χωριών Πεπερέκ και Τοροσχόφ που έμειναν στα χωριά τους.[31]

Στα μέσα Οκτωβρίου η κατάσταση των προσφύγων ήταν θλιβερή, αφού ένα τόσο μεγάλο πλήθος δεν μπορούσε με ευκολία να βρει τροφή, στέγη, κλπ. Ως τα τέλη Οκτωβρίου ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων φιλοξενήθηκε στο ελληνικό χωριό Πεπερέκ, στο κουρδικό Κιντζομάλ, στους πρόποδες του Γιαλανγούζ Τσαμ, αφού προηγουμένως είχαν πληρώσει ενάμισι εκατομμύριο ρούβλια,[32] και αρκετές οικογένειες στο τουρκικό Μανιόχ.

Τέλη Οκτωβρίου του ’20 οι Έλληνες των περιοχών αυτών επιχειρούν ξαφνικά να διαβούν τον Κύρο ποταμό και να περάσουν προς τα εδάφη της Γεωργίας, μαζί με όλα τα υπάρχοντα και τον οπλισμό τους. Μετά από καθυστερήσεις που οφείλονταν κυρίως στην άρνηση των αρμενικών αρχών να τους επιτρέψουν να διαβούν τα σύνορα με τη Γεωργία, και αφού χρειάστηκε να δωροδοκηθούν Αρμένιοι και Γεωργιανοί παράγοντες της διοίκησης, κατάφεραν να περάσουν στα γεωργιανά εδάφη και να ακολουθήσουν το δρόμο που είχαν διαλέξει για να φτάσουν στο Βατούμ. Η αναχώρησή τους από την περιοχή του Αρταχάν έγινε στις 30 Οκτωβρίου του 1920, μετά από επιθεώρηση που έκαναν ο Κάλτσεφ, ο Πυλόροφ[33] και ο Κουντούροφ, οι οποίοι ήταν επικεφαλείς της φάλαγγας. Για την ασφάλεια των προσφύγων υπήρχαν εφτακόσιοι οπλίτες στα δεξιά κι αριστερά της φάλαγγας.

Από την περιοχή του Αρταχάν κινήθηκαν δυτικά. Μετά από πρόταση του Κάλτσεφ, αποφασίστηκε πως πάση θυσία πρέπει να περάσουν το βουνό Γιαλανγούζ Τσαμ και να μπουν στην περιοχή Γιαλαουζτσάμσκι Περεβόλ (Ατζέρας) όπου κατοικούσαν Λαζοί, άνθρωποι ήσυχοι και φιλόξενοι. Εμπόδιο στο δρόμο τους ήταν το όρος, η ανάβαση του οποίου αποδείχθηκε δύσκολη. Σε δύο ημέρες το πλήθος έφτασε στους πρόποδες του όρους Γιαλανγούζ Τσαμ. Για να ανεβάσουν τα κάρα ως την κορυφή, έζευαν σε κάθε ένα πέντε ως και οκτώ ζευγάρια βόδια και όταν έφταναν στην κορυφή, επέστρεφαν για να ανεβάσουν κι άλλα. Μετά από υπεράνθρωπες προσπάθειες μιας εβδομάδας, ανέβασαν συνολικά τρεις χιλιάδες αμάξια κι ενώ τα χιόνια δυσχέραιναν τις προσπάθειές τους. Από την κορυφή το Βατούμ απείχε 203 χιλιόμετρα.

Κατεβαίνοντας τις δυτικές πλαγιές του όρους πέρασαν από το Σάβσετ Χεβά, Λάζικο χωριό, και κατόπιν κινούμενοι νοτιοδυτικά πέρασαν από την πόλη Αρτανούτς (Ardanuç). Το πλήθος προχωρούσε γοργά με ρυθμό 15-20 χμ. την ημέρα.

Εκτός από τι σίτιση των προσφύγων, μεγάλο πρόβλημα ήταν κι η εξεύρεση τροφής για τα ζωντανά. Δυο μέλη της Ελληνικής Αποστολής, ο Νίκος Λεοντίδης και ο Λάζαρος Παυλίδης, είχαν περάσει μια μέρα πριν από τους πρόσφυγες από την περιοχη και αγόρασαν χόρτα, τα οποία στη συνέχεια μοίρασαν σε σταθμούς ανά 15-20 χμ. Την επιστασία για τη διανομή των τροφών είχε κάποιος Γρηγοριάδης από το Ταχτά-Γραν. Συμπληρωματικά, αγόραζαν χόρτα και από τα τουρκικά χωριά που συναντούσαν στο δρόμο τους.

Παρά τις άθλιες συνθήκε διαβίωσης, κατά τη διάρκεια της πορείας έγιναν πολλοί γάμοι, γεννήθηκαν αρκετά παιδιά και όπου δινόταν ευκαιρία χόρευαν. Ακόμη, μόνο ένας θάνατος συνέβη σε όλη τη διάρκεια της πορείας, τις ημέρες που βρίσκονταν στην κορυφή του βουνού. Ήταν η Σιμήρα Παυλίδου, το γένος Κασκαμανίδου, την οποία κήδεψαν μέσα στο χιόνι, αφού ήταν αδύνατο να σκάψουν μέχρι να βρεθεί το έδαφος.

Πλησιάζοντας την πόλη Αρτβίν, αντίκρισαν τη Μαύρη Θάλασσα. Πέρασαν το Αρτβίν και διανυκτέρευσαν σε ένα κοντινό χωριό με το όνομα Κβαρτς Χαν. Κατόπιν κινήθηκαν βορειοδυτικά και αφού πέρασαν από την πόλη Μπόρχα, τελικά έφτασαν στο Βατούμ στις 9 Δεκεμβρίου του ’20.[34]

Στο Βατούμ και προκειμένου να υπάρχει συνεννόηση με τις αρχές, οι προερχόμενοι από κάθε χωριό εξέλεξαν από μια επιτροπή, η οποία θα ερχόταν σε επαφή με την Επιτροπή Περίθαλψης, θα φρόντιζε για η διανομή των τροφίμων, κ.ά. Στο Βατούμ έμειναν μέχρι αρχές του 1921 ζώντας κάτω από άθλιες συνθήκες.

Στο διάστημα αυτό κατά την επιβίβαση των προσφύγων συνέβησαν τραγελαφικές καταστάσεις. Προτεραιότητα στην επιβίβαση είχαν οι πρόσφυγες του Κυβερνείου και σε κάθε πλοίο έμπαιναν και τριακόσιοι πρόσφυγες από τις βόρειες περιοχές του Καυκάσου. Παρά το σχετικό περιοριστικό όρο, επιβιβάζονταν στα καράβια περισσότεροι αφού πλήρωναν πολλές φορές τους υπευθύνους, δίνοντας ποσά μέχρι και 2.000 ρούβλια.

Το Φεβρουάριο του ’21 οι Σαραφλήδες αναχώρησαν με πλοία για την Ελλάδα, μαζί με αρκετούς ακόμη από άλλες περιοχές του Καρς και του Καυκάσου. Μέχρι τις 19 Φεβρουαρίου του 1921 όλοι οι συγκεντρωμένοι στο Βατούμ πρόσφυγες είχαν φύγει.

Η πρώτη ομάδα που είχε φύγει από το Βατούμ το Μάιο του ’20, αποβιβάστηκε στο Καραμπουρνάκι της Θεσσαλονίκης, μετά από ολιγοήμερο ταξίδι και σύντομη στάση στην Κωνσταντινούπολη. Κανείς από τους Σαραφλήδες δεν πέθανε κατά τη διάρκεια αυτού του ταξιδιού.

Στο Καραμπουρνάκι έμειναν σε καραντίνα 6 περίπου μήνες, ζώντας, όπως και οι υπόλοιποι πρόσφυγες, μέσα σε άθλιες συνθήκες. Στις αρχές του χειμώνα (Νοέβριος ’20) εγκαταστάθηκαν στα χωριά Περιστέρι (τότε Τσουκαλί) και Πυργωτό (Κιούλαλι) του Νομού Κιλκίς, σε εγκαταλελλειμμένα σπίτια Τούρκων.

Η δεύτερη ομάδα των Σαραφλήδων αποβιβάστηκε κι αυτή στο Καραμπουρνάκι το Φεβρουάριο του ’21. Μετά την εξάμηνη υποχρεωτική καραντίνα και αφού ήρθαν σε επαφή με τους συγχωριανούς τους της πρώτης ομάδας, εγκαταστάθηκαν στα δυο προαναφερόμενα χωριά, καθώς και στο Κεντρικό (Σνέφσα) του Κιλκίς.

Ανατολικά του Περιστερίου και του Πυργωτού ήταν οι λίμνες του Αγίου Βασιλείου και της Βόλβης. Η ελονοσία θέρισε τους ηλικιωμένους Σαραφλήδες και βύθισε στο πένθος και την απόγνωση τους υπόλοιπους. Αναγκάστηκαν να αναζητήσουν νέο τόπο εγκατάστασης, που να τους προσφέρει υγιεινές συνθήκες διαβίωσης.

Μια ομάδα αποτελούμενη από τις οικογένειες των Αθανασιαδαίων και Πατουλιδαίων, με επικεφαλής το δάσκαλο Αθανάσιο Αθανασιάδη, το καλοκαίρι του 1924 κινήθηκε δυτικά προς την περιοχή της Φλώρινας, αφού είχαν ακούσει από συγγενείς τους που είχαν εγκατασταθεί εκεί, πως μοιάζει με την Κιόλια. Επισκέφθηκαν πολλά χωριά του Νομού Φλώρινας και διάλεξαν ως νέο τόπο εγκατάστασης το χωριό Τριπόταμο. Στα τέλη του ίδιου χρόνου και την άνοιξη του 1925 ήρθαν στην περιοχή της Φλώρινας κι άλλες οικογένειες από το Περιστέρι και όλες από το Πυργωτό, που εγκαταστάθηκαν στον Τριπόταμο, τον Άγιο Βαρθολομαίο, την Κολχική και το Νεοχωράκι. Στο Περιστέρι έμειναν λίγες μόνο οικογένειες Σιαραφλήδων και πολλές στο Κεντρικό.

Τα πρώτα χρόνια οι πρόσφυγες Σαραφλήδες ζούσαν προσδοκώντας την επιστροφή τους στον γενέθλιο τόπο, το Σαράφ. Όμως οι διεθνείς συγκυρίες, η κοινωνική και πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα και η Ελληνοτουρκική φιλία του 1930, οριστικοποίησαν την παραμονή τους στην Ελλάδα.

ΣΗΜΕΡΑ

Το Σαράφ μετά την οριστική εγκατάλειψή του από τους Πόντιους κατοίκους του, έπαψε να υπάρχει. Λεηλατήθηκε, όπως άλλωστε και όλα τα χωριά που εγκαταλείφθηκαν, από ομάδες κατοίκων των γύρω κουρδικών και τουρκικών χωριών. Τα λιθόκτιστα σπίτια του χωριού γκρεμίστηκαν και τα υλικά τους χρησίμευσαν στους νέους κατοίκους των γύρω εγκαταλειφθέντων χωριών για να οικοδομήσουν τα δικά τους σπίτια. Ένα μεγάλο μέρος του οικοδομικού υλικού που προέκυψε από το γκρέμισμα χρησιμοποιήθηκε από επιχειρηματίες οι οποίοι έχτισαν, στο μέρος που βρισκόταν το χωριό, σύγχρονη για την εποχή εκείνη κτηνοτροφική μονάδα και τυροκομείο.

Το 1970 την περιοχή Κιόλιας επισκέφθηκε ο προπάππος μου Ιωάννης Γεωργίου Κασκαμανίδης (1888-1980), μαζί με τον Αθανάσιο Αθανασιάδη και τον Ευσέβιο Κασκαμανίδη. Ήταν οι πρώτοι που μετέφεραν τη θλιβερή είδηση για τον αφανισμό του Σαράφ και τη λειτουργία στο ίδιο σημείο ενός κτηνοτροφικού σταθμού. Τον Ιούνιο του 1997 κατά την επίσκεψή μου στο ίδιο μέρος, ο σταθμός αυτός δε λειτουργούσε και τα κτίρια της επιχείρησης ήταν ερειπωμένα.

Τίποτε στον τόπο εκείνο δε θυμίζει πως εκεί κάποτε υπήρξε ένα ελληνικό χωριό με σαραντάχρονη παρουσία. Έμειναν μονάχα οι αναμνήσεις όσων έζησαν εκεί, μεταφερόμενες από γενιά σε γενιά, καθώς και το πέτρινο γεφύρι – οδηγός για τους μελλοντικούς προσκυνητές του γενεθλίου τόπου των προγόνων τους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΠΗΓΕΣ

Α΄ ΠΡΟΦΟΡΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

- Βογιατζή Ελένη (γεν. Κασκαμανίδου) (1912)

- Κασκαμανίδης Γρηγόριος (1914-2001)

- Κασκαμανίδης Θεοδόσιος (1904-1994)

- Κασκαμανίδης Γεωργ. Ιωάννης (1888-1980)

- Κασκαμανίδης Ιακ. Ιωάννης (1911-1999)

- Κασκαμανίδου Μαγδαληνή (γεν. Κατικαρίδου) (1910-2000)

- Κασκαμανίδου Σοφία (γεν. Παρκοσίδου) (1912-2000)

- Κοκκινίδου Χριστίνα (γεν. Ακριτίδου) (1899)

- Κωνσταντινίδης Ευστάθιος (1904-2000)

- Πατουλίδης Λεωνίδας (1909)

- Πετίδου Μάρθα (γεν. Πεντερίδου) (1897)

- Φουντουκίδου Ανατολή (γεν. Κοϊμτσίδου) (1914)

Β΄ ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΕΣ ΠΗΓΕΣ–χειρογραφα κεντρου μικρασιατικων σπουδων

Ιωακειμίδης Αλέξανδρος, Ο Ελληνισμός του Καρς, Αθήνα 1949, αριθ. χφου. 19

Καλτσίδης Ιωάννης, Αυτοβιογραφικά, Θεσσαλονίκη 1963, αριθ. χφου. 219

Καλτσίδης Ιωάννης, Οι Έλληνες του Καυκάσου και οι περιπέτειές τους (Απομνημονεύματα), Θεσσαλονίκη 1963, αριθ. χφου. 214

Κιλλαχίδης Ηρακλής, Το ξερίζωμα των κατοίκων του Σιντισκόμ και των άλλων ελληνικών χωριών της περιοχής Αρδαχάν – Κιόλιας από τις εστίες τους και η διαδρομή τους μέχρι το Βατούμ, Θεσσαλονίκη 1960, αριθ. χφου. 108

Κιλλαχίδης Ηρακλής, Το χωριό Σιντισκόμ, Θεσσαλονίκη 1960, αριθ. χφου. 95

Γ΄ δημοσιευμενες πηγες

Αγαθονικίδης Θεόφιλος, «Ντορτ-Κλησιά, η ζωή και τα έργα των κατοίκων (Ντορτ-Κλησιά) της Κιόλιας Καρς Καυκάσου», περ. Ποντιακή Εστία (β΄ περίοδος), τεύχ. 65 σ. 32-34, τεύχ. 66 σ. 10-11

Αγαθονικίδης Θεόφιλος, «Τραγικά γεγονότα στις επαρχίες Γκιόλια και Αρταχάν του Καρς Καυκάσου μετά την οπισθοχώρηση του Ρωσικού στρατού», περ. Ποντιακή Εστία, τόμ. 1988 σ. 20-21, 132-136, 236-238

Αγγελίδης Σωκράτης, «Σελίδες από την Ιστορία των ελληνικών σχολείων του Κυβερνείου του Καρς», εφημ. Εύξεινος Πόντος, έτος 2ο, Απρίλιος 1998, φύλλο 15, σ. 18-19, φύλλο 16 σ. 14-15

Ανδρεάδης, Κώστας Δ., Ένα "ταξίδι" στο Καρς Καυκάσου, εκδ. Αφοι Κυριακίδη, Θεσ/νίκη 1997

Βαζελιώτης Πανάρετος (Τοπαλίδης), «Οι Έλληνες του Καυκάσου», Εκκλησιαστική Αλήθεια, τόμ. 30ος, Κωνσταντινούπολη 1910, σ. 249-251, 295-297, 360-362, 377-378,

Bryer A. – Winfield D., «Nineteenth-century monuments», Αρχείον Πόντου, τομ. 30ος, Αθήνα 1970-1971

Γρηγοριάδης Γεώργιος, Ο Πόντος και το Καρς, Ιστορία – Λαογραφία και ο Κορπακόρτς ο Πέτρον, Αθήνα 1973

Γρηγοριάδης Γεώργιος, Οι Πόντιοι του Καυκάσου, περιφέρειας Καρς-Αρδαχάν, Ιστορία-Λαογραφία, Θεσσαλονίκη 1957

Δημητριάδης Μενέλαος, Λεξικόν ελληνο-τουρκικόν, τουρκο-ελληνικόν, εκδ. Κακουλίδη, Αθήνα 1989

Εγκυκλοπαίδεια του ποντιακού Ελληνισμού, Ο Πόντος - Ιστορία Λαογραφία και πολιτισμός, τόμ. 1-2, Μαλλιάρης-Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1991

Εγκυκλοπαίδεια του ποντιακού Ελληνισμού, τόμοι 1-6, Μαλλιάρης-Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1992

Ευσταθιάδης Στάθης, «Κιόλια», περ. Ποντιακό Βήμα, έκδ. Εύξεινος Λέσχη Κοζάνης, τεύχ. 14 σ. 9-11

Ευσταθιάδης Στάθης, «Πόντιοι του Καυκάσου», περ. Ποντιακό Βήμα, έκδ. Εύξεινος Λέσχη Κοζάνης, τεύχ. 15 σ. 3-8

Ζιώγας Κ. – Κασκαμανίδης Ι., Η ιστορία του χωριού μας (Τριπόταμος Φλώρινας), Φλώρινα 1996

Θεοδόσιος (αρχιμανδρίτης Ι. Μ. Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα), «Ελληνικαί κοινότηται εν Καυκάσω», Εκκλησιαστική Αλήθεια, τόμ. 30ος, Κωνσταντινούπολη 1910, σ. 118-119

Θεοφυλάκτου Θεοφύλακτος, Γύρω στην άσβεστη φλόγα, Θεσσαλονίκη 1958

Θεοχάρης Θεοχάρης, «Η παιδεία των Ελληνοποντίων στο Κυβερνείο του Καρς», περ. Ποντιακή Εστία, τόμ. 1981, σ. 181-185

Θεοχάρης Θεοχάρης, «Στα χρόνια του πολέμου 1914», περ. Ποντιακή Εστία, τόμ. 1981, σ. 209-214

Ιωαννίδης Σάββας, Ιστορία και στατιστική της Τραπεζούντας και της γύρω περιοχής και στοιχεία για την εκεί ελληνική γλώσσα, Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1988

Καζταρίδης Ιωάννης, Η «Έξοδος» των Ελλήνων του Καρς της Αρμενίας (1919-21), έκδ. Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1996

Κάλφογλου Ιωάννης, Ιστορία της εν Βατούμ ελληνικής κοινότητος, Βατούμ 1918

Κάλφογλου Ιωάννης, Ο άποικος, ήτοι αι εν νοτίω Ρωσσία και Καυκάσω αρχαίαι ελληνικαί αποικίαι, Βατούμ 1919

Κάλφογλου Ιωάννης, Οι Έλληνες εν Καυκάσω, Ιστορικόν Δοκίμιον, Αθήναι 1908

Καραπατάκης Γαβριήλ, «Υπόμνημα περί των Καυκασίων μεταναστών και των προσφύγων του Πόντου», περ. Γρηγόριος ο Παλαμάς, Θεσσαλονίκη 1921, σ. 52-57

Κασκαμανίδης Ιωάννης, Ταξίδι στις αλησμόνητες πατρίδες (16 Ιουνίου – 1 Ιουλίου 1997), Φλώρινα 1997

Κιλλαχίδης Ηρακλής (επιμ. Νικοπολιτίδης Δ.), «Η μοίρα των χωριών Πεπερέκ και Τοροσκόφ», περ. Ποντιακή Εστία, τόμ. 1995 σ. 139-142

Κιλλαχίδης Ηρακλής (επιμ. Νικοπολιτίδης Δ.), «Το χωριό Σιντισκόμ», περ. Ποντιακή Εστία, τόμ. 1995 σ. 75-77, τόμ. 1996 σ. 11-14, 109-113, 165-170, 243-249

Κολίτσης Γεώργιος, Τα ξύλινα εργαλεία και σκεύη στη Δυτική Μακεδονία, Θεσσαλονίκη 1985

Κοντογιάννης Παντελής, Γεωγραφία της Μικράς Ασίας, έκδ. Σύλλογος προς διάδοσιν ωφέλιμων βιβλίων, Αθήνα 1921

Λαζαρίδης Διαμαντής Θ., «Στατιστικοί πίνακες της εκπαιδεύσεως των Ελλήνων στον Πόντο 1821-1922», Αρχείον Πόντου, Παράρτημα 16, έκδ. Ε.Π.Μ., Αθήνα 1988

Λαμψίδης Ο. – Ταϊγανίδης Ι., Οι οικισμοί των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο το 1920 (Φύλλα 12), έκδ. Ε.Π.Μ., Αθήνα 1989

Λάσκαρις Μιχαήλ, Το Ανατολικόν Ζήτημα (1800-1923), έκδ. Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1978

Λαυρεντίδης Ισαάκ, «Η κατά το 1895-1907 μετοικεσία Ελλήνων Ποντίων του Καυκάσου εις Ελλάδα», Αρχείον Πόντου, τόμ. 31ος, έκδ. Ε.Π.Μ., Αθήνα 1971-72, σ. 395-515

Λαυρεντίδης Ισαάκ, «Ο χαρακτήρ και ο κοινωνικός βίος των εκ Καυκάσου Ελλήνων», περ. Ποντιακή Εστία, τόμ. 1976 σ. 255-258

Λαυρεντίδης Ισαάκ, «Περί του Ελληνισμού του Κυβερνείου Καρς Αντικαυκάσου», περ. Ποντιακό Βήμα, έκδ. Εύξεινος Λέσχη Κοζάνης, τεύχ. 36 σ. 5-18

Μαραβελάκης Μ. – Βακαλόπουλος Α., Αι προσφυγικαί εγκαταστάσεις εν τη περιοχή Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1955

Ματθαιάδης Θεόπιστος, «Παντζαρότ – Όλτη», περ. Ποντιακή Ηχώ, τευχ. 14 Ιαν.-Μαρτ. 1984, σ. 5

Μαυρογένης Στυλιανός Β., Το Κυβερνείον Καρς του Αντικαυκάσου (Κάρσκαγια Όμπλαστ) και το εν αυτώ ελληνικόν στοιχείον κατά την περίοδον 1878-1920, έκδ. Εύξεινος Λέσχη Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1963

Μαυρογένης Στυλιανός, «Γύρω από την κοινωνική και πνευματική ζωή των αστών Ποντίων του Καρς», περ. Ποντιακή Εστία, τόμ. 1980 σ. 272-280

Μαυρογένης Στυλιανός, Προσκύνημα στο Καρς, Ημερολόγιον - Λεύκωμα Παναγίας Σουμελά, Θεσσαλονίκη 1971-1972, σ. 77-80

Μελισσανίδης Αλεξάνδρος, «Ζέλετσα – Καρς», περ. Ποντιακή Ηχώ, τευχ. 14 Ιαν.-Μαρτ. 1984, σ. 4

Μεταλλίδης Θεοφύλακτος, «Καυκάσιοι και Πόντιοι», περ. Ποντιακή Εστία, τόμ. 1980 σ. 46-48

Μουρατίδου Βάλια, Εκατόχρονη Οδύσσεια, Θεσσαλονίκη 1992

Μυρίδης Χρυστόστομος, «Λαογραφικά Λιβεράς», Αρχείον Πόντου, τόμ. 13ος, έκδ. Ε.Π.Μ., Αθήνα 1948, σ. 137-207

Μυρωνίδης Ιωάννης, «Ο παπα Μύρων Μυρωνίδης, ο μεγάλος Ελληνοπόντιος του Καυκάσου», περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 115, Ιούλιος 1959, σ. 5297-5303

Ξανθοπούλου-Κυριακού Άρτεμις, «Μεταναστεύσεις Ελλήνων στον Καύκασο κατά τον 19ο αιώνα», Δ.Κ.Μ.Σ., τόμ. 10ος, σ. 91-172

Οικονομίδης Δημοσθένης, Ο Πόντος και τα δίκαια του εν αυτώ Ελληνισμού, Σύλλογος Προς Διάδοσιν Ωφέλιμων Βιβλίων, Αθήνα 1920

Παναγιωτίδης Θεολόγης, Ο εν Ρωσσία Ελληνισμός, Αθήνα 1919

Πανάρετος Τοπαλίδης, Ο Πόντος ανά τους αιώνας, Δράμα 1927

Παπαδόπουλος Άνθιμος, Ιστορικόν Λεξικόν της Ποντικής Διαλέκτου, Αρχείον Πόντου, Παράρτημα 3, έκδ. Ε.Π.Μ., Αθήνα 1958-1961

Παπαδόπουλος Θεόδωρος, «Μαρίνα – Επισκοπή – Προφήτης Ηλίας», περ. Ποντιακή Εστία, τόμ. 1976 σ. 12-21

Παπαδόπουλος Κωνσταντίνος, «Οι Πόντιοι του Καυκάσου», περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 67 σ. 5-6

Παπαδόπουλος Σάββας, Λαογραφικά Καρακούρτ, τ. 1ος τεύχ. Α΄ Θεσ/νίκη 1982, τεύχ. Β΄ Θεσ/νίκη 1984, τ. 2ος Θεσ/νίκη 1986, τ. 3ος Θεσ/νίκη 1994

Παπαδόπουλος Σάββας, «Οι Πόντιοι του Καυκάσου και ο Μητροπολιτικός Πόντος», πρακτικά Β΄ Παγκοσμίου Συνεδρίου Ποντιακού Ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1990, σ. 139-151

Παπαδόπουλος Σάββας, «Παραμύθια κι ευτράπελες διηγήσεις περιοχής Καρς», περ. Αρχείον Πόντου, τ. 41ος, σ. 51-174

Παπαθεοδωρίδης Θεόδωρος, Αξέχαστα από τον Πόντον – Κερασούντος και περιφερείας (Ανατολικής Τζενικίας), έκδ. Ελλάς, Αθήναι 1953

Παυλίδης Ελευθέριος, Πώς και διατί εματαιώθη η Δημοκρατία του Πόντου, Αθήνα 1956

Παυλίδης Πολυχρόνης, «Το Αζάτ του Καυκάσου», περ. Ποντιακή Ηχώ, τευχ. 17 Οκτ.-Δεκ. 1984, σ. 16-17

Πελαγίδης Στάθης, «Μετοικεσίες Ποντίων στον Καύκασο και στη Ν. Ρωσία», περ. Ποντιακό Βήμα, έκδ. Εύξεινος Λέσχη Κοζάνης, τεύχ. 6, σ. 6-22

Πελαγίδης Στάθης, «Ντοκουμέντα για τις πρώτες οργανωμένες κινητοποιήσεις των Κρυπτοχριστιανών του Πόντου (1857)», Αρχείον Πόντου, τόμ. 41ος, έκδ. Ε.Π.Μ., Αθήνα 1987, σ. 201-219

Σαμουηλίδης Χρήστος, Το χρονικό του Καρς, έκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 1987

Σκαλιέρης Γεώργιος, Λαοί και φυλαί της Μικράς Ασίας, Αθήνα 1922

Συλλογικό (επιμ. Ι. Κ. Χασιώτης), Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, έκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1997

Τανιμανίδης Παναγιώτης, «Παλαιό Γυναικόκαστρο», περ. Ποντιακή Εστία, τόμ. 1980 σ. 117-121

Τανιμανίδης Παναγιώτης, Ποντιακοί οικισμοί στην Ελλάδα, τόμ. 1ος , έκδ. Σωματείο Παναγία Σουμελά, Θεσσαλονίκη 1988

Τανιμανίδης Παναγιώτης, Ποντιακοί οικισμοί στην πρώην Σοβιετική Ένωση, τόμ. 3ος έκδ. Σωματείο Παναγία Σουμελά, Θεσσαλονίκη 1994

Τηλικίδης Γρηγόριος, «Οι Έλληνες του Καυκάσου», περ. Ποντιακά Φύλλα, τομ. 2 (1937), σ. 275-275, 306-311, 358-360, 438-442

Τριανταφυλλίδης Περικλής, Η εν Πόντω ελληνική φυλή ήτοι τα ποντικά, Αθήνα 1866

Φελεκίδης Θεόδωρος, «Στα χρόνια των διωγμών – Μεζαράτ Καρς», περ. Ποντιακή Εστία, τόμ. 1989 σ. 256-257

Φιρτινίδης Γεώργιος Π., Κρώμνη, Έκδοση Αδελφότητος Κρωμναίων Καλαμαριάς, Θεσσαλονίκη 1994

Φωτιάδης Κώστας, Ο Ελληνισμός της Κριμαίας, έκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα 1990

Φωτιάδης Κώστας (επιμέλ.), Οι Έλληνες στις χώρες της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. (Ιστορία – Παιδεία), έκδ. Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1995

Φωτιάδου Πολυξένη, «Ντεμίρ Καπί – Καρς», περ. Ποντιακή Ηχώ, τεύχ. 19 Απρ.-Ιουν. 1985, σ. 8 και σ. 43

Χατζησαββίδης Σωφρόνης Α., Φωνολογική ανάλυση της ποντιακής διαλέκτου (Ιδίωμα της Ματσούκας), Διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη 1985



[1] Έλεγαν χαρακτηριστικά ότι «από Θεού κοπρισμένον έν’».

[2] Οι νέες ποικιλίες των βοοειδών που προέκυψαν από διασταύρωση δεν καθιερώθηκαν, γιατί δε λήφθηκαν σοβαρά υπόψη οι κλιματολογικές συνθήκες κάθε περιοχής. Στυλιανού Μαυρογένους, ό.π. σ. 105-109.

[3] Τουρκική λέξη προερχόμενη από το yayla = τόπος θερινής διαμονής σε οροπέδια των ψηλών βουνών.

[4] Η ονομασία των κατοίκων του χωριού συναντάται και ως Σαραφλούδες.

[5] Υπάρχουν διαφοροποιήσεις στην ονομασία του τυριού αυτού με άλλα μέρη στα οποία κατοικούσαν Πόντιοι. Χρυσόστομου Μυρίδου, «Λαογραφικά Λιβεράς», Αρχείον Πόντου, τομ. 13ος, έκδ. Ε.Π.Μ., Αθήνα 1948, σ. 154-155. Πρβλ. Θεοδώρου Μ. Παπαθεοδωρίδου, Αξέχαστα από τον Πόντον – Κερασούντος και περιφερείας (Ανατολικής Τζενικίας), έκδ. Ελλάς, Αθήναι 1953, σ.. 69.

[6] Στυλιανού Σαμουηλίδη, Το χωριό Βεζίνκιοϊ του Καρς, Θεσσαλονίκη 1960, χφο. Κ.Μ.Σ. αριθ. 94, σ. 21.

[7] Οι Μαλακάνοι ήταν Ρώσοι, αιρετικοί τύπου ευαγγελικών. Είχαν εκδιωχθεί από τις εστίες τους και κατοικούσαν στο Κυβερνείο, όπου ασχολούνταν με τη δεντροκαλλιέργεια και τα κηπευτικά. Οι Έλληνες τους ονόμαζαν και Νεμψάδες.

[8] Καλτσίδης Ιωάννης, ό.π. σ. 30-32

[9] Θεόφιλου Αγαθονικίδη, «Ντορτ-Κλησιά, η ζωή και τα έργα των κατοίκων Ντορτ-Κλησιά της Γκιόλιας Καρς Καυκάσου», περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 65, σ. 34.

[10] Δεν μνημονεύεται το επώνυμό του

[11] Καταγράφονται εδώ μόνο όσα προέκυψαν από την έρευνα (προφορικές μαρτυρίες). Υπήρχαν και δεκάδες άλλα είδη. Στυλιανού Μαυρογένους, ό.π. σ. 61. και Γεωργίου Γρ. Γρηγοριάδου, Οι Πόντιοι του Καυκάσου, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 77.

[12] Οι αποστάσεις που σημειώνονται εδώ αφορούν στο οδικό δίκτυο της εποχής μέχρι το 1918. Αργότερα έγιναν βελτιώσεις, όμως και σήμερα ακόμη οι αποστάσεις αυτές δεν έχουν βελτιωθεί σημαντικά.

[13] Φουργούν’ από τη γαλλική λέξη furgon =

[14] Ηρακλή Κιλλαχίδη, «Το χωριό Σιντισκόμ», περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 109, σ. 109.

[15] Εγκυκλ. Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τομ. 52ος, λήμμα Ρωσία, σ. 433.

[16] Ιωάννη Μυρωνίδη, «Από τη ζωή ενός Ελληνοποντίου του Αντικαυκάσου», περ. Ποντιακή Εστία (Α΄ περίοδος), τ. 1959, σ. 5140.

[17] Κιλλαχίδης Ηρακλής (επιμ. Νικοπολιτίδης Δ.), «Το χωριό Σιντισκόμ», περ. Ποντιακή Εστία, τ.. 1996, σ. 111.

[18] Με τον όρο Υπερκαυκασία ή Αντικαύκασος (Transcaucasia, ρωσ. Zakavkaz) δηλώνεται η περιοχή που βρίσκεται νότια του όρους Καύκασος, ενώ η βόρεια περιοχή ονομάζεται Βόρειος Καύκασος ή Εγγύς Καυκασία (Ciscaucasia, ρωσ. Severikavkaz).

[19] Αναΐντ τερ Μινασιάν, Η Δημοκρατία της Αρμενίας, εκδ. Στοχαστής 1997, σ. 32-35. Για τις εναλλαγές στη διακυβέρνηση των εδαφών του Κυβερνείου κατά την περίοδο 1917-1920, βλ. Στυλιανού Μαυρογένους, ό.π. σ. 201-208, Ιωάννη Φ. Καζταρίδη, Η «Έξοδος» των Ελλήνων του Καρς της Αρμενίας (1919-21), έκδ. Αφων Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1996, σ. 13-28 και Ι. Κ. Χασιώτης (επιμ.), Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης, έκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1997, 259-290.

[20] Καλτσίδη Ιωάννη, ό.π. σ. 126.

[21] Ιωάννης Καλτσίδης, πρώην δάσκαλος από το χωριό Αλήσοφι της Υποδιοίκησης Σογανλούκ, μετέπειτα αξιωματικός ιππικού του ρωσικού στρατού, ταγματάρχης του ελληνικού συντάγματος Καρς και πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου των Ελλήνων της Αρμενίας. Διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στη μετακίνηση των πληθυσμών της Κιόλιας.

[22] ό.π. σ. 132

[23] ό.π. σ. 140

[24] ό.π. σ. 70.

[25] Ιωάννη Φ. Καζταρίδη,ό.π., σ. 42-44.

[26] Παπαδόπουλος Σάββας, Ιστορικό της καταστροφής των χωριών Τοροσκώφ και Μπεμπερέκ του Αρταχάν, 1958, χφο. Κ.Μ.Σ. αριθ. 150, σ. 1-7.

[27] Χασιώτης, Ι.Κ., ό.π. σ. 560.

[28] Καλτσίδη Ιωάννη, ό.π. σ. 98.

[29] Βάλια Δ. Μουρατίδου, Εκατόχρονη Οδύσσεια, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 6-7 το σχετικό χάρτη και σ. 129 όπου η συγγραφέας κάνει μια μικρή αναφορά στη Μιχαήλοβα.

[30] Ο Καλτσίδης , ό.π. σ. 184, αναφέρει πως οι εναπομείναντες ήταν 35.000 άτομα, από 32 χωριά και είχαν μαζί τους 18.000 μεγάλα ζώα.

[31] Οι κάτοικοι των δυο αυτών χωριών, αφού υπέστησαν πολλά δεινά από το μουσουλμανικό πληθυσμό της περιοχής, εγκατέλειψαν οριστικά τα σπίτια τους το Φεβρουάριο του ’21. Πολλοί δολοφονήθηκαν, ενώ αρκετές νέες κοπέλες έμειναν και δημιούργησαν εκεί οικογένειες.

[32] Καλτσίδη Ιωάννη, ό.π. σ. 197.

[33] Πυλόροφ Κλήμης. Γεννήθηκε στο χωριό Παντζαρότ της Διοίκησης Όλτης, αξιωματικός της ρωσικής αστυνομίας και αργότερα διοικητής του 1ου Ελληνικού Τάγματος του Καρς. Τον Αύγουστο του 1919 ήρθε στην Ελλάδα και κατατάχθηκε στον ελληνικό στρατό. Συμμετείχε στις πολεμικές επιχειρήσεις της μικρασιατικής εκστρατείας και στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του ’40. Αποστρατεύθηκε το 1957 με το βαθμό του ταξίαρχου των τεθωρακισμένων.

[34] Κιλλαχίδης Ηρακλής, ό.π., σ. 247.

1 σχόλιο: