ΑΓΤΖΙΔΗΣ ΒΛΑΣΗΣ , ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ , Α ΜΕΡΟΣ

Οι Έλληνες του Καυκάσου

Του ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ[1]

Η παρουσία και η πολιτική δράση των Ελλήνων στον Καύκασο κατά το 19ο και 20ο αιώνα, αποτελούν μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Ένας από τους πρωτεργάτες έγραψε: "Πρέπει να ομολογήσουμε ότι εμείς οι Έλληνες του Καυκάσου, που αποτελούσαμε τη φάλαγγα του Ελληνισμού στην κοντινή Ανατολή, κατά την χαώδη 'κείνη περίοδο του Καυκάσου, αγωνιστήκαμε με πρωτοφανή ορμή, για τη φυσική μας ύπαρξη και την εθνική μας οντότητα, που ανάβλυζε μεσ' απ' τους πυρήνες των κοινοτήτων μας"[2].

Η εγκατάσταση των Ελλήνων στον Καύκασο, όπως και στην υπόλοιπη ρωσική επικράτεια, είναι ένα φαινόμενο που πρωτοεμφανίζεται στους αρχαίους χρόνους. Οι ελληνικές αποικίες στην Κριμαία και στην ανατολική Μαύρη Θάλασσα ιδρύθηκαν πολύ πριν οι περιοχές αυτές περιέλθουν στη σφαίρα επιρροής των Ρώσων. Η ελληνική παρουσία στον Εύξεινο Πόντο εδραιώνεται σε δύο βασικά κέντρα, πρωτευόντως στο μικρασιατικό Πόντο και στη συνέχεια στην κριμαϊκή χερσόνησο. Οι σχέσεις των Ελλήνων με την παρευξείνιο περιοχή ανάγονται στην μυθολογική περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Τα πρώτα ελληνικά ευρήματα χρονολογούνται το 10ο π.Χ. αιώνα. Αποτέλεσμα της πανάρχαιας αυτής σχέσης των Ελλήνων με το χώρο είναι η επισήμανση από σοβιετικούς ιστορικούς του γεγονότος ότι οι Έλληνες είναι ένας από τους αρχαιότερους λαούς της περιοχής.

Η έναρξη πάντως συστηματικώτερης εγκατάστασης ταυτίζεται με τον ελληνικό αποικισμό του 8ου π.Χ. αιώνα, όταν οι Μιλήσιοι ίδρυσαν την Ηράκλεια και τη Σινώπη, η οποία με τη σειρά της ίδρυσε την Τραπεζούντα, πρωτεύουσα του μικρασιατικού Πόντου. Η περίοδος της ρωμαιοκρατίας και της επικράτησης του χριστιανισμού συνοδεύτηκε από την απώλεια του εθνωνύμιου "Ελλην" και την παράλληλη επικράτηση του ονόματος "Ρωμαίος", το οποίο επιβιώνει μέχρι σήμερα στους παρευξείνιους ελληνικούς πληθυσμούς. Με την άλωση της Πόλης από τους Φράγκους το 1204 μ.Χ. ιδρύθηκε η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Το ελληνικό αυτό βασίλειο διατηρήθηκε για 257 χρόνια. Επτά χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, οι Οθωμανοί κατέλαβαν και την Τραπεζούντα. Στο βορρά της Μαύρης Θάλασσας, η Κριμαία παρέμεινε ελληνική περιοχή μέχρι την έλευση των Τατάρων το 13ο αιώνα.

Η μαζική μετοίκηση των Ελλήνων, αλλά και των Αρμενίων, από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον Καύκασο υπήρξε φαινόμενο ευθέως ανάλογο της επέκτασης των Ρώσων προς το Νότο, της συνεπακόλουθης ανάγκης επάνδρωσης των συνοριακών περιοχών από φιλικό πληθυσμό και συγχρόνως οικονομικής ανάπτυξης των περιοχών που εγκατέλειψαν οι μουσουλμάνοι κάτοικοί τους. Ο Ν. Βορομπιόφ που ήταν ο υπεύθυνος του εποικισμού γράφει: "Tο πρόγραμμα συστηματικού εποικισμού άρχισε το 1864... Στόχος ήταν να καλυφθούν οι άδειες περιοχές και να ξαναρχίσουν οι καλλιέργειες, που διακόπηκαν όταν οι βουνίσιοι[3] έφυγαν στην Τουρκία ή εξορίστηκαν... Αυτή η περιοχή απαιτούσε ανώτερη αγροτική κουλτούρα και σκέφτηκαν να καλέσουν τους Έλληνες και τους Αρμένιους που ταιριάζουν σ' αυτές τις συνθήκες."[4] Yπήρχαν περιπτώσεις κατά τις οποίες Έλληνες, ανώτεροι υπάλληλοι της ρωσικής γραφειοκρατίας, ευνοούσαν τη μετανάστευση των ελληνικών πληθυσμών. Για παράδειγμα, την εγκατάσταση των Ελλήνων στο Βόρειο Καύκασο, στην περιοχή της Σταυρούπολης, ευνόησε ένας κυβερνήτης της περιοχής που είχε ελληνική καταγωγή, ο Νικηφοράκης.[5] Ένα από τα κίνητρα που χρησιμοποιούσαν οι Ρώσοι για να προσελκύσουν ελληνικούς πληθυσμούς ήταν η παραχώρηση οικονομικών προνομίων. Απαιτούσαν όμως την πολιτογράφηση των μεταναστών, όπως επίσης και τον εκρωσισμό των επιθέτων τους.[6]

Σημαντική ώθηση στη μετανάστευση Ελλήνων από τον Πόντο έδωσε το στέρεμα των μεταλλείων.[7] Επίσης, για τις περιοχές που ονομάσθηκαν Νέα Ρωσία[8], οι Έλληνες συνδέθηκαν με το κύκλωμα του σιταριού που περιελάμβανε την παραγωγή, την επεξεργασία και τη διακίνηση. Κατέληξαν στο να πάρουν στα χέρια τους το εξωτερικό εμπόριο του σιταριού. Η παράλιος περιοχή της Ουκρανίας και της νότιας Ρωσίας υπήρξε για τους Έλληνες του 19ου αιώνα η "γη της επαγγελίας." Η κατάκτηση των περιοχών αυτών από τους Ρώσους και η απουσία, λόγω της κατάκτησης, οιασδήποτε σοβαρής παραγωγής και εμπορίου, έδωσαν στους Έλληνες, τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και της ελεύθερης Ελλάδας τη δυνατότητα ελεύθερου χώρου για ανάπτυξη. Επι πλέον, με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, αποκτούν το δικαίωμα πλεύσης στη Μαύρη Θάλασσα. Ο Γ. Σκαλιέρης έδωσε την παρακάτω εξήγηση για το φαινόμενο εγκατάστασης των Ελλήνων του Πόντου στη Ρωσία: "Συρρέοντες προς τα μέρη εκείνα, μερικά των οποίων άλλοτε, όπως η Κολχική και η Περατεία, αποτελούσαν μέρος της πεσούσης Ελληνικής Αυτοκρατορίας και από τα οποία ο Μιθριδάτης σε προηγούμενους χρόνους άντλησε όχι λίγη ελληνική δύναμη μαχόμενος πρωτοπόρα για τον ελληνισμό από τον Πόντο, οι φυγάδες Έλληνες Πόντιοι εισήγαγαν τον πολιτισμό, επιδίδονταν στην καλλιέργεια της γης και στο εμπόριο, εξημέρωναν, δίδασκαν τέχνες και επιστήμες εξαιτίας του οποίου ονομάσθησαν από τους Γεωργιανούς Περζενεσβίλι, δηλαδή γιοι των σοφών. Μεταλλουργοί, αρχιτέκτονες, ιερείς, μοναχοί, λόγιοι, γιατροί, συγκροτούν τις πρώτες πολυπληθείς ομάδες. Όλοι αυτοί, στους οποίους αδιάκοπα προστίθενται και άλλοι, κατεργάζονται τον εκπολιτισμό της χώρας, τη γεωργική και εμπορική της ανάπτυξη. Έλληνας Πόντιος, ο Μιχαήλ Στεφάνου, ιδρύει το πρώτο τυπογραφείο στην Τιφλίδα της Γεωργίας και Έλληνες Πόντιοι μεταβάλλουν εκτάσεις χέρσες και έρημες σε πλουτοφόρες, εκμεταλλευόμενοι το φυσικό πλούτο εκείνων των μερών σε μεταλλεύματα και καλλιεργώντας τον καπνό."[9]

Τα κύματα μετακινήσεων

Η αρχαιότερη μετακίνηση Ελλήνων χρονολογείται την περίοδο 610-640 μ.Χ. Στη συνέχεια, και ως αποτέλεσμα της οθωμανικής κατάκτησης του Πόντου στα μέσα του 15ου αιώνα, πολλοί Έλληνες κατέφυγαν στην Κριμαία, την οποία τότε ονόμαζαν Περατεία, στη Γεωργία και στην Περσία. Τότε δημιουργήθηκε η Επισκοπή Αχταλείας, η οποία διατηρήθηκε ως χωριστή ελληνική επισκοπή μέχρι το 1827.[10]

Τον 18ο αιώνα μαρτυρούνται μετακινήσεις Ελλήνων μεταλλωρύχων από την Αργυρούπολη και τη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ) στη Γεωργία. Τα μεγάλα κύματα μετακίνησης αρχίζουν από το δέκατο όγδοο αιώνα, για να φουντώσουν κυριολεκτικά το δέκατο ένατο. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 και των τριών ρωσοτουρκικών πολέμων, που ακολούθησαν, παρατηρήθηκε μετοίκηση Ελλήνων προς τις ρωσικές περιοχές. Ο φόβος των τουρκικών αντεκδικήσεων λειτούργησε ως επιπλέον κίνητρο. Το 1829 μετανάστευσαν οι Έλληνες από την περιοχή του Ερζερούμ σε τέτοιο βαθμό, ώστε η περιοχή τους ερήμωσε από τους χριστιανούς γηγενείς. Η πλειοψηφία των μεταναστών ήταν τουρκόφωνοι. Το κύμα αυτό ακολούθησαν και λίγοι Έλληνες από τη Σεβάστεια. Η πλειοψηφία των μεταναστών αυτής της περιόδου εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Τσάλκα της Γεωργίας, νότια της Τιφλίδας. Κατά τον κριμαϊκό πόλεμο (1856-1866) μετακινήθηκαν 60.000 άτομα στις περιφέρειες Κουμπάν, Σταυρούπολης κ.α. Μετά το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1876-78 η μετανάστευση πήρε το χαρακτήρα της μαζικής φυγής από τον Πόντο.[11] Μετακινήθηκαν κυρίως πληθυσμοί από τη βορειοανατολική περιοχή της Αργυρούπολης και γενικά από τη Χαλδία. Μεταξύ των εγκαταστάσεων που δημιουργήθηκαν ήταν τα 50 ελληνικά χωριά της Τιφλίδας. Εκατό χιλιάδες Πόντιοι εγκαταστάθηκαν στις περιοχές Τέρεκ, Σταυρούπολη, Σοχούμι και Βατούμι. Τότε δημιουργήθηκαν τα 77 ελληνικά χωριά του Καρς και του Αρνταχάν. Το περιοδικό Εύξεινος Πόντος, που εκδιδόταν στην Τραπεζούντα, υπολόγιζε ότι το 1880 100.000 Έλληνες είχαν ήδη μετοικήσει στην Κριμαία και στον Καύκασο. Από το 1880 άρχισε μετακίνηση ελληνικών πληθυσμών και από τα παράλια του Πόντου. Από τις περιοχές Τραπεζούντας, των Σουρμένων, των Κοτυώρων (Ορντού), της Κερασούντας, της Οινόης κ.λπ. μετανάστευσαν, δια μέσου της θάλασσας, προς όλα τα παράλια του Καυκάσου και στην ενδοχώρα της Γεωργίας, στην Κριμαία και στο Βόρειο Καύκασο (Κουμπάν). Επίσης, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, εγκαταστάθηκαν στις ρωσικές ακτές και πολλοί Έλληνες από τα νησιά του Αιγαίου και του υπόλοιπου ελλαδικού χώρου. [12]

Γύρω από τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, οι Έλληνες ήταν εγκατεστημένοι σε συμπαγείς μάζες. Όπως γράφει ο Ε. Παυλίδης: "Κατά μήκος εκατοντάδων χιλιομέτρων υπήρχον χωρία και πολίχναι κατοικούμεναι αποκλειστικά από Έλληνας μετανάστας εκ Πόντου, με ελληνικά σχολεία, με Έλληνες ιερείς και με ελληνικάς εκκλησίας." Oι παλιότεροι Έλληνες έποικοι καλούσαν τους συγγενείς και φίλους, με αποτέλεσμα να μεγαλώνουν οι ελληνικές κοινότητες. Η εγγύτητα του μικρασιατικού Πόντου στη Ρωσία, το φτωχό του ορεινού κυρίως Πόντου, η τακτική ναυτοπλοϊκή συγκοινωνία και η έναρξη των τουρκικών διώξεων λειτουργούσαν ως κίνητρα μετανάστευσης στη Ρωσία. Oι Ρώσοι δεν ήταν πάντα φιλικοί με τους Έλληνες που κατέφθαναν από την "Τουρκία." Τους αντιμετώπιζαν με καχυποψία και δεν έκρυβαν το φθόνο τους για την οικονομική τους ανάπτυξη.[13]

Οι μετανάστες άνοιξαν δρόμους μέσα στην αχανή Ρωσία και συνέδεσαν τις ελληνικές κοινότητες με τον Πόντο, όπου πολλές φορές παρέμενε η οικογένεια. Μέχρι την Kεντρική Ασία και τη Σιβηρία είχαν δημιουργηθεί ελληνικές κοινότητες. Η δημιουργία τους οφειλόταν σε συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα. Η διαδικασία δημιουργίας ελληνικών κοινοτήτων αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην περίπτωση του Ιρκούτσκ της Σιβηρίας, όπου γύρω στο 1895 ζούσαν 1.500 Έλληνες προερχόμενοι όλοι από την Σαντά του μικρασιατικού Πόντου. Η ανατολικότερη ελληνική κοινότητα δημιουργήθηκε στο Χαρμπίν της Ματζουρίας από Έλληνες της Κριμαίας, οι οποίοι είχαν μεταναστεύσει εκεί προηγουμένως από τη Σαμψούντα και την Κερασούντα.[14]

Οι Έλληνες της Ρωσίας βρίσκονταν σε κατάσταση συνεχούς μετακίνησης, έως ότου βρουν το χώρο που θα επέτρεπε την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους. Η περιοχή του Καρς, όπου υπήρχε συμπαγής και πολυάριθμη ελληνική κοινότητα, λειτουργούσε ως χώρος υποδοχής νέων Ελλήνων μεταναστών από άλλες περιοχές της Ρωσίας.[15] Μεταξύ των πρώτων βιομηχάνων στη Ρωσία συγκαταλέγονταν πολλοί Έλληνες. Το προνόμιο της εκμετάλλευσης των μεταλλείων αργύρου στον Καύκασο, μέχρι και της εποχής του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, το κατείχαν οι Έλληνες. Οι πρώτοι μεταλλωρύχοι της Ν. Ρωσίας και του Καυκάσου ήταν Έλληνες, οι οποίοι μετανάστευσαν από την Αργυρούπολη του Πόντου μετά τους ρωσοτουρκικούς πολέμους του 1828. Ο πυρήνας της πρώτης "Ρωσικής Ατμοπλοϊκής Εταιρείας" του Ευξείνου Πόντου σχηματίστηκε από Έλληνες, ενώ Έλληνες ήταν και οι περισσότεροι πλοίαρχοι. Το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου της Μαύρης Θάλασσας ελεγχόταν από τους Έλληνες της Ρωσίας και του Πόντου.[16]

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάπτυξη σημαντικών εμπορικών και ναυτιλιακών δικτύων στη νότια Ρωσία.[17] Τα δίκτυα αυτά κατάφεραν να κυριαρχήσουν στο εξωτερικό εμπόριο της Ρωσίας εκμεταλλευόμενα την ύπαρξη ομογενών αγροτικών πληθυσμών στις περιοχές αυτές και δημιουργώντας ένα ολόκληρο σύστημα αγοράς αγαθών από τους παρα­γωγούς. Παρόλη την οικονομική συνάφεια των ελληνικών οικονομικών ομάδων των ρωσικών παραλίων, της εμποροναυτιλιακής και της αγροτικής, εν τούτοις μικρή κοινωνική σχέση φαίνεται να ανέπτυξαν μεταξύ τους, διατηρώντας σε σημαντικό βαθμό την αυτονομία τους.[18] Η κατάσταση αυτή παρέμεινε αμετάβλητη μέχρι τις μεγάλες επαναστατικές ανατροπές, που συνέβησαν στο ρωσικό χώρο μετά το 1917.

Για τη συμβολή των Ελλήνων στην οικονομική ανάπτυξη της Ρωσίας, ο Ε. Παυλίδης γράφει: "Η Ρωσία οφείλει πολλά εις το ελληνικόν επιχειρηματικόν δαιμόνιον, το οποίο συνετέλεσε τα μέγιστα εις την οικονομικήν ανάπτυξιν και ευημερία του τόπου από πάσης απόψεως. Μέχρι των αρχών του παρελθόντος αιώνος κανείς δεν ετόλμα να διαμφισβητήσει από τους Έλληνας της Νοτίου ιδία Ρωσίας τα πρωτεία εις το εμπόριον και την οικονομικήν κίνησιν. Ούτε αι αναμφισβήτηται ικανότητες του εβραϊκού στοιχείου, ούτε η μεθοδικότης και εργατικότης των πολυάριθμων Γερμανών αποίκων, ούτε η δυναμικότης των Ρώσων εμπόρων με τα άφθονα κεφάλαια, ηδυνήθυσαν επί αιώνας να αφαιρέσουν από τας χείρας των Ελλήνων τας κλείδας του εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου."[19]

Ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετώπισαν οι Έλληνες στη Ρωσία σχετιζόταν με την πανσλαβιστική ιδεολογία, η οποία αποσκοπούσε στον εκσλαβισμό του ελληνικού στοιχείου με κάθε τρόπο. Η πολιτική αυτή ακολουθήθηκε από τις ρωσικές αρχές, όταν εγκαταλήφθηκε το "Ελληνικό Σχέδιο" της Μεγάλης Αικατερίνης που προέβλεπε την ανασύσταση της ελληνικής αυτοκρατορίας του Βυζαντίου, υπό ρωσικό έλεγχο βέβαια, και στη θέση του ακολουθήθηκε το πανσλαβιστικό ιδεώδες Την περίοδο του Ελληνικού Σχεδίου υπήρχε ουσιαστική ενίσχυση των Ελλήνων προσφύγων που κατέφευγαν στη Ρωσική Αυτοκρατορία.[20]

Στο πλαίσιο της πανσλαβιστικής πολιτικής, οι αρχές ανέγειραν ρωσικά σχολεία σ' όλα τα ελληνικά χωριά και τους συνοικισμούς. Τα ελληνόπουλα υποχρεώνονταν να παρακολουθούν τη ρωσική εκπαίδευση, ενώ απαγορευόταν η ίδρυση και η λειτουργία ελληνικών σχολείων.[21] Yπήρξε περίπτωση κατά την οποία απολύθηκε Έλληνας δάσκαλος στο Καρς, γιατί βρέθηκε να κατέχει ελληνικό αλφαβητάριο. Στις περιοχές στις οποίες κατοικούσε μεγάλος ελληνικός πληθυσμός η ελληνική γλώσσα επιτρεπόταν να διδάσκεται ως ξένη γλώσσα για μία ώρα την ημέρα. Οι Έλληνες πρόξενοι που βρίσκονταν σε διάφορες πόλεις της νότιας Ρωσίας μεσολαβούσαν στις ρωσικές αρχές για να επιτρέψουν τη δημιουργία ρωσοελληνικών κοινοτικών σχολείων στα ελληνικά χωριά. Ο μόνιμός τους στόχος ήταν η ίδρυση ελληνικών σχολείων, τα οποία τελικά κατάφεραν να τα δημιουργήσουν με τη σθεναρή τους στάση και επιμονή. Για το ζήτημα αυτό, μετά από αίτηση των ελληνικών κοινοτήτων, έκανε παρέμβαση και η ρωσικής καταγωγής βασίλισσα Όλγα της Ελλάδας. Με την παραμικρή όμως αφορμή η ρωσική διοίκηση αντικαθιστούσε τους Έλληνες δασκάλους με Ρώσους. Το πολιτικό πλαίσιο που διεκδικούσαν στη Ρωσία οι Έλληνες μετανάστες βασιζόταν σε αναγνώριση παρόμοια με το "σύστημα των μιλέτ", που ίσχυε στην Τουρκία για τις εθνότητες.[22]

Η αφομοιωτική πολιτική της ρωσικής κυβέρνησης αφορούσε σε όλες τις μη ρωσικές εθνότητες που κατοικούσαν στην αυτοκρατορία. Τα αισθήματα πικρίας και εθνικής ταπείνωσης οδηγούσαν σε βίαιες εκδηλώσεις.[23] Όπως έγραψε μια ελληνική εφημερίδα της Ρωσίας λίγα χρόνια αργότερα: "Σε κάθε βήμα σου δίνανε να νοιώσης ότι είσαι ξένος, ότι δεν βρίσκεσαι στο σπίτι σου, ότι δεν έχεις δικαιώματα. Η καταπίεσις, η περιφρόνησις και οι εμπαιγμοί ήσαν η νόμιμη τύχη του ξένου, αν δεν μπορούσε να εξαγοράση με δωροδοκίες την ευμένεια των υπαλλ­ήλων του κράτους."[24]

Η προσπάθεια αφομοίωσης των Ελλήνων που είχαν εγκατασταθεί στη Ρωσία εκφραζόταν και στo θρησκευτικό τομέα. Οι αρχές προσπα­θούσαν να επιβάλλουν στις ελληνικές εκκλησίες τη λειτουργία στα ρωσικά.[25] Ακολουθούσαν επιπλέον συγκεκριμένες τεχνικές, όπως την εκπαίδευση σε ιερατικές σχολές τουρκόφωνων Ελλήνων, τους οποίους θεωρούσαν ότι ήταν δυνατόν να τους εκρωσίσουν ευκολότερα από τους ελληνόφωνους. Γενικά αξιοποιούσαν οτιδήποτε νόμιζαν ότι θα ικανοποιούσε το στόχο της αφομοίωσης του ελληνικού πληθυσμού. Η ισχυρή όμως συνείδηση των Ελλήνων του Πόντου δημιουργούσε ουσιαστικά εμπόδια στην πολιτική εκρωσισμού.

Οι εκκλησίες στις ελληνικές κοινότη­τες αποτελούσαν εθνικά κέντρα συσπείρωσης. Οι σχέσεις με τις Μονές του Πόντου λειτουργούσαν ενισχυτικά, ενώ οι Έλληνες ιερείς που μετανάστευσαν καθώς και οι απόφοιτοι του Φροντιστηρίου της Τραπε­ζούντας αποτελούσαν ισχυρή δύναμη αποτροπής του εκρωσισμού. Επιπλέον οι Έλληνες ιερείς δημιουργούσαν έναν ιδιαίτερο τύπο ιερέως που διέφερε από το ρωσικό. Αυτό εντοπίστηκε και από Ρώσους περιηγητές των αρχών του αιώνα. Ο Σ. Βασικόφ έγραψε: "Πρέπει να επισημάνουμε τις στενές σχέσεις των Ελλήνων με τη θρησκεία. Ο Έλληνας ιερεύς βρίσκεται εντελώς στον αντίποδα του Ρώσου ιερέως. Όσο ο Ρώσος ιερεύς προβάλει τον εαυτό του, τόσο ο Έλληνας ιερεύς είναι απλός. Τα ενδιαφέροντα των πιστών είναι και δικά του ενδιαφέροντα και τα μοιράζεται ισότιμα. Ο Ρώσος ιερεύς τα κάνει όλα μόνος του. Δεν έχει σχέσεις με τους πιστούς αλλά μόνο με τον στρατιωτικό διοικητή και με τον ψάλτη. Ο Έλληνας ιερεύς είναι πιο δημοκρατικός."[26] Οι Έλληνες της Ρωσίας ήταν εξαιρετικά θρησκευόμενος πληθυσμός. Ο N. Ιωαννίδης ερμηνεύει αυτή την κατάσταση επειδή "στην διάρκεια των πολυετών διώξεων, υπήρξε το θεμέλιο, η βάση που υποστήριζε την αυτοσυνείδηση των Ελλήνων και τους έδινε τη δυνατότητα να νοιώθουν τους εαυτούς τους, παρόλο που ζούσαν σε διαφορετικές χώρες, ως ένα αδιαίρετο λαό."[27]

Το ποσοστό αναλφάβητων στον ελληνικό πληθυσμό της Ρωσίας ήταν χαμηλότερο από το αντίστοιχο του ελλαδικού χώρου. Στην περιοχή του Κυβερνείου του Καρς, για το οποίο υπάρχουν λεπτομερέστερα στοιχεία, το 80% του αρσενικού πληθυσμού γνώριζε ανάγνωση και γραφή.[28] Από το 1900 άρχισε να αναπτύσσεται και η εκπαίδευση των γυναικών. Το 1910 στο ρωσικό Γυμνάσιο Θηλέων του Καρς φοιτούσαν εκτός από τις θυγατέρες των Ελλήνων αστών και πολλά κορίτσια από τα γύρω χωριά. Όσον αφορούσε στη συμμετοχή στις εκπαιδευτικές διαδικασίες, η ελληνική νεολαία κατείχε την πρώτη θέση. Ακολουθούσε η αρμενική, κατόπιν η ρωσική και τελευταία η μουσουλμανική (τουρκική, κουρδική, τουρκμενική).[29] Παρότι η ελληνική ομάδα υπήρξε μια κλειστή εθνική ομάδα, εντούτοις εμφανίστηκαν Έλληνες που εξέφρασαν με ιδιαίτερο τρόπο την πολιτισμική και ιδεολογική ποικιλία του Καυκάσου, όπως ο Γεώργιος Ιωάννου Γεωργιάδης, ένας μεγάλος διανοητής ο οποίος έγινε γνωστός με το όνομα Γεώργιος Γκουρτζίεφ.[30]

Σχέσεις με τα ρωσικά κινήματα

Σε ιδεολογικό επίπεδο, ο ρωσικός χώρος επηρέασε τον ελληνικό, τόσο αυτόν της Μαύρης Θάλασσας όσο και της κυρίως Ελλάδας. Οι Πόντιοι πρωτεργάτες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Αλέξανδρος και Δημήτριος Υψηλάντης, είχαν μεγάλες σχέσεις με το κίνημα των Ρώσων Δεκεμβριστών, ενώ η ίδια η Φιλική Εταιρεία, η oποία εμπνεύστηκε την ελληνική επανάσταση, είχε ως έδρα την Οδησσό.[31] Η ελληνική διανόηση ήταν δέκτης δύο διαφορετικών ρευμάτων: αφενός των επαναστατικών απόψεων που εμφανίστηκαν στη Ρωσία και αφετέρου των ιδεών που προέρχονταν από τον ελλαδικό χώρο.

Ως αποτέλεσμα των προβληματισμών που εμφανίστηκαν στην Ελλάδα δημιουργήθηκε έντονο δημοτικιστικό κίνημα στο Βατούμι και στο Σοχούμι μεταξύ του 1900-1917[32], ενώ η εξάπλωση των επαναστατικών ιδεών στις αρχές του αιώνα μας στους Έλληνες φοιτητές στα ρωσικά πανεπιστήμια εκφράστηκε με τη συμμετοχή τους στην αυθόρμητη εξέγερση του 1905. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις Ελλήνων που συμμετείχαν στα γεγονότα ήταν ο Γιάννης Πασαλίδης, ο Γεώργιος Κωνσταντινίδης (ο οποίος αργότερα πήρε το ψευδώνυμο Σκληρός), ο Γεώργιος Φωτιάδης κ.ά. Η κύρια επίπτωση της εξέγερσης του 1905 στις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας ήταν η εθνική συσπείρωση. Η εμπορική τάξη των Ελλήνων αύξησε την επιρροή της στους Έλληνες εργαζόμενους, οι οποίοι ξεχώριζαν πλέον από τους εργαζόμενους των άλλων εθνικοτήτων.

Η πολιτική ενεργοποίηση των Ελλήνων και η κοινωνική τους άνοδος εκφράστηκε και στο χώρο των εντύπων. Η πρώτη εφημερίδα που κυκλοφόρησε ήταν ο Κόσμος με έδρα την Οδησσό. Mέχρι το 1908 ο Κόσμος ήταν η μοναδική ελληνική εφημερίδα της Ρωσίας. Κυκλοφορούσε στις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας, στον Πόντο και στις βαλκανικές χώρες. Ανέπτυξε δεσμούς με τον Τύπο της Αθήνας και δημιούργησε ένα ευρύ δίκτυο ανταποκριτών στο Λονδίνο, Παρίσι, Κωνσταντινούπολη, Σόφια, Βελιγράδι, Βουκουρέστι, Αθήνα. Το 1907 ο Κόσμος έθεσε για πρώτη φορά το ζήτημα της οργάνωσης των Ελλήνων της Ρωσίας και της ένωσης των Ελλήνων του Καυκάσου και του Πόντου. Το 1907 ιδρύθηκε στην Οδησσό η πολιτική, φιλολογική και εμπορική εφημερίδα με το όνομα Φως. Ο εκδότης της νέας εφημερίδας ήταν ο Μ. Κυριαζής, εξέχων έμπορος παλιότερα στη Ρουμανία. Το 1908 εκδόθηκε στο Βατούμι από τον Τραπεζούντιο Π. Φιλιππίδη η φιλελεύθερη εφημερίδα Δράσις, η οποία ένα χρόνο αργότερα μετονομάσθηκε σε Εθνική Δράσις. Το κεφάλαιο για την έκδοση της εφημερίδας αυτής το εξασφάλισε ο επιχειρηματίας Σταύρος Γαληνός που κατοικούσε στο Βατούμι. Στόχος της ήταν η πληροφόρηση των Ελλήνων στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας και στη Ρωσία. Η Εθνική Δράσις και ο Κόσμος ανέπτυξαν ανταγωνιστικές σχέσεις. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησαν στην Τραπεζούντα η δισεβδομαδιαία εφημερίδα Φάρος της Ανατολής των αδελφών Σεράση και η εβδομαδιαία Ανεξάρτητος του Χ. Μηλόπουλου. Ο Κόσμος, στα πλαίσια του ανταγωνισμού με την Εθνική Δράσι, δημιούργησε δεσμούς με το Φάρο της Ανατολής, υπογράφοντας συμφωνία για τη διανομή του στον Πόντο μέσω των αντιπροσώπων της τραπεζουντιακής εφημερίδας.

Το 1909 ο Κόσμος πήρε την άδεια από τις αρχές της Οδησσού να εκδώσει ρωσόφωνη εφημερίδα με τίτλο Ruski Mir, ενώ στην Τραπεζούντα οι αδελφοί Σεράση εξέδωσαν την τουρκόφωνη Bahri Siyah. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησαν στο Ερζιγκιάν του Πόντου το περιοδικό Πόντος, στην Αμισό οι εβδομαδιαίες εφημερίδες Άγκυρα του Χ. Συμβουλίδη και Φως των αδελφών Συμεωνίδη και στην Τραπεζούντα ο Αστήρ του Πόντου του Θ. Γραμματικόπουλου. Οι ελληνικές εφημερίδες του Εύξεινου Πόντου πολιτικοποιήθηκαν και τοποθετήθηκαν στο πλευρό των πολιτικών δυνάμεων της Ελλάδας. Ο Κόσμος εξέφρασε το αντιβενιζελικό στρατόπεδο, ενώ το Φως και η Εθνική Δράσις τους βενιζελικούς. Ο Κόσμος αντιτάχθηκε στην προσέγγιση των φιλελεύθερων ομάδων του Καυκάσου από τον εκδότη της Εθνικής Δράσεως. Με άρθρο ενός Έλληνα από το Καρς τον κατήγγειλε ότι επιθυμούσε να διαιρέσει πολιτικά τους Έλληνες του Πόντου και της Ρωσίας.

Τα αριθμητική μεγέθη

Δεκάδες χιλιάδες Έλληνες εγκατέλειψαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία από το 1775 έως το 1884, για να εγκατασταθούν στη Ρωσία. Σύμφωνα με την πρώτη απογραφή της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, που έγινε τον Ιανουάριο του 1897, οι Έλληνες ανέρχονται σε 207.536[33].

Στην πρώτη αυτή απογραφή προσδιοριζόταν και η γλωσσική κατάταξη των Ελλήνων. Από τους 207.536 Έλληνες οι 186.925 ήταν ελληνόγλωσσοι (101.706 άνδρες και 85.219 γυναίκες), ενώ 20.611 μιλούσαν την τουρκική ή την ταταρική γλώσσα και κατοικούσαν στη Μαριούπολη. Στην ευρωπαϊκή Ρωσία ζούσαν 101.945 Έλληνες και στην Υπερκαυκασία 105.169. Απ' αυτούς 69.351, δηλαδή περισσότεροι από τους μισούς της ευρωπαϊκής Ρωσίας, ζούσαν στην περιοχή της Μαριούπολης. Άλλες μεγάλες συγκεντρώσεις Ελλήνων υπήρχαν στην Κριμαία με 18.048 άτομα, στο Κουμπάν με 20.137 άτομα, στο Καρς με 32.593, στην Τιφλίδα με 27.118 άτομα, στην Κουταΐδα με 14.482 κ.λπ. Στην Σιβηρία το 1897 ζούσαν 165 Έλληνες ενώ στην Κεντρική Ασία 97.

Η απογραφή αυτή έδινε αρκετά στοιχεία για την επαγγελματική κατάσταση των Ελλήνων. Το 70,89% ήταν αγρότες. Το υπόλοιπο 29.11% ήταν κυρίως επιχειρηματίες και βιοτέχνες. 5.000 Έλληνες ασκούν το εμπόριο ενώ 189 είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Το εργατικό δυναμικό των ελληνόγλωσσων Ελλήνων αποτελούταν από 46.192 άνδρες και 3.886 γυναίκες, ενώ οι οικογένειές τους είχαν 55.514 άρρενα μέλη και 81.333 θήλεα. Στη συγκεκριμένη απογραφή ασκήθηκε δριμεία κριτική, γιατί κατέτασσε τις εθνότητες σύμφωνα με τη μητρική γλώσσα και όχι με βάση την εθνική καταγωγή και συνείδηση. Το μεγάλο πρόβλημα αυτής της μεθόδου φάνηκε και από το γεγονός ότι, ενώ υπήρχαν τουλάχιστον 150 εθνότητες, στην απογραφή του 1897 καταγράφηκαν οι 125.[34] Δεκάδες εθνότητες αγνοήθηκαν τελείως εξαιτίας των μεθόδων της απογραφής και πιθανόν λόγω των πολιτικών σκοπιμοτήτων, εφόσον την ίδια περίοδο η πανσλαβιστική ιδεολογία κυριαρχούσε στο ρωσικό χώρο. Ο αριθμός των Ελλήνων που προέκυπτε από την απογραφή αυτή υπολειπόταν του πραγματικού πληθυσμιακού μεγέθους τους. Είναι γνωστό ότι την ίδια περίοδο στην Υπερκαυκασία υπήρχαν τουρκόφωνοι και αρμενόφωνοι ελληνικοί πληθυσμοί καθώς και ρωσόφωνοι στην ίδια τη Ρωσία, οι οποίοι δεν καταγράφηκαν, παρόλο που στην περιοχή της Μαριούπολης οι ταταρόφωνοι Έλληνες καταγράφηκαν από τους υπευθύνους ως Έλληνες. Την εποχή αυτή στο γενέθλιο χώρο των Ελλήνων της Ρωσίας, στο μικρασιατικό Πόντο, το ελληνικό στοιχείο υπερείχε των υπόλοιπων εθνοτήτων.

Το 1897 ο ελληνικός πληθυσμός της Ρωσίας ανερχόταν, σύμφωνα με τη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, σε 462.000 άτομα. Ο αστικός πληθυσμός κατανεμόταν ως εξής: Βατούμι 29.000, Σοχούμι 8.000, Σότσι 1.000, Νοβοροσίσκ 17.000, Κρασνοντάρ 66.000 και Σεβαστούπολη 54.000. Για τους Έλληνες αγρότες, οι οποίοι κατοικούσαν σε 290 χωριά, οι αριθμοί που δίνονταν από την Εγκυκλοπαίδεια ήταν: περιοχή Καρς 80.000, περιοχή Τιφλίδας 50.000, περιοχή Βατούμι 13.000, περιοχή Σοχούμι 48.000, περιοχή Σότσι 10.000, περιοχή Κουμπάν 7.000, Κριμαία 9.000, περιοχή Μαριούπολης 70.000.[35]

Το 1914 η πληθυσμιακή σύνθεση των εθνοτήτων στο μικρασιατικό Πόντο ήταν η εξής: μουσουλμάνοι 1.006.000, χριστιανοί Έλληνες 696.495, Αρμένιοι 60.000. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η εθνική σύνθεση της ομάδας των μουσουλμάνων: Τούρκοι 420.000, εξισλαμισμένοι Έλληνες 190.000, κρυπτοχριστιανοί Έλληνες 43.000, άλλες εθνότητες (Κιρκάσιοι, Λαζοί, Σάνοι, Αμπχάζιοι, Γεωργιανοί, Κιζιλπάσηδες κ.λπ.) 352.000.[36]

Την περίοδο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου κατέφυγαν στη Ρωσία περίπου 160.000 Έλληνες, λόγω της αποχώρησης των ρωσικών στρα­τευμάτων από τον Καύκασο και τον ανατολικό Πόντο. Οι ίδιοι οι Έλληνες, μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, έδιναν νούμερα που κυμαίνονταν από 400.000 άτομα ως 750.000. Ο Α. Ζαπάντης θεωρούσε ότι ο πραγματικός πληθυσμός βρίσκεται μεταξύ 400.000 και 450.000. Στα ίδια πλαίσια κυμαινόταν και η εκτίμηση της εφημερίδας Ελεύθερος Πόντος του Βατούμι, η οποία υπολόγιζε τους Έλληνες της Ρωσίας σε 450.000 άτομα.[37] Από τα υλικά του Πανελληνίου Συνεδρίου του Ταϊγάν του 1917, προέκυπτε ότι ο ελληνικός πληθυσμός ανερχόταν σε 750.000 άτομα.[38] Ο αριθμός 650.000 εμφανιζόταν και σε διάφορες άλλες ελληνικές εκτιμήσεις.[39]

Σε αναφορά του Κεντρικού Συμβουλίου του Συνδέσμου των εν Ρωσία Ελλήνων προς την ελληνική κυβέρνηση αναφερόταν ότι "... άπαντες δε οι Έλληνες της Ρωσσίας δύνανται να υπολογισθώσιν εις 600 περίπου χιλιάδας."[40] Στη στατιστική του Κεντρικού Συμβουλίου ο συνολικός πληθυσμός των Ελλήνων υπολογιζόταν σε 650.000 και κατανεμόταν ως εξής:

Στην περιφέρεια Καρς σε 72 χωριά 70.000,

στην περιφέρεια Τσάλκας σε 43 χωριά 50.000,

στην περιφέρεια Βατούμι και κυβερνείου Κουταϊδας 20.000,

στην παραλία Αντικαυκάσου επί του Ευξείνου (Σοχούμι, Γκάγκρα, Άντλερ, Σότσι, Τουαψέ, Νοβοροσίσκ, Ανάπα και περίχωρα αυτών) 80.000,

στον υπόλοιπο Αντικαύκασο (κεντρικό και ανατολικό) 15.000,

στο Βόρειο Καύκασο (κυβερνεία Νταγεστάν, Τερέκ, Σταυρούπολης και Κουμπάν) 100.000,

στους συνοικισμούς γύρω από την Αζοφική Θάλασσα εκτός της Μαριούπολης 15.000,

στη Μαριούπολη και 23 χωριά της περιφερείας της 170.000,

στη Χερσώνα, Νικολάγιεφ, Οδησσό και περίχωρα 35.000,

στη Κριμαία 60.000 και

στο εσωτερικό της Ρωσίας 50.000.[41]

Σχετικά αξιόπιστη μπορεί να θεωρηθεί η απογραφή της ελληνικής αποστολής του υπουργείου Περιθάλψεως που διενεργήθηκε το 1919. Στις περιοχές που δεν ήταν δυνατόν να γίνει απογραφή, λόγω της μπολσεβικικής επέκτασης, η εκτίμηση του μεγέθους του ελληνικού πληθυσμού βασίστηκε σε ελεγχόμενα στοιχεία και στατιστικές πληροφορίες. Η απογραφή έδινε τα εξής μεγέθη:

Υπερκαυκασία

Αρμενία: Καρς (πόλη και περίχωρα) 4.500, Σαρίκαμις (8 χωριά) 1.500, Καγισμάν (6 χωριά) 1.450, Χωροσάν (9 χωριά) 5.400, Όλτη (7 χωριά) 2.100, Γκιόλια (13 χωριά) 6.950, Αρνταχάν (7 χωριά) 6.000, Αλεξανδρούπολις (πόλη και περίχωρα) 2.100, Εριβάν (πόλη) 350. Σύνολο: 30.350.

Γεωργία: Τιφλίδα (πόλη και περίχωρα) 5.500, Τσάλκα (περί τα 60 χωριά) 35.000, Βατούμι (και τα πέριξ 5 χωριά) 20.000, Πότι (πόλη και περίχωρα) 850, Σοχούμι (περί τα 40 χωριά) 45.000, Γκάγκρα και Κουταούτα (8 χωριά) 3.500, Σότσι (το τμήμα που ανήκει στη Γεωργία) 3.000.

Σύνολο: 112.850.

Ουδέτερη ζώνη

Το ουδέτερο τμήμα μεταξύ Αρμενίας-Γεωργίας-Αζερμπαϊτζάν (6 χωριά): 7.500

Μπολσεβικικές περιφέρειες που γειτονεύουν με τη Γεωργία: Σότσι (πόλη και περίχωρα) 11.500, Λαζαρόφσκι 6.500. Σύνολο: 18.000.

Τμήμα βορείου Καυκάσου και νότιας Ρωσίας: Βλαδικαυκάς και Γκρόσνι 10.000, Σταυρούπολη-Πετιγκόρσκ 20.000, Κουμπάν 30.000, Κυβερνείο Μαύρης Θάλασσας 25.000, Κριμαία 70.000, Μαριούπολη 170.000, Ροστόβ και Ταϊγάνιον (Τανγκανρόκ) 15.000, Χερσών-Νικολάγεφ-Οδησσός 35.000.

Σύνολο: 375.000.

Υπόλοιπα

Αζερμπαϊτζάν 15.000, Βόρεια Ρωσία 35.000.

Σύνολο: 50.000.

Με την απογραφή αυτή ο ελληνικός πληθυσμός υπολογίζεται σε 593.700 άτομα.[42]

Το 1920 οι σοβιετικοί απέγραψαν τον πληθυσμό της Ρωσίας, ο οποίος αριθμούσε 134,2 εκατομμύρια. Οι Έλληνες υπολογίστηκαν σε 203.050 άτομα. Κατανέμονταν δε ως εξής:

Στην Ουκρανία 103.968 (στο Ντονιέτσκ 96.803, στην Οδησσό 5.444, στο Κίεβο 358 κ.λπ.)

Στην Κριμαία 23.848

Στην περιοχή Κουμπάν και Μαύρης Θάλασσας 65.285 (Σταυρούπολη 3.502 κ.λπ)

Στην ευρωπαϊκή Ρωσία 25.064, (Μόσχα 344, Πετρούπολη 304 κ.λπ.),

Στη Σιβηρία 187

Στην Κιργιζία 344 κ.λπ.[43]

Οι πολιτικές και πολεμικές συνθήκες της περιόδου που πραγματοποιήθηκε αυτή η απογραφή δικαιολογούν τις αποκλίσεις από άλλες εκτιμήσεις για το πραγματικό μέγεθος του ελληνικού πληθυσμού. Στην απογραφή αυτή δεν περιλαμβάνονταν οι Έλληνες εκτεταμένων περιοχών της Υπερκαυκασίας, οι οποίες δε βρίσκονταν τότε υπό σοβιετικό έλεγχο.

Όσοι από τους Έλληνες της Ρωσίας δεν είχαν πάρει τη ρωσική υπηκοότητα, είχαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία την οθωμανική. Στην κατηγορία αυτή ανήκε το σύνολο σχεδόν των προσφύγων από το μικρασιατικό Πόντο κατά τα γεγονότα της πρώτης εικοσαετίας του αιώνα μας. Κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου η επίσημη ελληνική πολιτική ενέδωσε στις πιέσεις των Ελλήνων της Ρωσίας και χορήγησε την ελληνική υπηκοότητα, κυρίως στους πρόσφυγες από τον Πόντο και τον Καύκασο.[44]

Η γενοκτονία στο μικρασιατικό Πόντο και η ρωσική επανάσταση του '17

Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος προσέφερε στον τουρκικό εθνικισμό το απαραίτητο πολιτικό πλαίσιο για να υλοποιήσει την απόφαση για εξόντωση των χριστιανικών ομάδων της Αυτοκρατορίας. Οι πρώτοι διωγμοί ξεκινούν από την Ανατολική Θράκη με τη βίαιη μετακίνηση του ελληνικού πληθυσμού. Ακολουθούν μεγάλες διώξεις κατά των Ελλήνων της Δυτικής Μικράς Ασίας για να κορυφωθούν με τη γενοκτονία στο μικρασιατικό Πόντο. Θύματα των εκτεταμένων εθνικών εκκαθαρίσεων υπήρξαν οι περισσότερες γηγενείς χριστιανικές ομάδες, πλην των λεγόμενων Φραγκολεβαντίνων και των ελάχιστων τουρκοορθόδοξων. Οι μονοφυσίτες (Αρμένιοι, Ασσύριοι και λίγοι Κούρδοι), οι ορθόδοξοι (Έλληνες στον Πόντο, την Ιωνία, την Καππαδοκία και την Ανατολική Θράκη, καθώς και Άραβες Σύριοι στον οθωμανικό Νότο), οι προτεστάντες (Αρμένιοι και Έλληνες) και οι καθολικοί (Αρμένιοι και Άραβες), ανέρχονταν σε τέσσερα εκατομμύρια περίπου.

Ήταν τέτοια η ένταση και η έκταση των διωγμών, ώστε ακόμη και οι Γερμανοαυστριακοί, σύμμαχοι των Τούρκων διατύπωσαν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους: "Είναι σαφές ότι οι εκτοπισμοί του ελληνικού στοιχείου δεν υπαγορεύονται ουδαμώς από στρατιωτικούς λόγους και επιδιώκουν κακώς εννοουμένως πολιτικούς σκοπούς."[45] Την ίδια άποψη εξέφραζαν και σώφρονες Τούρκοι, όπως ο Βεχήπ πασάς, ο οποίος υποστήριζε ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων ήταν περιττός από στρατιωτικής άποψης.[46] Σχεδόν συγχρόνως ο Αυστριακός πρόξενος της Αμισού Κβιατόφσκι ανέφερε σε υπηρεσιακή επιστολή του ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων της ποντιακής παραλίας βρισκόταν στο πλαίσιο του προγράμματος των Νεοτούρκων, με το οποίο επιδιωκόταν η εξασθέ­νηση του χριστιανικού στοιχείου. Θεωρούσε ο ίδιος ότι η καταστροφή αυτή θα είχε μεγαλύτερη απήχηση στην Ευρώπη απ' ότι οι σφαγές που είχαν διαπράξει κατά των Αρμενίων.[47] Oι φόβοι του Κβιατόφσκι εδράζονταν στη διαπίστωσή του ότι η καθολική εξόντωση του ελληνικού στοιχείου ήταν επιθυμία του τουρκικού λαού.[48] Εξάλλου, του είχε ειπωθεί από ανώτερους Τούρκους ότι: "Τελικά πρέπει να κάνουμε με τους Έλληνες ό,τι κάναμε με τους Αρμένιους... Πρέπει με τους Έλληνες, τώρα να τελειώνουμε."[49]

Εκτός από την περιοχή του Πόντου, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν διώξεις και κατά του ελληνικού πληθυσμού του Καυκάσου. Το 1915, όταν ο τουρκικός στρατός προέλαυνε στην περιφέρεια του Καρς, πλήθη Ελλήνων προσφύγων εγκατέλειψαν τις περιοχές τους φοβούμενοι τις σφαγές.[50] Στις εκθέσεις της επιτροπής του ελληνικού υπουργείου Περιθάλψεως, που στάλθηκε στον Πόντο και στον Καύκασο το 1919 για την καταγραφή των προβλημάτων του ελληνικού πληθυσμού, αναφέρθηκαν οι τρόποι που χρησιμοποιήθηκαν για τη θανάτωση περισσότερων από διακόσιες χιλιάδες άτομα.[51] Ενδια­φέρον έχει η επισήμανση του συνταγματάρχη Δ. Καθενιώτη, σε δική του έκθεση προς τον πρωθυπουργό της Ελλάδας Ελ. Βενιζέλο, για τους λόγους της γενοκτονίας των Ελλήνων στον Πόντο: "Παρ' όλην την απομάκρυνσίν του, ο Πόντος δεν εξέρχεται της σφαίρας της γενικής δράσεως της Ελλάδος... Είναι δε εις θέσιν οι Πόντιοι να αποτελέσουν τους Φρουρούς του Ελληνισμού. Εν πρώτοις είναι έργον εις το οποίον έχουν συνειθίσει από αιώνων. Περιλαμβανόμενοι εν τη απομακρύνσει των από ξένα φύλα, παλαίοντες διαρκώς προς αυτά, αφομοιούντες παρά αφομοιούμενοι, αποτελούσι τον ισχυρότερον τύπον Ελληνικής Φυλής. Ουδείς Φραγκο­λεβαντινισμός, απεναντίας μίσος και απέχθεια προς παν το ξενικόν. Δι' αυτάς ακριβώς τας αρετάς, η Τουρκία, η οποία έβλεπε μακρύτερα αφ' ότι εσυνειθίσαμεν να νομίζωμεν, τους διέλυσε, τους διέσπασε και τους επέταξε βαθμιαίως έξω του Βασιλείου της."[52]

To Μάρτιο του 1917 εκδηλώνεται η αστική επανάσταση στη Ρωσία που ανέτρεψε την τσαρική απολυταρχία. Στις 23 και 24 Φεβρουαρίου (8 και 9 Μαρτίου με το νέο ημερολόγιο), κατόπιν αιματηρών συγκρούσεων, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν τα μέλη της κυβέρνησης. Την αρχή ανέλαβε η Μεγάλη Ανωτάτη Επιτροπή, η οποία αποτελούνταν από τα φιλελεύθερα και ριζοσπαστικά στοιχεία της Δούμας (Ρωσική Βουλή). Η Επιτροπή διόρισε Προσωρινή Κυβέρνηση υπό την προεδρία του Πρίγκιπα Λβόφ, η οποία αναγνωρίστηκε αμέσως από τους συμμάχους. Στις 2 Μαρτίου ο τσάρος εξαναγκάστηκε σε παραίτηση υπέρ του αδελφού του, πρίγκιπα Μιχαήλ. Παράλληλα οι οργανωμένοι σε συμβούλια (σοβιέτ) εργάτες της Πετρούπολης επέβαλαν στην κυβέρνηση τον Κερένσκι, εξαναγκάζοντας τον Μιχαήλ σε παραίτηση.[53]

H Προσωρινή Κυβέρνηση διακήρυξε αμέσως με την ανάληψη της εξουσίας ότι θα συνέχιζε τον κοινό αγώνα κατά των κεντρικών δυνάμεων. Η δημιουργία όμως σοβιέτ στρατιωτών στο μέτωπο οδηγούσε στην αποσύνθεση του ρωσικού στρατού. Η κυβέρνηση δεν ασκούσε στην πραγματικότητα καμιά εξουσία. Οι διαταγές της Προσωρινής Κυβέρνησης ανατράπηκαν από το Συμβούλιο των στρατιωτών και εργατών, που έδρευε στην Πετρούπολη. Ο ανεφοδιασμός του μετώπου και των διαφόρων πόλεων αποδιοργανώθηκε, εφόσον οι σιδηρόδρομοι μετέφεραν λιποτάκτες και επαναστάτες. Οι εξελίξεις αυτές επέδρασαν άμεσα στο μέτωπο των πολεμικών επιχειρήσεων στον Πόντο. Η προέλαση σταμάτησε. Η Προσωρινή Κυβέρνηση του Κερένσκι φάνηκε αποφασισμένη να ανεχτεί την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί στην Τραπεζούντα με το ελληνικό καθεστώς. Στις περιοχές που είχε καταλάβει ο ρωσικός στρατός δημιουργήθηκαν σοβιέτ, δηλαδή επαναστατικές επιτροπές, στις οποίες συμμετείχε και ο μητροπολίτης Χρύσανθος.[54] Οι Έλληνες, κυρίως όσοι υπηρετούσαν στο ρωσικό στρατό, συμμετείχαν στις διαδικασίες αυτές. Υπολογίζονται σε τρία συντάγματα. Συμμετείχαν επίσης και οι Έλληνες του Καυκάσου, οι οποίοι έγιναν γνωστοί ως Ποντοκαυκάσιοι.[55] Ενδεικτικό στοιχείο αυτής της συμμετοχής ήταν η διακυβέρνηση του νομού Καρς από τέσσερις κομισάριους, έναν Αρμένιο, ένα μουσουλμάνο, ένα Ρώσο και έναν Έλληνα.[56]

Η ανατροπή του τσαρικού απολυταρχισμού επέτρεψε στις ιδέες του διαφωτισμού να απλωθούν στο χώρο. Άρχισαν να εμφανίζονται χωριστικά εθνικά κινήματα. Ο Καύκασος, η Κριμαία, η Ουκρανία, η Πολωνία, η Φιλανδία, οι Κοζάκοι του Ντον, οι χώρες της Κεντρικής Ασίας και η Σιβηρία ακόμα αποσπάστηκαν από την τσαρική αυτοκρατορία και κήρυσσαν την ανεξαρτησία τους. Οι Έλληνες της Ρωσίας αντιμετώπισαν θετικά την ανατροπή του τσαρισμού, ο οποίος "κατέπνιγε την φωνήν των αληθών τέκνων του τυραννούμενου λαού".[57] Οι ιδέες της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας τους οδήγησαν στο δρόμο της πολιτικής τους οργάνωσης για την κατάκτηση των δικαιωμάτων τους. Η κατάρρευση του ρωσικού κολοσσού αφύπνισε πολλές συνειδήσεις Ελλήνων.[58] Η στράτευση στην εθνική υπόθεση εμπόδισε σε μεγάλο βαθμό τη διείσδυση των μπολσεβίκικων ιδεών στους Έλληνες της Ρωσίας.[59] Μεγάλη ήταν επίσης η αίγλη της Ελλάδας και η επιρροή που ασκούσε στους ομοεθνείς πληθυσμούς του ρωσικού χώρου.[60]

Ο Χριστόφορος Τσέρτικ από το Καρς γράφει: "Με τις πρώτες μέρες της μεγάλης Ρωσικής επανάστασης σημειώθηκε αυθόρμητη εκδήλωση των Κοινοτήτων για πολιτική οργάνωση που μάλλον έκλινε προς μια αδιαίρετη δημιουργία του Εθνικού κέντρου... Μέσα σε δύο χρόνια, απ' το Μάρτιο του 1917 ως το τέλος του 1919 συνεκλήθησαν τρία τοπικά Εθνικά Συνέδρια (σ.τ.σ. του Καρς) και δύο Γενικά στην Τιφλίδα."[61]

Στο χώρο του Καυκάσου εμφανίστηκαν ακόμα και ελληνικά πολιτικά κόμματα. Στο Βατούμι ιδρύθηκε το Ελληνικό Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο εξαρχής δήλωσε ότι υποστηρίζει τις δημοκρατικές αρχές και ότι "αναγνωρίζει το μάλλον τέλειον πολίτευμα, την Δημοκρατία..." Το πρόγραμμα του κόμματος αυτού είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τάχθηκε αλληλέγγυο προς τις τάσεις ανεξαρτησίας των διαφόρων εθνικοτήτων προς αυτοδιοίκηση και σχηματισμό αυτονομιών, ενώ συγχρόνως ζήτησε να γίνουν σεβαστά τα δικαιώματα των εθνικοτήτων που μειοψηφούσαν μέσω της παραχώρησης εθνικοεκπαιδευτικής αυτοδιοίκησης. Υποστήριζε ότι τέτοιες αυτοδιοικήσεις θα επιτρέψουν σ' όλες τις εθνικότητες και ιδιαίτερα στους Έλληνες, την επίλυση των εθνικών και πολιτισμικών προβλημάτων σε μεγάλο βαθμό. Παίρνοντας θέση στις εσωτερικές εξελίξεις της Ρωσίας, το Ελληνικό Δημοκρατικό Κόμμα ζητούσε τον καθορισμό ανώτατου ορίου ιδιοκτησίας γαιών και την απαλλοτρίωση όσων ξεπερνούσαν το καθορισμένο όριο. Ζητούσε επίσης την πλήρη ισότητα των γυναικών με την επέκταση των πολιτικών δικαιωμάτων. Για το κοινωνικό ζήτημα ζητούσε την άμεση κατάργηση των κοινωνικών τάξεων, βαθμών, τίτλων κ.λπ., ενώ για το εργατικό ζήτημα υποστηρίχθηκε ότι το κράτος πρέπει να δρα διαμεσολαβητικά μεταξύ των εργατών και των εργοδοτών τους και να ελέγχει τις συνθήκες εργασίας. Για το ελληνικό ζήτημα το κόμμα ζητούσε την αυτονομία της Ελληνικής Εκκλησίας της Ρωσίας, την εθνικοποίηση των σχολείων και την καθιέρωση υποχρεωτικής και δωρεάν παιδείας.[62]

Το συνέδριο στο Ταϊγάν

Η πρώτη πολιτική κίνηση των Ελλήνων του Καυκάσου ήταν η σύγκλιση της Εθνικής Συνέλευσης στην Τιφλίδα, το Μάιο του 1917. Αποφασίστηκε η εθνικο­ποίηση των ελληνικών σχολείων, η δημιουργία εθνικού τυπογραφείου, η έκδοση ελληνικής εφημερίδας και η συμμετοχή στο Πανελλήνιο Συνέδριο στο Ταϊγάν (Τανγκανρόκ). Σε συμφωνία με τους άλλους λαούς του Καυκάσου προχώρησαν στη δημιουργία αυτόνομου καθεστώτος για τις ελληνικές περιοχές και συγκρότησαν ελληνικό στρατιωτικό σώμα για την υλοποίηση αυτού του στόχου. To Ελληνικό Σύνταγμα, με στρατιώτες και αξιωματικούς Έλληνες που υπηρετούσαν στο ρωσικό στρατό, είχε ως έδρα το Καρς και έφερε τον αριθμό 296.[63]

Στη συνέλευση της Τιφλίδας οι Έλληνες φάνηκαν αποφασισμένοι να απαιτήσουν τη βελτίωση της θέσης τους από εθνική άποψη. Δεν παρέλειψαν όμως να μιλήσουν και για κοινω­νικά ζητήματα. Έτσι έθεσαν μεταξύ των πρώτων, το αγροτικό ζήτημα. Το αγροτικό πρόβλημα των Ελλήνων του Καυκάσου εμφανίζεται εξαιτίας του αγόνου των περιοχών ή της έλλειψης κλήρου. Η κοινότητα Χάνδερε του Κυβερνείου Καρς γράφει στις 4 Δεκεμβρίου 1917 στο Κεντρικό Συμβούλιο: "… το μέρος όπου βιούμεν είνε εξ όλων των του Κυβερνείου το μόνον αγονώτατον και ορεινότατον, το μη κατάλληλον ούτε εις γεωργίαν, ούτε εις κτηνοτροφίαν, ως κυβερνητικόν δε καθό δασώδες δεν δυνάμεθα να φυλάττωμεν πλείονα της μιας αγελάδος ζώα. Εν τω διαστήματι δε των 38 ετών από της εποχής, αφ' ής μετηναστεύσαμεν εις Ρωσίαν, ο μόνος τρόπος εξαγωγής του πόρου της ζωής ημών είνε το εκ της μεταφοράς εμπορευμάτων αγώγιον και η εκ της ξυλείας και καρβούνων γλίσχρος απολαβή... δεν δυνάμεθα να μείνωμεν ούτε λεπτόν εις τον επί γης τούτον Άδην. Προς τούτο καίτοι πολλάκις απετάθημεν δι αναφοράς εις τον κατά τόπον Νομάρχην και Ναμέστικον Τιφλίδος, ίνα παραχωρήση ημίν μέρος κατάλληλον προς εγκατάστασιν, δυστυχώς απεποιήθη αν και υπήρχον πολλά τοιαύτα εις τα περίχωρα της Τιφλίδος, υποδείξας ημίν τοιαύτα εις τα απόκεντρα μέρη της Σιβηρίας". [64]

Στις 29 Ιουνίου του 1917 συνήλθε στο Ταϊγάν (Τανγκανρόκ) το Συνέδριο των Ελλήνων της Ρωσίας. Η αρχική ιδέα σύγκλισης Πανελλήνιου Συνεδρίου ανήκε στην Ελληνική Κοινότητα του Βατούμι. Μέχρι τις 10 Ιουλίου συζητήθηκαν όλα τα μεγάλα προβλήματα που απασχολούσαν τον ελληνισμό της Ρωσίας. Στο συνέδριο πήραν μέρος εκπρόσωποι από τις Κοινότητες Σεβαστούπολης, Αλούστας, Καπαρτίγκα, Αντερμπίεφκα, Πρα­σκοβίεφκα, Ψάτα, Συμφερούπολης, Μπαχτσέ Σαράϊ, Μελιτούπολης, Γιενίτσεκ, Στάριι-Κριμ, Κιέβου, Άντλερ, Πιλένκοβο, Τουαψέ, Μαριούπολης, Κερτς, Ροστόβ επί του Ντον, Ανάπας, Νοβοροσίσκ, Μαϊ­κόπ, Οδησσού, Γιέισκ, Ταϊγάν, Κα­μάρας, Καράν και Κρίμσκαγια, καθώς και αντιπρόσωποι της Εκτελεστικής Επιτροπής των Ελλήνων της Υπερ­καυκασίας που είχε έδρα την Τιφλίδα και της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ελληνικού Περιφερειακού Συνδέσμου Καρς. Οι δύο τελευταίοι εκπροσωπούσαν πληθυσμό 120.000 ατόμων.

Στο συνέδριο έκαναν πολιτική παρέμβαση δύο οργανωμένες ομάδες Ελλήνων με συγκεκριμένες προτάσεις τόσο για την επίλυση του ελληνικού ζητήματος όσο και για τα εσωτερικά κοινωνικά προβλήματα της Ρωσίας. Ειδικά, το Ελληνικό Δημοκρατικό Κόμμα του Βατούμι και οι αντιπρόσωποι από το Ροστόβ με μερικούς από την Οδησσό, εξέδωσαν φυλλάδιο με τίτλο Ολίγα περί του ελληνικού ζητήματος, με το οποίο συστηματοποιούσαν τις θέσεις τους περί των αναγκαιοτήτων και των πολιτικών προτεραιοτήτων. Τελικά, μετά από παρέμβαση της ελληνικής πρεσβείας της Πετρούπολης το Συνέδριο δε συζήτησε τα θέματα που άπτονταν της εσωτερικής πολιτικής της Ρωσίας. Υπήρχε η εκτίμηση ότι η παρέμβαση στα εσωτερικά της Ρωσίας θα έβλαπτε τους μακροπρόθεσμους εθνικούς στόχους. Η γραμμή που πρότεινε η ελληνική πρεσβεία, μέσω του απεσταλμένου της Στελλάκη, ο οποίος θεωρείται καλός γνώστης του χώρου, υπαγορευόταν από την ανάγκη να φανούν οι ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας ενωμένες και συμπαγείς, ώστε να επιδιωχθεί προνομιακό καθεστώς για τις περιοχές του μικρασιατικού Πόντου, οι οποίες θα εντάσσονταν στο ρωσικό κράτος μετά το τέλος του πολέμου.[65]

Το συνέδριο αυτό σε δώδεκα συνεδριάσεις αποφάσισε πάνω στους παρακάτω άξονες:

"1. Περί ενώσεως των εν Ρωσία Ελληνικών Κοινοτήτων,

2. Περί αυτονομίας της Ελληνικής Εκκλησίας συμφώνως με τα Εκκλησιαστικά καθεστώτα,

3. Περί εθνικοποιήσεως και αναδιοργανώσεως των Ελληνικών Σχολείων,

4. Περί ζητημάτων οικονομικού χαρακτήρα, ως ιδρύσεως Τραπέζης, συνεταιρισμών κ.λπ.,

5. Περί εκδόσεως Ρωσοφώνου Ελληνικής Εφημερίδος (σ.τ.σ. και άμεση έκδοση φυλλαδίου στην ελληνική που θα παρουσιάζει περιοδικά την κίνηση του ελληνισμού της Ρωσίας),

6. Περί του αγροτικού ζητήματος,

7. Περί καθορισμού της πολιτικής θέσεως των εν Ρωσία Ελλήνων προς επίτευξιν των άνω ζητημάτων,

8. Περί ιδρύσεως Ελληνικών Προξενείων,

9. Περί διαφόρων Εκκλησιαστικών, Εκπαιδευτικών και αγαθοεργών Ελληνικών κληροδοτημάτων."

Στο συνέδριο αποφασίστηκε η ίδρυση του Συνδέσμου των εν Ρωσία Ελλήνων. Οι ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας θα σχημάτιζαν δώδεκα περιφέρειες. Οριζόταν ο αριθμός εκατό ως το κατώτατο όριο μελών για κάθε ελληνική κοινότητα. Σε περίπτωση μικρότερου αριθμού θα ενώνονταν με γειτονικές ομάδες Ελλήνων, μέχρι να συμπληρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός. Οι ελληνικές κοινότητες θα υπάγονταν στα κέντρα των περιφερειών. Η κάθε περιφέρεια θα είχε ένα διοικητικό συμβούλιο Ελλήνων. Τα περιφερειακά συμβούλια θα εκλέγονταν από τους αντιπροσώπους των κοινοτήτων. Ο κάθε αντιπρόσωπος θα εκπροσωπούσε πεντακόσια άτομα.

Ένα από τα βασικά ζητήματα που συζητήθηκαν στο Συνέδριο ήταν η εθνικοποίηση, μέσω της απορωσοποίησης των σχολείων και της εκκλησίας. Οι προτάσεις των συνέδρων, που αφορούσαν στην αναδιοργάνωση της ελληνικής εκπαίδευσης, προέβλεπαν δύο βαθμίδες: η κατώτερη με δύο τετραετείς κύκλους σπουδών και η μέση. Σχολεία του πρώτου κύκλου της κατώτερης εκπαίδευσης υπήρχαν σ' όλα τα μέρη που κατοικούσαν Έλληνες.[66] Τα σχολεία του δεύτερου κύκλου της κατώτερης εκπαίδευσης ιδρύονταν στα κέντρα των περιφερειών. Προτάθηκε η εκπαίδευση σ' αυτά να γίνει βαθμιαία υποχρεωτική. Τα μαθήματα ήταν αντίστοιχα με αυτά του πρώτου κύκλου. Επιπλέον προβλέπονταν τα εξής: γενική ιστορία, άλγεβρα, ιστορία και γεωγραφία Ελλάδας και Ρωσίας, ανατομία και φυσιολογία του ανθρώπου, ζωολογία, βοτανική, ορυκτολογία, φυσική και χημεία. Για τα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης κατατέθηκε η πρόταση να ιδρυθούν παντού, όπου υπήρχε ανάγκη, με παράλληλη λειτουργία οικοτροφείων.

Το ιεραρχικά ανώτερο όργανο των Ελλήνων της Ρωσίας ονομάστηκε Κεντρικό Εκτελεστικό Συμβούλιο με έδρα το Ροστόβ επί του Ντον. Επιπλέον εξελέγη οκταμελής Εκτελεστική Επιτροπή, η οποία ήταν υπεύθυνη της υλοποίησης των ψηφισμάτων και της εκπόνησης προγράμματος δράσης. Aποφασίστηκε η έκδοση περιοδικού στην ελληνική γλώσσα με τίτλο Ειδήσεις του Κεντρικού Εκτελεστικού Συμβουλίου του Συνδέσμου των εν Ρωσία Ελλήνων. Η ίδρυση του συνδέσμου χαιρετίστηκε με μεγάλο ενθουσιασμό από τις ελληνικές κοινότητες της αχανούς Ρωσίας, οι οποίες άρχισαν να αποκτούν ένα σημείο αναφοράς. Ψηφίσματα που δείχνουν τη συγκίνηση και την ευγνωμοσύνη των Ελλήνων στάλθηκαν ακόμα και από το Βλαδιβοστόκ, τη Σαμάρα, το Μπακού κ.α.[67]

Παρά τις μεγάλες δυσχέρειες και τις τεχνικές δυσκολίες, λόγω της έκρυθμης πολιτικής κατάστασης και της διακοπής των συγκοινω­νιών και επικοινωνιών, το Κεντρικό Συμβούλιο ενεργούσε για την οργάνωση και ίδρυση κοινοτήτων. Ιδρύθηκαν κοινότητες στην Αλο­ύπκα, Αμπίνσκαγια, Νέα Γκάγκρα, Νόβι Αφόν, Πετιγόρσκ, Σταυρούπολη, Σταυροπόλκα, Σαμάρα, Τασκένδη, στη Μαντζουρία κ.λπ. Βοηθούσε οικονο­μικά τις κοινότητες να αναπτύξουν την ελληνική παιδεία. Είναι χαρακτηριστικές οι πληροφορίες που έφταναν στο Κεντρικό Συμβο­ύλιο. Στην περιοχή του Καρς άρχισε η προσπάθεια εκτοπισμού της ρωσικής γλώσσας από τα ελληνικά σχολεία. Από το χωριό Καράουργαν, ο ιερέας του Γ. Χαριτίδης έγραψε στις 18 Νοεμβρίου 1917: "Εφέτος έγινε η εθνικοποίησις των Σχολών και τώρα εις τα Ελληνικά Σχολεία του Καρς παραδίδεται η ελληνική γλώσσα..." Προς τούτο οργανώθηκαν "παιδαγωγικά μαθήματα μετά διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας για 150 διδασκάλους της περιφερείας Καρς."[68] Για την κοινότητα της Καμπαρτίνκα ο Ιασωνίδης έγραφε: "Εκεί όπου μέχρι εφέτος δεν ηκούετο, δεν εδιδάσκετο η Ελληνική γλώσσα, εφέτος -δια πρώτην φοράν- τα τέκνα της Καμπαρτίνκας τα ρωσοδι­δασκόμενα, συνέρχονται υπό της εθνικοποιημένης Σχολής και τραγου­δούσι το τραγούδι του Παύλου Μελά και τραγουδούσι μίαν προς μία τας πόλεις της Μακεδονίας και τα κλέη του 1912-1913."[69]

Η ευεργετική σημασία του Πανελληνίου Συνεδρίου του Ταϊγανίου στο ηθικό των Ελλήνων αποτυπώνεται και σε ένα φυλλάδιο που κυκλοφόρησε στην Οδησσό, στο οποίο η μετά το Συνέδριο εποχή θεωρείται "νέα κατάστασις πραγμάτων."[70]

Το Κεντρικό Συμβούλιο του συνδέσμου κατέθεσε στην ελληνική κυβέρνηση υπόμνημα για το ζήτημα της εκπαίδευσης των ελληνοπαίδων της Ρωσίας, οι οποίοι ανέρχονταν σε 50.000. Στο υπόμνημα καταγράφονταν η εκπαιδευτική κατάσταση του ελληνικού πληθυσμού και τα προβλήματα που υπήρχαν, όπως για παράδειγμα η έλλειψη σχολικών βιβλίων. Επισήμαιναν ότι το πρόβλημα αυτό μπορεί να μην είχε μεγάλες επιπτώσεις στους ελληνόπαιδες της "ελευθέρας Ελλάδος", οι οποίοι ζούσαν σε ελληνικό περιβάλλον και θα μπορούσαν να διδαχτούν ακόμα και προφορικά από τους δασκάλους τους, αλλά για τις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας η έλλειψη των βιβλίων προκαλούσε ανυπολόγιστη βλάβη. Ο στόχος του υπομνήματος ήταν: "... ν' αναπτύξωμεν εν Ρωσσία γενεάν Ελλήνων επικοινωνούσαν πνευματικώς μετά της συγχρόνου Ελλάδος." Στο υπόμνημα δινόταν αναλυτικά η κατανομή των μαθητών ανά σχολική τάξη. Στην Α' τάξη φοιτούσαν 12.000 μαθητές, στη Β' τάξη 10.000, στη Γ' τάξη 10.000, στη Δ' 8.000, στην Ε' 6.000 και στη ΣΤ' 4.000 μαθητές.

Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων ζητήθηκε η βοήθεια της ελληνικής πρεσβείας της Πετρούπολης. Ένα από τα άμεσα προβλήματα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει ο σύνδεσμος ήταν το προσφυγικό. Άρχισε τη διενέργεια εράνων "υπέρ των εν Τουρκία καταδυναστευομένων αλύ­τρωτων αδελφών." Στους εράνους αυτούς συμμετείχαν Έλληνες από κάθε γωνιά της Ρωσίας. Δεκάδες χιλιάδες ρούβλια αποστέλλονταν στην Τραπεζούντα, η οποία αντιμετωπιζόταν ως η πρωτεύουσα του ελληνι­σμού.[71]

Η συνεργασία με τις ελληνικές αρχές που βρίσκονταν στον παρευξείνιο χώρο ήταν καλή. Μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση στα εδάφη της πρώην ρωσικής αυτοκρατορίας, η Ελλάδα είχε περί τους 30 προξένους σε διάφορες πόλεις.[72] Ένα από τα αιτήματα που διατυπώθηκαν ήταν η απόδοση ελληνικής υπηκοότητας στους Έλληνες της πρώην Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Οι Έλληνες γενικά ήταν είτε υπήκοοι της Ρωσικής Αυτοκρατορίας είτε, όσοι είχαν έρθει πρόσφυγες, της Οθω­μανικής. Η δημιουργία νέων κρατών, η απόδοση νέων υπηκοοτήτων και η προσπάθεια επιστράτευσης των υπηκόων τους οδήγησε τις ελληνικές οργανώσεις να θέσουν το ζήτημα της υπηκοότητας των Ελλήνων. To ζήτημα αυτό αντιμετωπίστηκε σε συνεργασία με τα κατά τόπους ελληνικά προξενεία και λύθηκε με την αναγνώριση της ελληνικής ιθαγένειας.

Υπήρξαν πάντως στιγμές έντονης σύγκρουσης με τις τοπικές αρχές για το θέμα αυτό. Η πίεση της αρμενικής κυβέρνησης προς τον ελληνικό πληθυσμό δημιούργησε από το 1917 τάση μετανάστευσης του ελληνικού πληθυσμού από την Αρμενία.. Ο Βολκόφ υποστηρίζει ότι η τάση αυτή δημιουργήθηκε εξαιτίας της πίεσης που άσκησε το αρμενικό μενσεβίκικο κόμμα Ντασνάκ, το οποίο βρισκόταν στην εξουσία.[73] Στην απόφαση του 1ου Συνεδρίου των Ελλήνων της Αρμενικής Δημοκρατίας, για το ζήτημα της επιστράτευσης των Ελλήνων αναφέρεται: "Επειδή, μέχρι τούδε το θέμα της υπηκοότητος, δεν έλαβε εισέτι την λύσιν του εν τη Αρμενική Δημοκρατία, αι διαταγαί των αρχών προς τας επαρχίας, αι καλούσαι τους νέους ηλικίας 19-25 ετών, ίνα προσέλθουν εις Κέντρα (στρατιωτικά) προς κατάταξιν εις τον στρατόν, το συνέδριον θεωρεί τας ενεργείας ταύτας ως παρανόμους και εντόνως διαμαρτύρεται. Το Συνέδριον αναγκάζεται να φέρη εις γνώσιν της Αρμενικής Κυβερνήσεως, ότι πάσα απόπειρα επιστρατεύσεως των Ελλήνων, εξ οιασδήποτε αρχής προερχομένη και άνευ της θελήσεως ολοκλήρου του ελληνικού πληθυσμού και μέχρι διευκρινήσεως του θέματος της υπηκοότητος θα συναντήση, εκ μέρους αυτού την σθεναράν αντίστασιν."[74]

Τα αιτήματα και το εκκλησιαστικό ζήτημα

Ο ελληνισμός της Ρωσίας και ειδικότερα αυτός του Καυκάσου, έθεσε άμεσα τα ζητήματα εκπαιδευτικής, κοινοτικής και εκκλησιαστικής αυτοδιοίκησης. Με την υιοθέτηση των αιτημάτων της οργάνωσης του Αικατερινοντάρ τέθηκε και το αίτημα της απελευθέρωσης του μικρασιατικού Πόντου και της δημιουργίας ανεξάρτητου ελληνικού κράτους εκεί. Κατ' αρχάς απαιτήθηκε η επιστροφή των ελληνικών περιουσιών που διαρπάγησαν. Όσον αφορά στο εκπαιδευτικό ζήτημα, ζητούσε το δικαίωμα να ιδρύει και να συντηρεί ελληνικά σχολεία όλων των βαθμίδων, να διορίζει και να μισθοδοτεί τους δασκάλους και τους επιθεωρητές και να διαμορφώνει τα σχολικά προγράμματα δίχως την επέμβαση των ρωσικών αρχών. Όσον αφορά στο καθεστώς που διείπε τις ελληνικές κοινότητες, ζητούσαν να τους επιτρέπεται η διαχείριση των κοινοτικών περιουσιών καθώς και κάθε εκκλησιαστικής και εκπαιδευτικής υπόθεσης. Ζητούσαν επίσης την αναγνώριση του πλήθους των ελληνικών κοινοτήτων ως ένα ενιαίο οργανικό σώμα, το Σύνδεσμο καθώς και των πανελληνίων συνεδρίων. Η πρότασή τους απέβλεπε στην αναγνώριση από τις ρωσικές αρχές μιας ελληνικής αρχής, η οποία θα εκλεγόταν από τα πανελλήνια συνέδρια.

Όσον αφορούσε στο εκκλησιαστικό καθεστώς των Ελλήνων, ο σύνδεσμος αποφάσισε να μην απαιτήσει εκείνη τη στιγμή δημιουργία αυτοκέφαλης ελληνικής εκκλησίας για τους Έλληνες της Ρωσίας, αλλά να διεκδικήσει έξι επισκοπικές έδρες από τη ρωσική εκκλησία. Το μοντέλο εκκλησιαστικής αυτοδιοίκησης του ελληνισμού προέβλεπε την αναγνώριση της ρωσικής εκκλησίας ως υπερκείμενης αρχής. Η ρωσική εκκλησία με τη σειρά της θα έπρεπε να αποδεχτεί τη μη επέμβαση στο εσωτερικό της ελληνικής εκκλησίας, η οποία θα απαρτιζόταν από αυτές τις έξη επισκοπές. [75]

Οι Έλληνες της Ρωσίας έδιναν μεγάλη σημασία στην εκπαιδευτική και εκκλησιαστική αυτονομία, η οποία θεωρήθηκε ως η μόνη δυνατότητα να εμφυσηθεί εθνικό φρόνημα στον ελληνισμό και να μείνει έτσι συσπειρωμένος γύρω από ελληνικά οργανωτικά κέντρα. Ο Ι. Καλφόγλου έγραφε από το Βατούμι στις 6 Νοεμβρίου 1917: "Η ανασύστασις των Επισκοπών είνε δια τους Χριστιανούς Έλληνες, προ πάντων τους κατοικούντας εις την ύπαιθρον χώραν ουσιώδης... Ουδεμία προπαγάνδα, ουδέν κήρυγμα δεν επιδρά τόσον, όσον η εκ μέρους του Επισκόπου (Δεσπότου) συμβουλή, οδηγία... Είνε αναγκαία η ύπαρξις Έλληνος Επισκόπου... όστις δύναται να πράξει θαύματα..."[76]

Σε έγγραφο που στάλθηκε στη Σύνοδο της Ρωσίας τονιζόταν η αντίφαση μεταξύ των "... επί τη βάσει των ανακηρυχθεισών υπό της ρωσσικής Κυβερνήσεως αρχών θρησκευτικής ελευθερίας" και της πραγματικής κατάστασης κατά την οποία "... η εν Ρωσσία Ελληνική Εκκλησία" εξακολουθεί να υπάγεται στη ρωσική εκκλησία. Οι απαιτήσεις των Ελλήνων διατυπώθηκαν "Προς πληρεστέραν ικανοποίησιν των ζωτικών θρησκευτικών και ηθικών αναγκών του ελληνικού ορθόδοξου λαού..." Οι καθαρά ελληνικές επισκοπές που ζητήθηκαν ήταν:

α) Στην πόλη Καρς, με τον τίτλον "Επισκοπή Κάρσκη", στην οποία θα υπάγονταν όλοι οι ορθόδοξοι Έλληνες της περιφερείας του Καρς και του κυβερνείου του Εριβάν.

β) Στο χωριό Μπιστάς, με τον τίτλον "Επισκοπή Αχτάλσκη και Τσαλκήνσκη", στην οποία θα υπάγονταν όλοι οι ορθόδοξοι Έλληνες των Κυβερνείων Τιφλίδας και Μπακού.

γ) Στην πόλη Βατούμι με τον τίτλον "Επισκοπή Σωτηριουπόλεως", στην οποία θα υπάγονταν όλοι οι ορθόδοξοι Έλληνες των περιφερειών Βατούμι και Σοχούμι και όλοι του Κυβερνείου της Κουταϊδος.

δ) Στην πόλη Νοβοροσίσκ με τον τίτλο "Επισκοπή του Καυκάσου", στην οποία θα υπάγονταν όλοι οι ορθόδοξοι Έλληνες των Κυβερνείων Σταυρουπόλεως και Μαύρης Θάλασσας, καθώς και των περιφερειών Κουμπάν και Τέρεκ.

ε) Στη Μαριούπολη με τον τίτλο "Επισκοπή Γοτθικής και Μαριανουπόλεως", στην οποία θα υπάγονταν όλοι οι ορθόδοξοι Έλληνες των Κυβερνείων Αικατερινοσλάβ και Ταυρίδος και της περιφερείας των "Στρατευμάτων του Ντον."

στ) Στο Νικολάιεφ με τον τίτλο "Επισκοπή Ολβιουπόλεως", στην οποία θα υπάγονταν όλοι οι ορθόδοξοι Έλληνες των Κυβερνείων Χερσώνος, Βεσσαραβίας και όλης της υπόλοιπης Ρωσίας.[77]

Το Κεντρικό Συμβούλιο του Συνδέσμου των εν Ρωσία Ελλήνων παρενέβη το Σεπτέμβριο του 1917 στην Ιερά Σύνοδο της Ρωσίας στη Μόσχα και πέτυχε την εκκλησιαστική αυτονομία των περιοχών Καρς και Αχταλείας. Η επιτυχία αυτή υποβοηθήθηκε από τις εξελίξεις στο χώρο της Υπερκαυκασίας και συγκεκριμένα την ανακήρυξη της Γεωργιανής Εκκλησίας ως Αυτοκέφαλης, μετά την δημιουργία της Γεωργιανής Δημοκρατίας.[78]

Μετά την ήττα της Τουρκίας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και την επανασύσταση των Δημο­κρατιών της Υπερκαυκασίας το εκκλησιαστικό ζήτημα πήρε σε ορισμένες περιοχές τη μορφή ανοιχτής διεκδίκησης της ανεξαρτησίας της ελληνικής εκκλησίας. Στο 1ο Συνέδριο των Ελλήνων της Αρμενικής Δημοκρατίας αποφασίστηκε να υπαχθεί η ελληνική εκκλησία της Αρμενίας στη Μητρόπολη Τραπεζούντας, ενώ ο αρχιερατικός επίτροπος, ο οποίος θα εκλεγόταν μαζί με το εκκλησιαστικό συμβο­ύλιο, να υπαγόταν στο Εθνικό Συμβούλιο.[79]

Η σύγκρουση με τα καθεστώτα του Καυκάσου και η ίδρυση της Ελληνικής Μεραρχίας

Τα καθεστώτα που προέκυψαν από την κατάρρευση του τσαρισμού ακολούθησαν την πολιτική που θεωρούσαν ότι εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του κυρίαρχου έθνους και της ομάδας που κατείχε την εξουσία. Στο στόχαστρο αυτής της πολιτικής βρέθηκαν και οι ελληνικοί πληθυσμοί. Η παραδοσιακή πολιτική σφετερισμού και πίεσης που εφαρμοζόταν στη Ρωσία σε σχέση με τα σχολεία, τους ιερείς, τους δασκάλους, αλλά και με τα κληροδοτήματα συνέχισε να εφαρμόζεται και από τα νέα δημοκρατικά καθεστώτα, παρότι όπως επισημαίνεται, βάσισαν τη δημιουργία τους στις διακηρύξεις περί ελευθερίας και αυτοδιάθεσης των λαών.

Στον Καύκασο η γεωργιανή κυβέρνηση υποχρέωσε με νόμο τους Έλληνες που κατοικούσαν σ' αυτή να δεχτούν τη γεωργιανή ιθαγένεια.[80] Ο γιατρός Κοσμάς Σπυράντης από το Σοχούμι φυλακίστηκε από τη γεωργιανή κυβέρνηση γιατί αντιτάχθηκε στην απόφασή της να στρατολογήσει ελληνοϋπήκοους και τουρκοϋπήκοους Έλληνες. Παρόλη την αντίθεση Γεωργιανών και Ελλήνων στο συγκεκριμένο ζήτημα, υπήρχε στους Γεωργιανούς το αίσθημα περί συμμάχου έθνους. Βεβαίως, σε θεωρητικό επίπεδο, καθιερώθηκε ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για κάθε πολίτη, ανεξάρτητα από τη φυλετική καταγωγή και τις πολιτικές ή ιδεολογικές πεποιθήσεις. Υιοθετήθηκε η ελευθερία του λόγου, του Τύπου και των εκλογών. Ταυτόχρονα καθιερώθηκε η υποχρεωτική διδασκαλία της γεωργιανής γλώσσας στα ελληνικά σχολεία.

Αντίστοιχα προβλήματα παρουσιάστηκαν και στο χώρο της αρμενικής δημοκρατίας.[81] Η αρμενική κυβέρνηση προσπάθησε να στρα­τολογήσει τον ελληνικό πληθυσμό της[82] με αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί η πολιτική της από αρκετούς Έλληνες ως "σοβινιστική-εθνικιστική."[83] Η συμπε­ριφορά αυτή χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τους μπολσεβίκους για προπαγανδιστικούς λόγους. Στο Συνέδριο των Ανατολικών Λαών που έγινε στο Μπακού, οι μπολσεβίκοι κατήγγειλαν με πολύ έντονη γλώσσα τη στάση της γεωργιανής κυβέρνησης απέναντι στις μειονότητες και στους γειτονικούς λαούς. Την κατηγόρησαν για "καταδίωξη και εξόντωση των Οσετίνων", για το "κάψιμο ολόκληρων χωριών" στην Αμπχαζία κ.λπ.[84]

Στις περιοχές που κατοικούσε συμπαγής ελληνισμός ο αγώνας έγινε πιο αποφασιστικός. Τον Οκτώβριο του 1917 ιδρύθηκε στο Αικατερινοντάρ (Κρασνοντάρ) της νότιας Ρωσίας η Κεντρική Εθνική Επιτροπή Ποντίων με στόχο την απελευθέρωση του Πόντου. Η Κεντρική Εθνική Επιτροπή Ποντίων θέτει για πρώτη φορά επίσημα στο χώρο του ελληνισμού της Ρωσίας το αίτημα της απελευθέρωσης του Πόντου και της εθνικής αποκατάστασης των ομογενών του Πόντου. Τα αιτήματα αυτά θα υιοθετηθούν λίγο αργότερα από το Κεντρικό Συμβούλιο του Συνδέσμου των εν Ρωσία Ελλήνων και θα αποτελέσουν έτσι τους κύριους άξονες πολιτικών διεκδικήσεων του ελληνισμού της Ρωσίας. Τον ίδιο μήνα (Οκτώβριος '17) συναντήθηκε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο ο Κ. Κωνσταντινίδης, πρόεδρος της δυναμικότατης ποντιακής οργάνωσης της Μασσαλίας, και τον ενημέρωσε για τους στόχους του ποντιακού κινήματος. Απευθυνόμενος προς τους Έλληνες του Πόντου ο Κ. Κωνσταντινίδης διακήρυσσε: "Συμπολίτες, σε μας έτυχε να ζητήσουμε και να πετύχουμε την εθνική μας ανεξαρτησία. Ας ενωθούμε λοιπόν κάτω από το ιδεώδες της ελευθερίας..."

Το Νοέμβριο του 1917 συγκλήθηκε στην Τιφλίδα μεγάλη σύσκεψη των τεσσάρων χριστιανικών εθνοτήτων του Καυκάσου, των Γεωργιανών, των Αρμενίων, των Ελλήνων και των Ρώσων. Αποφασίστηκε η στρατιωτική συγκρότηση κατά εθνότητα ανάλογα με τον πληθυσμό της. Στους Έλληνες με 200.000 πληθυσμό αντιστοιχούσε μια μεραρχία με τρία συντάγματα.[85] Την περίοδο αυτή οι Έλληνες της Υπερκαυκασίας έχουν εντονότατο το φόβο της σύνθλιψής τους από τον όγκο των γειτονικών εθνών. Το φόβο επιτείνει και η μεγάλη διασπορά των ελληνικών πληθυσμών. Αυτό το αίσθημα εθνικής επιβίωσης αποτελεί το ισχυρότερο κίνητρο για την πολιτική και στρατιωτική τους οργάνωση.

Σε ημερήσια διαταγή του στρατηγού Πρεζεβάλσκι, ο οποίος ήταν αρχι­στράτηγος στο καυκασιανό μέτωπο, αναφερόταν ότι σε κάθε έθνος της Υπερ­καυκασίας που παρέτασσε στρατό και ήταν ικανό να υπερασπίσει το μέτωπο, θα του αναγνωρίζονταν τα δικαιώματα μετά το τέλος του πολέμου. Για την ίδρυση της Ελληνικής Μεραρχίας πήρε απόφαση το Ελληνικό Εκτελεστικό Κομιτάτο. Για την υλοποίηση της απόφασης αυτής δημιουρ­γήθηκε στην Τιφλίδα Ελληνικός Στρατιωτικός Σύνδεσμος και εκλέχθηκε το προεδρείο των ένοπλων ελληνικών δυνάμεων.[86] Στις 12 Δεκεμβρίου ο αρχιστράτηγος Καυκάσου προσκάλεσε την ελληνική στρατιωτική ηγεσία, η οποία αποτελούνταν από το συνταγματάρχη πυροβολικού Δ. Πανταζίδη, τους συνταγματάρχες του Γενικού Επιτελείου Ανάνιο και Κυληνκάροφ, για να αρχίσει η οργάνωση των εθνικών ελληνικών στρατευμάτων. Με ημερήσια διαταγή του στρατηγού Πρεζεβάλσκι επιτράπηκε ο σχηματισμός της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου, η οποία είχε 3 τακτικά συντάγματα του πεζικού με 3 τάγματα το καθένα και 4 λόχους το κάθε τάγμα. Ως έδρες των συνταγμάτων ορίστηκαν η Τιφλίδα, το Καρς και το Μαγκλίς. Επίσης δημιουργήθηκαν: ένα εφεδρικό σύνταγμα με έδρα το Βατούμι, ένα σύνταγμα του ορεινού πυροβολικού που αποτελείται από 3 πυροβολαρχίες, 1 τάγμα ιππικού από 2 ίλες και 1 λόχος μηχανικού. Η ηγεσία της Ελληνικής Μεραρχίας ορίστηκε σε ελληνικό συνέδριο, το οποίο συνήλθε από τις 29 Δεκεμβρίου 1917.[87]

Mε διαταγές του Ρώσου αρχιστράτηγου μετατέθηκαν οι Έλληνες αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιώτες από το ρωσικό στρατό στην Ελληνική Μεραρχία. Την περίοδο αυτή υπηρετούσαν στο ρωσικό στρατό 4.000 Πόντιοι.[88] Στα επιμέρους τμήματα της μεραρχίας αντιστοιχούσε εξοπλισμός του ρωσικού στρατού, τον οποίο άρχισαν να προμηθεύονται με πρωτοβουλία των διοικητών των συνταγμάτων και των λόχων. Η Ελληνική Μεραρχία του Καυκάσου αναγνωρίστηκε με διάταγμα που εξέδωσε η κυβέρνηση της Τιφλίδας. Όλο το υλικό της 4ης ρωσικής μεραρχίας θα παραλαμβανόταν από το επιτελείο του ελληνικού Σώματος. Το γενικό κλίμα της λιποταξίας που κυριαρχούσε στον Καύκασο επηρέασε και τους Έλληνες στρατιώτες με επιπτώσεις στις προσπάθειες συγκρότησης της Ελληνικής Μεραρχίας. Πλήρως επανδρώθηκαν οι συνοριακοί ελληνικοί λόχοι του Καράουργαν, του Μεντερέκ και του Αρνταχάν.[89] Ο Ανεξάρτητος Ελληνικός Λόχος του Καράουργκαν, που υπαγόταν στο 2ο Ελληνικό Σύνταγμα του Καρς[90], προμηθεύτηκε τον εξοπλισμό του από τις στρατιωτικές αποθήκες του Σαρίκαμις. Για τη μεταφορά του οπλισμού απαιτήθηκαν δέκα ιππήλατες άμαξες. Ο συγκεκριμένος λόχος προσέφερε κάλυψη σε οκτώ ελληνικά χωριά της περιοχής Χοροσάν.[91]

Οι πρωτεργάτες της προσπάθειας για στρατιωτική οργάνωση των Ελλήνων στην Υπερκαυκασία επισκέφτηκαν όλα τα μέρη που ζούσαν Έλληνες, προσπαθώντας να κατηχήσουν τους ελληνικούς πληθυσμούς και να κάνουν γνωστό τον σκοπό της συγκρότησης της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου. Ο σκοπός των πρωτεργατών της κίνησης ήταν η συγκέντρωση όλων των Ελλήνων, ώστε να υπερασπίσουν τις ελληνικές πόλεις και τα χωριά "από την μάχαιραν και την ατιμία των αγρίων Τούρκων" και στο μέλλον, μετά την επικράτηση της ειρήνης, να αποκα­τασταθούν οι δίοδοι επικοινωνίας "μετά της εθνικής υμών πατρίδος Ελλάδος", να αποσταλούν στον ελληνικό στρατό αξιωματικοί και υπαξιω­ματικοί, ώστε να διδαχτούν τους ελληνικούς στρατιωτικούς κώδικες και, επιστρέφοντας, να τις διδάξουν στους υπόλοιπους, ώστε με τον τρόπο αυτό "να εμφυσήσωμεν το γόητρον, το αίσθημα... το ιδεώδες του Έλληνος..."[92]

Παρουσιάστηκαν, ωστόσο, μεγάλα προβλήματα ως προς την ικανοποιητική ανάπτυξη της Ελληνικής Μεραρχίας. Η κατάσταση διάλυσης, αποσύνθεσης και χάους που επικρατούσε στο χώρο του Καυκάσου επηρέασε και τον ελληνικό πληθυσμό. Ο φόβος για τον πόλεμο συνδυασμένος με την ιδιαίτερη κλίση των Ελλήνων του Καυκάσου στο εμπόριο δεν επιτρέπει τη μαζική επάνδρωση της μεραρχίας. Άλλο μεγάλο πρόβλημα ήταν και η αντίληψη της οργάνωσης του ελληνικού στρατού. Η ηγεσία, έχοντας μια τυπική στρατιωτική νοοτροπία, στόχευε στη δημιουργία στρατού παραδοσιακής μορφής. Απ' ό,τι φάνηκε όμως, οι ανάγκες επιβάλλουν διαφορετική στρατιωτική οργάνωση, η δομή της οποίας έπρεπε να βασίζεται στην οργάνωση τοπικών ένοπλων μονάδων που θα ήταν παράλληλα και ομάδες αυτοάμυνας των περιοχών τους. Η διαφορά αυτή οδήγησε σε συχνές συγκρούσεις του Εθνικού Συμβουλίου με τους στρατιωτικούς αρχηγούς. Η ελληνική στρατιωτική διοίκηση έγινε αποδέκτης πλήθους επιστολών και τηλεγραφημάτων με αιτήματα τη σύσταση αυτοδιοικούμενων λόχων ή ταγμάτων στις πόλεις και στα χωριά με ελληνικό πληθυσμό. Ο φόβος ότι τα χωριά τους θα παρέμεναν αφύλακτα στο έλεος των εχθρών, οδήγησε σε συνεχή φυλλοροή των στρατιωτικών δυνάμεων. Ακόμα και ολόκληροι λόχοι δραπέτευαν παίρνοντας μαζί τους τον οπλισμό τους. Μεγάλο επίσης πρόβλημα δημιούργησε, απ' ό,τι γράφει ο σαφώς αντικομμουνιστής Δ. Πανταζίδης, η μεγάλη επιρροή κυρίως των μενσεβίκων και λιγότερο των μπολσεβίκων στους Έλληνες αξιωματικούς. Τελικά η Ελληνική Μεραρχία έφτασε να έχει 3.000 περίπου στρατιώτες, 4 πυροβόλα, 16 μυδραλιοβόλα και 155 ίππους.[93]

O αριθμός των Ελλήνων ενόπλων στη Ρωσία ξεπερνούσε κατά πολύ τον αριθμό των μετακινούμενων στρατιωτικών μονάδων της μεραρχίας. Πρέπει να ληφθεί υπ' όψιν ότι κάθε ελληνικό χωριό διέθετε ένοπλες ομάδες αυτοάμυνας, οι οποίες δεν ήταν ενταγμένες στη δύναμη Μεραρχίας. To Παμπόντιο Συνέδριο της Μασσαλίας χαιρέτισε τη δημιουργία της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου. Τηλεγράφημά του "Προς τον μέραρχον των ελληνικών μεραρχιών Καυκάσου" έγραφε: "Απανταχού οι Πόντιοι πλήρεις χαράς και υπερηφανείας, χαιρετίζουν την συγκρότησιν ελληνικών μεραρχιών Καυκάσου. Ευγνωμονούσι δε δι έμπρακτον υποστήριξιν των εθνικών δικαιωμάτων."[94]

Χαρακτηριστικό των δυσκολιών που αντιμετώπισε η προσπάθεια ένοπλης συγκρότησης των Ελλήνων του Καυκάσου, αλλά και των αντιθέσεων που υπήρχαν στην περιοχή, ήταν τα γεγονότα που συνέβησαν με το προωθημένο Ελληνικό Τάγμα του Αρνταχάν, που έδρευε 150 χιλιόμετρα μακριά από το Καρς και υπαγόταν στο 3ο ελληνικό Σύνταγμα. Το τάγμα αυτό επανδρώθηκε από στρατευμένους Έλληνες των χωριών που βρέθηκαν κοντά στην κωμόπολη του Αρνταχάν και της περιφέρειας Γκιόλια. Σ' αυτό εντάχθηκαν και οι λίγοι Ρώσοι της περιοχής. Εκτός από το Ελληνικό Τάγμα δημιουργήθηκαν το Αρμενικό και το Μουσουλμανικό, το οποίο επανδρώνονταν από Κούρδους, Αζερμπαϊτζανούς και Τούρκους. Τη Διοίκηση του ελληνικού Τάγματος αποτελούσαν ένδεκα Έλληνες αξιωματικοί του ρωσικού στρατού. Η Παμμουσουλμανική Οργάνωση του Αρνταχάν, σε συνεργασία με την τουρκική κατασκοπία που δρούσε στην περιοχή, αποφάσισε τη διάλυση των δύο χριστιανικών ταγμάτων. Πρώτα επιτέθηκε κατά των Ελλήνων στήνοντας ενέδρα στη δύναμη των 200 Ελλήνων στρατιωτών, οι οποίοι με 150 έλκηθρα μετέφεραν από το Καρς εξοπλισμό για το τάγμα. Οι Έλληνες δεν μπόρεσαν να αντισταθούν στη δύναμη των 1.000 και πλέον ατάκτων Κούρδων και αναγκάστηκαν να παραδοθούν. Η σύγκρουση αυτή έγινε γνωστή ως μάχη του Ζαβόδ και είναι η πρώτη πολεμική σύγκρουση των Ελλήνων με τους μουσουλμάνους στο χώρο του Καυκάσου. Το δεύτερο μέρος του μουσουλμανικού σχεδίου προέβλεπε την κατευθείαν επίθεση κατά του ελληνικού στρατώνα και τη διάλυση του τάγματος μέσα στην κωμόπολη του Αρνταχάν. Οι μουσουλμάνοι πέτυχαν το στόχο τους, αφού είχαν εξασφαλίσει προηγουμένως, όπως υποστηρίζουν οι ελληνικές πηγές, την ανοχή του Αρμενικού Τάγματος. Ένα μέρος από τους στρατιώτες του ελληνικού τάγματος του Αρνταχάν εντάχθηκε τελικά στο Σύνταγμα του Καρς.[95]

Όπως προαναφέρθηκε, η κατάργηση κάθε μορφής κρατικής εξουσίας οδήγησε στη δημιουργία ενόπλων ομάδων των διαφόρων εθνοτήτων αλλά και των πολιτικών παρατάξεων σε όλες τις περιοχές της Υπερκαυκασίας. Ο άγριος αγώνας μεταξύ τους για την εξουσία καθορίστηκε μόνο από τη δύναμη που μπορούσε να παρατάξει η κάθε ομάδα. Τον κανόνα αυτό ακολούθησαν και οι Έλληνες όχι μόνο στην περιοχή του Καρς και της Τιφλίδας αλλά και δυτικότερα. Οι πρωτεργάτες είχαν ξεκάθαρη πολιτική και ιδεολογική θέση που δεν καθοριζόταν από καιροσκοπισμό, αλλά από αντίληψη των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων συμφερόντων του ελληνισμού. Η στάση τους απέναντι στους μπολσεβίκους ήταν βασικά εχθρική. Το κύριο ζήτημα γι' αυτούς ήταν η πολιτική χειραφέτηση του ελληνισμού. Παράδειγμα της οργάνωσης των Ελλήνων στο δυτικό Καύκασο ήταν το Σοχούμι, όπου μέρος των Ελλήνων ήταν οργανωμένο στην Ελληνική Εθνική Οργάνωση.[96] Η Οργάνωση αυτή μετά την αστική επανάσταση του 1917 είχε συνδεθεί με τους μενσεβίκους και αποτέλεσε το Ελληνικό Τμήμα των σοσιαλ­δημοκρατών της Γεωργίας.[97] Παράλληλα δημιουργήθηκε πραγματικός τοπικός ελληνικός στρατός. Λίγο νοτιότερα, στο Βατούμι, όπου έδρευε ο 1ος λόχος της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου, είχε επίσης ξεκινήσει η προσπάθεια δημιουργίας τοπικού ελληνικού στρατού.[98]

Η πολιτική έκφραση της στρατιωτικής οργάνωσης των Ελλήνων της Υπερκαυκασίας ήταν το Εθνικό Συμβούλιο Αντικαυκάσου ή επί το ορθότερο Ελληνικό Υπερκαυκασιανό Εθνικό Συμβούλιο. Σε όλη την έκταση του Μικρα­σιατικού Πόντου και των ελληνικών κοινοτήτων της Ρωσίας και του Καυκάσου, αναπτύχθηκε μια κοινή θέληση που στόχο είχε την πολιτική χειραφέτηση του ποντιακού ελληνισμού, τόσο στο μικρασιατικό Πόντο, όσο και στις συμπαγείς περιοχές των Ελλήνων στην ίδια τη Ρωσική Αυτοκρατορία, που είχε ήδη καταρρεύσει. Το μέλλον όμως του ελληνικού εθνικού κινήματος του Καυκάσου αλλά και του ίδιου του μικρασιατικού Πόντου κρίθηκε στη Μόσχα. Στις 23 Φεβρουαρίου, στην πέμπτη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος των μπολσεβίκων, αποφασίστηκε η ειρήνευση με τη Γερμανία, αφού ο Λένιν "με οξύτητα και κατηγορηματικό τρόπο απαίτησε να γίνουν δεκτοί οι όροι."[99] Στις 3 Μαρτίου 1918 υπεγράφη στο Μπρεστ Λιτόφσκ η ομώνυμη συνθήκη, με την οποία οι μπολσεβίκοι παραχώρησαν στη Γερμανία όλη την Ουκρανία και στη Τουρκία τις περιοχές Καρς, Αρνταχάν και Βατούμι. Με τη συνθήκη αυτή η Γερμανία έπαιρνε 300.000 τετραγω­νικά μίλια εδάφους της πρώην ρωσικής αυτοκρατορίας.[100]

Το Επιτροπάτο Υπερκαυκασίας, το οποίο εκπροσωπούσε την Επαναστατική Δημοκρατία της Υπερκαυκασίας, προέβη σε επίσημη διαμαρτυρία για την παραχώρηση εδαφών της Γεωργίας και της Αρμενίας, με βάση μια συνθήκη που υπεγράφη χωρίς τη συμμετοχή του στις διαπραγματεύσεις και τη συμφωνία του με αυτές.[101] Στην Υπερκαυκασία κατοικούσαν 7 εκατομμύρια άτομα που ανήκαν σε διάφορες, μικρές και μεγάλες, εθνότητες. Η εξουσία σε όλο το χώρο, πλην του Μπακού, ανήκε σε αντιπολιτευτικές προς τους μπολσεβίκους ομάδες, που εξέφραζαν την τάση για δημιουργία ανεξάρτητων εθνικών και δημοκρατικών κρατών.[102]

Οι συνέπειες της αποχώρησης από τον Πόντο

Η απόφαση αποχώρησης των ρωσικών στρατευμάτων από τον ανατολικό Πόντο και τον Καύκασο δημιούργησε μεγάλα προβλήματα στον ελληνικό πληθυσμό και στην Προσωρινή Κυβέρνηση Τραπεζούντας. Οι Ρώσοι στρατιώτες με το σύνθημα "damoi", δηλαδή "οίκαδε" άρχισαν να εγκαταλείπουν το μέτωπο. Με πρωτοβουλία των Ελλήνων αξιωματικών του ρωσικού στρατού ξεκίνησε μια κίνηση για τη σωτηρία του ελληνικού πληθυσμού και την πολιτική του χειραφέτηση. Οι προτάσεις που υποβλήθηκαν στην Προσωρινή Κυβέρνηση για ένοπλη αντίσταση στους Τούρκους απορρίφθηκαν κατ' αρχάς. Στη συνέχεια όμως, και κάτω από την πίεση των πραγμάτων, έγιναν αποδεκτές και επιλέχτηκε η λύση της ένοπλης άμυνας. Σύμφωνα με το μητροπολίτη Χρύσανθο ελήφθη πρόνοια να εξοπλιστούν όλοι οι χωρικοί που μπορούσαν να φέρουν όπλα, ώστε να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους από την επέλαση των Τούρκων ατάκτων. Σε συνεννόηση με το Ρωσικό Κομιτάτο παρέλαβε χιλιάδες όπλα και πολεμοφόδια, τα οποία μεταφέρθηκαν στο κτίριο του Παρθενα­γωγείου.[103]

Έτσι στην Τραπεζούντα δημιουργήθηκε Ελληνικός Λόχος, ο οποίος ανέλαβε την άμυνα της πόλης. Επανδρώθηκε από Έλληνες του Καυκάσου, οι οποίοι υπηρετούσαν στο ρωσικό στρατό, καθώς και από νέους της Τραπεζούντας. Τα όπλα παραχωρήθηκαν από το σοβιέτ της πόλης, ενώ η χρήση των όπλων διδάχτηκε από Έλληνες αξιωματικούς και στρατιώτες. Ο μητροπολίτης Χρύσανθος συμμετείχε καθημερινά στις συνεδριάσεις του σοβιέτ της πόλης (Μπολσεβικικό Κομιτάτο Τραπε­ζούντας) και βοήθησε στις προσπάθειες για την κατά το δυνατόν ειρηνική αποχώρηση των Ρώσων στρατιωτών. Η άμυνα οργανώθηκε από την Ελληνική Εθνική Ένωση Τραπεζούντας.[104] Ογδόντα οπλισμένα μέλη του συλλόγου "Ακρίτας", αφού πήραν την άδεια της Ελληνικής Εθνικής Ένωσης, ανέλαβαν να οργανώσουν την άμυνα στο δυτικό μέρος του Μίθριου όρους. Στη διάθεσή τους είχαν τέσσερα πεδινά πυροβόλα των 7,50 ιντσών και δύο τοπομαχικά των 12 ιντσών. Για την εκπαίδευσή τους χρησιμοποιήθηκε ένας Έλληνας από την περιφέρεια του Καρς, που υπηρετούσε στο ρωσικό στρατό ως ανθυπασπιστής. Στην ανατολική πλευρά του όρους την άμυνα ανέλαβε ένα τμήμα στρατού επανδρωμένο με Γεωργιανούς.[105]

Παράλληλα oι Τραπεζούντιοι ζήτησαν τη βοήθεια της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου. Ζήτησαν από τους συνταγματάρχες Ανάνιο, Κυλην­κάροφ και Πανταζίδη να μεταβούν στην Τραπεζούντα για να διοργανώσουν την άμυνα των κατοίκων. Η πρόταση αυτή όμως απορρί­φτηκε με το συλλογισμό ότι θα ήταν αδύνατη η συγκράτηση των Τούρκων μόνο με τις ελληνικές δυνάμεις. Αντίθετα θα δινόταν η αφορμή στους Τούρκους να προβούν σε αγριώτερες σφαγές. Οι υπεύθυνοι της Ελληνικής Μεραρχίας συμβούλευσαν τους Τραπεζούντιους να αλλάξουν πολιτική, να υποταχτούν και να προτείνουν φιλία στους Τούρκους.[106] Τις στιγμές αυτές οι Τούρκοι είχαν εντέχνως εξαπολύσει στίφη τσετών, για να εξαναγκάσουν με καταστροφές και βιαιότητες τον ελληνικό πληθυσμό να φύγει στη Ρωσία, ώστε να εξαλειφθεί η κοινωνική βάση που υποστήριζε το αίτημα της ανεξαρτησίας του Πόντου. Τα άτακτα σώματα των Τούρκων είχαν φτάσει μέχρι τα πρόθυρα της Τραπεζούντας.[107] Στην περιφέρειά της άρχισαν οι συγκρούσεις μεταξύ Ελλήνων ενόπλων και Τούρκων. Για εβδομάδες αντιστέκονται στην ενδοχώρα οι Έλληνες. Η παρουσία Ελλήνων αξιωματικών του ρωσικού στρατού στην ενδοχώρα και η στρατιωτική οργάνωση των χωρικών απέτρεψε την επέλαση των ατάκτων Τούρκων. Αυτό συνέβη στην Ίμερα, όπου οργανώθηκε ελληνική αμυντική γραμμή με 300 οπλίτες και επικεφαλής έναν Έλληνα από το Καρς.[108]

Στις περιοχές που καταλαμβάνονταν από τον τουρκικό στρατό γίνονταν εκκαθαρίσεις του ελληνικού πληθυσμού. Ο μητροπολίτης Χρύσανθος, φοβούμενος την αιματοχυσία, ήρθε σε επαφή με τον Τούρκο διοικητή Βεχήπ Πασά. Συμφωνήθηκαν οι όροι για την αναίμακτη παράδοση της πόλης. Όσοι φρουρούσαν τους γύρω λόφους πήραν διαταγή να κατεβούν από τα υψώματα και να παραδώσουν τον οπλισμό τους. Οι ένοπλοι Έλληνες κατέφυγαν στη Ρωσία, ενώ διαλύθηκαν όλες οι ελληνικές οργανώσεις της Τραπεζούντας. Αρκετοί ένοπλοι κατέφυγαν στην ορεινή Σαντά, όπου δρούσε η αντάρτικη ομάδα του Ευκλείδη Κουρτίδη. Οι πρόσφυγες που εγκατέλειψαν τα εδάφη του ανατολικού Πόντου και ανέρχονταν σε 80.000-100.000, εγκαταστάθηκαν στη Ρωσία, στην Κριμαία, στη Γεωργία και στην Αρμενία[109]. Ο Μ. Αιλιανός υπολογίζει σε ογδόντα πέντε χιλιάδες τους Έλληνες που επέζησαν συνολικά και κατέφυγαν στη νότια Ρωσία και τον Καύκασο. Γράφει: "Εκ των φοβερών αυτών περιπετειών και εκ του απαισίου αφανισμού τον οποίον έσπειρεν η λαίλαψ της τουρκικής εξαγριώσεως επί της άλλοτε γελώσης και ακμαίας παραλίας του Πόντου, παραλίας -κοιτίδος του ακραιφνέστερου ελληνισμού- του οποίου η εκπολιτιστική δράσις θα μείνει ανεξάλειπτος δια παντός, ογδοήκοντα πέντε μόλις χιλιάδες κατόρθωσαν τέλος να καταφύγουν εις τα παράλια της Νοτίου Ρωσίας και του Καυκάσου, ζητούντες των προσφάτων φοβερών μαρτυριών, την σωτη­ρίαν."[110]



[1] O Βλασης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας με βασικές σπουδές στα μαθηματικά. Έχει εκδόσει επτά βιβλία, έχει συμμετάσχει σε αρκετές συλλογικές εκδόσεις, έχει δημοσιεύσει πλήθος άρθρων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και έχει βραβευτεί από την Ακαδημία Αθηνών για τη συγγραφή της ιστορίας της Παρευξεινίου Διασποράς.

[2] Χριστόφορος Τσέρτικ, Στις επάλξεις του Κάρς, Λάρισα, 1985.

[3] Έτσι αποκαλούσαν οι Ρώσοι τους ντόπιους μουσουλμάνους κατοίκους των κατακτημένων περιοχών.

[4] F. P. Domprohotof, Tsernomorskayia Pomperezie Kavkaza, Αγία Πετρούπολη, 1916, ς23-29.

[5] Otserki Istorii Stavroupolskogo Krai, τομ. 1, Σταυρούπολη εκδ. Stavroupolskoge Kniznae Izdantelstvo, 1984, σελ.268.

[6] "Glava 1. Ροzdenie selo Mertsan", Asnavnii Andministrativa Teritarialniyie Preomprazavanie na Koumpani 1793-1985, Κρασνοντάρ, 1986.

[7] Για την μεταλλευτική παράδοση των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο βλ.: Γεώργιος Θ. Κανδηλάπτης, Οι αρχιμεταλλουργοί του Πόντου και το εθνικόν έργον αυτών, Αλεξανδρούπολη, εκδ. Σακελλαρίδου, 1929.

[8] Νέα Ρωσία ονομάσθηκαν οι περιοχές που ενσωματώθηκαν στη ρωσική αυτοκρατορία μετά τους νικηφόρους πολέμους του 1769-1774 και του 1787-1791 κατά των Τούρκων. Περιελάμβανε τα κυβερνεία της Χερσώνας, του Αικατερινοσλάβ και της Ταυρίδας (Κριμαία).

[9] Γεώργιος Βαλαβάνης, Σύντομος Γενική Ιστορία του Πόντου, β' έκδοση, Θεσσαλονίκη, εκδ. Αφών Κυριακίδη, 1986, σελ.11. Ως "Περατεία" αναφέρεται η σημερινή Κριμαία.

[10] Άρτεμη Ξανθοπούλου Κυριακού, "Πώς βρέθηκαν οι Έλληνες στην Υπερκαυκασία", Οι άγνωστοι Έλληνες του Πόντου, επιμ. Βλ. Αγτζίδης, Αθήνα, εκδ. Εταιρεία Μελέτης Ελληνικής Ιστορίας, 1995, σελ.25-30. Για τους ίδιους λόγους παρατηρήθηκε έξοδος των Ελλήνων και στη Δύση. Ένα μέρος της οικογένειας των Κομνηνών κατέφυγε στη Μάνη. Εκεί, λόγω του συστήματος των πατριών που επικρατούσε, δεν εντάχθηκε εύκολα στην αυστηρή κοινωνική δομή. Με το όνομα Στεφανόπουλοι, ένα μέρος των Ποντίων προσφύγων έφυγε για την γαλλοκρατούμενη Κορσική. Παρόλη την αρχική αντίθεση των ντόπιων Κορσικανών κατάφερε να ριζώσει. Αρκετά μέλη της ανελίχθηκαν στην αριστοκρατική τάξη της Γαλλίας Από τους Στεφανόπουλους προερχόταν και η γυναίκα του Μεγάλου Ναπολέοντα, ενώ και ο ίδιος, ως Κορσικανός, είχε αναπτύξει στενότατες σχέσεις με τους Στεφανοπουλαίους Μέχρι σήμερα η ελληνογενής κοινότητα του Καργκέζε διατηρεί την ανάμνηση της ιστορικής της προέλευσης από την Τραπεζούντα.

[11] Στη συλλογική μνήμη των Ποντίων, αυτός ο πόλεμος έχει παραμείνει με το όνομα "τη Καρσί ο πόλεμον".

[12] "Αι μεταναστεύσεις", περ. Εύξεινος Πόντος, Τραπεζούντα, τεύχ. 4 21 Ιουνίου 1880, σελ.51, Σπ. Κωφίδης, "Αι μεταναστεύσεις των Ελληνοποντίων εις Ρωσσίαν κατά τον 19ον αιώνα", περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 34, Ιούλιος-Αύγουστος 1980, σελ.267-271, K. G. Efremov, Tropami Gornogo Tsernamoria, Mόσχα, 1960, σελ.51

[13] Ο Βασικόφ αναφέρει ότι στα πλαίσια της κακής αντιμετώπισης, οι Ρώσοι αποκαλούσαν τους Έλληνες αρνητικά "γιούρκι", δηλαδή "μάγκες". (S. Vasikof, Tipii i harakteri, Σαν Πέτερμπουργκ, 1908, σελ.277.)

[14] Η ελληνική κοινότητα του Χαρμπίν διατηρήθηκε μέχρι την επικράτηση των εθνικιστών στην Κίνα, οπότε εξαπολύθηκε διωγμός κατά των ξένων υπηκόων. Η πλειονότητα των μελών της κοινότητας, οι οποίοι κατείχαν άριστα την κινεζική γλώσσα, κατέφυγε κυρίως στις αγγλόφωνες χώρες.

[15] I. G. Gurdzieff, Rencontrés avec des hommes remarquables, Παρίσι, εκδ. Monde Ouvert, 1979, σελ.64-65. Η οικογένεια του Γ. Γκουρτζίεφ μεταναστεύει στις αρχές του αιώνα στο Καρς από την Αλεξανδρούπολη της Αρμενίας Στην Αλεξανδρούπολη είχε εγκατασταθεί η οικογένεια το 1874 προερχόμενη από την Αργυρούπολη του μικρασιατικού Πόντου. Ο πατέρας του Γεωργίου μεταφέρει στο Καρς το ξυλουργικό του εργαστήριο και στέλνει το γιο του κατ' αρχάς στο ρωσικό γυμνάσιο.

[16] Νίκος Σβορώνος, Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1985, σελ.21, Χρ. Σαμουηλίδης, Η ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού, εκδ. Αλκυών, 1985, σελ.91, Βάλια Δ. Μουρατίδου, Εκατόχρονη Οδύσσεια, Θεσσαλονίκη, 1992, σελ.85-86, Ελευθέριος Παυλίδης, Ο ελληνισμός της Ρωσίας και τα 33 χρόνια του εν Αθήναις σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, Αθήνα, 1953, σελ.91. Στοιχεία υπάρχουν στο: Faruk Bilici, La Politique Francaise en Mer Noire 1747-1789, Κωνσταντινούπολη, εκδ. Isis, 1992. Το φαινόμενο αυτό καταγράφεται και από Τούρκους ιστορικούς Βλ.: Taner Aksam, Turk Ulusal Kimligi ve Ermeni Sorunu, Κωνσταντινούπολη, εκδ. Iletisim, 1993, σελ.12.

[17] Για αναλυτική παρουσίαση του φαινομένου αυτού βλ.: Gelina Harlaftis, A History of Greek-owned shipping. The making of an international tramp fleet, 1830-to the present day, Λονδίνο, εκδ. Routletge, 1996.

[18] Ιωάννα Μίνογλου, "Επιχειρηματικές Στρατηγικές και Δίκτυα των Ελληνικών Οίκων της Μαύρης Θάλασσας, 1870-1917", εισήγηση στο συνέδριο Οι Έλληνες στην Ουκρανία (18ος-20ος αι.) Κοινωνική Ζωή, Εμπόριο, Πολιτισμός, ό.π.

[19] Ελευθέριος Παυλίδης, ό.π., σελ.92.

[20] Για το "Ελληνικό Σχέδιο" βλ.: Yianis Τ. Tiktopulos, Rusko-turetskiye Voini 1789-74, 1787-91 gg. i Sumbi Grekof. Gretseski Proekt Ekaterini II, Μόσχα, εκδ. Universitet Lomonosof, 1992.

[21] Ισαάκ Λαυρεντίδης, "Οι εκ Σοβιετικής Ενώσεως Έλληνες ποντιακής καταγωγής και τα εκ της συνθήκης της Λωζάννης δικαιώματά τους", περ. Αρχείον Πόντου, παρ. 15, Αθήνα, έκδ. Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, 1986, σελ. 21, Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, Ο εν Ρωσσία Ελληνισμός, Αθήνα, εκδ. Τρεμπέλα, 19, σελ.26, Ελευθέριος Παυλίδης, ό.π., σελ.96-98, Χρήστος Σαμουηλίδης, Το χρονικό του Καρς, Αθήνα, εκδ. Γκοβόστη, σελ.15.

[22] Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι Έλληνες, με το όνομα "Ρουμ μιλέτι" (μιλέτι: έθνος), αναγνωρίζονταν ως ένα από τα βασικά έθνη της αυτοκρατορίας με επικεφαλής τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Αναγνωρίζονταν επίσης άλλα τρία "μιλέτια". Το κυρίαρχο μουσουλμανικό, το αρμενικό και το εβραϊκό.

[23] Ισαάκ Ντώυτσερ, Στάλιν, τομ. 1, Αθήνα, εκδ. Χρησμός, 1971, σελ.6.

[24] Ε. Γύπαρης, "Βοήθεια στα σχολεία μας", εφημ. Σπάρτακος, Νοβοροσίσκ, 28 Οκτωβρίου 1922, σελ.1.

[25] Χρήστος Σαμουηλίδης, ό.π., σελ. 16.

[26] S. Vasikof, ό.π., σελ.278.

[27] Ν. Ν, Ιοannidi, Greki v Abhazii, Σοχούμι, εκδ. Αλάτσαρα, 1990, σελ.39.

[28] Το 1897, το ποσοστό των ανθρώπων που ήξεραν γραφή και ανάγνωση στην τσαρική Ρωσία, ήταν 28,4% για τους άνδρες και 16,6% για τις γυναίκες. Περισσότερες από 100 εθνότητες και εθνικές ομάδες ήταν εντελώς αναλφάβητες. Το ποσοστό εγγραμμάτων μεταξύ 9 και 49 ετών στο Τατζικιστάν ήταν 2,3% και στην Κιργιζία 3,1% (Ι. Β. Λένιν, Για την εκπαίδευση, β' έκδοση, Αθήνα, εκδ. Χρόνος 1976, σελ.9).

[29] Στυλιανός Β. Μαυρογένης, Το Κυβερνείον Καρς του Αντικαυκάσου (Καρσκαγια Ομπλαστ), Θεσσαλονίκη, εκδ. Ευξείνου Λέσχης, 1963, σελ.53.

[30] Όπως έγραψε στην αυτοβιογραφία του "Ο πατέρας μου είχε ελληνική καταγωγή. Οι πρόγονοί του είχαν ζήσει στο Βυζάντιο απ' όπου έφυγαν μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπ­ολης από τους Τούρκους για να γλυτώσουν τις διώξεις.. Εγκαταστάθηκαν τελικά στις ανατολικές ακτές της Μαύρης Θάλασσας, στα περίχωρα της κωμόπολης Αργυρούπολης (Γκιουμούς Χανέ). Αργότερα, λίγο πριν τον τελευταίο ρωσο-τουρκικό πόλεμο, πήγαν στη Γεωργία εξαιτίας των επανειλημμένων διωγμών από τους Τούρκους". Στη συνέχεια η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην ελληνική συνοικία της Αλεξανδρούπολης της Αρμενίας, στο ελληνικό σχολείο της οποίας ο Γκουρτζίεφ πήρε τις πρώτες του γνώσεις Το ψευδώνυμο Γκουρτζίεφ το πήρε μάλλον επειδή η οικογένειά του εγκαταστάθηκε κατ' αρχάς στη Γεωργία απ’ όπου ο πατέρας του μετανάστευσε στην Αρμενία. Ο Γκουρτζίεφ ήταν πολύγλωσσος, γεγονός που χαρακτήριζε τους περισσότερους Έλληνες της Υπερκαυκασίας Ο ίδιος έγραφε για την παιδεία του ότι η μητρική του γλώσσα ήταν τα ελληνικά, γνώριζε αρμένικα, επέλεγε να γράφει στα ρωσικά, σκεφτόταν στα περσικά και έλεγε ανέκδοτα στα αγγλικά. (I. G. Gurdzieff, Recontrés avec des hommes remarquables, ό.π., σελ.14, 62.) Στο έργο του Έλληνα διανοητή αναφέρθηκε ο γνωστός Ρώσος συγγραφέας Π. Δ. Ουσπένσκι στο βιβλίο του Εις αναζήτησιν του Κόσμου των Εκπλήξεων.

[31] Για το ρόλο των Ελλήνων της Ρωσίας στην ελληνική εθνεγερσία βλ.: G. L. Ars, "Gretseskoe Kommertserskoe ucolistse Odessy v 1817-1830 gg.-Iz Νovogretseskogo Orosvestseniya", Balkanskie Issledovanija, τόμ. 10 1987, Χίλια Χρόνια Ελληνισμού-Ρωσίας, Αθήνα, εκδ. Γνώση, 1994.

[32] Σταύρος Κανονίδης, "Διαμαρτήρηση", περ. Ο Νουμάς, τόμ. 9,, 1911, σελ.348, Παναγιώτης Νούντσος, Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα, τ. Β', Αθήνα, εκδ. Γνώση, 1993, σελ.488-490.

[33] Ανδρέας Η. Ζαπάντης, Ελληνοσοβιετικές σχέσεις 1917-1941, Αθήνα, εκδ. Εστία, 1989, σελ.24. O συνολικός πληθυσμός της Αυτοκρατορίας ανέρχονταν σε 126.411.736 κατοίκους.

[34] Στην απογραφή του 1926 καταγράφηκαν 195 εθνότητες Δηλαδή μόλις 29 χρόνια μετά την πρώτη καταγραφή βγήκαν στο φως άλλες 70 εθνότητες

[35] Ι. Paraskevopoulos, "Doklad Mandatnoi Komissii", Materiali i Vsesoyiuznogo sezda Grekof SSSR, Γελεντζίκ, 1991, σελ.41.

[36] Kostas Fotiadis, Die islamisierung Kleinasiens und die kryp­tochristen des Pontos, Tύμπιγκεν, 1985.

[37] "Οι Πόντιοι Έλληνες του Καυκάσου", εφημ. Ελεύθερος Πόντος, αριθ. 85, 2 Μαΐου 1921, σελ.1.

[38] Mιχ. Χρ. Αιλιανού, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα, εκδ. Υπ.Εξ., 1921, σελ.88.

[39] Πανάρ. Τοπαλίδης, Ο Πόντος ανά τους αιώνας, Δράμα, 1929, σελ. 246, Ισ. Λαυρεντίδης, "Μετοικεσία Καυκασίων 1895-1907", περ. Αρχείον Πόντου, τόμ. 31, σελ.408.

[40] ΑΥΕ (Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών), υπόμνημα του Κεντρικού Συμβουλίου του Συνδέσμου των εν Ρωσσία Ελλήνων, Β/33.

[41] Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, Ο εν Ρωσία ελληνισμός, Αθήνα, εκδ. Δ. Τρέμπελα, 1919, σελ.8-9.

[42] Μιχ. Χρ. Αιλιανού, ό.π., σελ.90-94.

[43] Ανδρέας Ζαπάντης, ό.π., σελ.27.

[44] ΣΔΡΕ, αρ. πρ. 740/ 30-1- 1935.

[45] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, "Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου (1908-1918), βάσει των Ανεκδότων Εγγράφων και Κρατικών Αρχείων της Αυστροουγγαρίας", ό.π., σελ.13.

[46] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο. Διπλωματικά Έγγραφα από τη Βιέννη (1909-1918), ό.π., σελ.161.

[47] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, "Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου (1908-1918), βάσει των Ανεκδότων Εγγράφων και Κρατικών Αρχείων της Αυστροουγγαρίας", ό.π.

[48] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο. Διπλωματικά Έγγραφα από τη Βιέννη (1909-1918), ό.π., σελ.158.

[49] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, ό.π., σελ.139-140.

[50] Ν. G. Volkof, Kavkaski ethnografitseski sbornik, Μόσχα, εκδ. Νάουκα, 1969, σελ.9.

[51] Ριζούντιος, "Τα γεγονότα της Ριζούντος", εφ. Ελεύθερος Πόντος, Βατούμι, αριθ. 4, 26 Ιουνίου 1919, Μιχ. Χρ. Αιλιανός, ό.π., σελ.85-86.

[52] Δ. Καθενιώτης, "Έκθεσις των ενεργειών μου σχετικώς με το ζήτημα του Πόντου", Οι Έλληνες του Πόντου υπό τους Τούρκους (1461 – 1922), επιμ. Ο. Λαμψίδης, Αθήνα, 1965, σελ.93-94.

[53] Michell Heller-Aleksandr Nekrich, Utopia in Power, Λονδίνο, έκδ. Hutch­inson, 1986, σελ.29-33.

[54] Ο Χρύσανθος είχε έρθει σε επαφή με τις σοσιαλιστικές ιδέες από το 1907, όταν ταξίδεψε στο Βερολίνο μαζί με το φίλο του Γεώργιο Κωνσταντινίδη, που έγινε γνωστός με το ψευδώνυμο Σκληρός (Χρυσάνθου Αναμνήσεις: Βιογραφικαί Αναμνήσεις του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσάνθου του από Τραπεζούντος 1881-1949, επιμ. Γ. Ν. Τασούδης, Αθήνα, 1970.) Οι σοσιαλιστικές ιδέες φαίνεται ότι επηρέασαν το Χρύσανθο, εφόσον σε διάφορα άρθρα του προβαίνει σε θετικές νύξεις. Επιπλέον, η προσωπική του θέση για το γλωσσικό ζήτημα, τον τοποθετούσε στο δημοτικιστικό χώρο. Διαφωτιστική είναι η εργασία: Οδυσσεύς Λαμψίδης, "Γ. Σκληρός και μητροπολίτης Χρύσανθος Φιλιππίδης", περ. Ιστορικά, τόμ. 12, τεύχ. 23, Δεκέμβριος 1995, σελ. 351-368.

[55] Nίτσα Γαβριηλίδου, Ο πατέρας μου Κώστας Γαβριηλίδης, Αθήνα, 1987, σελ. 25.

[56] Χ. Σαμουηλίδης, ό.π., σελ. 45.

[57] "Φωνή Δικαιοσύνης", εφημ. Ήλιος, Οδησσός, 18 Ιουνίου 1917, σελ. 1.

[58] Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, ό.π., σελ.16.

[59] Ν. Ν. Ioannidi, Greki v Abhazii, Σοχούμι, εκδ. Alatsara, σελ. 23-26.

[60] Μια από τις πρώτες κινήσεις των μπολσεβίκων μετά την κατάληψη της νότιας Ρωσίας είναι η συκοφάντηση της Ελλάδας και το σπάσιμο αυτού του ηθικού δεσμού. Σε άρθρο της περιόδου αυτής διαβάζουμε σε ελληνική κομμουνιστική εφημερίδα της νότιας Ρωσίας: "Aλήθεια αυτοί οι πατριώτες τόσο ανόητοι είναι, δεν κατάλαβαν πως η Ελλάδα τους είναι οργανέτο των μεγάλων καπιταλιστών, των μεγάλων προστάτιδων δυνάμεων". ("Απ' τα κεραμίδια", εφημ. Σπάρτακος, Νοβοροσίσκ, αρ. 20, 2 Ιουλίου 1921, σελ.1).

[61] Χριστόφορος Τσέρτικ, Στις επάλξεις του Κάρς, Λάρισα, 1985, σελ.91.

[62] ΑΥΕ, πρεσβεία Πετρουπόλεως προς Υ.Ε., Β/42, 1174/1/14-8-1917.

[63] Κώστας Tσαλαχούρης, Ο Ελληνισμός της Σοβιετικής Ένωσης, Αθήνα, εκδ. Λιβάνη, 1992, σελ.52.

[64] Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, Ο εν Ρωσία ελληνισμός, Αθήνα, εκδ. Τρεμπέλα, 1919, σελ.17.

[65] ΑΥΕ, Κεvτρικόν Εκτελεστικόν Συμβούλιον του Συνδέσμου των εν Ρωσσία Ελλήνων, 15-7-1917, Β/58.

[66] Η φοίτηση σ' αυτά είναι κοινή για αγόρια και κορίτσια. Τα υποχρεωτικά μαθήματα σ' αυτόν τον κύκλο είναι: Ιερά ιστορία, ελληνική και ρωσική γλώσσα, αριθμητική και στοιχεία γεωμετρίας, πατριδογραφία (της περιφέρειας όπου βρίσκεται το σχολείο), φυσική ιστορία, εθνική ιστορία, υγιεινή, καλλιγραφία, ιχνογραφία, εργόχειρα (για τα κορίτσια) και χειρωνακτική εργασία (για τα αγόρια), ωδική και γυμναστική. [Μάρθα Καρπόζηλου, Ελληνική Εκπαίδευση (1917-1937), Ιωάννινα, 1991, σελ.218-219.]

[67] Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, ό.π., σελ.19.

[68] AYE, 1917-1918, Β/42, Ελληνισμός Ρωσίας, αριθ. 19137, Σύνδεσμος των εν Ρωσία Ελλήνων, Κεντρικόν Συμβούλιον προς την Βασιλικήν Κυβέρνησιν της Ελλάδος, Ροστόβ, 9-1-1918.

220 Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, ό.π., σελ.21.

[70] Διον. Γ. Μεταξάς- Λασκαράτος, Δεύτε λάβετε φως, Οδησσός, εκδ. Χρυσογέλου, 1917, σελ.88.

[71] E. Παυλίδης, ό.π.,ς 98-101, Θεολόγος Παναγιωτίδης, ό.π., σελ.22.

[72] Ανδρέας Ζαπάντης, ό.π., σελ.24.

[73] N. G. Volkof, Kavkaski ethnografitseski sbornik, Μόσχα, εκδ. Νάουκα, 1969, σελ.9, Ηρακλής Ι. Κιλλαχίδης, "Το χωριό Σιντισκόμ", περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 110, Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1996, σελ.165-167.

[74] Στυλιανός Β. Μαυρογένης, ό.π., σελ.205-221.

[75] Οι Έλληνες της Ρωσίας δηλώνουν ότι δέχονται τυπικώς τη Διοικούσα Σύνοδο της ρωσικής εκκλησίας, εφόσον η διεκδίκηση Αυτοκεφάλου μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα, προσκρούοντας στο Κανονικό Δίκαιο, κατά το οποίο η εκκλησιαστική χειραφέτηση ακολουθεί την πολιτική και δεν επιτρέπει τη συνύπαρξη δύο ορθοδόξων επισκόπων στον ίδιο χώρο.

[76] Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, ό.π., σελ.28.

[77] ΑΥΕ Κεντρικόν Εκτελεστικόν Συμβούλιον του Συνδέσμου των εν Ρωσσία Ελλήνων. Ροστόβ 15/7/1917, φακ. Β/58.

[78] Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, ό.π., σελ.26, Ελευθέριος Παυλίδης, ό.π., σελ.96-98.

[79] 'Eχουν ενδιαφέρον οι τέσσερις προτάσεις που κατατέθηκαν στο Συνέδριο αυτό για την επίλυση του εκκλησιαστικού ζητήματος 1) Η ελληνική εκκλησία να υπαχθεί στον ορθόδοξο Αρχιεπίσκοπο Γεωργίας, 2) Την διοίκηση της ελληνικής εκκλησίας Αρμενίας να έχει εκκλησιαστικό Συμβούλιο, μέχρι να αναγνωριστεί η γεωργιανή εκκλησία αυτοκέφαλος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, 3) Να παραμείνει ως ανεξάρτητη εκκλησία, 4) Να υπαχθεί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και 5) Να υπαχθεί στη Μητρόπολη Τραπεζούντας (Στυλιανός Β. Μαυρογένης, ό.π., σελ.232-233).

[80] Το ανεξάρτητο κράτος της Γεωργίας ιδρύθηκε το καλοκαίρι του 1918. Αναγνωρίστηκε από τη Σοβιετική Ρωσία και από τις μεγάλες δυνάμεις Τον Φεβρουάριο του 1921 υπέκυψε στην επίθεση των μπολσεβίκων.

[81] Ισαάκ Λαυρεντίδης, "Μετοικεσία Καυκασίων 1895-1907", Αρχείον Πόντου, τόμ. 31, σελ.425.

[82] Γ. Καραπατάκης, "Υπόμνημα περί των Καυκασίων μεταναστών και των προσφύγων του Πόντου", περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 3, Μάιος '75, σελ.28.

[83] N. N. Ioannidi, Greki v Abhazii, Σοχούμι, εκδ. Αlatsara, σελ.28. Oμογενή, "Το κοινωνικό πρόβλημα των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης", περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 80, Ιανουάριος-Φεβρουάριος- Μάρτιος 1990, σελ.10.

[84] To Συνέδριο αυτό έγινε στο Μπακού το Σεπτέμβριο του 1920 και είχε ως στόχο την επικράτηση των μπολσεβίκων και των ιδεών τους στην Υπερκαυκασία. Είναι πιθανόν οι συγκεκριμένες καταγγελίες να εξυπηρετούσαν την πρόθεση των μπολσεβίκων για στρατιωτική επέμβαση στην Γεωργία. (Ε. Χ. Καρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης 1917-1923, τόμ. 3, Αθήνα, εκδ. Υποδομή, 1977, σελ.460).

[85] Στυλιανός Μαυρογένης, ό.π., σελ. 205.

[86] ΑΥΕ, Α/5/VI(4), από έκθεση του συνταγματάρχη πυροβολικού του τσαρικού στρατού Δ. Πανταζίδη που στάλθηκε στις 28-11-1918 προς τον πρόξενο του Αικατερινοντάρ Τζανέτο.

[87] Διοικητής της μεραρχίας ορίστηκε ο συνταγματάρχης Ανάνιος Διοικητής του 1ου Συντάγματος διορίστηκε ο συνταγματάρχης Κυληνκάροφ, του 2ου Συντάγματος ο συν/ρχης Αθανασίεφ (Ρώσος), του 3ου Συντάγματος ο συν/ρχης Ευαγγελίδης, του Πυροβολικού Συντάγματος ο συν/ρχης Δ. Πανταζίδης Ο λοχαγός Χαρίτοφ διορίστηκε διοικητής ιππικού και διοικητές των τριών πυροβολαρχιών ταγματάρχες Οικονόμου, Σακελλαρίου και Μιχαήλοφ (Ρώσος). [ΑΥΕ, Α/5/VI(4).]

[88] Οδυσσεύς Λαμψίδης, Οι Έλληνες του Πόντου υπό τους Τούρκους (1461-1922), Αθήνα, 1957, σελ.44-45.

[89] Χριστόφορος Τσέρτικ, ό.π., σελ.92.

[90] AYE, A/5/VI(4).

[91] Χριστόφορος Τσέρτικ, ό.π., σελ.67-68.

[92] ΑΥΕ, Α/5/VI(4).

[93] ΑΥΕ, Α/5/VI(4).

[94] Δ. Ψαθάς, ό.π., σελ.288, 430, Χ. Σαμουηλίδης, ό.π., σελ.47.

[95] Χριστόφορος Τσέρτικ, ό.π., σελ. 80-90, Στυλιανός Β. Μαυρογένης, ό.π., σελ.207

[96] N. N. Ioannidi, ό.π., σελ.26.

[97] Του ελληνικού εθνικού κινήματος, μενσεβικικής απόκλισης, ηγήθηκαν ο πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας Ι. Πασαλίδης και ο Τσάτσας (N. N. Ioannidi, ό.π., σελ.26.)

[98] AYE, A/5/VI(4).

[99] Στις δύο πρώτες συνεδριάσεις της Κεντρικής Επιτροπής είχε παρθεί η απόφαση για συνέχιση του πολέμου με τη Γερμανία και τη μετατροπή του σε επαναστατικό. Στις 21 Ιανουαρίου 1918, αφού έγιναν γνωστοί οι όροι των Γερμανών, σε μια συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής όπου πήραν μέρος και οι αρχηγοί των αντιπροσωπειών που ήρθαν για το 3ο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, ο Λένιν ηττάται για πρώτη φορά. Αλλά και ύστερα από την υπογραφή των όρων της συνθήκης η ομάδα των Τρότσκι-Μπουχάριν αγωνίστηκε σ' ένα ειδικό συνέδριο του κόμματος το Μάρτιο για τη μη επικύρωση της συνθήκης(Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Λένιν-Βιογραφία, Αθήνα, εκδ. Μαντζαρίδη-Πέππα, 1956, σελ.92, Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, Περεστρόικα. Νέα σκέψη για τη χώρα μας και τον κόσμο, Αθήνα, εκδ. Νέα σύνορα, 1987, σελ.172-174, Άντριους Ροθστάιν, ό.π., σελ.55)

[100] Σαν αποτέλεσμα της συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ βρέθηκαν υπό γερμανική κατοχή 56.000.000 υπήκοοι της ρωσικής αυτοκρατορίας, δηλαδή το 26% του πληθυσμού καθώς και το 27% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων, το 33% των βιομηχανιών της, το 73% της παραγωγής σιδήρου και το 89% της παραγωγής άνθρακος H Ρωσία απώλεσε την Πολωνία, τη Φιλανδία, τις Βαλτικές χώρες, την Ουκρανία, καθώς επίσης και 1.000 εργοστάσια κατασκευής μηχανών και 900 υφαντουργεία. (Άντριου Ροθστάιν, Από το Ποτέμκιν στο Στάλινγκραντ. Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, Αθήνα, εκδ. Χρόνος, 1954, σελ.54, Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τ. Η1Η2, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 1965 σελ.92, Β. Ι. Λένιν, Η επαναστατική φρασεολογία, Αθήνα, εκδ. Χρόνος, 1974 σελ.37-38.)

[101] Ε. Χ. Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης 1917-1923, τόμ. 1, Αθήνα, εκδ. Υποδομή, 1977, σελ.451.

[102] Άντριου Ροθστάιν, ό.π., σελ.74.

[103] Χρύσανθος Μητροπολίτης Τραπεζούντος, Η εκκλησία Τραπεζούντος, Αθήνα, 1931, σελ.162. Oι "τσετέδες" είναι οι άτακτοι Τούρκοι.

[104] Χρύσανθος Μητροπολίτης Τραπεζούντος, "Εκκλησία Τραπεζούντος", Αρχείον Πόντου, τόμ. σελ.750-751. O Xρύσανθος αναφέρει την "Ελληνική Εθνική Ενωση" ως "Εθνική Ένωση Νέων Τραπεζούντας". Η ακριβής ονομασία είναι η πρώτη.

[105] Α. Κ. Σιδηρόπουλος, "Ο γυμναστικός σύλλογος Ακρίτας", Αρχείον Πόντου, τομ. 28, Αθήνα 1966-1967, σελ.372.

[106] A.Y.E., A/5/VI(4).

[107] Χρύσανθος, ό.π., σελ.750-751, Α. Κ. Σιδηρόπουλος, ό.π., σελ.371, Ριζούντιος, "Τα γεγονότα της Ριζούντος", εφ. Ελεύθερος Πόντος, Βατούμι, αριθ. 4, 26 Ιουνίου 1919.

[108] Θεόδωρος Θεοδουλίδης,"Η επιδρομή των Τούρκων τσετέδων στο χωριό Γετουρμάζ της ενορίας Λερίου", Ποντιακή Εστία, τεύχ. 65, Απρίλιος-Μάιος-Ιούνιος 1986, σελ.38-41.

[109] Χ. Σαμουηλίδης, ό.π., σελ. 48, 74, Δ. Ψαθάς, Η γη του Πόντου, Αθήνα, χ.χ., σελ. 250, 290. Γ. Βαλαβάνης, Σύγχρονος Γενική Ιστορία του Πόντου, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδη, 1986, σελ.12.

[110] Μιχ. Χρ. Αιλιανός, ό.π., σελ.84.

3 σχόλια:

  1. What's up to all, how is the whole thing, I think every one is getting more from this website, and your views are pleasant in support of new users.

    My blog post :: how To buy And sell cars

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. I like the vаluable info you pгovіde іn your aгtіcles.
    I'll bookmark your blog and check again here frequently. I am quite sure I will learn lots of new stuff right here! Best of luck for the next!

    Here is my site dallas seo company

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Attrасtіνe pοrtіοn of сοntent.
    I simply stumbled upon уοur wеb sitе аnԁ
    in accesѕion capіtal tο claim that I get
    in fact loved aсcount your weblоg
    pоsts. Anу way Ι'll be subscribing on your feeds and even I success you get admission to consistently rapidly.

    my weblog; seo company in dallas tx

    ΑπάντησηΔιαγραφή