ΑΓΤΖΙΔΗΣ ΒΛΑΣΗΣ :Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα»

Το κείμενο που δημοσιεύω είναι (“Η αντιμετώπιση των προσφύγων”) από τό κεφάλαιο: Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα». Συμπεριλαμβάνεται στο υπό έκδοση βιβλίο:

Γιώργος Κόκκινος-Βλάσης Αγτζίδης-Έλλη Λεμονίδου, Η μνήμη και το τραύμα. Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη σε όλο τον κόσμο, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα.

Τα υπόλοιπα μέρη της μελέτης μου επιγράφονται:

-Ταυτότητες μέσα στο χρόνο,

-Στη Σοβιετική Ένωση μετά την Έξοδο

σοβιετικός ελληνισμός του Μεσοπολέμου, Οι σταλινικές διώξεις, Η νέα έξοδος),

-Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα»

(Η αντιμετώπιση των προσφύγων, Κράτος και πρόσφυγες, Πρόσφυγες κι Αριστερά),

-Πολιτικές και κοινωνικές συμπεριφορές των προσφύγων.


Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα»

Η αντιμετώπιση των προσφύγων. Οι δικοί μας Παλαιστίνιοι

Η ελλαδική κοινωνία είχε ήδη διαμορφώσει τις εικόνες της για τους ομοεθνείς της απ’ την άλλη πλευρά του Αιγαίου. Και οι εικόνες αυτές ήταν ήδη αρνητικές απ΄ την εποχή του ’16, που απ’ τη μια το Εργατικό Κέντρο Αθηνών ζητούσε να απαγορευτεί η πρόσληψη προσφύγων εργατών και απ’ την άλλη οι πρωτοφασιστικές ομάδες των

«Επίστρατων» του Δ. Γούναρη και του Ι. Μεταξά οργάνωναν το πογκρόμ κατά των προσφύγων ως βενιζελικών[1].

Το αρνητικό στερεότυπο που είχε δημιουργηθεί στην ελλαδική κοινωνία από τη φιλομοναρχική προπαγάνδα θα επιβεβαιωθεί πλήρως από έναν κορυφαίο διανοούμενο, εκφραστή του βαλκανικού ελληνικού εθνικισμού, τον Ίωνα Δραγούμη, ο οποίος το 1919 θεωρούσε ότι οι Μικρασιάτες, όπως και οι Κρητικοί, ήταν τα όργανα υποταγής της Παλαιάς Ελλάδας στον «αγγλογαλλικό ιμπεριαλισμό»[2].

[Στη φωτογραφία: Το Ανάθεμα κατά του Βενιζέλου το 1916.Η Ελλάδα βρισκόταν στον αστερισμό ενός απόλυτου διχασμού. Τη στιγμή που οι Έλληνες της Ανατολής καταδιώκονταν από τους νεότουρκους στις πατρίδες τους και κατέφευγαν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα , την ίδια στιγμή εξαπέλυαν εναντίον τους (ως βενιζελικών) θανατηφόρα πογκρόμ οι "Επίστρατοι" των Μεταξά και Γούναρη στην Αθήνα]

Η αρχική μαζική εγκατάσταση Ποντίων προσφύγων στην Ελλάδα θα σημειωθεί κατά τρία κύματα: κατά την πρώτη φάση της γενοκτονίας στον Πόντο (1916-1918), μετά την αποχώρηση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος από τη Νότια Ρωσία τον Ιούνιο του 1919 και μετά την εκκένωση του Καρς και Αρνταχάν και τη δημιουργία ενός σημαντικού ελληνικού προσφυγικού ζητήματος στη Νότια Ρωσία[3]. Χιλιάδες απ’ αυτούς θα έρθουν στην Ελλάδα την περίοδο 1919-1920. Η κατάσταση όπως αποτυπώνεται στις ανταποκρίσεις της εποχής είναι κακή: «Οι δυστυχείς Καυκάσιοι λιμοκτονούν και πάλιν, παρά τας διαφόρους διαβεβαιώσεις, ότι ελήφθη πάσα φροντίς να μη μένωσι νηστικοί, ότι θα γίνουν πρατήρια, ότι τέλος δεν θ’ αποθάνουν από την πείναν και το κρύο… Μετά φρίκης μανθάνομεν ότι αποθνήσκουν 44 καθ’ εκάστην…. Εμάθομεν ακόμη ότι τα δήθεν Νοσοκομεία των προσφύγων είναι σε αθλία κατάστασιν, υπάρχουν μόνον δύο ιατροί, οι οποίοι μόλις προφταίνουν να πιστοποιούν τους θανάτους, Δεν θέλομεν να είπωμεν περισσότερα, νομίζομεν όμως ότι αν τους παραδίδομεν εις τον Μουσταφά Κεμάλ, θα τους μεταχειρίζετο ίσως καλύτερον…»[4].

Μετά τις εκλογές του 1920 η Μικρασιατική Εκστρατεία μετατράπηκε σε μια άχαρη στρατιωτική εμπλοκή, από την οποία οι κρατούντες προσπαθούσαν συνεχώς, και ανεπιτυχώς, να απεμπλακούν. Πριν ακόμα από την Καταστροφή οι μοναρχικές εφημερίδες ζητούσαν να επιστρέψει ο στρατός «Οίκαδε» και καλούσαν να σταματήσει να χύνεται το αίμα των «Πομερανών» τους στην άξενη Μικρά Ασία[5]. Οι Μικρασιάτες ήταν ήδη ανεπιθύμητοι στην Ελλάδα και αυτό εκφράστηκε στο υψηλότατο δυνατό επίπεδο τον Ιούλιο του 1922, όταν με το νόμο 2670/1922 και με τις υπογραφές του βασιλιά Κωνσταντίνου, Γούναρη και Ρούφου απαγορεύτηκε στον ελληνικό πληθυσμό της Ιωνίας να αποχωρήσει, ενώ είχε ήδη αποφασιστεί η εκκένωση της Μικράς Ασίας από τον ελληνικό στρατό. Αυτό συνέβη τη στιγμή που η ίδια κυβέρνηση είχε απαγορεύσει τον εξοπλισμό των Μικρασιατών και τη δημιουργία μικρασιατικού στρατού με στόχο την αυτονόμηση της Ιωνίας θέτοντας εκτός του πλαισίου της νομιμότητας και τη δράση της Μικρασιατικής Άμυνας. Αλλά και μετά την κατάρρευση του Μετώπου τον Αύγουστο του ΄22, η ελληνική κυβέρνηση με τηλεγράφημά της προς τον αρμοστή στη Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη του ζητά να μην επιτρέψει τους Έλληνες της Ιωνίας να φύγουν για την Ελλάδα και δημιουργηθεί έτσι «προσφυγικό πρόβλημα». Χαρακτηριστικό είναι το στιγμιότυπο που διασώζει ο Γρηγόρης Δαφνής: Λίγο πριν την αναχώρηση από τη Σμύρνη των ελληνικών υπηρεσιών και ενώ το μέτωπο είχε σπάσει, ο νεαρός πολιτικός Γεώργιος Παπανδρέου ενημερώνεται από τον Στεργιάδη για την επερχόμενη καταστροφή. Στην ερώτηση του Παπανδρέου «Γιατί δεν ειδοποιείται τον κόσμο να φύγει;», ο Στεργιάδης απαντά: «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα»[6].

Ως αποτέλεσμα της πολιτικής εθνικής εκκαθάρισης που επέλεξαν οι νικητές και εκφράστηκε, πραγματικά αλλά και συμβολικά, με τη σφαγή και την πυρπόληση της Σμύρνης, οι ακτές της Ελλάδας γέμισαν από τους δεκάδες χιλιάδες απόκληρους πρόσφυγες της Καταστροφής[7]. Η παρακάτω εικόνα από τις πρώτες μέρες της ήττας, είναι χαρακτηριστική: «Δεν άκουγε κανείς εκείνες τις μέρες τίποτα άλλο από τα στόματα όλων αυτών παρά κατάρες στο Βενιζέλο και βλαστήμιες: ‘’Αχ αυτοί οι τουρκοσπορίτες Έλληνες της Μικράς Ασίας μας πήραν στο λαιμό τους. Μακάρι να τους σφάξει όλους ο Κεμάλ και να μη μείνει ούτε ποδάρι από δαύτους’’…»[8] Η μοναρχική παράταξη θεωρούσε τους πρόσφυγες «ξένο σώμα» στην Ελλάδα[9].

Ο αρχικός εκνευρισμός που ένοιωσαν οι ντόπιοι για τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής πήρε σύντομα τη μορφή εχθρότητας[10]. Η ρατσιστική συμπεριφορά κατά των προσφύγων θα αποτελέσει γενικευμένη κοινωνική συμπεριφορά, τόσο των ελλαδιτών Ελλήνων, όσο και των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων που κατοικούσαν τότε στην Ελλάδα. Δεν θα υπάρξουν σημαντικές εκδηλώσεις κοινωνικής αλληλεγγύης[11]. «Η βρισιά ΄΄τουρκόσπορος΄΄ μαζί με σωρό ανάλογες βρισιές, όπως ΄΄σκατοουγλούδες΄΄, ΄΄παληοαούτηδες΄΄ κ.λπ. ήταν στην ημερήσια διάταξη, από ανώτερα και κατώτερα κυβερνητικά όργανα…»[12] Το συναίσθημα αυτό περιγράφεται από τον Π. Κανελλόπουλο: «Μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, που από το 1915 είχε διχασθεί δεν αντίκρυσε τους πρόσφυγες με συμπάθεια, όταν τα αδυσώπητα κύματα της ιστορίας τους έριξαν πάνω στους βράχους της Ελλάδας. Δεν υπήρξε συμπάθεια, δεν υπήρξε απάθεια, υπήρξε αντιπάθεια.»[13]. Για τους ίδιους τους πρόσφυγες, η επαφή με τους γηγενείς υπήρξε ένα τραυματικό πολιτισμικό σοκ[14].

Με την έναρξη της ανταλλαγής των πληθυσμών, ως απόρροια της συνθήκης της Λωζάννης, θα αρχίσει η ολοκλήρωση της μετακίνησης. Στα λοιμοκαθαρτήρια της Μακρονήσου, του Αγίου Γεωργίου Σαλαμίνας, του Καραμπουρνού στη Θεσσαλονίκη, στο Βίδο, γνωστό και ως «νησί του θανάτου» στην Κέρκυρα και άλλού θα επαναληφθούν οι σκηνές του 1920. Χιλιάδες εξαθλιωμένοι πρόσφυγες θα χάσουν τη ζωή τους στον προθάλαμο της «μητέρας-πατρίδας»[15]. Ο Κώστας Γαβριηλίδης θα γράψει: «Γεμάτη από στερήσεις η ζωή. Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη καμιά. Δουλειά δεν υπήρχε πουθενά. Ζώα και γεωργικά εργαλεία για να επιδοθούμε στην καλλιέργεια δεν είχαμε… Περάσαμε μια ζωή δραματική. Ο κόσμος λιποθυμούσε από την πείνα. Τα παιδιά μας είχαν μείνει πετσί και κόκαλο…»[16].

Οι γηγενείς της υπαίθρου θα ανταγωνιστούν τους πρόσφυγες προσπαθώντας να καταπατήσουν τα Ανταλλάξιμα κτήματα. Συνήθως οι πρόσφυγες δέχονται οργανωμένες επιθέσεις από ομάδες γηγενών, που προσπαθούσαν να τους εκδιώξουν από τα μέρη τους. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του κλίματος στο χωριό Ροδολείβος της Δράμας όπου φανατισμένοι ντόπιοι απειλούσαν ότι: «θα σφάξωσι, θα εκδιώξουσι τους πρόσφυγας δι’ όπλων, μαχαίρων, και ροπάλων»[17]. Οι συγκρούσεις θα είναι πολλές, όπως και τα ρατσιστικά συναισθήματα, τα οποία πολλές φορές θα είναι η αιτία των επιθέσων. Χαρακτηριστική είναι η εξήγηση που δίνεται για τη δολοφονία ενός πρόσφυγα από ένα γηγενή στη Νιγρήτα Σερρών: «Τα πραγματικά ελατήρια του φόνου δεν είναι, ως ταύτα μας παρουσιάζονται, η κλοπή ή η ανεύρεσις ενός απωλεσθέντος σχοινίου. Είναι το μίσος, τα πάθη τα οποία εδημιουργήθησαν μεταξύ των εντοπίων και των προσφύγων δια την κατάληψιν των υπό των Οθωμανών καταληφθέντων κτημάτων και γαιών»[18].

Οι μεγαλύτερης έκτασης συγκρούσεις για τη νομή της ανταλλάξιμης Περιουσίας έγιναν στο Κιούπκιοϊ (νυν Πρώτη) Σερρών. Σε συζήτηση για τα επεισόδια, ο Φ. Μανουηλίδης, αρχηγός της προσφυγικής κοινοβουλευτικής ομάδας θα αναφέρει κατά τη συζήτηση που θα γίνει στη Βουλή των Ελλήνων: «Κατόπιν αιματηράς και προμελετημένης συγκρούσεως εχύθη αθώον και άφθονον αίμα, τα ατυχή δε θύματα της αδελφοκτόνου συγκρούσεως αριθμούνται κατά δεκάδας. Η υπολανθάνουσα αντιζηλία και έχθρα μεταξύ των προσφύγων και εντοπίων… εγκυμονεί κίνδυνον εξαιρετικής σοβαρότητας.» Τα γεγονότα συνέβησαν το φθινόπωρο του 1924, όταν οπλισμένες ομάδες γηγενών επιτέθηκαν στον οικισμό των προσφύγων. Ο Τύπος της εποχής αναφέρει ότι: «ετραυμάτισαν 17 πρόσφυγας, το πλείστον γυναίκας, πυρπολήσαντες τας σκηνάς, τους σταύλους, τους αχυρώνας, λεηλατήσαντες τας αποσκευάς…»[19]. Αιτία ήταν η προσπάθεια των γηγενών να εκδιώξουν τους πρόσφυγες από Ανταλλάξιμα κτήματα, ώστε να τα καρπωθούν οι ίδιοι.

Ο Οδ. Λαμψίδης υπολογίζει ότι από το 1.5 εκατομμύριο προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής οι Πόντιοι πρόσφυγες από τον Πόντο, τον Καύκασο και τη Νότια Ρωσία που ήρθαν στην Ελλάδα ανέρχονταν σε 400.000[20]. Καθ’ όλη την πρώτη περίδο εγκατάστασης η θνησιμότητα ήταν πολύ μεγάλη. Αυξήθηκε επίσης κατά πολύ το ποσοστό αυτοκτονιών. Η R. Hirschon εκτιμά ότι αντιστοιχούσαν τρεις θάνατοι σε μια γέννηση[21]. Οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής (Ίωνες, Πόντιοι, Καππαδόκες, Ανατολικοθρακιώτες) που εγκαθίστανται στις πόλεις, κατοικούν σε ειδικούς συνοικισμούς που ανεγείρονται με φτηνά υλικά και παρέχουν στοιχειώδεις συνθήκες διαμονής. Ειδικά στο λεκανοπέδιο θα συμβεί ο πρώτος μεγάλος κοινωνικός διαχωρισμός που θα απεικονιστεί και στο γεωγραφικό χάρτη[22]. Οι πρόσφυγες θα εγκατασταθούν κυρίως στις γειτονιές του Πειραιά, στις περιφερειακές συνοικίες της Αθήνας και σε κάποιους οικισμούς που θα δημιουργηθούν στην Αττική (Άγιος Στέφανος, Κρυονέρι). Οι ντόπιοι θα αποσυρθούν στις δικές τους γειτονιές και συνοικίες[23]. Η αντιπροσφυγική στάση της συντηρητικής παράταξης θα διατηρηθεί για αρκετά χρόνια μετά την Καταστροφή[24].

Έξι χρόνια μετά θα υπάρχουν κείμενα με τα οποία επιζητούσαν τον «εξαγνισμό της πρωτεύουσας», τον διαχωρισμό των «καθαρόαιμων Ελλήνων» από τους «Τουρκόσπορους»[25]. Παράδειγμα της αντιπροσφυγικής υστερίας που διακατείχε τους φιλομοναρχικούς πολίτες ήταν τα συνθήματα που ακούστηκαν στις 9 Νοεμβρίου 1923 στο συλλαλητήριο των μοναρχικών στις στήλες του Ολυμπίου Διός, όπου το χαρακτηριστικότερο ήταν: «Φωτιά στους τουρκόσπορους πρόσφυγες». Η στάση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στον αμαθή «αυτόχθονα» λαό που φανατίζεται από τους επιτήδειους μοναρχικούς πολιτικούς, αλλά χαρακτηρίζει και τη διανόηση του ελλαδικού Βασιλείου[26].Χαρακτηριστικές είναι οι εξάρσεις του Γεωργίου Βλάχου στην εφημερίδα«Καθημερινή», ο οποίος ακόμη και το 1928 αποκαλεί τους πρόσφυγες ως «προσφυγική αγέλη». Ο Νίκος Κρανιωτάκης, φιλομοναρχικός εκδότης του Πρωινού Τύπου, θα απαιτήσει το 1933, στην εφημερίδα του, να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορέσουν κίτρινα περιβραχιόνια για να τους διακρίνουν και να τους αποφεύγουν οι Έλληνες[27]. Ενώ ο βουλευτής Σπετσών Περικής Μπουρμπούλης θα πεί το 1934 στους πρόσφυγες βουλευτές ότι οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης «είναι πιο Ρωμιοί από σας»[28].

Χαρακτηριστική της νοοτροπίας της ηγετικής τάξης των μοναρχικών αποτελεί το παρακάτω απόσπασμα: «Συμπονούμεν και συμπαθούμεν τους πρόσφυγας ως ανθρώπους και αδελφούς δυστυχήσαντας και παθόντας, αλλά δεν τους θέλομεν ούτε ως ψηφοφόρους, ούτε ως εκλογείς, ούτε ως εκλεξίμους, ούτε ως πολίτας δικαιουμένους να κυβερνήσουν την Ελλάδα»[29].

Ακραία εκδοχή της αντιπροσφυγικής υστερίας θα αποτελέσει η φιλοβασιλική «Μακεδονική Ένωση» του Σ. Γκοτζαμάνη, που προέρχεται από το χώρο του Λαϊκού Κόμματος. Η «Μακεδονική Ένωση» θέτει δύο στόχους: την αυτονόμηση της Μακεδονίας και την εκδίωξη των προσφύγων. Στις εκλογές του 1935 θα καταφέρει να συγκεντρώσει το 14,8% των ψήφων στην Μακεδονία[30]. Ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα των βενιζελικών του 1935 οι επιθέσεις κατά των προσφύγων οξύνονται και περιλαμβάνουν ακόμα και πυρπολήσεις προσφυγικών οικισμών. Ο εμπρησμός του προσφυγικού οικισμού του Βόλου περιγράφεται ως εξής: «Αντιβενιζελικοί μπράβοι βάζουν φωτιά στα προσφυγικά παραπήγματα και γίνεται στάχτη μαζί με την περιουσία των προσφύγων κι ένας νεαρός πρόσφυγας που δεν πρόλαβε να φύγει…»[31].

Παρότι τις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν τα ραγδαία γεγονότα θα μεταβάλουν τις αντιλήψεις, εν τούτοις η πρωταρχική αντιπάθεια θα εξακολουθήσει να εκφράζεται με διάφορους τρόπους. Τα παλιά εχθρικά συναισθήματα και αρνητικά στερεότυπα θα παραχωρήσουν τη θέση τους στην υποτίμηση. Στα νέα στερεότυπα, τη θέση του «τουρκόσπορου» καταλαμβάνει πλέον ο γελοιοποιημένος «Πόντιος». Ο λαογράφος Ηλίας Πετρόπουλος υποστηρίζει: «Οι ελλαδικοί νεοέλληνες δεν συμπαθούν τους πρόσφυγες. Και ακριβώς: “τα αντιποντιακά ανέκδοτα που σήμερα κυκλοφορούν, εκφράζουν (σε τελικήν ανάλυση) την αντιπάθεια των γηγενών κατά της πολυπληθέστερης προσφυγικής ομάδας που εγκαταστάθηκε στη χώρα μας…Τα αντιποντιακά ανέκδοτα αποτελούν ένα τυπικό δείγμα προφορικού ενδορατσισμού.»[32]

Κατά των νέων προσφύγων από την πρώην ΕΣΣΔ

Και αν για τους ενσωματωμένους Πόντιους πρόσφυγες του ’22, η κοινωνική απαξίωση θα περιοριστεί στο χώρο των στερεοτύπων, για τους νέους Πόντιους πρόσφυγες από την Σοβιετική Ένωση η κοινωνική περιθωριοποίηση θα είναι η κύρια συμπεριφορά της ελλαδικής κοινωνίας. Μόνο που αυτή τη φορά με τον όρο ελλαδική κοινωνία δεν εννοούνται μόνο οι παλιοί γηγενείς, αλλά και οι νέοι, οι ενσωματωμένοι πλέον απόγονοι των προσφύγων του ’22. Στις περιοχές που εγκαταστάθηκαν τα προσφυγικά-μεταναστευτικά κύματα από την πρώην ΕΣΣΔ θα υπάρξουν παρόμοια προβλήματα μ’ αυτά της δεκαετίας του ’20. Σε εφημερίδα του Μενιδίου το 1989 θα γραφτεί: «Έντονο κύμα διαμαρτυριών εναντίον των Ποντίων προσφύγων που κατοικούν στην πόλη μας και πολύ περισσότερο εναντίον εκείνων που θα έρθουν σύντομα από Σοβιετική Ένωση ξέσπασε την περασμένη εβδομάδα από τους ντόπιους κατοίκους του Μενιδίου. … Απειλούν να προβούν σε δραστηριότητες τέτοιες εναντίον των προσφύγων… ώστε να τους αποβάλλουν.»[33] Τα συναισθήματα των γηγενών περιγράφονται σε άρθρο που δημοσίευσε η ίδια εφημερίδα με τον τίτλο «Θαρραλέα φωνή», στο οποίο οι νέοι Πόντιοι πρόσφυγες αποκαλούνται «τυχών Έλληνες» και θεωρεί ότι λόγω της έλευσής τους «η πατρίδα μας κατάντησε η σαβουροχώρα της Ευρώπης.»[34]

Στην Αττική, οι μετανάστες-πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο Μενίδι, στον Ασπρόπυργο (στην περιφέρεια του οποίου ιδρύθηκαν νέα χωριά προσφύγων, όπως η Γκοριτσά, η Άνω και η Κάτω Φούσα), στην Ελευσίνα, στις Τζιτζιφιές της Καλλιθέας κ.ά. Στη Θεσσαλονίκη, στη Σταυρούπολη, στην Πολίχνη, στον Εύοσμο, στο Κορδελιό, στη Μενεμένη, στην Ιωνία και σε άλλες περιοχές της δυτικής περιοχής[35]. Αρκετοί πήγαν στην Κομοτηνή και εγκαταστάθηκαν στα άδεια σπίτια της Εκτενεπόλ[36]. Σε μερικές περιοχές, όπου υπήρχε από πριν ποντιακή εγκατάσταση, οι μετανάστες-πρόσφυγες αποκαταστάθηκαν ευκολότερα[37]. Από τις στήλες του Τύπου άρχισε να εμφανίζεται ένας ιδιότυπος ρατσισμός κατά των Ποντίων[38]. Η αρχή ανιχνεύεται στην αντίθεση των ντόπιων στις περιοχές όπου εγκαθίσταντο[39].

Αποκορύφωμα της ρατσιστικής στάσης ήταν η άρνηση της Κοινότητας του χωριού Μεταμόρφωση της Χαλκιδικής να εγγράψει τους μετανάστες-πρόσφυγες, που είχαν εγκατασταθεί σ’ αυτό, στα δημοτολόγια. Στην απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου χρησιμοποιήθηκαν οι όροι “Ρωσότουρκοι” και “Ρωσοπόντιοι”, ενώ γράφτηκε και η εξής πρόταση: “Οι Ρωσότουρκοι να πάνε στο νομό Ξάνθης”[40]. Αντίστοιχο επεισόδιο συνέβη στο χωριό Λητή, έξω από τη Θεσσαλονίκη, όπου δέκα οικογένειες μεταναστών-προσφύγων θέλησαν να δημιουργήσουν τον οικισμό “Νέος Πόντος Μακεδονίας”. Ο πρόεδρος της κοινότητας απευθυνόμενος προς αυτούς είπε: “Να σηκωθείτε να φύγετε. Είστε Ρώσοι, να πάτε στη Ρωσία…”[41] Μεγάλες διαμαρτυρίες από την πλευρά των ποντιακών οργανώσεων προκάλεσε η παρουσίαση καταλόγου ξένων που φιλοξενούνταν στην Ελλάδα. Στον κατάλογο αυτό, που εκδόθηκε στο πλαίσιο της Πανευρωπαϊκής Αντιρατσιστικής Εκστρατείας με τη συμμετοχή της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς, του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κ.ά., μεταξύ των Αλβανών, Σέρβων, Βούλγαρων, Πολωνών, Κούρδων, Τούρκων, Φιλιππινέζων, Πακιστανών και μαύρων, συμπεριλαμβάνονταν και οι Πόντιοι[42]. Επίσης, πολλές φορές οι Έλληνες από την Τσάλκα αντιμετωπίζονταν ρατσιστικά εξαιτίας της τουρκοφωνίας τους[43].

Κρούσμα μαζικής ρατσιστικής συμπεριφοράς υπήρξε η κατάληψη του 3ου Γυμνασίου-Λυκείου Θεσσαλονίκης από τους μαθητές και τους γονείς τους με την υποκίνηση των καθηγητών τους. Αιτία ήταν η συστέγαση με το σχολείο “παλιννοστούντων”, στο οποίο φοιτούσαν 500 μαθητές. Το αίτημα των καταληψιών ήταν να σταματήσει η συστέγαση και να μετεστεγαστεί το σχολείο “παλιννοστούντων”[44]. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει αυτό το κρούσμα είναι ότι έγινε σε μία περιοχή που κατοικείται από πρόσφυγες παλαιότερων εποχών και κυρίως του ‘22, καθώς και η υποτονική αντίδραση των αρχών της πόλης, των προσφυγικών οργανώσεων και των ποντιακών συλλόγων[45]. Στην περιφέρεια της Θεσσαλονίκης παρουσιάστηκαν και κρούσματα, τα οποία λίγο απέχουν από το να χαρακτηριστούν “απαρντχάϊντ”, όπως η αυθαίρετη απαγόρευση εισόδου μεταναστών-προσφύγων σε κέντρα διασκέδασης[46].

Παρόμοια φαινόμενα εμφανίστηκαν και στην Κύπρο, όπου είχαν εγκατασταθεί Έλληνες από τη Σοβιετική Ένωση. Χαρακτηρισμοί, όπως “Ρωσοπόντιοι” και “Ρώσοι” διαδόθηκαν στα έντυπα, όταν επρόκειτο να αναφερθούν στο συγκεκριμένο πληθυσμό[47]. Εμφανίστηκαν άρθρα στον Τύπο με τα οποία αντιμετωπίζονταν ως ξένοι, που βρίσκονταν σε σχέσεις αντιπαράθεσης με τους ντόπιους[48]. Οι Πόντιοι, κυρίως από τη Γεωργία, που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο ομολογούν ότι αυτοί που τους αγκάλιασαν περισσότερο απ’ όλους ήταν οι Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες από την κατεχόμενη Κύπρο[49].

Το αρνητικό στερεότυπο που διαμορφώθηκε στην ελλαδική και στην κυπριακή κοινωνία για τους μετανάστες-πρόσφυγες βασιζόταν σε στοιχεία, όπως ότι είναι ξένοι ή ότι είναι λιγότερο Έλληνες από τους ντόπιους και ότι τους έκαναν χάρη που τους ανέχονταν[50]. Βαθμιαία άρχισε, στη κοινή γνώμη, η εικόνα τους να μην ξεχωρίζει από τους μη Έλληνες παράνομους μετανάστες[51]. Γενικεύτηκε στον Τύπο η χρήση του όρου “Ρωσοπόντιος”, δημιουργώντας στους αναγνώστες την εντύπωση ότι πρόκειται για κάποια εθνοτική ομάδα[52]. Οι ποντιακές οργανώσεις κατήγγειλαν το κλίμα αυτό, αλλά και τη “ρατσιστική συμπεριφορά της πολιτείας”. Κατήγγειλαν ότι πολλές φορές οι αστυνομικοί έκαναν έρευνα σε σπίτια Ποντίων, “χωρίς ένταλμα εισαγγελέως, σαν να ήταν αλλοδαποί, εκμεταλλευόμενοι την άγνοια και το φόβο των αδελφών μας”[53].

Η ξενοφοβική στάση, που υπήρξε κύρια συμπεριφορά του συντηρητικού χώρου, φαίνεται και στο παρακάτω απόσπασμα: «Ενώ προτιμούμε να φέρνουμε όλους τους άχρηστους όχλους από τον Καύκασο, τη Γεωργία και τα Βαλκάνια ελεώντας τους με ελληνοποιήσεις και βαπτίσματα και καταστρέφοντας έτσι με τη φτώχεια τους ήδη φτωχούς Έλληνες και στερώντας τη νεολαία μας από την εύρεση εργασίας….» Στο ερώτημα «με ποιους να προοδεύσει η Θεσσαλονίκη» ο συγγραφέας αναρωτιέται «με τους Ποντίους που ήλθαν εδώ από τις ασιατικές ακτές αγράμματοι και χωρίς γνώση ξένων γλωσσών… Με τους Ασιάτες ορθόδοξους χωρικούς που έφεραν το 1922 και αυτούς που συνεχώς φέρνουν από τα ανθρώπινα απορρίματα του Καυκάσου…»[54]. Οι οργανώσεις των νέων προσφύγων θα αντιδράσουν σ’ όλα αυτά τα συμπτώματα χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία και χωρίς τη συμπαράσταση πάντα των συλλογων των Ποντίων του ΄22[55]. Όλα αυτά τα προβλήματα που συνάντησαν οι μετανάστες-πρόσφυγες στην Ελλάδα οδήγησαν κάποιους από τους διανοούμενούς τους στη διατύπωση του ακόλουθου ερωτήματος: “Ο Πόντος είναι στην Τουρκία. Στην Σοβιετική Ένωση είμαστε Έλληνες. Στην Ελλάδα είμαστε Ρώσοι. Τελικά πού είναι η πατρίδα μας;”[56]. Εμφανίστηκαν απόψεις που υποστήριζαν ότι ο κύκλος της γενοκτονίας δεν είχε ακόμα κλείσει[57].


Στην ταινία «Ακρη της Πολης» του Γιάνναρη φαίνεται η καλύτερη εκδοχή του πώς οι «γηγενείς» είδαν τη νέα προσφυγική ομάδα που κατέκλυσε κατά τη δεακετία του ‘90 τις φτωχές περιοχές του λεκανοπεδίου: διαφορετικοί, περίεργοι, απροσάρμοστοι. Δυστυχώς, αν εξαιρεθούν λίγες προσπάθειες ποντιακών οργανώσεων, ο πληθυσμός αυτός έμεινε εκτεθειμένος στη ρατσιστική βία της ομοεθνούς κοινωνίας – συμπεριλαμβανομένης και της πλειονότητας των προσφύγων του ‘22. Συνέπεια αυτής της συμπεριφοράς θα είναι η περιθωριοποίηση των νέων προσφύγων, που στις πλέον ευαίσθητες περιπτώσεις θα οδηγηθούν σε παράλογες συμπεριφορές[58].

Kράτος και πρόσφυγες

Παρότι η αποκατάσταση τόσο μεγάλου αριθμού προσφύγων του 1922, αποτελεί επίτευγμα των κυβερνήσεων εκείνης της εποχής και της Κοινωνίας των Εθνών, που επόπτευσε και υλοποίησε το πρόγραμμα αποκατάστασης, εν τούτοις υπάρχουν στοιχεία, τα οποία είναι συγκλονιστικά όσον αφορά την ένταξη των προσφύγων. Καταρχάς ένας πολύ μεγάλος αριθμός προσφύγων θα χάσει τη ζωή του από τις κακουχίες στον ελλαδικό χώρο. Από την άλλη, η «Ανταλλάξιμη Περιουσία» που θα έπρεπε -με βάση τη διεθνή Συνθήκη της Ανταλλαγής των πληθυσμών- να μοιραστεί στους πρόσφυγες, αποτέλεσε -έως και σήμερα- σημείο της μεγαλύτερης οικονομικής κατάχρησης στη μετά το ‘22 Ελλάδα. Ακόμα και στην Κρήτη, όπου τα αντιπροσφυγικά συναισθήματα ήταν αμβλυμένα λόγω του φιλοβενιζελισμού των προσφύγων, οι ντόπιοι κατάφεραν προς όφελός τους να ακυρώσουν σε μεγάλο βαθμό την αγροτική αποκατάσταση των προσφύγων[59].

Υπήρχαν περιπτώσεις όπου οι ίδιες οι Επιτροπές που ήταν επιφορτισμένες με την αποκατάσταση των προσφύγων, συγκάλυπταν τις καταπατήσεις από γηγενείς των ακινήτων που έπρεπε να αποδοθούν σε πρόσφυγες[60]. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση των συγκρούσεων στο Κιούπκιοϊ, όπου καταγγέλθηκε ότι ρόλο στα γεγονότα εις βάρος των προσφύγων είχε ο διευθυντής του Εποικιστικού Γραφείου Μακεδονίας που ήταν «αξιωματικός του Γκέρλιτζ», που σήμαινε ακραίος μοναρχικός[61]. Μετά τις εκλογές του 1928 και τη συντριπτική νίκη του Βενιζέλου θα υπάρξουν συγκρούσεις μεταξύ γηγενών και προσφύγων, όπως για παράδειγμα στην Έδεσσα[62].

Από το 1928, με την ψήφιση του Ιδιώνυμου, αλλάζει η πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης κατά των Ποντίων που είχαν εγκλωβιστεί στη Σοβιετική Ένωση και συμπεριλαμβάνονταν στη συμφωνία Ανταλλαγής Πληθυσμών και Περιουσιών του 1923. Θέλοντας να σταματήσει την αποστολή στην Ελλάδα μέσω των προσφύγων, εκπαιδευμένων στελεχών για την επάνδρωση του Κομμουνιστικού Κόμματος αποφασίζει την απαγόρευση την χορήγησης αδειών καθόδου σε ομογενείς. Παράλληλα, όλος ο πληθυσμός θεωρείται ύποπτος. Η άποψη του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών είναι ότι: «…η υπό του Υπουργείου τούτου ανέκαθεν χαραχθείσα τακτική επί του ζητήματος της καθόδου των Ελλήνων της Ρωσίας, συνίστατο εις την καθιέρωσιν στενών περιορισμών και την επιβολήν αυστηροτάτου ελέγχου εις τας εκ Ρωσσίας προελεύσεις, μέτρων υπαγορευθέντων… και εκ λόγων δημοσίας ασφαλείας, εφ’ όσον επανειλημμένως διεπιστώθη ότι οι επί μακρόν υπό τον μπολσεβικικόν ζυγόν ζήσαντες και εις Ελλάδαν κατερχόμενοι ρέπουσι μοιραίως προς τον κομμουνισμόν»[63].

Οι συνέπειες για τον προσφυγικό πληθυσμό που παρέμενε στη Σοβιετική Ένωση ήταν τραγικές, γιατί βρέθηκε εγκλωβισμένος σε μια μεταβατική κατάσταση ανάμεσα σ’ ένα τόπο διάβασης, στον οποίο δεν ήθελε να παραμείνει μόνιμα, ούτε και να ενταχθεί, και στον τελικό του προορισμό, στον οποίο όμως δεν μπορούσε να φτάσει αποκλεισμένος από την ίδια του την εθνική κυβέρνηση, η οποία είχε υπογράψει «αντ’ αυτού» τη Συνθήκη της Λωζάννης[64]. Στη συνέχεια με νομοθετικές ρυθμίσεις που θα ολοκληρωθούν την εποχή της χούντας θα αποστερηθούν από το δικαίωμα αποζημίωσης από την Ανταλλάξιμη Περιουσία.

Κομβικό σημείο για τη σχέση των προσφύγων με το ελλαδικό πολιτικό σύστημα θα είναι η υπογραφή της “Ελληνοτουρκικής συνθήκης φιλίας, ουδετερότητος και διαιτησίας” από τους Βενιζέλο και Κεμάλ. Ο μεσολαβητής γι’ αυτή την εξέλιξη ήταν ο Ιταλός δικτάτορας Μουσολίνι. Ο Ελ. Βενιζέλος θα υπογράψει το 1930 την “Συνθήκη” παρά την έντονη αντίδραση των προσφύγων, τους οποίους απείλησε με διώξεις, με το γνωστό Ιδιώνυμο. Δηλαδή, με την κατηγορία του εχθρού του κράτους. Το Ιδιώνυμο είχε ψηφιστεί για να κατασταλεί η ανάπτυξη του κομμουνιστικού κινήματος. Η ελληνική πλευρά οδηγήθηκε στην υπογραφή της Συνθήκης επειδή είχε γίνει αποδεκτή η πρόθεση της φασιστικής Ιταλίας να δημιουργηθεί ένας άξονας Ρώμης-Αθήνας-Άγκυρας και ένα σύστημα τριμερούς συνεργασίας και θα είχε ως βάση ένα σύνολο διμερών συμφωνιών[65].

Αποτέλεσμα αυτού του συγκεκριμένου πολιτικού οράματος υπήρξε η ελληνοτουρκική Συνθήκη της Άγκυρας του 1930, με την οποία αντιμετωπίζονταν όλες οι εκκρεμότητες μεταξύ των δύο χωρών και παραχωρούνταν οριστικά οι περιουσίες των προσφύγων στο νέο τουρκικό κράτος, αφού πρώτα εξισώνονταν με τις μουσουλμανικές περιουσίες που εγκατέλειψαν οι μουσουλμάνοι Ανταλλάξιμοι στην Ελλάδα[66]. Μέχρι τότε -όσον αφορά το διεθνές δίκαιο- οι περιουσίες των «ανταλλαχθέντων» παρέμεναν υπό την ιδιοκτησία των κατόχων τους, μόνο που τα δύο κράτη είχαν αποφασίσει να είναι διαχειριστές των περιουσιών αυτών.

Η συμφωνία του ‘30, μαζί με την υποβολή πρότασης του πρωθυπουργού της Ελλάδας Ελ. Βενιζέλου προς την Επιτροπή του Νόμπελ για την βράβευση του Μουσταφά Κεμάλ Πασά -που είχε ήδη λάβει το προσωνύμιο Ατατούρκ (Πατέρας των Τούρκων)- με το Νόμπελ Ειρήνης, εγκαινίασαν μια νέα εποχή. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το κείμενο που στάλθηκε στην Επιτροπή, στο οποίο ο Κεμάλ χαρακτηριζόταν ως: “πραγματικός στυλοβάτης της ειρήνης”[67]. Εφεξής, ο φιλοκεμαλισμός θα ήταν το κοινό συναίσθημα που θα μοιράζονταν οι άνθρωποι της συμπολίτευσης και της εκάστοτε αντιπολίτευσης, συμπεριλαμβανομένης και της πλέον ακραίας εκδοχής της. Από το σημείο εκείνο και πέρα, οι πρόσφυγες, φιλοβενιζελικοί στην πλειονότητά τους, θα πορεύονται μόνοι τους σ’ έναν άξενο τόπο. Η ελληνο-τουρκική συνθήκη του ’30 θα είναι η πρώτη σημαντική σύγκρουση των προσφύγων με τον βενιζελισμό. Αυτή είναι η ιστορική στιγμή που θα αρχίσει η μεταστροφή προς τα αριστερά σημαντικού τμήματος του προσφυγικού πληθυσμού.

Οι πρόσφυγες βιώνουν έντονα την πολιτική του κράτους. Ο Παναγιώτης Φωτιάδης, πρόσφυγας θεατρικός συγγραφέας που κατοικούσε σ’ ένα χωριό του Κιλκίς γράφει το 1928: «Όλοι κλέβουν και θα κλέβουν το δημόσιο και τους ιδιώτες, τόσο καιρό όσο ο κουτός αυτός λαός, που φταίει για όλα, δεν ξυπνάει μια μέρα και δεν καταλάβει τις υποχρεώσεις που έχει και τα δικαιώματά του, και δεν γίνεται όργανο στα χέρια αυτών των κυρίων που μας διοικούν.»[68]

Η πολιτική του ελληνικού κράτους θα αποσκοπεί πλέον στην πλήρη ιδεολογική αφομοίωση των προσφύγων. Η ιστορία των Ελλήνων της Ανατολής θα είναι μια απαγορευμένη ιστορία μέχρι τη δεκαετία του ’80. Θα απαγορευτεί ακόμα και η αναφορά στον όρο «πρόσφυγες». Οι πρόσφυγες για το ελληνικό κράτος θα χαρακτηρίζονται «μετανάστες» με κύρια πηγή του αντιπροσφυγικού συναισθήματος το Παλάτι. Χαρακτηριστική ήταν η αρνητική αντίδραση του Βασιλιά Γεωργίου του Β’, όταν το Νοέμβριο του 1923 του πρότεινε ο πρόεδρος της Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων Χ. Μοργκεντάου, να επισκεφτεί έναν καταυλισμό προσφύγων. Το επιχείρημα για να δικαιολογηθεί η άρνησή του ήταν ότι αυτό θα έκανε πολύ κακή εντύπωση και θα ενοχλούσε τους φιλομοναρχικούς πολίτες[69].

H καταστολή από το μοναρχικό κράτος ή “Ο Λαός ασθενεί” (Γ. Βλάχος)

Μετά το αποτυχημένο βενιζελικό κινημα του ’35, οι πρόσφυγες, που θα συνταχθούν με τους πραξικοπηματίες ως βενιζελικοί, θα βρεθούν κι αυτοί στο στόχαστρο της μοναρχικής, και αργότερα μεταξικής, τρομοκρατίας[70]. Στα εγκλητήρια με τα οποία οι βενιζελικοί παραπέφθηκαν για εσχάτη προδοσία αναγραφόταν ως κατηγορία ότι «εξόπλισαν Έλληνες πολίτες και πρόσφυγες…». Ήταν χαρακτηριστική η άρνηση αποδοχής των προσφύγων ως «Ελλήνων πολιτών» δεκατρία χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή[71]. Στη συνέχεια, σκληρή θα είναι η αντιπροσφυγική υστερία που θα καταλάβει τον κυβερνητικό Τύπο. Κηρύγματα φανατισμού και ρατσισμού προς τους «αυτόχθονες» κατά των προσφύγων γεμίζουν τις σελίδες των φιλομοναρχικών εφημερίδων. Οι πρόσφυγες αποκαλούνται «λεφούσι» και «Τούρκοι»: «Οι γηγενείς καλούνται να συνασπιστούν σε συλλόγους ‘αμύνης’ κατά των προσφύγων», έγραφε η «Ακρόπολις» στις 6 Φεβρουαρίου του 1936. Οι επιθέσεις κατά των προσφύγων ήταν συνεχείς. Την ίδια χρονιά συνέβησαν επιθέσεις και εμπρησμοί κατά των προσφυγικών παραπηγμάτων στο Βόλο[72].

Η αντιπροσφυγική στάση του Μεταξά θα αποτυπωθεί και συμβολικά το 1938, όταν θα δωρίσει στο τουρκικό κράτος το σπίτι όπου υποτίθετο ότι γεννήθηκε ο Μουσταφά Κεμάλ πασά και στην καρδιά της «πρωτεύουσας των προσφύγων», δηλαδή των θυμάτων του τουρκικού εθνικισμού, θα μετονομάσει την Οδό Αποστόλου Παύλου σε Οδό Κεμάλ Ατατούρκ[73]. Τα αντιπροσφυγικά συναισθήματα του Ι. Μεταξά θα είναι τόσο έντονα ώστε κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του θα απαγορεύσει το ρεμπέτικο και τις μελωδίες της Ανατολής, έχοντας τη συναίνεση του τότε πνευματικού κόσμου, ανεξαρτήτως ιδεολογίας ή πολιτικής τοποθέτησης[74]. Τα μεγάλα θύματα της λογοκρισίας του Μεταξά, ήταν η Σμυρνέϊκη (του Πειραιά) Κομπανία που έδρευε στον Πειραιά, καθώς και οι βυζαντινοί μουσικοί τρόποι, τους οποίους οι «γηγενείς» Αθηναίοι ονόμαζαν Τουρκομερίτικους[75].

Η δεκαετία του ’40 θα είναι μια δεκαετία πλήρους ανατροπής των ισορροπιών. Η κύρια αντίθεση μεταξύ προσφύγων και γηγενών θα αντικαταστασταθεί από τη σύγκρουση δεξιάς–αριστεράς. Οι κοινότητες των προσφύγων, που μέχρι τότε ήταν κατά κύριο λόγο βενιζελικές με κάποιες εντάξεις στην Αριστερά, θα διχαστούν. Στα νέα πολιτικά σχήματα θα συναντήσουν τους παλαιούς τους γηγενείς αντιπάλους και θα δομήσουν νέες ταυτότητες που θα συμπληρώνουν τις παλιές.

Στην επίσημη κρατική ελληνική ιδεολογία, τα ιστορικά γεγονότα της τελευταίας περιόδου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποσιωπούνται. Επιδιώκεται συστηματικά η εξαφάνιση του παράγοντα «ελληνισμός της Ανατολής» και η εξάλειψη της ιστορικής του μνήμης. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του ’19-’22 θα αντιμετώπιζεται αποκλειστικά ως «αγώνας για την απελευθέρωση του τουρκικού εδάφους από τη συμμαχική κατάληψη»[76]. Η πλέον ξεκάθαρη τοποθέτηση της συντηρητικής παράταξης για εκείνα τα ιστορικά γεγονότα, ακριβώς όμοια μ’ αυτή του ΚΚΕ, θα γίνει από τον Ευ. Αβέρωφ το 1957 από το επίσημο βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ όπου δήλωσε ότι ο μικρασιατικός πόλεμος ήταν «κατακτητικός πόλεμος… αλλά βεβαίως δεν ήτο ελληνικός πόλεμος» και ότι «η Τουρκία απάντησε με μίαν υπερηφάνειαν και μίαν γενναιότητα, η οποία της έδωσε την εθνικήν της ανεξαρτησίαν»[77].

Οι προσπάθειες για τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, όπως και η έρευνα επί των ιστορικών γεγονότων, θα αφορούν τις κλειστές ομάδες των προσφύγων. Ο πρώτος ιστορικός που προσπάθησε να μελετήσει τα αρχεία για εκείνα τα πολιτικά γεγονότα, που αφορούσαν τις γενοκτονίες των ελληνικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία, ήταν ο Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βιέννης. Χαρακτηριστική είναι η αντιμετώπισή του από τις ελληνικές αρχές, όταν προσπάθησε να μελετήσει τα γερμανοαυστριακά αρχεία που αφορούσαν την περίοδο 1908-1918. Ο ίδιος περιγράφει ως εξής την εμπειρία του: «Όταν το 1958-59 καθώς πραγματοποιούσα την έρευνα στα επίσημα αυστριακά αρχεία που μόλις είχαν παραδοθεί στους ερευνητές και είχα συναντήσει πλήθος εγγράφων που αφορούσαν τις βιαιοπραγίες κατά του ελληνικού πληθυσμού, ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Αυστρίας Κουρτ Βαλτχάιμ και αργότερα γενικός γραμματέας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και πρόεδρος της Αυστρίας με ενημέρωσε ότι δύο επιφανείς Ελληνες πολιτικοί, με παρέμβασή τους, ζητούσαν την απαγόρευση της έρευνας. Αυτοί, το αποκαλύπτω τώρα, ήταν ο τότε υπουργός Εξωτερικών Ευάγγελος Αβέρωφ και ο Παναγιώτης Πιπινέλης. Το σκεπτικό ήταν ότι η δημοσίευση αυτών των στοιχείων στην Ελλάδα θα μπορούσε να προκαλέσει εμπλοκή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.»[78]

Οι προσπάθειες για τη διατήρηση του ιδιαίτερου πολιτισμού των προσφύγων δεν θα έχουν την επιδοκιμασία της νεοελληνικής διανόησης. Χαρακτηριστική είναι η συζήτηση που ανέκυψε για τις προσπάθειες ανάπτυξης μιας ποντιακής λογοτεχνίας στην Ελλάδα. Σε άρθρο του στην εφημερίδα Το Βήμα ο Κ. Θ. Δημαράς αναπαράγει την εχθρική άποψη για τις διαλέκτους που είχαν οι δημοτικιστές και είχε διατυπώσει ήδη με σαφήνεια ο Τριανταφυλλίδης κατά την αναζήτηση της νέας «τεχνικής» νεοελληνικής γλώσσας. Ο Δημαράς θεωρεί ότι η ιδιωματική λογοτεχνία ήταν εκτός από βλαβερή κι επικίνδυνη γιατί «διασπά την πολιτισμική συνοχή των Ελλήνων». Αντίθετα ο Νίκος Ανδριώτης ενθάρρυνε τις προσπάθειες των Ποντίων. Η άποψη του Δημαρά προκάλεσε την αντίδραση των Ποντίων διανοουμένων μέσα απ’ τις σελίδες του περιοδικού Χρονικά του Πόντου[79].

Χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτησή τους: «Αν όμως οι ανάγκες μια κοινής εθνικής γλώσσας έχουν το αποτέλεσμα που είδαμε, δεν υπάρχει κανένας λόγος ή εθνικό συμφέρον να σβήσουν τα ιδιώματα, που μέσα τους έχει εκφραστεί η ιδιοτυπία μιας μερίδας του λαού. …έτσι θα θέλαμε, πλάι στην κοινή ελληνική γλώσσα που κάμαμε δική μας, να διατηρήσομε, σε περιορισμένη πια χρήση και το αγαπημένο μας ιδίωμα, πολύτιμη ιστορική κληρονομιά.»[80]

Το αποκαλυπτικότερο γεγονός που αναδεικνύει τον τρόπο αντιμετώπισης των ζητημάτων που αφορούσαν την ιστορία των Ελλήνων της Ανατολής από την πλευρά του κράτους είναι η μεταχείριση της ταινίας «1922» του Νίκου Κούνδουρου. Βασισμένη σε αυθεντικές μαρτυρίες και κυρίως στο βιβλίο Νούμερο 31328 του Ηλία Βενέζη, γυρίστηκε το 1977-1978 με τη χρηματοδότηση του κρατικού Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (ΕΚΚ). Από την εποχή των γυρισμάτων (τρία μόλις χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο) η εφημερίδα Hurriyet είχε καταγγείλει την ταινία, υποστηρίζοντας ότι έτσι «υπονομεύονται» οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες. Φυσικά το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών γνώριζε καλύτερους και αποτελεσματικότερους τρόπους διαμαρτυρίας. Οι τουρκικές αντιδράσεις απέδωσαν! Το ελληνικό υπουργείο Προεδρίας αρνήθηκε να δώσει άδεια προβολής στην ταινία, κάτι που ήταν απαραίτητο για να βγει στις αίθουσες. Επί πλέον, το ΕΚΚ, το οποίο ήταν ιδιοκτήτης της ταινίας και είχε ως προϊστάμενη αρχή το υπουργείο Βιομηχανίας, δέσμευσε την ταινία στο εργαστήριο. Μια κόπια που παρανόμως κατάφερε να εξασφαλίσει ο Κούνδουρος προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αποσπώντας 9 βραβεία. Το υπουργείο Προεδρίας φοβούμενο την κατακραυγή δεν τόλμησε να απαγορεύσει την προβολή της ταινίας, η οποία παρέμενε δεσμευμένη στα συρτάρια του ΕΚΚ. Η λαθραία κόπια στάλθηκε το 1982 (οκτώ χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο) στο Διεθνές Φεστιβάλ Βουδαπέστης. Μισή ώρα πριν από την προβολή της, κατέφθασε από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών εντολή προς τον Έλληνα πρέσβη να εμποδίσει την προβολή της ταινίας. Ο Έλληνας πρέσβης ζήτησε με τη σειρά του από το ουγγρικό υπουργείο Εξωτερικών να εμποδίσει την προβολή της ταινίας. Πράγμα που έγινε! Λίγο αργότερα, με παρέμβαση του Μικρασιάτη, τότε υπουργού, Γιάννη Καψή έλαβε τέλος η ομηρία της ταινίας και το ΕΚΚ την παρέδωσε στον Νίκο Κούνδουρο[81].

Η αντιμετώπιση των Ελλήνων της ΕΣΣΔ

Ένα μεγάλο ζήτημα που άπτεται της συμπεριφοράς του κράτους απέναντι στους πρόσφυγες που είχαν εγκλωβιστεί στην ΕΣΣΔ, ήταν η αποστέρηση των δικαιωμάτων αποζημίωσης με την Ανταλλάξιμη Περιουσία. Ενώ ήδη από το 1928 είχε απαγορεύσει την κάθοδό τους στην Ελλάδα, στη συνέχεια μεθόδευσε την απαλλοτρίωση του δικαιώματος αποκατάστασης που προβλεπόταν από τη Συνθήκη της Λωζάννης. Με το 330/1960 Βασιλικό Διάταγμα του 1960, απαγορεύτηκε η αποκατάσταση όσων προσφύγων έφτασαν στην Ελλάδα μετά το 1934.

Μετα το 1989 εμφανίστηκε ένα μεγάλο κύμα μεταναστών και προσφύγων από την ΕΣΣΔ το οποίο θα διογκωθεί μετά την κατάρρευσή της. Η κρατική πολιτική αποκατάστασης των «παλιννοστούντων ομογενών» που θα εκπονηθεί, θα θεωρηθεί ανεπαρκής και προβληματική[82]. Το συναίσθημα που επικρατεί αποτυπώνεται στον εξής τίτλο μιας ποντιακής εφημερίδας: «Το κράτος φέρεται στους Πόντιους σαν να είναι αλλοεθνείς μετανάστες»[83]. Η έλλειψη ευαισθησίας και κατά συνέπεια αντανακλαστικών θα φανεί στην περίπτωση του πολέμου στην Αμπχαζία 1992-1993. Μόνο ένα χρόνο μετά την κήρυξη του πολέμου και μετά πολλές διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις ποντιακών συλλόγων στην Αθήνα, η κυβέρνηση θα αποφασίσει να οργανώσει την επιχείρηση απεγκλωβισμού των Ελλήνων από το εμπόλεμο Σοχούμι της Αμπχαζίας, το οποίο βρισκόταν τότε υπό γεωργιανή κυριαρχία περικυκλωμένο από αμπχαζικές στρατιωτικές δυνάμεις. Η αδιαφορία υπήρξε διακομματική συμπεριφορά, απόρροια του συναισθήματος ότι το πρόβλημα αυτό δεν ήταν «δικό τους».

Χαρακτηριστική είναι η αντιμετώπιση ενός αιτήματος μιας διεθνούς αποστολής στην Αμπχαζία η οποία διαπίστωσε τις τραγικές συνθήκες. Στο έγγραφό του ο Μ. Τζέλιος, γενικός γραμματέας της International Federation for the Protection of the Rights of Ethnic Religious, Linguistic and other Minorities αναφέρει μεταξύ άλλων: «Μαζί με τον υπουργό Κοινωνικών Υπηρεσιών Ν. Μυστακόπουλο, ελληνικής καταγωγής, επισκεφτήκαμε την Κωσταντίνοφκα, ένα από τα ελληνικά χωριά κοντά στο Σοχούμι. Έξω από το κατεστραμμένο σχολείο μας περίμεναν καμιά τριανταριά άτομα, άντρες και γυναίκες όλων των ηλικιών. Ο τρόμος ήταν ζωγραφισμένος στα πρόωπα όλων των ηλικιών. Ότι γλύτωσε απ’ τον πόλεμο το αποτέλειωσαν οι ληστρικές ομάδες που περιφέρονται και λυμαίνονται τηνπεριοχή, καταληστεύουν τα σπιτια και τρομοκρατούν τους κατοίκους. Αποτέλεσμα της τρομοκρατίας είναι να ερημώσουν τα χωριά που κάποτε ευημερούσαν. Πολλοί κατέφυγαν στην Ελλάδα και άλλοι διεσκορπίστηκαν στα ενδότερα της Ρωσίας. Σε μια από τις επιδρομές στην Κωσταντίνοφακα σκοτώθηκαν δεκατέσσερα άτομα….Όλοι τους ήταν τρομαγμένοι, απελπισμένοι. Έμειναν σχεδόν με τα ρούχα που φορούσαν. Η πίκρα ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους από την εγκατάλειψη των συμπατριωτών μας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Κανένα ενδιαφέρον, καμιά βοήθεια, καμιά συμπαράσταση από τους πολυάριθμους φιλανθρωπικούς οργανισμούς και αδελφότητες….» Το κείμενο που στάλθηκε προσωπικά προς τον «υφυπουργό εξωτερικών» τελείωνε με την έκκληση: «Τα αδέλφια μας στην Αμπχαζία χρειάζονται την υλική και ηθική συμπαράσταση της Μητέρας Ελλάδας στις δύσκολες στιγμές που περνάνε. Ελπίζω να δώσετε τη δέουσα προσοχή και να συνδράμετε κατά το δυνατόν στη βοήθεια των Ελλήνων της Αμπχαζίας»[84]. Καμιά συνδρομή δεν θα δοθεί στους Έλληνες που παρέμειναν στην ταραγμένη εκείνη περιοχή του Καυκάσου. Το αίτημα αυτό θα υποβαθμιστεί και θα παραγνωριστεί από τους πολιτικούς συμβούλους και τη γραφειοκρατία του υπουργείου Εξωτερικών[85].

Με το πνεύμα αυτό οι ελληνικές κυβερνήσεις αντιμετώπισαν το μεγάλο ζήτημα της νέας ελληνικής προσφυγιάς που προέκυψε απ’ την την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Το 2000 το ζήτημα των «παλιννοστούντων» ομογενών θα μπει στο στόχαστρο της κομματικής αντιδικίας. Στην πλειονότητά τους οι μετανάστες και πρόσφυγες ομογενείς θα στοχοποιηθούν ως «ελληνοποιημένοι μη Έλληνες»[86]. Επίσης και στα ζητήματα που άπτονται των ζητημάτων της γενοκτονίας και της προβολής της, η ελληνική κυβέρνηση θα είναι πλέον εξαιρετικά επιφυλακτική έως και αρνητική[87].



[1] Σε Ψήφισμα της 21 Αυγούστου 1914 του Εργατικού Κέντρου Αθηνών, στο οποίο ανήκαν περισσότερα από είκοσι εργατικά σωματεία, στο άρθρο 7 απευθύνεται σε όλα τα εργατικά σωματεία της Ελλάδος στα οποία και ανακοινώνει “να μην επιτρέπηται εις τους πρόσφυγας να εργάζωνται εις τας εργασίας εντοπίων εργατών…» (Οι διωγμοί των Ελλήνων εν Θράκη και Μικρασία : Αυθεντικαί εκθέσεις και επίσημα κείμενα : Έκκλησις προς το ελληνικόν γένος και την δημοσίαν Γνώμην του πεπολιτισμένου κόσμου / Εκδίδεται υπό των Επιτροπών των εν Μυτιλήνη Μικρασιατών προσφύγων, Αθήνα, Τύποις «Πανελληνίου κράτους», 1915)

Για τους “Επίστρατους” και το πογκρόμ του 1916 βλ. Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, «Οι διαστάσεις του κομματικού φαινομένου στην Ελλάδα. Παραδείγματα απ’ το Μεσοπόλεμο», στο Κοντογιώργης (επιμ), 1977, σελ. 164. Βλέπε και στο Γιώργος Μαυρογορδάτος, Εθνικός διχασμός και μαζική οργάνωση. Οι επίστρατοι του 1916, εκδ. Αλεξάνδρεια, 1996. Υπήρξε αληθινό πογκρόμ με προγραφή σπιτιών και καταταστημάτων με σημάδεμα με κόκκινη μπογιά. Οι «τίμιοι» βασιλικοί ανέλαβαν να μολύνουν με το αίμα των «προδοτών» βενιζελικών τα όπλα τους. Το σύνθημα των παρακρατικών ήταν: «Ο βασιλιάς μας θα ζώσει το σπαθί, θα σφάξει Αγγλογάλλους και βενιζελικούς μαζί». Ο Γεώργιος Βεντήρης γράφει: από της 19 μέχρι 23 Νοεμβρίου, ωδηγούντο πλησίον του φθισιατρείου «Σωτηρία» Μικρασιάται κυρίως πρόσφυγες και εθανατώνοντο ως κατάσκοποι των Αγγλογάλλων»( Γ. Βεντήρης, στην εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 9 Μαρτίου 1931. Αργότερα η σειρά αυτή των άρθρων εκδόθηκε σε βιβλίο με τίτλο: «Η Ελλάς του 1910-1920 – Ιστορική μελέτη», εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1970). «Τότε, οι βενιζελικοί πολίτες –κατά τεκμήριον φίλοι της Συνεννόησης– εγκαταλείφθηκαν στην τρομοκρατία των Επιστράτων, οι οποίοι έκαψαν, λεηλάτησαν και σκότωσαν 35.» (Μιχάλης Κατσίγερας, εφημ. Καθημερινή, 18-11-2006.)

[2] Ίων Δραγούμης, «Ο Βενιζέλος και ο ιμπεριαλισμός», στο Αριστερά και Ανατολικό Ζήτημα, εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1998, σελ. 156, 157.

[3] Γεώργιος Σακκάς, Η ιστορία των Ελλήνων της Τριπόλεως του Πόντου, έκδ. Αδελφότης Τριπολιτών Πόντου, Αθήνα,1990, Γ. Καραπατάκης, «Υπόμνημα περί Καυκασίων μεταναστών και των προσφύγων του Πόντου», περ. Ποντιακή Εστία, τεύχ. 3, Μάιος ’75, σελ. 30, Ελευθέριος Παυλίδης, Ο ελληνισμός της Ρωσίας και τα 33 χρόνια του εν Αθήναις Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, ό.π., σελ. 102.

[4] «Εφημερίς των Βαλκανίων», 15-12-1920, από «Η ιστορία των Ελλήνων», Δομή, τομ. 12, σελ. 246.

[5] «Οίκαδε», εφημ. Καθημερινή, 14-8-1922, «Πομερανοί», εφημ. Καθημερινή, 17-8-1922.

[6] Γρηγόρης Δαφνής, Η Ελλάς μεταξύ των δύο πολέμων, β’ έκδ., τόμ. Α’, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα,1974, σελ. 16.

[7] Κώστας Μισαηλίδης, “Η καταστροφή και οι τελευταίες ημέρες της Σμύρνης», Αθήνα 1925, Β’ έκδοση, σελ. 25-26.

[8] Γ. Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τομ. 13, εκδ. 20ος Αιώνας, 1958, σελ. 36.

[9] Πρωτοσέλιδο στο περ. Κοινότης, αρ. φ. 50, Αθήνα, 1923.

[10] Υπήρχαν και κάποιοι, βενιζελικοί κυρίως, που είχαν μια διαφορετική εικόνα για τους Πόντιους πρόσφυγες εκείνη τη στιγμή. Μια ρομαντική περιγραφή κάνει ο Δημήτρης Καθενιώτης, συνταγματάρχης και εντεταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης του Ελ. Βενιζέλου για το Ζήτημα του Πόντου: “Παρ’ όλην την απομάκρυνσίν του, ο Πόντος δεν εξέρχεται της σφαίρας της γενικής δράσεως της Ελλάδος… Είναι δε εις θέσιν οι Πόντιοι να αποτελέσουν τους Φρουρούς του Ελληνισμού. Εν πρώτοις είναι έργον εις το οποίον έχουν συνειθίσει από αιώνων. Περιλαμβανόμενοι εν τη απομακρύνσει των από ξένα φύλα, παλαίοντες διαρκώς προς αυτά, αφομοιούντες παρά αφομοιούμενοι, αποτελούσι τον ισχυρότερον τύπον Ελληνικής Φυλής. Ουδείς Φραγκο­λεβαντινισμός, απεναντίας μίσος και απέχθεια προς παν το ξενικόν. Δι’ αυτάς ακριβώς τας αρετάς, η Τουρκία, η οποία έβλεπε μακρύτερα αφ’ ότι εσυνειθίσαμεν να νομίζωμεν, τους διέλυσε, τους διέσπασε και τους επέταξε βαθμιαίως έξω του Βασιλείου της.” (Δ. Καθενιώτης, “Έκθεσις των ενεργειών μου σχετικώς με το ζήτημα του Πόντου”, Οι Έλληνες του Πόντου υπό τους Τούρκους (1461 – 1922), επιμ. Ο. Λαμψίδης, Αθήνα, 1965, σελ. 93-94.)

[11] Ο Μάρκος Βαμβακάρης, Συριανός στην καταγωγή, περιέγραψε θαυμάσια την κατάσταση αυτή: “Έμενε ο κόσμος στα βαγόνια των σιδηροδρόμων. Έμενε εκεί που είχε καμιά αποθήκη εγκαταλειμμένη. Τσαντήρια κάνανε. Καταστροφή, μεγάλη καταστροφή. Να μην ξαναδούν τα μάτια μας τέτοια πράγματα. Το τι τραβήξανε αυτοί οι άνθρωποι δεν λέγεται. Ατιμαστήκανε. Γίνανε χάλια, χάλια, χάλια. Άσε που ήταν ατιμασμένοι από κει με τους Τούρκους που τους καταδιώκανε. Και κατόπιν εδώ που ήρθανε τα ίδια. Προσπαθήσανε, κάνανε χίλια δυό να βρίσκουνε το ψωμί τους, μέχρι να βρουν ένα σπίτι να κάτσουνε. Αν ένας πατέρας είχε πέντε-έξη παιδιά και κορίτσια, άλλα άρπαγε ο ένας από δω, άλλα ο άλλος από κει. Καταστροφή μάνα μου… Και οι ντόπιοι δεν τους έβλεπαν με καλό μάτι. Αλλά τους βρίζανε. Χίλια δυό. Φύγετε από δω ρε! Πηγαίνετε παρά πέρα. Δεν τους κοιτάζανε. Δεν είχαν την αγάπη να πουν για στάσου, συγγενείς μας είναι, Έλληνες πραγματικοί. Να τους αγκαλιάσουμε. Δεν έγινε αυτό το πράμα, εγώ δηλαδή τι είδα. Μπορεί αλλού. Ήθελαν να τους κλέψουνε οι κλεφταράδες που ήταν εδώ πέρα. Ν’ αρπάξουν ό,τι είχαν. Να τους κλέψουνε, να τους γελάσουνε. Απατεώνες.” (Μάρκος Βαμβακάρης, Αυτοβιογραφία, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1978, σελ. 94.)

[12] Δημήτρης Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1923-27), τόμ. β’, εκδ. Κομμούνα, Αθήνα, 1985, σελ. 27-30.

[13] Άλκης Ρήγος, Η Β’ Ελληνική Δημοκρατία 1924-1935: Οι κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1999, σελ. 277.

[14] George Mavrogordatos, Stillborn Republic. Social coalitions and Party Strategies in Greece 1922-1936, έκδ. University of California Press, Berkeley, 1983, σελ. 193. Μια προσφυγική μαρτυρία: «Εδώ στην Ελλάδα… τα πράγματα ήταν ακόμα πιο δύσκολα και από την Τουρκία. Εδώ μας μισούσαν ακόμη περισσότερο και χωρίς να τους κάνουμε τίποτα. Τουλάχιστον οι Τούρκοι μας μισούσαν και μας πολεμούσαν και μεις το ίδιο τους κάναμε.» (Νίκος Μαραντζίδης, Γιασασίν Μιλέτ-Ζήτω το Έθνος, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο, 2001, σελ. 89.)

[15] Η καραντίνα της Μακρονήσου είναι από τις πλέον άγνωστες σελίδες της προσφυγικής τραγωδίας στην Ελλάδα. Από τα μέσα του 1922 άρχισαν κατά χιλιάδες να αποβιβάζουν στην Μακρόνησο Πόντιους (κυρίως) πρόσφυγες όπου μετά από ολιγόμηνη “περιποίηση-απολύμανση” προωθούνταν στην υπόλοιπη Ελλάδα. Για άφιξη 3.750 Ποντίων μας πληροφορεί η εφημερίδα “Ριζοσπάστης” στις 26-3-1923, για την αναχώρηση από την Μακρόνησο 5.500 προσφύγων μας μιλά η εφημερίδα “Εμπρός” στις 13-9-1922. Ένας Πόντιος πρόσφυγας “Μακρονησιώτης”, αποτυπώνει σε μια επιστολή στις 4 -1-1923 προς έναν γνωστό του στην Κωνσταντινούπολη τις συνθήκες που επικρατούσαν: «…Απεβιβάσθημεν εν Μακρονησίω (ακατοίκητον) όπου υπέστημεν αληθή Οδύσσειαν και όπου εύρον τον θάνατον σχεδόν το ήμισυ των προσφύγων…».

[http://pontosandaristera.wordpress.com/2010/02/02/makronisi/ (15-2-2010)] Ο “Ριζοσπάστης” στις 8-12-1923, στο κεντρικό του άρθρο “Προς τις εργαζόμενες προσφυγικές μάζες”, γράφει : “..Αυτοί φάγανε 40 χιλιάδες πρόσφυγες στη Μακρόνησο στην καραντίνα..” Eντύπωση προκαλεί η παντελής αποσιώπηση αυτού του γεγονότος από αριστερούς ιστορικούς οι οποίοι ασχολήθηκαν με την ιστορία της Μακρονήσου κατά την περίοδο του εμφυλίου πολέμου.

[16] Νίτσα Γαβριηλίδου, Ο πατέρας μου Κώστας Γαβριηλίδης, εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 1988, σελ. 20.

[17] Εφημερίδα Παμπροσφυγική, 16 Νοεμβρίου 1924

[18] Εφημερίδα Παμπροσφυγική, 28 Σεπτεμβρίου 1924. Το στερεότυπο που έχουν οι ντόπιοι για τους πρόσφυγες είναι εξαιρετικά αρνητικό. Ένας ντόπιος από την Άσσηρο λέει: «Με κανένα τρόπο δε θα δεχτώ τον Καυκάσιο, τον βρώμικο, στο σπίτι μου. Όσο με αφορά, μπορεί να πέσει νεκρός στη μέση του δρόμου και δε με νοιάζει. Μακάρι να καούν όλοι στη φωτιά. Ο Βενιζέλος έφερε σκατά στη Μακεδονία. Όλοι τους πέθαιναν από την πείνα στην Τουρκία» (Αναστασία Καρακασίδου, Μακεδονικές ιστορίες και πάθη 1870-1990, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα, 2000, σελ. 276.)

[19] Εφημερίδα Παμπροσφυγική, 9 Νοεμβρίου 1924

[20] Οδ. Λαμψίδης, «Η ‘’ανακλησις’’ εις τους πρόσφυγας Έλληνας του Πόντου και αι επιπτώσεις αυτής δια την έρευνα της ποντιακής διαλέκτου», Αρχείον Πόντου, τόμ. 29, Αθήνα, 1989, σελ. 3.

[21] Rene Hirschon, Heirs of the Greek Catastrofe: The social life of Asia Minor refugees in Piraeus, εκδ. Calendon Press, 1989, σελ. 37.

[22] Για ζήτημα αυτό το βλ.: Βίκα Γκιζελή, Κοινωνικοί μετασχηματισμοί και προέλευση της κοινωνικής κατοικίας (1920-1930), εκδ. Επικαιρότης, Αθήνα, 1984, Λίλα Λεοντίδου, Πόλεις της σιωπής. Εργατικός εποικισμός της Αθήνα και του Πειραιά, 1909-1940, έκδ. Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, Αθήνα,1989.

[23] «Ο Πειραιάς μοιάζει περισσότερο με τη Θεσσαλονίκη παρά με την Αθήνα. Η θάλασσα και οι πρόσφυγες του ‘22 είναι τα βασικά κοινά τους σημεία. Καθώς και η αντιπάθεια προς τους “Αθηναίους“. Τύφλα όμως νάχει η αντιπάθεια των Θεσσαλονικέων, όταν εκφράζεται ο Ολυμπιακός… Η πρώτη ομάδα που αγκάλιασαν οι πρόσφυγες! Εξ ου και το μίσος των δύο ομάδων, του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού. (Ντόπιοι εναντίον προσφύγων και… -σιγά σιγά- αντιστρόφως) Το ‘22, οι “ντόπιοι” είχαν αποτραβηχθεί στις βόρειες συνοικίες τους. Στις φαβέλες του Πειραιά κυριαρχούσε η Μικρά Ασία και ο Πόντος. Με την ίδρυση της ΑΕΚ η κατάσταση θα αλλάξει και ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων θα στηρίζει πλέον την αυθεντική προσφυγική ομάδα. Θα παραμείνει όμως το αρχικό μίσος μεταξύ των δύο ομάδων του λεκανοπεδίου, του Ολυμπιακού και του Παναθηναϊκού. Μόνο που σήμερα ελάχιστοι γνωρίζουν το πώς ξεκίνησε.» («Τα στέκια του Πειραιά»
http://pontosandaristera.wordpress.com/2007/12/06/6-12-2007/, «Το ρεμπέτικο και η “παλιά γραμμή του Ριζοσπάστη»,

http://rebetiko.sealabs.net/forum/viewtopic.php?p=20092)

[24] Yπάρχουν περιπτώσεις όπου και βενιζελικοί εκφράζονται με ακραίο τρόπο, όπως ο βουλευτής Κοζάνης Κουπαρούσος, ο οποίος σε ανακοίνωση τον Αύγουστο του 1924 γράφει μεταξύ άλλων ότι αν δεν συμμορφωθούν «οι πρόσφυγες θα λάβουν την προς την Βραζιλίαν άγουσαν». (Νίκος Μαραντζίδης, ό.π., σελ. 90).

[25] «Καθημερινή» 16/7/1928 και 19/7/1928

[26] Περιοδικό «Κοινότης», Αθήνα, αριθμ. φ. 48

[27] George Mavrogordatos, Stillborn Republic. Social coalitions and Party Strategies in Greece 1922-1936, ό.π., σελ. 195.

[28] Η φράση αυτή θα ειπωθεί στη συνεδρίαση της Βουλής της 24ης Ιανουαρίου 1934 και θα καταγραφεί στην Εφημερίς των Συζητήσεων, σελ. 990. αναφ. από Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, Μελέτες και Κείμενα για την περίοδο 1909-1940, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα, χ.χ., σελ. 78.

[29] «Καθημερινή», 30.7.1928 Η εμπάθεια του Γεωργίου Βλάχου είναι τέτοια, ώστε αρνείται ακόμα και τις προσφυγικές ψήφους για το Λαϊκό Κόμμα: «Με έκπληξίν μας είδομεν εις τα χθεσινά φύλλα ότι το Λαϊκόν Κόμμα θα περιλάβη τρεις πρόσφυγας πολιτευομένους εις τον συνδυασμόν Αθηνών. Διατί θα τους περιλάβη; Επί τη βάσει ποίας ηθικής και επί τη βάσει ποίας σκοπιμότητος; …..Αλλά είναι Ελληνες και όμαιμοι και αδελφοί. Ας είναι και αδελφοί και εξάδελφοι. Οταν αποκτήσουν συνείδησιν πολιτικήν και θέλησιν πολιτών ελευθέρων -πράγμα το οποίον δεν θα συμβή ποτέ- τότε θα δικαιούνται να θεωρούνται μεταξύ ημών, όχι μόνον ως εκλογείς αλλά και ως εκλέξιμοι. Επί του παρόντος οι πρόσφυγες δεν έχουν καμμίαν θέσιν εις τους συνδυασμούς του Λαϊκού Κόμματος» («Καθημερινή», 19/7/1928)

[30] Δημήτρης Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1923-27), εκδ. Κομμούνα, Αθήνα, 1985, σελ. 27-30.

[31] Σπύρος Λιναρδάτος, Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1966, σελ. 175.

[32] Ηλίας Πετρόπουλος, «Οι Πόντιοι», περ. Σχολιαστής, τεύχ. 54, Αθήνα, 1 Σεπτεμβρίου 1087.

[33] Εφημερίδα, Νέοι Στόχοι, Μενιδι, 30 Νοεμβρίου 1989.

[34] Εφημερίδα, Νέοι Στόχοι, Μενιδι, 4 Ιανουαρίου 1990.

[35] Νίκος Ρούμπος, “Συνοικία το όνειρο”, εφημ. Έθνος της Κυριακής, 28 Φεβρουαρίου 1993, σελ. 28-29.

[36] Ήρα Έμκε-Πουλοπούλου, Προβλήματα μετανάστευσης-παλιννόστησης, εκδ. ΙΜΕΟ-ΕΔΗΜ, Αθήνα, 1986, σελ. 64.

[37] Στην περίπτωση αυτή ανήκουν οι 70 οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στη Νέα Σάντα του Κιλκίς. (Μανώλης Μανωλίδης, “Πόντιοι του χθες και του σήμερα μεγαλουργούν”, εφημ. Πρώτη Σελίδα, Κιλκίς, 17 Νοεμβρίου 1994.)

[38] Ήρα Έμκε-Πουλοπούλου, ό.π., σελ. 46. Βλάσης Αγτζίδης, Ποντιακός Ελληνισμός. Από τη γενοκτονία και το σταλινισμό στην περεστρόικα, ό.π., σελ. 112-113. Κωνσταντίνα Μπάδα-Τσομώκου, ό.π., σελ. 52.

[39] “Έντονο κύμα διαμαρτυριών εναντίον των Ποντίων προσφύγων που κατοικούν στην πόλη μας και πολύ περισσότερο εναντίον εκείνων που θα έρθουν σύντομα από τη Σοβιετική Ένωση, ξέσπασε την προηγούμενη εβδομάδα από τους ντόπιους κατοίκους του Μενιδίου… Απαιτούν να προβούν σε δραστηριότητες τέτοιες εναντίον των προσφύγων… ώστε να τους αποβάλλουν.” (Κύριο σχόλιο της εφημερίδας Νέοι Στόχοι, Μενίδι Αττικής, 30 Νοεμβρίου 1989.)

[40] Το γεγονός παρουσιάστηκε από τον Τύπο ως “Ρατσιστική έκρηξη κατά των Ποντίων”. Η ειρωνεία είναι ότι οι ντόπιοι κάτοικοι του χωριού Μεταμόρφωση κατάγονταν από τουρκόφωνους Καππαδόκες πρόσφυγες του 1922. (Γιάννης Λιάπης, “Ρατσισμός χάριν… τουρισμού”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 6 Μαρτίου 1996, σελ. 46.)

[41] Νίκος Ρούμπος, “Συνοικία το όνειρο”, εφημ. Έθνος της Κυριακής, 28 Φεβρουαρίου 1993, σελ. 28-29.

[42] “Οργή Ποντίων για “ατόπημα΄”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 8 Ιουλίου 1995. Μπάμπης Γιαννακίδης, “Ο ρατσισμός, οι Πόντιοι και οι εντυπώσεις”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 13 Ιουλίου 1995.

[43] Χαρακτηριστικό ήταν το άρθρο κάποιου “στοχίτη” στην εφημερίδα Στόχος, στο οποίο η σύγχυση, η προκατάληψη και η άγνοια που είχε ο αρθρογράφος για τον πληθυσμό παρήγαγε μια ακραία ρατσιστική τοποθέτηση. (“Μεγάλο το ποσοστό των Μογγόλων ανάμεσα στους Ρωσοπόντιους που πάνε στη Θράκη”, εφημ. Στόχος, 7 Σεπτεμβρίου 1994.)

[44] Νούλα Ξανθοπλά, “Ρατσισμός σε σχολείο στη Θεσσαλονίκη”, εφημ. Εξουσία, 26 Οκτωβρίου 1996, σελ. 25. Κλέαρχος Τσαουσίδης, “Ξένοι κι εκεί ξένοι κι εδώ”, εφημ. Εξουσία, 26 Οκτωβρίου 1996, σελ. 25. Μπάμπης Γιαννακίδης, “Δεν θέλουν μάθημα με τους παλιννοστούντες”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 27 Σεπτεμβρίου 1996, σελ. 43.

[45] Για τη συμπεριφορά αυτή και την κατάληψη του σχολείου, που έγινε το Σεπτέμβριο του 1996, διαμαρτυρήθηκε η Πανελλήνια Ένωση των Νεοελθόντων, από το 1957, Ελλήνων Ποντίων Προσφύγων εκ Ρωσίας, που εδρεύει στην Αθήνα. (Νούλα Ξανθοπλά, ό.π.)

[46] Η συγκεκριμένη καταγγελία αφορά απαγόρευση εισόδου σε καφέ-πισίνα της περιοχής Νέας Ευκαρπίας σε οικογένεια Ποντίων από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Στην είσοδο τους δήλωσαν ότι “Απαγορεύεται η είσοδος στους Ρωσοπόντιους” (ΑΠΙ. φάκ. πρόσφυγες, μαρτυρία Αλίκης Φουντουκίδου, 26-12-96.). Στο κρούσμα αυτό αντέδρασε έντονα ο ραδιοφωνικός σταθμός “Ακρίτες του Πόντου”, εξαναγκάζοντας τους ιδιοκτήτες του κέντρου να ζητήσουν δημόσια συγνώμη.

[47] Μαρία Χατζηκώστα, “Δεν αυτοκτόνησε για τη Ρωσοπόντια”, περ. Το, Λευκωσία, τεύχ. 495, 3 Νοεμβρίου 1995.

[48] Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασμα από την τοποθέτηση ενός Κυπρίου από την Πάφο: “Είπαμε να τους βοηθήσουμε και να τους φέρουμε στην Κύπρο να εργαστούν. Αξίζει όμως τον κόπο να τους βοηθήσουμε με τα τόσα που κάνουν; Αυτοί είναι τόσο απολίτιστοι, που μας προσβάλλουν σαν λαό. Δεν καταλαβαίνουν ότι είναι φιλοξενούμενοι και αν συνεχιστεί έτσι η κατάσταση θα αναγκαστούμε να χρησιμοποιήσουμε βία εναντίον τους.” (“Φόβος και τρόμος από τους Πόντιους”, εφημ. Αλήθεια, Λευκωσία, 2 Ιουλίου 1995.)

[49] Γιώργος Εφραίμοφ, “Ζητούμε ανθρώπινη μεταχείριση”, εφημ. Εργατικό Βήμα, Λευκωσία, 19 Ιανουαρίου 1994, σελ. 8.

[50] Μαρία Νεγρεπόντη-Δεληβάνη, “Εμείς και οι πρόσφυγες αδελφοί μας”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 22 Μαρτίου 1994, σελ. 46. Κωνσταντίνα Μπάδα-Τσομώκου, «Οι Έλληνες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης στην Ελλάδα: αποκλεισμοί, ενσωματώσεις και διλήμματα ταυτότητας», περ. Ουτοπία, τεύχ. 21, Ιούλιος-Αύγουστος 1996, σελ. 57.

[51] Βίκτωρ Νέτας, “Άγνοια, αμάθεια και το δράμα των Ποντίων”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 1 Φεβρουαρίου 1994, σελ. 9, Αιμίλιος Σολωμός, “Ο Πόντος είναι η πατρίδα μας”, εφημ. Σημερινή, Λευκωσία, 24 Μαΐου 1994, σελ. 7.

[52] “Έλληνες στον Καύκασο, Ρωσοπόντιοι στην Ελλάδα”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 11 Ιουνίου 1995.

[53] “Όχι και… ξένοι οι Πόντιοι”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 13 Ιουλίου 1995, σελ. 2.

[54] Μάριος Μαρίνος Χαραλάμπους, Η μυστική ιστορία της Θεσσαλονίκης, εκδ. Αρχέτυπο, Θεσσαλονίκη, σελ, 226, 229

[55] Χαρακτηριστική είναι μια επιστολή «Προς τη Βουλή των Ελλήνων» που απέστειλε η «Πανελλήνιος Ένωση των Νεοελθόντων από του 1957 Ελλήνων Ποντίων προσφύγων εκ Ρωσίας» (ΠΕΝΕΠΠΡ) στις 20 Ιανουαρίου 1999. Η επιστολή έχει ως τίτλο «Ούτε οι εχθροί μας οι Τούρκοι και μουσουλμάνοι δεν μας αδίκησαν όπως οι Ελλαδίτες». Μεταξύ άλλων αναφέρονται: «Για να πλουτίζουν κάποια οργανωμένα συμφέροντα από το κράτος εφαρμόζουν άδικα μια πολιτική διώξεων ομογενών που θέλουν να ορθοποδήσουν οικονομικά, να βρουν κάποιο περίπτερο κάποιο μαγαζί για να ζήσουν την οικογένειά τους. Τα περισσότερα προβλήματα το κράτος τα δημιουργεί σ’ αυτούς που θέλουν να νοικοκυρευτούν, να φτιάξουν ένα σπίτι, να ανοίξουν ένα μαγαζί, ένα εργαστήριο, μια επιχείρηση παροχής υπηρεσιών…»

[56] Γιάννης Καρυπίδης, “Τελικά που είναι η πατρίδα μας;” περ. Ελλοπία, τεύχ. 9, Φεβρουάριος-Μάρτιος ‘92, σελ. 50-51. Σε εφημερίδα της Κύπρου δημοσιεύτηκε το εξής: “Χαρακτηριστικά είναι τα λόγια ενός νεαρού από τη Γεωργία που μου έλεγε: ΄Για μας πατρίδα είναι ο Πόντος, εκεί πρέπει να πάμε. Παντού μας φέρνονται σα να είμαστε ξένοι΄” (Αιμίλιος Σολωμός, «Ο Πόντος είναι η πατρίδα μας», εφημ. Σημερινή, Λευκωσία, 24 Μαϊου 1994, σελ. 7.)

[57] Μάκης Σελαμαζίδης, “Σοφία Σινδοπούλου: Στον κύκλο της προσφυγιάς”, εφημ. Ελευθεροτυπία, 5 Νοεμβρίου 1996, σελ. 45.

[58] Τέτοια είναι η περίπτωση του Δ. Πατμανίδη που τελικά θα αυτοκτονήσει: «Ο Δημήτρης Πατμανίδης με την οικογένειά του ξεριζωμένη από τη φρίκη του πολέμου στο Σοχούμι, έφτασε στην Ελλάδα με όλα τα χαρακτηριστικά της πολιτικής προσφυγιάς. Ο πατέρας με πανεπιστημιακή μόρφωση, βρίσκει δουλειά σε φορτηγό με τα χίλια ζόρια, η μάνα μένει άνεργη, η οικογένεια στοιβάζεται στις παλιές προσφυγικές πολυκατοικίες του Ρέντη. Ο Δημήτρης φοβισμένος κι ευαίσθητος, έρχεται αντιμέτωπος με το φασιστικό ρατσισμό που μαθαίνουν ν’ αναπαραγάγουν οι φτωχοί έλληνες συνομήλικοί του. Πριν γίνει ο ίδιος απομονωμένος και σκοτεινός, αντιμετωπίζει την απαξίωση, τη μοναξιά, τη χλεύη στο σχολείο: «Γεωργιανέ γύρνα πίσω», και όλα φτάνουν στην ανοιχτή βία απέναντί του. Πέρασε στα ψιλά, πως συμμορία «ελληναράδων» συμμαθητών, τον είχε ρίξει στο κάδο σκουπιδιών του σχολείου. Μετά ο Δημήτρης, ντύνεται στα μαύρα, αναζητά και λατρεύει τα όπλα, ακούει «σκοτεινή μουσική», η χαμένη του επικοινωνία γίνεται αδιέξοδα μόνο μέσω του ιντερνετ. Στο τέλος, η ασταθής ισορροπία της δυστυχίας, σπάει. Μια σπαραχτική ιστορία ρατσισμού, για την οποία κανείς δεν θα πληρώσει.” [«Για το μακελειό του Ρέντη», http://anasintaxi.blogspot.com/2009/04/blog-post_670.html (23-2-2010)]

[59] Το Νοέμβριο του 1936 ο Διευθυντής της Τοπογραφικής Υπηρεσίας σε αναφορές του προς το Γενικό Γραμματέα επί των οριστικών διανομών Κρήτης επισημαίνει ότι: «…επιτήδειοι και ξένοι προς την αγροτικήν αποκατάστασιν δια μυρίων τρόπων αποξενούσι τους πραγματικούς κληρούχους των κλήρων αυτών και υποκαθίστανται εις τα δικαιώματά των» και ότι: «αι αυθαιρεσίαι… ανέτρεψαν άρδην την έννοιαν της Αγροτικής Αποκαταστάσεως των εν Κρήτη προσφύγων». Νίκος Ανδριώτης, «Χριστιανοί (γηγενείς-πρόσφυγες) και Μουσουλμάνοι. Πληθυσμιακή κινητικότητα στην Κρήτη (τέλη 19ου-αρχές 20ου αιώνα), παρατίθεται στο «Προσφυγικό ζήτημα και διπλωματία», στο Βενιζελισμος και πρόσφυγες στην Κρήτη, έκδ. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών Ελ. Βενιζέλος, Χανιά, 2008, σελ. 75.

[60] Παρασκευάς Συργιανόγλου, «Εγκατάσταση Μικρασιατών προσφύγων στο Ρέθυμνο», στο Βενιζελισμος και πρόσφυγες στην Κρήτη, ό,π,, σελ. 93.

[61] Εφημερίδα Παμπροσφυγική, 9 Νοεμβρίου 1924

[62] Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, Stilborn republic: Social coalitions and party strategies in Greece, 1922-1936, εκδ. University of California Press, Μπέρκλεϊ, 1983, σελ. 205.

[63] Κώστας Τσαλαχούρης, ό.π., σελ. 140.

[64] Κώστας Τσαλαχούρης, ό.π., σελ. 101, 160.

[65] Γρηγόρης Δαφνής, ό.π., τόμ 2, σελ. 10.

[66] Υπολογίστηκε ότι οι ελληνικές περιουσίες ήταν δεκαπλάσιες των σντίστοιχων μουσουλμανικών που εγκαταλείφθηκαν στην Ελλάδα. (Γιώργος Λαμψίδης, Οι πρόσφυγες του 1922, Αθήνα, έκδ. Ελληνική Φωνή, Αθήνα, 1982, σελ. 59.)

[67] http://nobelprize.org/nomination/peace/nomination.php?action=show&showid=2046

[68] «Όλοι κλέβουν», περ. Ποντιακά, τεύχ. 18, Απρίλιος 2009, σελ. 15. Ο Π. Φωτιάδης έστελνε τα κείμενά του για δημοσίευση στα ελληνικά έντυπα της Νότιας Ρωσίας με την υπογραφή «Μαρκήσιος».

[69] Πάνος Καϊσίδης, « Ο Γεώργιος Β’ και οι πρόσφυγες», περ. Ποντιακά, τεύχ. 5, Μάρτιος 2008, σελ. 8-10.

[70] Γρηγόριος Δαφνής, ό.π., τόμ, 2, σελ. 183. Η αντιβενιζελική υστερία θα εμπεριέχει την αντιπροσφυγική στάση και την επίκληση να επιβληθεί δικτατορία: «…Το εγράψαμεν προ δύο ετών, μετά τας εκλογάς και μετά την 6ην Μαρτίου. Το εγράψαμεν μετά την 6ην Ιουνίου και την απόπειραν. Το εγράψαμεν μετά το κίνημα (του ’35) και μετά την καταστολήν του: Δικτατορίαν… Δικτατορίαν» (Γεώργιος Βλάχος, εφημ. Καθημερινή, 23 Μαρτίου 1935). Επίσης: «…Δεν χωρεί συζήτησις περί του αν είναι καλόν ή κακόν να κόψει κανείς τον πόδα. Τον κόπτει άμα είναι ανάγκη, άμα έχει γάγγραιναν… Ο Λαός λοιπόν ασθενεί. Έχει Βενιζελισμόν, έχει γάγγραιναν. Πρέπει να εισαχθεί εις Νοσοκομείον, το οποίο θα λέγεται Δικτατορία… και εκεί να υποστεί εγχείρησιν σοβαράν: Ακρωτηριασμόν των Ελευθεριών του…» (Γεώργιος Βλάχος, εφημ. Καθημερινή, 27 Μαρτίου 1935).

[71] Άννα Κελεσίδου Γαλανού, Η ιστορία ενός πρόσφυγα επαναστάτη, εκδ. Οργανισμός Διάδοσης Ελληνικού Βιβλίου, Αθήνα, 1977, σελ 83.

[72] Σπύρος Λιναρδάτος, Πώς εφτάσαμε στην 4η Αυγούστου, Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο, 1966, σελ. 175.

[73] Στο πρωτοσέλιδο, όπου εκτός από τα ιδιαιτέρως συγκινητικά συλλυπητήρια του Ι. Μεταξά, περιέχεται και μια ιδιαιτέρως κολακευτική βιογραφία του Ισμέτ Ινονού, ανακοινώνεται η επικείμενη μετονομασία της οδού. («Το πένθος δια τον θάνατον του Κεμάλ Ατατούρκ. Εκδηλώσεις ελληνικής θλίψεως», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 12-11-1938.)

[74] Βίκυ Χαρισοπούλου, «Παρουσίαση του βιβλίου του Ντίνου Χριστιανόπουλου για τον Τσιτσάνη Το ρεμπέτικο και η Θεσσαλονίκη», εφημ. Τα Νέα, 26-7-1999. Ενώ είναι γνωστό ότι το μεταξικό καθεστώς επέβαλε αυστηρότατη λογοκρισία στο ρεμπέτικο τραγούδι, είναι τελείως άγνωστο ότι ο Μεταξάς είχε συμπαραστάτες σε αυτή την πολιτική το σύνολο του τότε πνευματικού κόσμου. («Το ρεμπέτικο στη δεκαετία του 1930 και ο Μεταξάς μέσα από τις γραπτές συγχρονικές πηγές» στο Κώστας Βλησίδης, Όψεις του Ρεμπέτικου, Αθήνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2004). Την ίδια άποψη εκφράζει και ο Στάθης Δαμιανάκος στο Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός, εκδ. Πλέθρον Αθήνα, 1987, σελ. 165.

[75] Σημαντικές πληροφορίες για το κλίμα της εποχής και το πώς το εισέπραξαν οι Μικρασιάτες πρόσφυγες και μουσικοί στο Γιώργος Παπάζογλου, Tα χαΐρια μας εδώ. ‘Ονείρατα της άκαυτης και της καμμένης Σμύρνης. Αγγέλα Παπάζογλου, εκδ. Eπτάλοφος, Αθήνα, 2003.

[76] «Η σταδιοδρομία του Ισμέτ», εφημ. Ελεύθερον Βήμα, 12-11-1938

[77] Χρ. Τζιτζιλώνη, «70 χρόνια μετά τη Μικράσιατική Καταστροφή. Ο χαρακτήρας της εκστρατεία», στο Θέματα ελληνικής ιστορίας. Μαρξιστική προσέγγιση, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1995, σελ. 178.

[78] Η μαρτυρία αυτή του Ενεπεκίδη κατατέθηκε δημόσια, κατά την παρουσίαση του περιοδικού «Ε-Ιστορικά», που πραγματοποιήθηκε στην κατάμεστη αίθουσα του Συλλόγου Ποντίων «Αργοναύται-Κομνηνοί», στην Καλλιθέα, στο πλαίσιο της εκδήλωσης που συνδιοργάνωσαν η «Ελευθεροτυπία» και η Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων Νότιας Ελλάδας (Ανταπόκριση Γιώργου Κιούση, Ελευθεροτυπία, Νοέμβριος 2002).

[79] «Η λογοτεχνία των Ποντίων μετά το 1922», περ. Ποντιακά, τεύχ. 2, Δεκέμβριος 2007.

[80]«Τι επιζητούμε», περ. Χρονικά του Πόντου, μηνιαίο λαογραφικό περιοδικό, τεύχ. 21-22, Αθήνα, 1954, σελ. 22.

[81] Βλάσης Αγτζίδης, «Μικρά Ασία και αμφισβήτηση της Ιστορίας, εφημ. Καθημερινή της Κυριακής, 16-9-2001.

[82] Αναλυτική παρουσίαση της πολιτικής επί του νέου προσφυγικού ζητήματος στο: Βλάσης Αγτζίδης, Παρευξείνιος Διασπορά, ό.π., σελ. 589-680.

[83] «Το κράτος φέρεται στους Πόντιους σαν να είναι αλλοεθνείς μετανάστες», εφημ. Ποντιακά Νέα, πρωτοσέλιδο, αριθ. 365, 31 Δεκεμβρίου 2000. Επίσης στηλιτεύεται η αστυνομική βία που ασκείται στους νεοπρόσφυγες: Ελ. Παναγιωτίδου-Ελ. Παπαδοπούλου, «Απ΄ το Μενίδι στα δικαστήρια», πρωτοσέλιδο, εφημ. Τεμέτερον, τεύχ. 1, Σεπτέμβριος 1996.

[84] Υπουργείο Εξωτερικων, πολιτικό γραφείο υφυπουργού, αρ.πρ. 60/ 23-2-1994

[85] Έτσι θα απορριφθεί και το αίτημα που κατατέθηκε λίγο αργότερα στον ίδιο υφυπουργό για την πραγματοποίηση μιας έκδοσης, κατά τον τύπο της έκδοσης για τους Έλληνες Εβραίους, από το Αρχείο του υπ. Εξωτερικών με τα διπλωματικά έγγραφα που αφορούσαν τον ελληνισμό της Μαύρης Θάλασσας τον 19ο και 20ο αιώνα. Συμπεριφορές τέτοιες είναι απόρροια της γενικότερης νοοτροπίας και των κριτηρίων αξιολόγησης που διαθέτει το σώμα των υπηρεσιακών και πολιτικών συμβούλων.

[86] Ειδικά ο συντηρητικός χώρος κράτησε ανοιχτά αρνητική και ξενόφοβη στάση. Αποκορύφωμα υπήρξε η φιλολογία για τις «ελληνοποιήσεις». Το σύνολο των παλιννοστούντων για τη Νέα Δημοκρατία και την ακροδεξιά χαρακτηρίστηκε ως «ελληνοποιημένο», αποτελούμενο από «Αμπχάζιους, Τσετσένους κ.λπ.» Τη διαφθορά και τις υπαρκτές παρανομίες των ελληνικών διπλωματικών αρχών τις πρόβαλε ομαδικά και ρατσιστικά στους «παλιννοστούντες» ομογενείς. (Φ. Kαλλιαγκόπουλου – Ν. Τσιούτσια, «Kαραμανλής: 96.162 ψήφοι ήλθαν από το… πουθενά», εφημ. Καθημερινή, 28 Φεβρουαρίου, 2001.) Τεκμηριωμένη απάντηση δόθηκε στο: Γρ. Νιώτης, «΄΄Ελληνοποιήσεις”: Οι μύθοι και η αλήθεια με αριθμούς», εφημ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 28 Ιανουαρίου 2001, σ. 50-51.

[87]Κωσταντίνος Φωτιάδης, «Η άρνηση της έκδοσης των ντοκουμέντων της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου από το ελληνικό Κοινοβούλιο», εφημ. Πόντος, τεύχ. 61, Απρίλιος 2008, σελ. 12-13.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου