Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΡΣ

Η έξοδος από το Καρς

πηγή: http://www.opsne.gr/history.asp?sec=2-5

Προσπάθειες αντίστασης

Στην περιοχή του Καρς, όπου επίσης υπήρχε πολιτική και στρατιωτική οργάνωση Ελλήνων, εμφανίστηκαν αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις. Άλλοι πρότειναν παραμονή του ελληνικού πληθυσμού με οργάνωση της ένοπλης άμυνας, ενώ άλλοι πρότειναν τη φυγή. Η πρώτη άποψη εκφράστηκε από τους Έλληνες στρατιωτικούς, ενώ η δεύτερη από τα πολιτικά στελέχη του ελληνικού κινήματος. Οι στρατιωτικοί πίεζαν τον ελληνικό πληθυσμό να παραμείνει και να οργανώσει την άμυνά του εντασσόμενος στα τρία ελληνικά συντάγματα της Eλληνικής Mεραρχίας του Καυκάσου. Για να εμπνεύσουν τον ελληνικό πληθυσμό με αγωνιστικό φρόνημα, οργάνωσαν μια εντυπωσιακή παρέλαση των στρατιωτικών ελληνικών τμημάτων του 2ου Συντάγματος της Ελληνικής Μεραρχίας στην πόλη του Καρς. Τα αποτελέσματα της παρέλαση δε θεωρήθηκαν ιδιαιτέρως σημαντικά[1].

3ο Εθνικό Συνέδριο στο Καρς

Για τον καθορισμό της στάσης του ελληνικού πληθυσμού, καθώς και των προτεραιοτήτων, συνήλθε το 3ο Εθνικό Συνέδριο στο Καρς. Συμμετείχαν εκπρόσωποι απ' όλες τις ελληνικές κοινότητες της περιοχής. Οι εκπρόσωποι των μεθοριακών και άμεσα απειλούμενων χωριών Αρνταχάν και Καρς παρουσίασαν τις τραγικές συνθήκες που επικρατούσαν στις περιοχές τους. Οι υπόλοιποι σύνεδροι, οι οποίοι προέρχονταν από άλλες περιοχές, τους διαβεβαίωσαν για την εθνική αλληλεγγύη των άλλων κοινοτήτων. Οι κατάσταση αυτή οδήγησε το συνέδριο να αποφασίσει "Μεσ' το παραλήρημα του πατριωτικού ενθου­σιασμού, της εθνικής αλληλεγγύης..." τη μετακίνηση των παραμε­θόριων ελληνικών κοινοτήτων Αρνταχάν, Γκιόλια, Σογανλού, Καβουσμάν και Χοροσάν με ευθύνη του Εθνικού Συμβουλίου, προς το Καρς. Όμως η ραγδαία προέλαση του τουρκικού στρατού προς το Καρς και το Σαρίκαμις ανάγκασαν το συνέδριο να διακόψει τις εργασίες του[2].

Παράδοση του Καρς

Οι Έλληνες κάτοικοι δεν πίστευαν ότι ήταν δυνατή η αντίσταση στο τουρκικό στρατό από τα τρία ελληνικά συντάγματα και τη μία αρμενική μεραρχία. Οι ειδήσεις για τις τουρκικές ωμότητες εις βάρος των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο άρχισαν να φτάνουν στον Καύκασο. Οι αφηγήσεις των ταλαιπωρημένων προσφύγων για τις αγριότητες κατά των Ελλήνων έκαμψαν και τις τελευταίες αντιστάσεις των εθνικών συμβουλίων[3]. Εξάλλου η ελληνική στρατιωτική δύναμη του Καυκάσου ήταν μικρή μπροστά στον τουρκικό στρατό που κατέφθανε. Ειδικά στην πόλη του Καρς οι υπερασπιστές της ήταν μόνο 1.500 Έλληνες στρατιώτες. Ετσι αποφασίστηκε η παράδοση της πόλης στους Τούρκους[4].

Η αποχώρηση του πληθυσμού

Αριθμός και συνθήκες

Εβδομήντα χιλιάδες Έλληνες πήραν τον δρόμο της προσφυ­γιάς[5]. Το Εθνικό Συμβούλιο έκανε ότι μπορούσε για την προώθηση των προσφύγων στη νότια Ρωσία και στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας με στόχο την αναχώρηση για την Ελλάδα[6]. Αρκετά παραμεθόρια χωριά των περιφερειών Χοροσάν, Αρνταχάν και Γκιόλια δεν πρόλαβαν να φύγουν με αποτέλεσμα την αιχμαλωσία τους από τον τουρκικό στρατό[7].

Οι Καρσιώτες μεταφέρθηκαν από την πόλη του Καρς στην Τιφλίδα με τρένο. Από κει άλλοι κατευθύνθηκαν προς το Μπακού του Αζερμπαϊτζάν, με στόχο να χρησιμοποιήσουν το τρένο που συνέδεε το Μπακού με το Αικατερινοντάρ της νότιας Ρωσίας, άλλοι πήγαν στο Κουμπάν μέσω Βλαδικαυκάς και οι περισσότεροι χρησιμοποίησαν το δρόμο από το Πότι. Δηλαδή έφταναν με τραίνο στο Πότι της Μαύρης Θάλασσας και από 'κει με καράβι ως το Νοβοροσίσκ. Η πορεία που επέλεγε να ακολουθήσει η κάθε προσφυγική ομάδα καθοριζόταν από τις προξενικές και άλλες πληροφορίες που συγκέντρωνε, ώστε να αποφύγει τις περιοχές των εμφύλιων συγκρούσεων. Κυρίως εγκαταστάθηκαν στο Αικατερινοντάρ και στα χωριά του Κουμπάν, στη Σταυρούπολη, στην Κριμαία, στο Σοχούμι, στο Πετιγόρσκ, στο Νοβοροσίσκ, στην Ανάπα, στο Τουαψέ κ.α Πίστευαν ότι σύντομα θα μπορούσαν να μεταφερθούν από την νότια Ρωσία στην Ελλάδα[8].

Μαρτυρίες προσφύγων

Η αποχώρηση άρχισε από το δεύτερο πενθήμερο του Μαρτίου. Ο Ε. Ηλιάδης περιγράφει τις προετοιμασίες των Ελλήνων στο χωριό Πελικπάς: "Οι γυναίκες ανάβουν τους φούρνους, ζυμώνουν, ψήνουν ψωμί, το κάνουν φρυγανιές και παξιμάδια, κάνουν μακαρίνα (σ.τ.σ. μακαρόνια), γεμίζουν βαρελάκια ή τενεκέδες με βούτυρο και τυριά κ.λπ. Οι άντρες γεμίζουν σακιά με αλεύρι και σιτάρι, σφάζουν με σπαραγμό της καρδιάς τους τα εκλεκτά τους ζώα, ψήνουν σε μεγάλα καζάνια το κρέας τους και το κάνουν καβουρμάδες και με το λίπος μαζί το βάζουν σε βαρελάκια ή πήλινα δοχεία... Στις 12 Μαρτίου το πρωί έγινε η τελευταία θεία λειτουργία. Είχαν παρευρεθεί όλοι σχεδόν οι χωριανοί. Ήταν κάτι το ανεπανάληπτο. Τα πλήθη προσεύχονταν, προσκυνούσαν και με τρεμάμενο χέρι άναβαν το στερνό τους κερί. Κατάμεστη η εκκλησία από πιστούς, κατάμεστο και το μεγάλο προαύλιό της και οι πέρα απ' αυτό δρόμοι. Οι πιστοί παρακολούθησαν με κατάνυξη και θρησκευτική ευλάβεια τη θεία λειτουργία. Στο τέλος το χριστεπώνυμο, το αγνό πλήθος, το γεμάτο αγωνία, θλίψη και πόνο, αγκαλιάζεται, θρηνεί, σταυροκοπιέται και χύνονται πολλά δάκρυα αληθινά. Σύσσωμοι με σπαραγμό ψυχής ικετεύουν τον Άγιο να τους προστατεύσει, να τους βοηθήσει να φτάσουν όσο το δυνατόν ανώδυνα και γρήγορα στον προορισμό τους, στη φωτεινή Ελλάδα, για να ησυχάσουν και οι κατοπινές γενιές από τους συνεχείς ξερριζωμούς μ' όλα τα φρικτά επακόλουθα[9]."



[1] Χρήστος Σαμουηλίδης, Η ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού, Αθήνα, 1985, σ. 74.

[2] Χριστόφορος Τσέρτικ, Στις επάλξεις του Καρς, Λάρισα 1985, σ. 92.

[3] Ευάγγελος Μ. Ηλιάδης, Νέος Καύκασος. Ιστορική αναδρομή, Αθήνα, 1989, σ. 60-61.

[4] Χρήστος Σαμουηλίδης, Η ιστορία του Ποντιακού Ελληνισμού, Αθήνα, 1985, σ. 74.

[5] Ο ιερέας του χωριού Καραουργκάν, Χαρίτων, γράφει στις 2 Απριλίου 1918: "Ένεκα της εμπολέμου καταστάσεως, εθνικοποιήσεως του στρατού τα διάφορα έθνη του Καυκάσου, τρέφοντα μίσος το εν κατά του άλλου εξηγέρθησαν εις μάχας και αλληλοσφάζονται, ο δε αιώνιος εχθρός των Χριστιανών, ο Τούρκος, επωφελούμενος της καταστάσεως προσπαθεί να κατακτήσει την πόλη του Καρς. Ένεκα τούτου οι του νομού Καρς δυστυχείς Έλληνες... εγκαταλείψαντες τα χωρία, την περιουσίαν των φεύγουν χωρίς να γνωρίζουν που. Χιλιάδες Ελλήνων, γερόντων, γυναικών και ανηλίκων παίδων κοιμώνται πέριξ των διαφόρων σταθμών, άστεγοι, γυμνοί, πεινασμένοι υποφέρουσι τα πάνδεινα. Ουδεμία περιποίησις, ουδεμία περίθαλψις, ουδείς τείνει προς τους δυστυχείς χείραν αρωγής..." (Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, Ο εν Ρωσσία Ελληνισμός, Αθήνα, εκδ. Τρεμπέλα, 1919, σ. 29.)

[6] Ευάγγελος Μ. Ηλιάδης, Νέος Καύκασος. Ιστορική αναδρομή, Αθήνα, 1989, σ. 69.

[7] Χριστόφορος Τσέρτικ, Στις επάλξεις του Καρς, Λάρισα 1985, σ. 92, 101.

[8] Μιχ. Χρ. Αιλιανός, Το έργον της ελληνικής περιθάλψεως, Αθήνα, έκδ. Υπ. Εξ., 1921, σ. 84. Ο Ηλιάδης υποστηρίζει ότι οι πρόσφυγες διατήρησαν την αισιοδοξία τους και ότι τους χαρακτηρίζονταν από "ακατανίκητη δύναμη εθνικής συνειδήσεως" και ακατάβλητο εθνικό σθένος" (Ευάγγελος Hλιάδης, Νέος Καύκασος. Ιστορική αναδρομή, Αθήνα, 1989, σ. 60.)

[9] Ευάγγελος Ηλιάδης, Νέος Καύκασος. Ιστορική αναδρομή, Αθήνα, 1989, σ. 61-63.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου