ΑΓΤΖΙΔΗΣ ΒΛΑΣΗΣ "ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ"

πηγή: http://kars1918.wordpress.com/2010/03/26/eisagogi/

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί το εισαγωγικό τμήμα της ευρύτερης μελέτης μου με τίτλο “Mνήμη, ταυτότητα και ιδεολογία στον ποντιακό ελληνισμό” και συμπεριλαμβάνεται στο υπό έκδοση βιβλίο:

Γιώργος Κόκκινος – Βλάσης Αγτζίδης – Έλλη Λεμονίδου, Η μνήμη και το τραύμα. Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη σε όλο τον κόσμο, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα.

Η Εισαγωγή αυτή ξεκινά με ένα νέο, χαρακτηριστικό ποίημα του Κώστα Διαμαντίδη.

Και μη μου πεις για προσφυγιά «Δεν άκουσα, δεν είδα»

Ρωτήστε εμάς που χάσαμε αναίτια πατρίδα.

Αχ, νάχα απ΄το χώμα σου μια χούφτα, μάνα Σμύρνη,

να τ’ άλειφα στο σώμα μου και βάλσαμο να γίνει.

Κώστας Διαμαντίδης[1]

Ταυτότητες μέσα στο χρόνο

Μελετώντας την ταυτότητα των προσφύγων της πρώτης γενιάς στην Ελλάδα συναντούμε μια συγκροτημένη διανόηση, που έχει πολιτική άποψη και καλή ιστορική εποπτεία της εποχής. Διανοούμενοι που θα επικεντρωθούν σε προσπάθειες καταγραφής των ιστορικών γεγονότων και διατήρησης της μνήμης μέσα από σωρεία δραστηριοτήτων που θα περιλαμβάνουν από ίδρυση σωματείων μέχρι αντιστορήσεις μοναστηριών και δημιουργίας συμβολικών χώρων μνήμης, όπως τα μνημεία. Σε διαφορετικό κοινωνικό πλαίσιο θα δράσουν οι πρόσφυγες στη Σοβιετική Ένωση. Το κύριο χαρακτηριστικό τους θα είναι οι προσπάθειες εδραίωσης της πολιτισμικής τους ταυτότητας στο νέο περιβάλλον. Προσπάθειες που θα οδηγήσουν στη διαμόρφωση του σοβιετικού ελληνισμού και στην εμφάνιση ενός εντυπωσιακού και μοναδικού πειράματος κατά το Μεσοπόλεμο.

Η ποντιακή ταυτότητα είτε στην Ελλάδα, είτε στη Σοβιετική Ένωση αποτελεί απλώς μια τοπική ταυτότητα με πάρα πολλές παραλλαγές. Στη Σοβιετική Ένωση θα επιχειρηθεί για πρώτη φορά η θεσμική κατοχύρωση του ποντιακού πολιτισμού με την απόπειρα αναγνώρισης της ποντιακής διαλέκτου ως της επίσημης ελληνικής γλώσσας των σοβιετικών Ελλήνων, χωρίς αυτό να οδηγεί σε ενδοεθνική ρήξη. Στον ελλαδικό χώρο οι πρόσφυγες αντιμετωπίζουν διαφορετικές συνθήκες. Ανακαλύπτουν ότι η τοπική τους ταυτότητα αποτελεί κάτι ευρύτερο και οδηγεί σε διαδικασίες μετεξέλιξης και ενδοεθνικής διαφοροποίησης και στην εν τέλει διαμόρφωση μιας εθνοτοπικής ταυτότητας.

Στον Πόντο, η ιδιαίτερη πολιτισμική ταυτότητα ήταν παραγνωρισμένη. Η αστική τάξη και οι διανοούμενοι κατέβαλαν προσπάθεια αποβολής των ιδιαίτερων ποντιακών χαρακτηριστικών.

Στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας απαγορευόταν στους μαθητές να μιλούν την ποντιακή διάλεκτο[2]. Στον Πόντο οι λογοτέχνες και οι ποιητές θα εκφράζονται στην καθαρεύουσα. Ελάχιστα στοιχεία της ποντιακής θα παρεισφρύουν στα γραπτά τους. Όμως η προσφυγιά θα μετατρέψει ριζικά τη στάση της ελίτ απέναντι στον ποντιακό πολιτισμό, ο οποίος θα σημασιοδοτείται πλέον διαφορετικά, θα λαμβάνει συναισθηματικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά και θα θυμίζει τη χαμένη πατρίδα[3].

Η πρώτη γενιά των προσφύγων θα είναι αυτή που θα αποτυπώσει στα κείμενά της -και στην πιο μικρή τους λεπτομέρεια- τα γεγονότα της σύγκρουσης στην Ανατολή και της Εξόδου. Η συσπείρωση και η κοινωνική αλληλεγγύη που θα δημιουργήσει η προσφυγιά θα οδηγήσει στις προσπάθειες για δημιουργία ποντιακών συλλόγων στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, για έκδοση περιοδικών, για ανάπτυξη ποντιακής λογοτεχνίας και θεάτρου και για θεσμοθέτηση πολιτιστικών εκδηλώσεων[4]. Στο ποίημα του Ηλία Τσιρκινίδη «Ο Δήμον ο κεμεντζετζής» η Έξοδος από τον Πόντο παρομοιάζεται με την κάθοδο στον Άδη: «Ποίος εμαυρολόεσεν; Ποίος εμαυροείπεν / …’κ’ έχουμε τα παρχάρια ‘μουν και τα’ άγια μοναστήρια / ‘κ’ έχουμε τα ψηλά ραχιά και τα νερά τα κρύα. / Εφέκαμε τα μερια μουν κι επήγαμε σ’ άλλα κόσμια / μακρά και πέραν θάλασσας, σο πλαν την Ρωμανίαν. / Επέμ’ναμε αλλόξενοι, σ’ αλλόξενα τα τόπια / επέμ’ναμ’ αστερέωτοι, ση χώρας τα στερέας»[5].

Τα κείμενα αυτά θα συγκροτήσουν το απαραίτητο εκείνο γνωστικό και εν μέρει ιδεολογικό υπόστρωμα, πάνω στο οποίο θα αναπτυχθούν ριζοσπαστικότερες προσεγγίσεις είτε στα χρόνια της δημοκρατικής ευφορίας πριν τη χούντα του ’67, είτε κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90.

Μια από τις πρώτες προσπάθειες καταγραφής των συνεπειών της πολιτικής που είχε ακολουθήσει ο τουρκικός εθνικισμός στο χώρο του Πόντου θα γίνει από το Κεντρικό Συμβούλιο του Πόντου, που διατηρούσε γραφεία στην οδό Παπαρρηγοπούλου στην Αθήνα. Το Συμβούλιο θα συντάξει και θα εκδώσει τον Ιανουάριο του 1922 τη Μαύρη Βίβλο της τραγωδίας του Πόντου 1914-1922 στα γαλλικά και στα αγγλικά. Η έκδοση αποσκοπούσε στο να ενημερώσει τους ξένους διπλωμάτες και να προκαλέσει κάποια εκδήλωση συμπαράστασης προς τους καταδιωκόμενους πληθυσμούς.

Στις πρώτες εκδοτικές προσπάθειες στην Αθήνα το 1924 ανήκουν τα απομνημονεύματα του Αντωνίου Γαβριηλίδη, καπνέμπορου από την Πάφρα του Πόντου, ο οποίος εξορίστηκε και σώθηκε δραπετεύοντας. Το έργο είχε τον εξής τίτλο: Σελίδες εκ της Μαύρης Εθνικής Συμφοράς του Πόντου. Το βιβλίο του Γαβριηλίδη αποτελεί ένα ενδιαφέρον πόνημα για τα δεδομένα της εποχής. Συνοδεύεται από πλούσιο φωτογραφικό υλικό θυμάτων των διώξεων. Έχει αναλυτικούς πίνακες για τις διώξεις στο δυτικό Πόντο, αλλά και την κοινωνική παρουσία του ελληνισμού στην περιοχή αυτή.

Την ίδια εποχή ιδρύονται στην Ελλάδα και οι πρώτοι πολιτιστικοί και πολιτικοί ποντιακοί σύλλογοι. Οι αντάρτες του δυτικού Πόντου θα δημιουργήσουν στην Αθήνα το 1924, ως πρόσφυγες πλέον, την «Αδελφότητα Αγωνιστών του Πόντου», η οποία θα στοχεύει στην “…ένωσιν των απανταχού της Ελλάδος εγκατεστημένων προσφύγων Ποντίων ενεργώς αναμιχθέντων εις τον απελευθερωτικόν του Πόντου αγώνα…”[6]. Το 1925 θα εκδοθεί στην Αθήνα το ιστορικό έργο του Γεωργίου Βαλαβάνη με τίτλο Σύγχρονος Γενική Ιστορία του Πόντου. Ο Βαλαβάνης αναφέρεται και στο μέλλον, θεωρώντας ότι οι “Πόντιοι επίγονοι”, όπως αποκαλεί τις επόμενες γενιές, θα επιφέρουν τη δικαίωση. Τα θύματα των σφαγών στον Πόντο ανακαλούνται για να θυμίσουν το αδικαίωτο της προσπάθειας.

Παράλληλα, οι επιζήσαντες Πόντιοι, ως πρόσφυγες πλέον αρχίζουν να τιμούν τα θύματα των διώξεων. Μια από τις πρώτες καταγεγραμμένες εκδηλώσεις είναι το 1925 στη Νεάπολη Κοζάνης. Στην επιμνημόσυνη ομιλία του Γεωργίου Μαυρομματόπουλου διακρίνονται ήδη οι ιδεολογικές τάσεις που θα εκφραστούν ευρύτερα τη δεκαετία του ’80. Ο Αρχιμανδρίτης Πανάρετος Τοπαλίδης θα εκδώσει στη Δράμα το 1927 το βιβλίο Ο Πόντος ανά τους αιώνας. Το ίδιο έτος θα ιδρυθεί στην Αθήνα από Πόντιους διανοουμένους η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών (ΕΠΜ). Η έκδοση από το 1928 της περιοδικής έκδοσης Αρχείον Πόντου θα δόσει στους ερευνητές, αλλά και στον κάθε ενδιαφερόμενο ένα πολύτιμο εργαλείο. Το 1933 θα εκδοθεί το ιστορικό έργο Η Εκκλησία Τραπεζούντος του Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθου και προέδρου της Επιτροπής Ποντιακών Μελετών. Ιδιαίτερη σημασία θα έχει το πλούσιο ιστορικό έργο της ΕΠΜ, ειδικά την εποχή που πρόεδρός της ήταν ο βυζαντινολόγος Οδυσσέας Λαμψίδης. Το 1935 θα εκδοθεί η Συνοπτική Ιστορία του Ελληνισμού του Πόντου από τον Δημήτριο Αποστολίδη, δήμαρχο της Αργυρούπολης την περίοδο της ρωσικής κατοχής (1916-1918). Το 1936 ο παλιός αντάρτης Δημήτριος Κουτσογιαννόπουλος θα εκδώσει τις εμπειρίες του στη Θεσσαλονίκη υπό τον τίτλο Ανάμεσα στους αντάρτες του Πόντου.

Η δικτατορία Μεταξά και η φοβερή δεκαετία του ‘40 που θα ακολουθήσει με τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, την τριπλή κατοχή, την Εθνική Αντίσταση και τέλος με τον εμφύλιο πόλεμο, θα απονεκρώσει την ποντιακή ιστορική κίνηση. Μόνο το βιβλίο του Γεωργίου Σακκά θα εκδοθεί στη Νίκαια Αττικής το 1943 με τον τίτλο Ιστορία των Ελλήνων της Τρίπολης. Πρόκειται για τη μελέτη των τραγικών γεγονότων στην Τρίπολη του Πόντου. Μετά τον Εμφύλιο, οι συγγραφείς της πρώτης γενιάς βρίσκονται και πάλι στο προσκήνιο. Το 1954 ο Δημήτριος Φυλλίζης θα εκδώσει στη Θεσσαλονίκη το βιβλίο με τίτλο Αι τελευταίαι ημέραι της Τραπεζούντος.

Το 1955 ο Ιωακείμ Σαλτσής θα εκδόσει τα Χρονικά Κοτυώρων επίσης στη Θεσσαλονίκη Το 1956 ο Ελευθέριος Παυλίδης, πρόεδρος του Σωματείου των εκ Ρωσίας Ελλήνων, θα εκδώσει στην Αθήνα το βιβλίο Πώς και διατί εματαιώθη η Δημοκρατία του Πόντου. Την ίδια χρονιά ο Χριστόφορος Τσέρτικ εκδίδει, στην Αθήνα πάλι, τη νουβέλα Φλόγες στον Πόντο. Χρονικό μιας εποχής. Το 1957 θα εκδοθεί στην Αθήνα από τον Παντελή Βαλιούλη το βιβλίο Σελίδες εκ της συμφοράς του Πόντου και στη Θεσσαλονίκη το βιβλίο του Οι Πόντιοι του Καυκάσου, περιφέρειας Καρς και Αρνταχάν. Το 1958 θα εκδοθεί στη Θεσσαλονίκη το Γύρω από την άσβεστη φλόγα του Θ. Θεοφυλάκτου, αντιπρόεδρου του Εθνικού Συμβουλίου του Πόντου στο Βατούμ την περίοδο 1920-1921 και εκδότη της εφημερίδας Ελεύθερος Πόντος.

Στη συνέχεια, το 1962 θα εκδοθεί σε ανάτυπο η ομιλία του Πολυχρόνη Ενεπεκίδη από το Σύλλογο Αργοναύται-Κομνηνοί με τίτλο Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου (1908-1918). Βάσει των ανεκδότων εγγράφων των κρατικών αρχείων της Αυστροουγγαρίας“. Το 1963 θα εκδοθεί στην Αθήνα το βιβλίο του Σταύρου Νικολαϊδη με τίτλο Πόντου θρήνος. Την ίδια χρονιά στη Θεσσαλονίκη θα κυκλοφορήσει το βιβλίο του Στυλιανού Μαυρογένους Το Κυβερνείον Καρς του Αντικαυκάσου (Κασκαγια Όμπλαστ) και το εν αυτώ ελληνικό στοιχείον κατά την περίοδον 1878-1929.

Το 1966 θα εκδοθεί η Γη του Πόντου από τον Δημήτρη Ψαθά. Το 1969 θα εκδοθεί το βιβλίο Τοπάλ Οσμάν του Γεωργίου Λαμψίδη. Στο βιβλίο αυτό για πρώτη φορά εμφανίζεται ο όρος «γενοκτονία» για να χαρακτηριστούν τα γεγονότα των εθνικών εκκαθαρίσεων που είχαν συμβεί στον Πόντο. Το 1970 θα εκδοθεί στην Αθήνα η Συμβολή εις την γενικήν ιστορίαν του Πόντου του Σάββα Ιωακειμίδη. Σημαντική συγγραφική παραγωγή έχουν επίσης ο Ευστάθιος Χριστοφορίδης (Σάρπογλης), ο Σίμος Λιανίδης, ο Κώστας Ασιατίδης, ο Ισαάκ Λαυρεντίδης, ο Παντελής Μελανοφρύδης κ.ά[7]. Την περίοδο πριν τη δικατορία θα ξεκινήσει η διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης. Θα παρατηρηθεί μια πρώτη σύγκλιση πολιτικά διαφορετικών τάσεων και μια κοινή προσπάθεια ανάδειξης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και της ιστορικής εμπειρίας. Στην εφημερίδα Ποντιακή Φωνή του κεντροαριστερού Χαράλαμπου Λυσσαρίδη εκφράζεται έντονος λόγος. Στο πρώτο φύλλο της εφημερίδας, που θα κυκλοφορήσει στη Θεσσαλονίκη τον Απρίλιο του 1964, θα υπάρχει σε πρωτοσέλιδο ο χάρτης της διεκδικούμενης Δημοκρατίας του Πόντου με τίτλο: «Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θάναι»[8].

Μετά τη δικτατορία αρκετοί αριστεροί διανοούμενοι της δεύτερης και της τρίτης προσφυγικής γενιάς θα προσανατολιστούν στην ανάδειξη του πολιτισμού και διαφόρων άγνωστων πλευρών της ποντιακής ιστορίας, όπως ο Χρήστος Σαμουηλίδης, ο Κώστας Διαμαντίδης, ο Φόρης Παροτίδης, ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης, ο Πάνος Καϊσίδης κ.ά. Με τον τρόπο αυτό η ενασχόληση με τον Πόντο δεν θα αποτελεί πλέον αποκλειστική ενασχόληση της παλιάς ηγετικής ομάδας της πρώτης γενιάς και των κληρονόμων της, συντηρητικών κυρίως πεποιθήσεων. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 θα παρατηρηθεί μια έντονη κινητικότητα, η οποία θα οδηγήσει στο αίτημα για την αναγνώριση της γενοκτονίας και θα έχει ως χαρακτηριστικό την εντυπωσιακή αύξηση των ποντιακών συλλόγων. Σύλλογοι που πολιτιστικά θα καλλιεργούν τον ποντιακό πολιτισμό, θα ιδρύουν χορευτικές και θεατρικές ομάδες και πολιτικά θα συμμετέχουν και θα συνδιαμορφώνουν ένα κίνημα δημιουργίας μνημείων και καθιέρωσης επετειακών εκδηλώσεων. Ο Michel Bruneau, γεωγράφος και διευθυντής ερευνών στο CNRS, που μελέτησε την ποντιακή διασπορά υποστηρίζει ότι η δημιουργία μιας εικονογραφίας με το στήριγμα των σωματείων δεν ήταν αρκετά ικανοποιητική για τη διατήρηση της ταυτότητάς τους. Έτσι, χρειάστηκε να χτίσουν, να διακοσμήσουν τόπους μνήμης και αναφοράς, όπως μοναστήρια και μνημεία[9].

Παρατηρούμε ότι και στην περίπτωση των Ποντίων οι λέξεις αλλάζουν σημασία ανάλογα με την εποχή και τους χρήστες. Στα πρώτα χρόνια της προσφυγοποίησης, την ευρύτερη παμποντιακή σημασία ο όρος «Πόντιος» έπαιρνε μόνο σε κύκλους Ποντίων διανοουμένων, είτε από την εποχή του ποντιακού αγώνα (όπως αποτυπώνεται στα κείμενα για την ανεξαρτησία) είτε στη συνέχεια στην Ελλάδα (όπως συνάγεται από τις δηλώσεις αυτών που δημιούργησαν την Επιτροπή Ποντιακών Μελετών ή τα πρώτα ποντιακά σωματεία στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη).

Τα πρώτα χρόνια με τον όρο «Πόντιος», ο λαός περιέγραφε μόνον αυτόν που προερχόταν από τις περιοχές του Μικρασιατικού Πόντου. Οι προερχόμενοι από τις περιοχές του Καρς του ρωσικού Καυκάσου, που παραχωρήθηκε στους Τούρκους απ’ τους μπολσεβίκους με τη Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ[10], χαρακτηρίζονταν ως «Καυκάσιοι» ή «Ποντοκαυκάσιοι» και ας είχαν μεταναστεύσει από τον Πόντο μόλις 40 χρόνια πριν. Οι κατά το πλείστον τουρκόφωνοι πρόσφυγες από την καυκασιανή περιοχή της Τσάλκας στην Κεντρική Γεωργία ονομάζονταν «Τσαλκαλήδες», οι οποίοι επίσης εντάσσσονταν στην ομάδα των «Καυκασίων». Επίσης ονομαζόταν «Πάφραλης» ή «Σαμψολής» ο προερχόμενος από την Πάφρα ή τη Σαμψούντα. Βαθμιαία ο όρος «Πάφραλης» κατάληξε να σημαίνει γενικά τον τουρκόφωνο Δυτικοπόντιο. Επίσης «Ρωσοπόντιος» ονομαζόταν ο Πόντιος πρόσφυγας απ΄ την ΕΣΣΔ του ‘39 κ.λπ. Ούτε όμως και οι «Πόντιοι» ήταν ενιαία ομάδα. Οι καταγόμενοι απ’ τη Σινώπη, οι «Σιναπλίδες», δεν δήλωναν «Πόντιοι», αλλά «Μικρασιάτες», λόγω της δημοτικής γλώσσας που μιλούσαν. Επίσης, εάν κατάγονταν από τη Ματσούκα, την Κρώμνη ή τη Φάτσα, υπήρχαν ως Ματσκαλήδες, Κρωμέτες, Φάτσαλήδες κ.λπ. με ισχυρότατες τοπικές ταυτότητες που πολλές φορές επικάλυπταν την ευρύτερη «ποντιακή»[11].

Η εθνοτοπική ποντιακή ταυτότητα θα αρχίσει να μορφοποιείται στη συνέχεια και να παίρνει έντονες μορφές στις περιόδους της δημοκρατικής ευφορίας. Η πρόσφατη μορφή της, ως ώριμη πλέον εθνοτοπική ταυτότητα, διαμορφώθηκε και εμπεδώθηκε μετά τη Μεταπολίτευση[12]. Τότε, για πρώτη φορά, οι απόγονοι εκείνων των πολλές φορές αντίπαλων τοπικών ομάδων της δεκαετίας του ΄20, αλλά και της δεκαετίας του ’40, θα ενοποιηθούν με μια νέα ενιαία ιστορική αφήγηση που θα έχει ως επίκεντρο την εξιδανικευμένη ανάμνηση του Πόντου[13] και του πολιτισμού του, και μέσα από μια διαδικασία αλλαγών και μεταβολών θα επικεντρωθεί τελικά στην ανάμνηση της γενοκτονίας[14]. Τότε το προσωνύμιο “Πόντιος” θα αποκτήσει άλλο, ευρύτερο περιεχόμενο στον πληθυσμό και θα γίνει στοιχείο μιας νέας συλλογικής ταυτότητας.



[1] Μ’ αυτό το ποίημα ξεκινά τη νέα του ποιητική συλλογή (2010) με τίτλο Το αχ, το υστερνόν, ο Κώστας Διαμαντίδης για να τονίσει το ενιαίο της προσφυγικής εμπειρίας. Ο Διαμαντίδης, ανήκει στην τρίτη προσφυγική γενιά, είναι πολιτικά ενεργοποιημένος και έντονα στρατευμένος σε κινήματα πολιτικής κριτικής. Είναι ο σημαντικότερος σύγχρονος Πόντιος ποιητής.

[2] Μαρία Βεργέτη, Από τον Πόντο στην Ελλάδα. Διαδικασίες διαμόρφωσης μιας Εθνοτοπικής Ταυτότητας, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1994, σελ. 215, 225. Για το Φροντιστήριον Τραπεζούντος βλ.: Αντώνης Παυλίδης, «Το Φροντιστήριο Τραπεζούντας (190-1914) και η ιδεολογική κυριαρχία των Ελλήνων στον Πόντο», εκδ. Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, Αθήνα, 2004.

[3] Πάνος Καϊσίδης, «Οι απαρχές και η εξέλιξη της λογοτεχνίας των Ποντίων», περ. Ποντιακά, τεύχ. 1, Νοέμβριος 2007, σελ. 7.

[4] Οδυσέας Λαμψίδης, «Η ‘’ανακλησις’’ εις τους πρόσφυγας Έλληνας του Πόντου και αι επιπτώσεις αυτής δια την έρευνα της ποντιακής διαλέκτου», Αρχείον Πόντου, τόμ. 29, Αθήνα, 1989, σελ. 6, 7.

[5] Ηλίας Α. Τσιρκινίδης, «Ο Δήμον ο κεμεντζετζής», περ. Χρονικά του Πόντου, μηνιαίο λαογραφικό περιοδικό, τεύχ. 21-22, Αθήνα, Ιούνιος 1946, σελ. 526. [Εφέκαμε=αφήσαμε, ‘κ’= δεν (απ’ το ουκί), ΄μουν=μας (απ’ το ημών)

[6] Το Πρωτοδικείο Αθηνών ενέκρινε τον Ιούλιο του 1924 τη σύσταση του συλλόγου. Το πρώτο κείμενο του συλλόγου που επιγράφεται «Αδελφότητος Αγωνιστών του Πόντου - Πόντος Μουτζαχιδλερί Δζεμιετί» είναι δίγλωσσο (ελληνικα-τουρκικά) και απευθύνεται στους πρόσφυγες παλιούς αντάρτες του Πόντου. «Απανταχού της Ελλάδος Αγωνιστάς του Πόντου – Γιονάνισταντα Μπουλουμάν Πόντος Μουτζαχιδλερινέ», αυτούς που “ ..εκάμαμε τον άγριον αγώνα δια την ελευθερίαν της ιδιαιτέρας Πατρίδος μας..” Οι στόχοι θα είναι: «..η δια της ενώσεως ..δημιουργία μεταξύ μας στενής αλληλεγγύης και αλληλοϋποστηρίξεως….η εξασφάλισις δυνάμεως επιτρεπούσης την καλλιτέρευσιν των συνθηκών του βίου και της εργασίας μας, την ενίσχυσιν ημών στερημένων εργασίας ….. ..εις την Αδελφότητα απεφασίσθη να λάβωσι μέρος και αι ηρωϊδες της Πατρίδος μας, αι οποίαι δια της ενεργού συμμετοχής των εις τον άγριον εκείνον αγώνα , απεδείχθησαν πράγματι άξιαι θαυμασμού με την ηρωϊκήν και πατριωτικήν αυτοθυσίαν των.» (Αρχείο Στέλιου Θεοδωρίδη)

[7] Στη συνέχεια τη συγγραφική σκυτάλη θα πάρουν συγγραφείς της δεύτερης προσφυγικής γενιάς όπως οι Χρήστος Σαμουηλίδης, Στάθης Ευσταθιάδης, Γιώργος Χατζόπουλος, Χρήστος Ανδρεάδης, Έλσα Γαλανίδου-Μπαλφούσια, Πόπη Τσακμακίδου-Κωτίδου, Γεώργιος Γρηγοριάδης, Ερμής Μουρατίδης, Θανάσης Γεωργιάδης, Γιώργος Ανδρεάδης, Δημήτρης Αθανασιάδης κ.ά.

[8] Στο πρωτοσέλιδο άρθρο «Σκοπός και γραμμή μας» αναφέρεται: «Με άπειρο ιδρώτα, με δάκρυα και αίμα πότισαν την Ελληνική γη μέσα σε 40 χρόνια που πέρασαν, χωρίς ποτέ να λησμονήσουν τη γενέτειρά τους, την ΄΄χαμένη΄΄ πατρίδα, τον αλησμόνητο Πόντο….» («Σκοπός και γραμμή μας», εφημ. Ποντιακή Φωνή, αριθ. 1, 26 Απριλίου 1964, σελ. 1. Για την εφημερίδα αυτή βλ.: Πάνος Καϊσίδης, «Ο Χαράλαμπος Λυσαρίδης και η Ποντιακή Φωνή του», περ. Ποντιακά, τεύχ. 17, Μάρτιος 2009, σελ. 20-21.

[9] [ Michel Bruneau, Les Grecs pontiques. Diaspora, identite, territories, εκδ. CNRS, Παρίσι, 1998, , σελ. 21-41.

[10] Στις 3 Μαρτίου 1918 η Ρωσία θα συνάψει στην πόλη Μπρεστ Λιτόφσκ χωριστή συνθήκη ειρήνης με απίστευτα βαρείς όρους. Οι μπολσεβίκοι παραχωρούσαν στη Γερμανία ολόκληρη την Ουκρανία και την Κριμαία. Στο Νότο παραχωρούσαν την περιοχή Καρς-Αρνταχάν στους Τούρκους και αποχωρούσαν από τον Ανατολικό Πόντο. Μόνον η νίκη της Αντάντ επί των Κεντρικών Δυνάμεων στις 11 Νοεμβρίου του 1918 θα απαλλάξει τη σοβιετική Ρωσία από τους δυσβαστακτους όρους. Οι συνέπειες της Συνθήκες του Μπρεστ Λιτόφσκ θα είναι καταλυτικές τόσο για το ευρωπαϊκό επαναστατικό κίνημα, όσο και για τη μοίρα των Λαών της Ανατολής. Η άτυχη επανάσταση στη Γερμανία, 9 μόλις μήνες μετά την Συνθήκη του Μπρέστ Λιτόφσκ, το Νοέμβριο του 1918 των Λούξεμπουργκ-Λίμπνεχτ, επιβεβαίωσε το αδιέξοδο που δημιούργησε η επιμονή του Λένιν για άνευ όρων ειρήνευση με τις Κεντρικές Δυνάμεις και επιβεβαίωσε τις θέσεις του Τρότσκι, των αναρχικών και της αριστερής αντιπολίτευσης που επιδίωκαν τη συνέχιση του πολέμου και τη μετατροπή του σε επαναστατικό…

Τη στάση αυτή των αριστερών προς τις επιλογές του Λένιν θα χρησιμοποιήσει ο Στάλιν για να δικαιολογήσει τις δίκες της Μόσχας και την εξόντωση της παλιάς φρουράς των μπολσεβίκων: “Οι δίκες έδειξαν πως αυτά τα αποβράσματα του ανθρώπινου γένους, από τις πρώτες κιόλας μέρες της Οχτωβριανής σοσιαλιστικής επανάστασης, συνωμοτούσαν με τους εχθρούς του λαού Τρότσκι, Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ, ενάντια στο Λένιν, στο κόμμα, στο σοβιετικό κράτος. Οι προβοκατόρικες προσπάθειες τορπιλισμού της ειρήνης του Μπρέστ-Λιτόφσκ, στις αρχές του 1918… …. όλα αυτά και άλλα παρόμοια κακουργήματα, όπως αποδείχνεται διαπράττονταν είκοσι χρόνια, με τη συμμετοχή η την καθοδήγηση των Τρότσκι, Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, Μπουχάριν, Ρύκωφ και των συνεργών τους, σύμφωνα με εντολές των ξένων αστικών υπηρεσιών κατασκοπείας.” (Ιστορία του ΚΚΣΕ (μπολσεβίκοι), εκδ. Τα Νέα Βιβλία, Αθήνα, 1946, σελ. 177-178.)

Είναι ατύχημα το ότι όσοι μελετούν την περίοδο αυτή αγνοούν ή παρακάμπτουν την πλέον αποφασιστική στιγμή εκείνης της περιόδου. Εάν είχαν επικρατήσει οι Αριστεροί επί του Λένιν, η εξέλιξη θα μπορούσε να έχει οδηγηθεί στην αντιδιαμετρική κατεύθυνση απ’ αυτή που τελικά οδηγήθηκε.

[11] Αυτό είναι ένα φαινόμενο που το συναντούμε γενικά στους προσφυγικούς πληθυσμούς (Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, κ.ά., «Λαογραφία και προφορική ιστορία», περ. Εντευκτήριο, τεύχ. 8, σελ. 53, Νίκος Μαραντζίδης, ό.π., σελ. 92.)

[12] Ο όρος «εθνοτοπικη ταυτότητα» που αντιστοιχεί στην ταυτότητα των ποντιακών πληθυσμών, αναλύεται από τη Μαρία Βεργέτη στη διδακτορική της διατριβή: «…εθνοτοπική ταυτότητα (ethno-regional identity) μπορεί να οριστεί η ταυτότητα της κοινωνικής ομάδας, μέλους ευρύτερου έθνους, που μεταναστεύει μαζικά από τον τόπο καταγωγής του, χωρίς δυνατότητα μαζικής επιστροφής σ’ αυτόν. Η ταυτότητα δεν είναι εθνική ή εθνοτική γιατί η ομάδα αποτελεί τμήμα ευρύτερου έθνους και δεν είναι απλά τοπική γιατί έχει χαθεί ο γεωγραφικός χώρος αναφοράς.» (Μαρία Βεργέτη, ό.π., σελ. 57.)

[13] Patricia Fann, “The Pontic Myth of Homeland”, περ. Journal of Refugee Studies, vol. 4, no. 4 εκδ. Oxford University Press, 1991, σελ. 340-356.

[14] Το ιστορικό γεγονός της γενοκτονίας θα τεκμηριωθεί σε δύο σημαντικές εκδόσεις: Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο. Διπλωματικά Έγγραφα από τη Βιέννη (1909-1918), Θεσσαλονίκη, έκδ. Εύξεινος Λέσχη Θεσσαλονίκης, 1995, Κωσταντίνος Φωτιάδης, Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, έκδ. Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2004.

Από το 2007 η γενοκτονία των Ελλήνων στον Πόντο και σ’ όλη την υπόλοιπη Οθωμανική Αυτοκρατορία εντάχθηκε στις αναγνωρισμένες γενοκτονίες του 20ου αιώνα από τη Διεθνή Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars – IAGS)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου