ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

Ο Γιάννης Γραμματικόπουλος (Πεκτέσος) γεννήθηκε το 1895 στη Γιόλαγουζτσαμ Καρς Καυκάσου Ρωσίας και έζησε στην Ποντοκώμη Κοζάνης όπου και πέθανε άνω των εκατόν χρόνων. Ξεκίνησε δίπλα στον πατέρα του εκπαιδευόμενος σε μεγάλες εργολαβίες στο Καρς. Ερχόμενος στην Ελλάδα θα δραστηριοποιηθεί στις κατασκευές έως και στα βαθιά του γεράματα.

Σε συνέντευξή του, στον Θόδωρο Φελεκίδη, μεταξύ άλλων λέει:

Καταγωγή από Πόντο

Τον πατέρα μου το λέγανε Γεώργιο Γραμματικόπουλο(πέθανε στο Βατούμ, λίγο πριν έρθουμε στην Ελλάδα, σε ηλικία 68 χρονών) και τη μητέρα μου Πιπερία. Τον παππού μου το λέγανε Στοφόρο. Ο πατέρας μου γεννήθηκε στην Κιμισχανέ του Πόντου. Στο χωριό Βαρενού. Από κει έφυγε η οικογένεια του πατέρα μου με άλλες οικογένειες, Τιτοπουλάντ, Σαραντίδης Χαρίτων κλπ, το 1878 για Καρς.

Οι δικοί μας ήταν πολύ πλούσιοι εκεί. Είχανε τσιφλίκι. Είχανε περίπου 500 στρέμματα. Ήτανε και εγγράμματοι. Ο ένας αδελφός του παππού μου ήτανε στο δικαστήριο γραμματέας. Γιατί εκεί εμείς είχαμε τουρκική υπηκοότητα. Οι δικοί μας έκαναν το Τούρκο. Του παππού μου ο πατέρας (ο Ονούφριος) πήρε τουρκάλα. Πήρε μπέικο κορίτσι. Έτσι γραμματέας ο παππούς, Γιαζιτζόγλου στα τουρκικά, εδώ έγινε Γραμματικόπουλος. Παρατσούκλι λεγόμασταν Πεκτές. Ο παππούς μου έκανε τον Τούρκο. Ήταν ιεροκήρυκας. Λέγονταν αυτοί Πεκτές. Έτσι ονομαστήκαμε Πεκτές. Στην επιφάνεια φαίνονταν Τούρκοι και κρυφά ήτανε χριστιανοί.

Η εκπαίδευση στη Γιόλαγουζτσαμ.

Εγώ γεννήθηκα στην Γιαλαούτσαμ. Εκεί ήρθανε και από τη Λερία. Λιερέτ.

Πήγα στο σχολείο μέχρι Πέμπτη τάξη. Από 6 χρονών. Είχαμε τρεις δασκάλους.

Μας σπούδαζαν ρωσικά. Έλληνα δάσκαλο έπαιρνε το σχολείο και μας μάθαινε ελληνική ιστορία.

Επαγγελματική ενασχόληση

Ο πατέρας μου ήταν εργολάβος. Ήμασταν πολλοί ευκατάστατοι. Παίρναμε μεγάλα έργα. Στο Καρς εμείς αλωνίζαμε. Στρατιωτικά νοσοκομεία, μεγάλα έργα. Το προσωπικό μας ήταν Τούρκοι, Αρμένιοι , Έλληνες κλπ. Χτίσαμε στο Τσαβλάχ, στο Καρς δίπλα, στρατιωτικά έργα ρωσικά, εκκλησίες , χτίσαμε σχολεία στα χωριά μας, δρόμους , γέφυρες, το δρόμο από Καρς για το Μερτινίκ περίπου 88χ χλμ, όπου σε κάθε 5 χιλιόμετρα κάναμε σταθμούς. Αυτό το έργο έγινε το 1911 με 1912. Στα έργα όλα ήμουνα και εγώ, κάτεχα την τέχνη, την τέχνη την έμαθα πρακτικά από το πατέρα μου. Είχε ο πατέρας μου προσωπικό 3-4 μαστόρους με χρονιάτικο, μόνιμους, και με μεροκάματο έκτακτους. Πληρώναμε τους καλούς μαστόρους 60 χρυσές λίρες το χρόνο. Οι εργάτες έπαιρναν μισό ρούβλι , 50 καπίκια, ύστερα έγινε 1 ρούβλι. Τα 10 ρούβλια ήταν μια χρυσή λύρα ρωσική μεγάλη. Αυτή με την εικόνα του Μέγα Πέτρου. Το καλοκαίρι πηγαίναμε και μέναμε στο Καρς .Είχαμε δικό μας σπίτι. Κοντά στο Βανζαν , στο σταθμό του τραίνου, στην άκρη της πολιτείας , 200 μέτρα από το σταθμό.

Το σπίτι που μέναμε το αγόρασε ο πατέρας μου. Μηχανήματα δεν είχαμε, όλα ήταν με τα κάρα ,ή εκεί που δεν πήγαιναν τα κάρα πήγαιναν με μουλάρια ή άλογα. Δεν υπήρχε τότε συνδικαλισμός για τους εργάτες. Όλα ήταν «ήλιος με ήλιο».Από 17 χρονών ήμουν εργολάβος.

Στρατιωτική Θητεία και Παγκόσμιος Πόλεμος

Δεκαεννέα χρονών πήγα στο στρατό. Από το χωριό με καλέσανε , έβγαινε διαταγή , ήξερες κάθε χρόνο ποιοι θα πάνε, έρχονταν τα χαρτιά στον Πρόεδρο. Περνούσαμε από την επιτροπή, ήτανε και κλήρος. Έπαιρναν έναν αριθμό και γλίτωναν τη θητεία κάποιοι. Από τους 100 ένας γλίτωνε. Τέτοιος νόμος ήτανε. Παρουσιάστηκα στο Καρς. Μετά μας κούρεψαν κι μας έστειλαν στη Σιβηρία. Μας στείλαν στο Ζλανταούς, 13 μέρες με το τραίνο. Είναι κοντά στο Αρχάγκες. Παρουσιαστήκαμε στα έμπεδα, στο πεζικό . Μας ντύσανε στρατιωτικά. Τα ρούχα τα άλλα τα στέλναμε πίσω. Τότε ήταν σχεδόν φεουδαρχία. Ήταν τότε όλοι αυστηροί. Υπήρχε πολύ μεγάλη πειθαρχία. Εμάς μας ανακάτευαν. Είτε Ρώσοι είτε έλληνες , ίδια δικαιώματα. Είχαμε πολλούς δικούς μας αξιωματικούς, είχαμε τον Ανάνιας που ήταν συνταγματάρχης, τον αξιωματικό από το Αλίσοφι, τον Κάλτσεφ Ιωάννη, το Λοχαγό Τριανταφυλλίδη Θωμά . Από το Όλουχλη τον Λεβεντίδη , πολύ μορφωμένο και καλό, το 1915 ήταν φρούραρχος στο τουρκικό έδαφος που κατέλαβε η Ρωσία στο Ίλιτζα και πολλοί άλλοι. Οι αρμενείς ήταν πιο καθιστεριμένοι από μας, είχαν μόνο τον Μασμάνωφ και τον Ανδρονίκ. Εγώ ήμουνα στο Σιδερένιο Σύνταγμα, το 72ο , διαλεκτοί στρατιώτες. Μετά πήγαμε στο μέτωπο στην Πολωνία στη Βορσάβα. Μαζί ήμασταν και τα 48 παιδιά από δω, σε ένα λόχο , δύο διμοιρίες . Από τους 48 άλλοι σκοτώθηκαν άλλοι τραυματίστηκαν. Μας μετακίνησαν αλλού. Πήγαμε Λιούπλιν. Πήγαμε στο μέτωπο. Κάναμε επίθεση. Εγώ τραυματίστηκα στην Πολωνία και γύρισα πίσω στο χωριό. Το πόδι ήταν κουτσό. Μετά ένα χρόνο ξαναπήγα στις εργολαβίες.

Η έξοδος προς Βατούμ

Από το Καρς φύγαμε το 1919, Αυγούστου 29, του Αι-Γιάννη την ημέρα, μπήκαμε στα τρένα και κατεβήκαμε στην Τιφλίδα. Αφήσαμε όλα τα ακίνητά μας και τα ζωντανά και πήραμε μόνο τα χρειαζούμενα και χρήματα, λύρες . Λύρες εγώ πήρα 150 και 80ή 90,000 ρούβλια. Ήταν πολλές παράδες αυτά , τελευταία είχαν χάσει όμως την αξία τους. Στη διαδρομή μας πείραξαν οι Αρμενείς. Ήταν ένας σταθμός που λέγονταν Σαναϊγκ. Αρμένικο ήταν εκεί, αρμένικο, κράτος, μας κάνουν έλεγχο αν έχουμε τίποτε στρατιωτικά, τίποτε δημόσια και τάπαιρναν. Έρχονται στο δικό μας βαγόνι. Ήμασταν τρεις οικογένειες. Λέγω στον πεθερό μου και στους άλλους χωριανούς μου, δώστε ένα δύο παράδας «ας φαζατς», να μην κοιτάνε τα πράγματα. Αυτοί επειδή «έτρωγαν» , τόσος κόσμος περνούσε, έλεγχαν, «έτρωγαν», φαίνεται αναμεταξύ τους υπήρχαν μαλώματα. Έτσι οι αξιωματικοί παρακολουθούσαν αυτόν που έκανε έλεγχο αν έπαιρνε παράδες ή όχι. Εγώ όταν ανέβηκε αξιωματικός και εργάτης και είπανε ανοίξτε εκείνο το δέμα, εγώ έβγαλα να του δώσω δέκα ρούβλια. Πάω να τα βάλω στο χέρι του. Αυτός μια φορά τα κοίταξε, βλέπει όμως και δύο άλλους αξιωματικούς να παρακολουθούνε. «Εδέκεμε έναν σφιχτό σιλέαν» έπιασα τα δυο χέρια του να μη με χτυπήσει άλλο, ήμουνα δυνατό παλληκάρι, τον κράτησα καλά. Τελευταία έφυγαν οι άλλοι αξιωματικοί. Λέει ανοίξτε το ένα , το άλλο δέμα, λίγα… και φεύγει γρήγορα στο άλλο βαγόνι. Στέλνει όμως τον εργάτη να ζητήσει τα ρούβλια. Του έδωσα τα πέντε ρούβλια. Είπα πέντε ρούβλια «κι αξίζ’ η σιλέα»;

Κατεβήκαμε στο Βατούμ. Καθίσαμε τρεις μήνες εκεί. Κάναμε σκηνές έξω από την πολιτεία και μέναμε εκεί. Δε γνωρίζαμε ότι θα αργήσουμε. Κάθε μέρα που περνούσε νομίζαμε ότι θάρθει το βαπόρι μα μας πάρει. Αν ξέραμε ότι θα αργούσαμε θα νοικιάσαμε σπίτια να καθίσουμε. Κάναμε επιτροπή και η επιτροπή μας ενημέρωνε . Και κάθε μέρα ρωτούσαμε. Το πλοίο ήρθε;

Στην Ελλάδα

Κάποτε ήρθε το πλοίο και ανεβήκαμε.

Δεν είχαμε χαρτιά τίποτε. Δεν ελέγχανε όμως και τίποτε. Ήρθε ένας Έλληνας συνταγματάρχης ο Πολεμαρχάκης, μας μάζεψε και μας έβγαλε λόγο στο πλοίο. «Θα πάτε στην Ευρώπη, κλεψιές , ατιμίες , βλασφημίες, όλα να τα ρίξετε στη θάλασσα».

Ήρθαμε στην Ευρώπη…, οι κλέφτες και οι λωποδύτες όλοι εδώ ήταν.

Δύο που πέθαναν στο πλοίο τους έριξαν στη θάλασσα. Το πλοίο ήρθε στο Καραπουρνάρ, στη Θεσσαλονίκη. Υποφέραμε , άλλο πράμα. Τρεις μέρες πάνω στον άμμο. Στο γιαλό που ήμασταν τρεις μέρες όλο έβρεχε. Εγώ άρρωστος, η γυναίκα μου άρρωστη, το παιδί μου ο Νίκος άρρωστος. Μετά στις παράγκες στην Καλαμαριά. Μας κούρεψαν με του αλόγου τη μηχανή. Βάλαν τα ρούχα στον κλίβανο. Εγώ είχα οχτώ περσικά χαλιά και έξι στρώματα περσικά, τρία δέματα χαλιά. Βρέχτηκαν όλα. Τάβαλαν και αυτά στον κλίβανο. Καταστράφηκαν. Στο Καρς , καθώς φεύγαμε για Τιφλίδα, είχα αγοράσει ένα χαλί, 63 οκάδες , το έδωσε σε ένα συγγενή μου, το μετέφερε με άλλο τρένο, μου το παρέδωσε εδώ στην Ελλάδα. Όταν το πούλησα στη Ελλάδα πήρα 33 λύρες. Θα πεθαίναμε χωρίς αυτά. Στον κλίβανο βάλαν και ένα τσουβάλι φωτογραφίες που είχαμε από το Καρς. Η συμπεριφορά τους δεν ήταν ευγενική. Μας ύβριζαν. Μας φέρθηκαν… Στις τρεις μέρες εγώ μετανόησα που ήρθα, αλλά… Στην καλαμαριά καθίσαμε ένα χειμώνα. Ο αδελφός μου έχασε δύο παιδιά του. Εγώ έχασα την (πρώτη) γυναίκα μου , την Αγάπη Γεωργιάδου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου