ΑΓΤΖΙΔΗΣ ΒΛΑΣΗΣ "ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΚΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ-ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ"

2.3. Πρόσφυγες κι Αριστερά

2.3.1. Αντιμετώπιση

Αναδημοσίευση από: http://kars1918.wordpress.com/2010/04/07/aristera-prosfyges/

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί το πρώτο μέρος -που επιγράφεται “Η Αντιμετώπιση”- από ένα εκτεταμένο τμήμα της μελέτης μου με τίτλο “Mνήμη, ταυτότητα και ιδεολογία στον ποντιακό ελληνισμό”. Συμπεριλαμβάνεται στο υπό έκδοση βιβλίο:

Γιώργος Κόκκινος – Βλάσης Αγτζίδης – Έλλη Λεμονίδου, Η μνήμη και το τραύμα. Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη σε όλο τον κόσμο, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα.

Το τμήμα αυτό της μελέτης που αρχίζω να αναδημοσιεύω , αφορά τις πολυσύνθετες, διαδραστικές σχέσεις της Αριστεράς με τη μικρασιατική προσφυγιά και ειδικώτερα το ποντιακό της μέρος. Ήδη, από τη μελέτη αυτή, έχω αναρτήσει τα:

-Ταυτότητες μέσα στο χρόνο

-Πρόσφυγες του ’22 στη «μητέρα-πατρίδα»

-Κράτος και πρόσφυγες του ‘22…

Η Αντιμετώπιση

Οι εξαθλιωμένοι πρόσφυγες που καταφθάνουν στον ελλαδικό χώρο με τη Μικρασιατική Καταστροφή αντιμετωπίζονται ως ξένο σώμα. Το σημαντικότερο κόμμα της Αριστεράς ήταν αυτό του ΣΕΚΕ (μετέπειτα ΚΚΕ) και είχε ακολουθήσει αντιπολεμική πολιτική καθ’ όλη τη διάρκεια του μικρασιατικού πολέμου, όταν είχε υλοποιήσει, με όχι ιδιαίτερη ένταση, την απόφαση της Κομουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν-Kommunisticheski International) για την «αντιπολεμική και αντιιμπεριαλιστική» δράση των Κομμουνιστικών Κομμάτων[1]. Μετά τη στροφή της Σοβιετικής Ένωσης υπέρ της Αυτονομίας της Μικράς Ασίας το ΣΕΚΕ θα αναφερθεί για πρώτη φορά στους ελληνικούς πληθυσμούς της Ανατολής υποστηρίζοντας ότι η σοβιετική πρόταση «θα εξασφάλιζε σοβαράς εγγυήσεις υπέρ των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας»[2].

Ήδη από τον Μάρτιο του 1919 είχαν έρθει σε επαφή με Πόντιους κομμουνιστές κατά την προσπάθεια σύνδεσής τους με την Κομιντέρν. Οι σχέσεις αυτές θα γίνουν εντονότερες με την προσφυγοποίηση των πληθυσμών και με την αποστολή εκπαιδευμένων στελεχών από την Κομιντέρν προς το ΚΚΕ για να βοηθήσουν ή να ελέγξουν το ελλαδικό τμήμα της. Έτσι θα υπάρξουν κάποια κοινά στελέχη μεταξύ του Κομμουνιστικού Κόμματος και των προσφύγων, τα οποία θα διευκολύνουν αργότερα την ένταξη των πλέον πολιτικοποιημένων προσφύγων σ’ αυτό. Το 1927 ο Ανδρόνικος Χαϊτάς, Πόντιος κομμουνιστής από το Σοχούμι αναλαμβάνει γενικός γραμματέας στο ΚΚΕ.

Αρχικά το ΚΚΕ αντιμετώπισε τους πρόσφυγες ως το εκλογικό όπλο του βενιζελισμού. Ένα χρόνο μετά την Καταστροφή δεν τους ενέτασσε στο «λαό» αλλά τους θεωρούσε κάτι διαφορετικό και ξένο. Τους κατέτασσε στην ίδια κατηγορία με τους κομματάρχες και τους χαφιέδες[3]. Όμως στο προεκλογικό του πρόγραμμα θα ζητήσει την πλήρη αποκατάστασή τους. Οι καταγγελίες του για τις άθλιες συνθήκες ζωής των προσφύγων θα είναι συνεχείς και έντονες. Βαθμιαία αρχίζει να απευθύνεται προς αυτούς με την επίκληση «Αδέλφια πρόσφυγες». Αργότερα οι προκηρύξεις του θα έχουν ως αποδέκτη τρεις κοινωνικές κατηγορίες: «εργάτες, αγρότες και πρόσφυγες». Στα πολιτικά του κείμενα η παρουσία των προσφύγων και η «ύπαρξη χιλιάδων προσφυγικών εργατικών χεριών» καταγράφεται συχνά ως ένα αρνητικό γεγονός και ως μια από τις βασικές αιτίες για τη διόγκωση της ανεργίας[4].

Το ΚΚΕ θα προσπαθήσει να συμφιλιώσει τους ντόπιους με τους πρόσφυγες καλλιεργώντας μια ενιαία ταξική συνείδηση: «Η Ελλάδα δεν διαιρείται σε ντόπιους και πρόσφυγες. Η Ελλάδα διαιρείται σε πλούσιους και φτωχούς, σε ανθρώπους που δε δουλεύουν και ζουν και σε ανθρώπους που δουλεύουν και δεν μπορούν να ζήσουν… ο καθένας πρέπει να διαλέξει μεταξύ του πλούσιου πρόσφυγα που συνδυάζεται με τον πλούσιο ντόπιο και του φτωχού πρόσφυγα που σύντροφό του θα έχει το φτωχό ντόπιο εργάτη»[5].

Από τις αναλύσεις του ΚΚΕ απουσιάζει η συνθετική προσέγγιση και η αντίληψη ότι μετά το ’22 η Ελλάδα είναι πλέον μια νέα κοινωνία, στην οποία θα έπρεπε να συντεθούν εκ νέου οι ομάδες, που πλέον την συναποτελούν οριστικά. Η ερμηνεία του για την προσφυγοποίησή τους θα παραμένει εσαεί η θέση ότι υπεύθυνη για όλα είναι η πολιτική της «ιμπεριαλιστικής αχορτασιάς και του παράφρονος εθνικισμού»[6]. Σε καμιά ανάλυση δεν θα υπάρχει η αποδοχή του δικαιώματος πολιτικού αυτοκαθορισμού στις πατρίδες τους ενάντια στη βούληση του κράτους, το οποίο αντιμετωπίζεται ως εθνικό τουρκικό ακόμα και στην οθωμανική εποχή του. Ούτε και θα κατατεθεί ποτέ ταξική ανάλυση των συνθηκών που υπήρχαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία λίγο πριν την οριστική διάλυσή της. Για το ΚΚΕ τα γεγονότα ήταν απόρροια συνωμοσιών, εθνικισμών, ιμπεριαλισμών και έξωθεν επεμβάσεων. Η ξεκάθαρη αναφορά του Νίκου Ζαχαριάδη σε άρθρο του στο Ριζοσπάστη δεκατρία χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή επιβεβαίωνε μια δογματική πρόσληψη των ιστορικών γεγονότων: «Η Μικρασιατική εκστρατεία δεν χτυπούσε μόνο τη νέα Τουρκία, μα στρεφότανε και ενάντια στα ζωτικότατα συμφέροντα του Ελληνικού λαού. Γι αυτό εμείς όχι μόνο δεν λυπηθήκαμε για την αστικοτσιφλικάδικη ήττα στη Μικρασία μα και τη επιδιώξαμε»[7]. Η έκφραση «μα και την επιδιώξαμε» ήταν γραμμένη με κεφαλαία γράμματα στην εφημερίδα για να τονιστεί ακριβώς η στάση του κόμματος.

Η κυνική αυτή πολιτική και ιδεολογική στάση της Αριστεράς απέναντι στους προσφυγικούς πληθυσμούς θα αγγίξει και τον πολιτισμό τους και θα οδηγήσει σε ακρότητες. Αυτό θα συμβεί με τον χαρακτηρισμό του ρεμπέτικου τραγουδιού ως «όπλου υποταγής των μαζών στα χέρια των καταπιεστών τους», «αντεπαναστατικού», «λούμπεν», «τουρκομερίτικου»[8]. Η άποψη της αριστερής διανόησης ήταν ότι το ρεμπέτικο είναι κάτι ξένο, ότι «διαμορφώνεται από τα μελωδικά υπολείμματα τού Τούρκου κατακτητή και κείνα τα μελωδίσματα πού μας φέρνουν τα πληρώματα των καραβιών από τα τούρκικα λιμάνια.»[9] Χαρακτηριστική είναι η απόφαση των «προοδευτικών» Μουσικών Σωματείων κατά τα τέλη του ’46 με την οποία ζητήθηκε από το υπουργείο Παιδείας να παρθούν «τα κατάλληλα μέτρα για να σταματήσει η διάδοση του λαϊκού ρεμπέτικου τραγουδιού». Οι διανοούμενοι εκείνης της Αριστεράς αποδέχονταν μόνο τα «λίγα τραγούδια της νεώτερης αντίστασης του λαού μας και εκείνα που στο μέλλον θα γραφτούν γι αυτήν»[10]. Η συζήτηση είχε ξεκινήσει από τις αρχές του 1946 με την οδηγία του γενικού γραμματέα της ΕΠΟΝ για τους κινδύνους διαφθοράς της νεολαίας. Στη συνέχεια, μ’ ένα κείμενο του Γ. Σταύρου στο Όργανο Πολιτικού Σχηματισμού των Κομμάτων του ΕΑΜ αρχίζει η αντιπαράθεση της Αριστεράς προς το ρεμπέτικο τραγούδι και τάσσεται αλληλέγγυα των Μουσικών Σωματείων. Η απόφαση των Μουσικών Σωματείων προκάλεσε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση από τις στήλες του Ριζοσπάστη, όπου για πρώτη φορά διατυπώθηκε μια θετική κριτική προς το ρεμπέτικο από τον Φοίβο Ανωγειανάκη[11]. Η μέχρι τότε πραγματικότητα διατυπώθηκε από τον Ν. Πολίτη σε επιστολή του: «Ύστερα από το μεγάλο μάθημα της Αντίστασης, έγινε ολοφάνερο το χάσμα που μας χωρίζει στην τέχνη από τον λαό και προβάλει καθαρά η ανάγκη να βρούμε το σημείο της επαφής[12]

Πάντως, όπως αναφέρει ο Τάσος Βουρνάς, μέχρι το 1961 η άποψη της κομματικής ορθοδοξίας ήταν ότι «το ρεμπέτικο ανασύρθηκε από τα καταγώγια της διαφθοράς για να γίνει όπλο υποταγής των μαζών στα χέρια των καταπιεστών τους, που το διαδίδουν με σοφή μεθοδικότητα, θέλοντας μ΄ αυτό να κρατούν το λαό υποχείριο σ’ ένα αβυσσαλέο τέλμα ψυχικής κατάπτωσης…»[13] Ο Π. Παναγιωτόπουλος σημειώνει: «Όμως, η ευρεία αποδοχή τους από τον λαϊκό πληθυσμό ισοδυναμούσε με την κατάρρευση της επίσημης γραμμής του Κομμουνιστικού Κόμματος για το ρεμπέτικο και το λαϊκό και σχετίστηκε ιστορικά με την ήττα του αριστερού κινήματος»[14].


Το τμήμα αυτό της μελέτης έχει την εξής δομή:

2.3.2. Ιδεολογικές κατασκευές και αλλοτρίωση

2.3.3. Πώς «αποφύγαμε» την παλαιστινιοποίηση

2.3.4. Η γενοκτονία και η άρνησή της

2.3.5. Ο νέος “αυτοχθονισμός”

2.3.4. «Σταλινολόγοι» και σταλινολάγνοι (μια σύγκρουση για τις σταλινικές διώξεις)



[1] Η απόφαση αυτή γραμμένη στα γερμανικά υπό τον τίτλο: Thesen und Revolutionen des zweitesa Weltkongressen des Kommunistischen Internationalen έφτασε στην Αθήνα το Μάρτη του 1920 (Ελευθέριος Σταυρίδης, Τα παρασκήνια του ΚΚΕ, Αθήνα, 1953, σελ. 56.) Ο παράγοντας «Έλληνες της Ανατολής» απουσίαζε από την επίσημη αντίληψή του ΣΕΚΕ, παρότι σε μεταξύ τους συζητήσεις θεωρούσαν ότι ήταν «εκστρατεία απελευθερωτική ελληνικών πληθυσμών και ελληνικών εδαφών εφ’ όσον περιωρίζετο εις τα εδάφη της Συνθήκης των Σεβρών». Ακόμα και ερωτήματα έμπαιναν «γιατί δεν έρχεται εδώ να μας βοηθήσει με στρατόν της (σ.τ.σ. η Αγγλία) με αποβάσεις εις τον Εύξεινον Πόντον. Δια να κτυπήσει αμέσως τον Κεμάλ να τελειώνωμεν». (Ελ. Σταυρίδης, ό.π. σελ. 59, 60.) Η αντιπολεμική δράση στο μικρασιατικό μέτωπο οργανώθηκε από την φράξια «Κομμουνιστική Ένωση», από την οποία αργότερα θα δημιουργηθεί το «Αρχείον του Μαρξισμού» (Κώστας Παλούκης, Η οργάνωση «Αρχείον του Μαρξισμού», μεταπτυχική εργασία στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας πανεπιστημίου Κρήτης, 2004.)

[2] «Προς προστασίαν των ελληνικών πληθυσμών και των αιχμαλώτων», Το ΚΚΕ Επίσημα Κείμενα, τόμ. Α’, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1974, σελ. 254. Ενδιαφέρον έχει η απόκλιση των σοβιετικών απόψεων από παλιότερες αναλύσεις για την περιοχή, όπως αυτές της Ρόζα Λούξεμπουργκ. Η Λούξεμπουργκ έγραφε: «Για όσον καιρό μια χώρα μένει κάτω απ’ την τουρκική κυριαρχία δεν μπορεί να γίνεται λόγος για εξέλιξη σ’ αυτήν…. Η σημερινή θέση μας στο Ανατολικό Ζήτημα είναι ν’ αποδεχτούμε τη διαδικασία διάλυσης της Τουρκίας σαν μια υπαρκτή πραγματικότητα και να μην κάνουμε την σκέψη ότι θα μπορούσε ή έπρεπε να τη σταματήσουμε και να εκδηλώσουμε στους αγώνες για αυτοδιάθεση των χριστιανικών εθνών την απεριόριστη συμπαράστασή μας.» (Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Οι αγώνες στην Τουρκία και η σοσιαλδημοκρατία», περ. Οι Λαοί, Αθήνα, τεύχ. 1, Μάιος 1987, σελ. 49, Social Democracy and the National Struggles in Turkey,

http://www.marxists.org/archive/luxemburg/1896/10/10.htm,

«H Λούξεμπουργκ, ο Πόντος και το εθνικό ζήτημα»,

http://pontosandaristera.wordpress.com/2008/05/13/13-5-2007/ )

[3]Σε προκήρυξη προς τον Βενιζέλο θα γράψει: «Αναβάλατε τα συλλαλητήριά σας. Σκεφθήτε ότι με τους χαφιέδες σας, με τους κομματάρχας και με τους πρόσφυγας, τα θύματά σας, αυτά δεν θα επιβάλετε στον λαόν ότι επιδιώκετε.» («Ανακοίνωσις του Κομμουνιστικού Κόμματος», Το ΚΚΕ Επίσημα Κείμενα, τόμ. Α’, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1974, σελ. 366.)

[4] Δημ. Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1923-27), εκδ. Κομμούνα, Αθήνα, 1985, σελ. 28-29.

[5] Εφημερίδα, Ριζοσπάστης, 7 Σεπτεμβρίου 1929.

[6] «Προκήρυξις της Κεντρικής εκλογικής επιτροπής», Το ΚΚΕ Επίσημα Κείμενα , ό.π., σελ. 338.

[7] «Μια επιφύλαξη», εφημ. Ριζοσπάστης, 12 Ιουλίου 1935.

[8] Για την επιρροή απ’ τη μικρασιατική μουσική βλ. Χρ. Λούκος, «Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες στην Ερμούπολη», στο συλλογικό Ο ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα – Οι προσφυγουπόλεις στην Ελλάδα, έκδ. Σχολή Μωραϊτη, Αθήνα, 1997, σελ. 210.

[9] Α. Ξένος, «Το ρεμπέτικο τραγούδι», εφημ. Ριζοσπάστης, 4 Φεβρουαρίου 1946.

[10] Α. Ξένος, ό.π.

[11] Φοίβος Ανωγειανάκης, «το ρεμπέτικο τραγούδι», εφημ. Ριζοσπάστης, 28 Ιανουαρίου 1947.

[12] Νίκος Πολίτης, «Επιστολή», εφημ. Ριζοσπάστης, 23 Φεβρουαρίου 1947. Η λύση θα αρχίσει να διαφαίνεται στις αρχές του ’49, μετά από την καταλυτική διάλεξη του «αστού» Μάνου Χατζηδάκη και τις πρώτες δειλές θέσεις του Μίκη Θεοδωράκη για το ρεμπέτικο. Ο διάλογος θα συνεχιστεί με αντικρουόμενες θέσεις μέχρι το ’59 που γράφεται ο «Επιτάφιος» του Μίκη Θεοδωράκη. Αλλά και μέχρι το 1966 θα υπάρχει μια επιφύλαξη από αρκετούς αριστερούς διανοούμενους.

[13] Τάσος Βουρνάς, «Το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι», περ. Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχ. 76, Απρίλιος 1961, σελ. 277-285. Για τις ιδεολογικές συγκρούσεις για το ρεμπέτικο τραγούδι βλ: Κώστας Βλησίδης Όψεις το ρεμπέτικου, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, 2004.

[14]Παναγής Παναγιωτόπουλος, «Οι έγκλειστοι κομμουνιστές και το ρεμπέτικο τραγούδι: μια άσκηση ελευθερίας», στο Ρεμπέτες και Ρεμπέτικο Τραγούδι, επιμ. Ν. Κοταρίδης, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα, 1996, σελ. 266-279.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου