ΑΓΤΖΙΔΗΣ ΒΛΑΣΗΣ "ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΚΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ"

Πρόσφυγες κι Αριστερά

Αναδημοσίευση από: http://kars1918.wordpress.com

Η Αντιμετώπιση

Οι εξαθλιωμένοι πρόσφυγες που καταφθάνουν στον ελλαδικό χώρο με τη Μικρασιατική Καταστροφή αντιμετωπίζονται ως ξένο σώμα. Το σημαντικότερο κόμμα της Αριστεράς ήταν αυτό του ΣΕΚΕ (μετέπειτα ΚΚΕ) και είχε ακολουθήσει αντιπολεμική πολιτική καθ’ όλη τη διάρκεια του μικρασιατικού πολέμου, όταν είχε υλοποιήσει, με όχι ιδιαίτερη ένταση, την απόφαση της Κομουνιστικής Διεθνούς (Κομιντέρν-Kommunisticheski International) για την «αντιπολεμική και αντιιμπεριαλιστική» δράση των Κομμουνιστικών Κομμάτων[1]. Μετά τη στροφή της Σοβιετικής Ένωσης υπέρ της Αυτονομίας της Μικράς Ασίας το ΣΕΚΕ θα αναφερθεί για πρώτη φορά στους ελληνικούς πληθυσμούς της Ανατολής υποστηρίζοντας ότι η σοβιετική πρόταση «θα εξασφάλιζε σοβαράς εγγυήσεις υπέρ των ελληνικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας»[2].

Ήδη από τον Μάρτιο του 1919 είχαν έρθει σε επαφή με Πόντιους κομμουνιστές κατά την προσπάθεια σύνδεσής τους με την Κομιντέρν. Οι σχέσεις αυτές θα γίνουν εντονότερες με την προσφυγοποίηση των πληθυσμών και με την αποστολή εκπαιδευμένων στελεχών από την Κομιντέρν προς το ΚΚΕ για να βοηθήσουν ή να ελέγξουν το ελλαδικό τμήμα της. Έτσι θα υπάρξουν κάποια κοινά στελέχη μεταξύ του Κομμουνιστικού Κόμματος και των προσφύγων, τα οποία θα διευκολύνουν αργότερα την ένταξη των πλέον πολιτικοποιημένων προσφύγων σ’ αυτό. Το 1927 ο Ανδρόνικος Χαϊτάς, Πόντιος κομμουνιστής από το Σοχούμι αναλαμβάνει γενικός γραμματέας στο ΚΚΕ.

Αρχικά το ΚΚΕ αντιμετώπισε τους πρόσφυγες ως το εκλογικό όπλο του βενιζελισμού. Ένα χρόνο μετά την Καταστροφή δεν τους ενέτασσε στο «λαό» αλλά τους θεωρούσε κάτι διαφορετικό και ξένο. Τους κατέτασσε στην ίδια κατηγορία με τους κομματάρχες και τους χαφιέδες[3]. Όμως στο προεκλογικό του πρόγραμμα θα ζητήσει την πλήρη αποκατάστασή τους. Οι καταγγελίες του για τις άθλιες συνθήκες ζωής των προσφύγων θα είναι συνεχείς και έντονες. Βαθμιαία αρχίζει να απευθύνεται προς αυτούς με την επίκληση «Αδέλφια πρόσφυγες». Αργότερα οι προκηρύξεις του θα έχουν ως αποδέκτη τρεις κοινωνικές κατηγορίες: «εργάτες, αγρότες και πρόσφυγες». Στα πολιτικά του κείμενα η παρουσία των προσφύγων και η «ύπαρξη χιλιάδων προσφυγικών εργατικών χεριών» καταγράφεται συχνά ως ένα αρνητικό γεγονός και ως μια από τις βασικές αιτίες για τη διόγκωση της ανεργίας[4].

Το ΚΚΕ θα προσπαθήσει να συμφιλιώσει τους ντόπιους με τους πρόσφυγες καλλιεργώντας μια ενιαία ταξική συνείδηση: «Η Ελλάδα δεν διαιρείται σε ντόπιους και πρόσφυγες. Η Ελλάδα διαιρείται σε πλούσιους και φτωχούς, σε ανθρώπους που δε δουλεύουν και ζουν και σε ανθρώπους που δουλεύουν και δεν μπορούν να ζήσουν… ο καθένας πρέπει να διαλέξει μεταξύ του πλούσιου πρόσφυγα που συνδυάζεται με τον πλούσιο ντόπιο και του φτωχού πρόσφυγα που σύντροφό του θα έχει το φτωχό ντόπιο εργάτη»[5].

Από τις αναλύσεις του ΚΚΕ απουσιάζει η συνθετική προσέγγιση και η αντίληψη ότι μετά το ’22 η Ελλάδα είναι πλέον μια νέα κοινωνία, στην οποία θα έπρεπε να συντεθούν εκ νέου οι ομάδες, που πλέον την συναποτελούν οριστικά. Η ερμηνεία του για την προσφυγοποίησή τους θα παραμένει εσαεί η θέση ότι υπεύθυνη για όλα είναι η πολιτική της «ιμπεριαλιστικής αχορτασιάς και του παράφρονος εθνικισμού»[6]. Σε καμιά ανάλυση δεν θα υπάρχει η αποδοχή του δικαιώματος πολιτικού αυτοκαθορισμού στις πατρίδες τους ενάντια στη βούληση του κράτους, το οποίο αντιμετωπίζεται ως εθνικό τουρκικό ακόμα και στην οθωμανική εποχή του. Ούτε και θα κατατεθεί ποτέ ταξική ανάλυση των συνθηκών που υπήρχαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία λίγο πριν την οριστική διάλυσή της. Για το ΚΚΕ τα γεγονότα ήταν απόρροια συνωμοσιών, εθνικισμών, ιμπεριαλισμών και έξωθεν επεμβάσεων. Η ξεκάθαρη αναφορά του Νίκου Ζαχαριάδη σε άρθρο του στο Ριζοσπάστη δεκατρία χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή επιβεβαίωνε μια δογματική πρόσληψη των ιστορικών γεγονότων: «Η Μικρασιατική εκστρατεία δεν χτυπούσε μόνο τη νέα Τουρκία, μα στρεφότανε και ενάντια στα ζωτικότατα συμφέροντα του Ελληνικού λαού. Γι αυτό εμείς όχι μόνο δεν λυπηθήκαμε για την αστικοτσιφλικάδικη ήττα στη Μικρασία μα και τη επιδιώξαμε»[7]. Η έκφραση «μα και την επιδιώξαμε» ήταν γραμμένη με κεφαλαία γράμματα στην εφημερίδα για να τονιστεί ακριβώς η στάση του κόμματος.

Η κυνική αυτή πολιτική και ιδεολογική στάση της Αριστεράς απέναντι στους προσφυγικούς πληθυσμούς θα αγγίξει και τον πολιτισμό τους και θα οδηγήσει σε ακρότητες. Αυτό θα συμβεί με τον χαρακτηρισμό του ρεμπέτικου τραγουδιού ως «όπλου υποταγής των μαζών στα χέρια των καταπιεστών τους», «αντεπαναστατικού», «λούμπεν», «τουρκομερίτικου»[8]. Η άποψη της αριστερής διανόησης ήταν ότι το ρεμπέτικο είναι κάτι ξένο, ότι «διαμορφώνεται από τα μελωδικά υπολείμματα τού Τούρκου κατακτητή και κείνα τα μελωδίσματα πού μας φέρνουν τα πληρώματα των καραβιών από τα τούρκικα λιμάνια.»[9] Χαρακτηριστική είναι η απόφαση των «προοδευτικών» Μουσικών Σωματείων κατά τα τέλη του ’46 με την οποία ζητήθηκε από το υπουργείο Παιδείας να παρθούν «τα κατάλληλα μέτρα για να σταματήσει η διάδοση του λαϊκού ρεμπέτικου τραγουδιού». Οι διανοούμενοι εκείνης της Αριστεράς αποδέχονταν μόνο τα «λίγα τραγούδια της νεώτερης αντίστασης του λαού μας και εκείνα που στο μέλλον θα γραφτούν γι αυτήν»[10]. Η συζήτηση είχε ξεκινήσει από τις αρχές του 1946 με την οδηγία του γενικού γραμματέα της ΕΠΟΝ για τους κινδύνους διαφθοράς της νεολαίας. Στη συνέχεια, μ’ ένα κείμενο του Γ. Σταύρου στο Όργανο Πολιτικού Σχηματισμού των Κομμάτων του ΕΑΜ αρχίζει η αντιπαράθεση της Αριστεράς προς το ρεμπέτικο τραγούδι και τάσσεται αλληλέγγυα των Μουσικών Σωματείων. Η απόφαση των Μουσικών Σωματείων προκάλεσε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση από τις στήλες του Ριζοσπάστη, όπου για πρώτη φορά διατυπώθηκε μια θετική κριτική προς το ρεμπέτικο από τον Φοίβο Ανωγειανάκη[11]. Η μέχρι τότε πραγματικότητα διατυπώθηκε από τον Ν. Πολίτη σε επιστολή του: «Ύστερα από το μεγάλο μάθημα της Αντίστασης, έγινε ολοφάνερο το χάσμα που μας χωρίζει στην τέχνη από τον λαό και προβάλει καθαρά η ανάγκη να βρούμε το σημείο της επαφής[12]

Πάντως, όπως αναφέρει ο Τάσος Βουρνάς, μέχρι το 1961 η άποψη της κομματικής ορθοδοξίας ήταν ότι «το ρεμπέτικο ανασύρθηκε από τα καταγώγια της διαφθοράς για να γίνει όπλο υποταγής των μαζών στα χέρια των καταπιεστών τους, που το διαδίδουν με σοφή μεθοδικότητα, θέλοντας μ΄ αυτό να κρατούν το λαό υποχείριο σ’ ένα αβυσσαλέο τέλμα ψυχικής κατάπτωσης…»[13] Ο Π. Παναγιωτόπουλος σημειώνει: «Όμως, η ευρεία αποδοχή τους από τον λαϊκό πληθυσμό ισοδυναμούσε με την κατάρρευση της επίσημης γραμμής του Κομμουνιστικού Κόμματος για το ρεμπέτικο και το λαϊκό και σχετίστηκε ιστορικά με την ήττα του αριστερού κινήματος»[14].

Ιδεολογικές κατασκευές και αλλοτρίωση

Με τον τρόπο που ερμήνευσε το ΚΚΕ τη διαδικασία της μετάβασης από την πολυεθνική Αυτοκρατορία στο έθνος-κράτος, κατασκευάστηκε μια τεχνητή αντίληψη πραγματικότητας που βασιζόταν στην παραγνώριση καθοριστικών παραμέτρων από την κρίσιμη περίοδο 1908-1923. Βασικά σημεία της ιδεολογικής κατασκευής ήταν ότι η Ελλάδα, ως όργανο του δυτικού ιμπεριαλισμού ευθύνεται για την επίθεση κατά της Τουρκίας, εδάφη της οποίας και κατέλαβε με την απόβαση στη Σμύρνη, ότι το κεμαλικό κίνημα υπήρξε προοδευτικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα και ότι ο τουρκικός λαός αντέδρασε στην ελληνική κατοχή του εδάφους του με έναν εθνικοαπελευθερωτικό πόλεμο. Σε κανένα σημείο της προσέγγισης αυτής δεν τίθεται καν το ερώτημα περί του τι θα έπρεπε να συμβεί σε μια πολυεθνική αυτοκρατορική κοινωνία που διαλυόταν και στην οποία σημαντικοί πληθυσμοί απειλούνταν με φυσική εξαφάνιση από τον κυρίαρχο εθνικισμό[15].

Αγνοείται τελείως η ανάλυση της Ρόζας Λούξεμπουργκ για το Ανατολικό Ζήτημα και τα καθήκοντα του κομμουνιστικού κινήματος υπέρ των δικαιωμάτων των χριστιανικών εθνών για ελευθερία και ανεξαρτησία. Ούτε επίσης λαμβάνεται υπόψη η σοβιετική εκδοχή η οποία εν τέλει ήταν περισσότερο ήπια και επέτρεπε περισσότερες ερμηνείες, πολύ διαφορετικές από το μανιχαϊστικό σχήμα περί «ιμπεριαλιστών Ελλήνων» και «εθνικοαπελευθερωτών Τούρκων», που τελικά επικράτησε στην ελληνική Αριστερά. Οι Σοβιετικοί, όπως φαίνεται από τις προσεγγίσεις τους τόσο προς τις ποντιακές οργανώσεις της Νότιας Ρωσίας τον Απρίλιο του ’20[16], όσο και με τις προτάσεις μέσω του Κορδάτου[17], αντιμετωπίζουν το ζήτημα της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης με όρους εξωτερικής πολιτικής και εξυπηρέτησης των ιδιαίτερων κρατικών συμφερόντων της νεαρής Σοβιετικής Ένωσης. Καμιά ιδεολογική φόρτιση δεν θα έχουν οι κατά καιρούς επιλογές τους[18]. Η ιδεολογικοποίηση της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ θα αποτελέσει μια μεταγενέστερη διανοητική κατασκευή της ελληνικής Αριστεράς.

Το συγκεκριμένο παραδοσιακό σύστημα ερμηνείας δεν εμπεριέχει καμιά ταξική ανάλυση της οθωμανικής κοινωνίας, ούτε οι εκφραστές του έχουν καμιά επιθυμία να διερευνήσουν ποιες τάξεις συγκρούστηκαν λόγω ανταγωνιστικών συμφερόντων και επί πλέον παρακάμπτεται πλήρως το γεγονός:

-ότι με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ηττήθηκε η φεουδαρχική πολυεθνική μουσουλμανική Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία υπό το έλεγχο του εθνικιστικού μιλιταριστικού κινήματος των Νεοτούρκων συμμετείχε στον πόλεμο για λόγους ρεβανσιστικούς και υλοποίησης των παντουρκιστικών οραμάτων τους.

-Ότι φυσιολογική εξέλιξη της κατάρρευσης της πολυεθνικής ισλαμικής Αυτοκρατορίας ήταν η αντικατάστασή της από εθνικά κράτη. Ότι την περίοδο 1919-1922 δεν υπήρχε τουρκικό κράτος, το οποίο ιδρύθηκε το 1923.

-Ότι και η ίδια η επίσημη τουρκική εθνικιστική ιδεολογία δεν θεωρεί το εθνικό τουρκικό κράτος, τη σύγχρονη Τουρκία, ως συνέχεια της πολυεθνικής μουσουλμανικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

-Ότι το κεμαλικό κίνημα δεν εξέφρασε την ανύπαρκτη τουρκική αστική τάξη, αλλά τα στρατιωτικά στρώματα τα οποία οικειοποιήθηκαν τα εδάφη και τον πλούτο των χριστανικών ομάδων που υπέστησαν τη γενοκτονία.

-Ότι η κυριαρχία των Τούρκων εθνικιστών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία μετά το πραξικόπημα του 1908 είχε διαταράξει τις παραδοσιακές ισορροπίες των κοινωνικών και εθνοτικών ομάδων και

-ότι από τον Οκτώβριο του 1911 η τουρκική κυβέρνηση, που συγκρότησε η εθνικιστική οργάνωση “Ένωση και Πρόοδος”, είχε αποφασίσει σε επίσημο συνέδριο την αφομοίωση ή την εξόντωση των χριστιανών της Αυτοκρατορίας από εξοπλισμένες μουσουλμανικές παρακρατικές ομάδες. Επίσης καμιά αναφορά δεν υπήρξε στο γεγονός

-ότι με αφορμή την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου άρχισε η συστηματική εξόντωση των χριστιανικών ομάδων (Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυρίων κ.ά.) με εκατοντάδες χιλιάδες θύματα και ότι η αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη τον Μάϊο του 1919 ήταν συνέχεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της αναπόφευκτης διευθέτησης των μεταπολεμικών γεωπολιτικών ισορροπιών• κατά συνέπεια, ο ελληνοτουρκικός πόλεμος δεν προκλήθηκε από την Ελλάδα.

-Ότι οι Έλληνες αποτελούσαν σημαντικές πολυάνθρωπες κοινότητες και όχι απλά μειονότητες σε συγκεκριμένα σημεία του οθωμανικού εδάφους, όπως η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη με την Ανατολική Θράκη και ο Πόντος στον μικρασιατικό βορρά.

-Ότι οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν δικές τους αυτόνομες πολιτικές εκφράσεις (Μικρασιατική Άμυνα στην Ιωνία και Εθνοσυνέλευση του Πόντου στον Βορρά), μέσω των οποίων διεκδικούσαν τη χειραφέτηση από την οθωμανική απολυταρχία και το νεοτουρκικό εθνικισμό.

-Ότι μετά το τέλος του πολέμου, με δεδομένο την πραγματοποίηση γενοκτονίας την περίοδο 1914-1918, δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να νιώσουν ασφαλείς οι Έλληνες της Ανατολής σ’ ένα τουρκικό εθνικό κράτος ως μειονότητες και ότι η Ελλάδα, δεν μπορούσε να αδιαφορεί για την πολιτική μοίρα των πολυάνθρωπων ελληνικών κοινοτήτων, τη στιγμή που ο γεωπολιτικός χάρτης βρισκόταν υπό διαμόρφωση.

Στο δύσκολο ελλαδικό τοπίο, ο προσφυγικός κόσμος είχε να αντιμετωπίσει από τη μια την κρατική καταστολή κι απ’ την άλλη τον ιδεολογικό πειθαναγκασμό απ’ την Αριστερά. Αυτή η ιδεολογική κατασκευή βαθμιαία θα επηρεάσει και τους πρόσφυγες που εντάσσονται στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Η αμηχανία των Μικρασιατών αριστερών διανοουμένων να αρθρώσουν έναν δικό τους λόγο είναι εμφανής. Η αναπαραγωγή της επίσημης ερμηνείας αποτελεί κομματική υποχρέωση. Χαρακτηριστικό δείγμα και αποτέλεσμα αυτής της στάσης είναι το έργο της Διδώς Σωτηρίου.

Η ένταξη προσφύγων στην Αριστερά θα είναι σημαντική κατά τις δεκαετίες ’20 και ‘30, ειδικά στα αστικά κέντρα και στις περιοχές τη Μακεδονίας, όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τον Καύκασο. Φυσικά το βασικό στοιχείο της ένταξης δεν ήταν η διατήρηση της ιστορικής μνήμης, ούτε η συμφωνία πάνω σε ιστορικές ερμηνείες. Το βασικό στοιχείο ήταν η άμεση ανάγκη κοινωνικής οργάνωσης για την αντιμετώπιση των σκληρών συνθηκών που επικρατούσαν στο εργασιακό πεδίο.

Πώς «αποφύγαμε» την παλαιστινιοποίηση;

Αν θελήσουμε να αναλύσουμε την κοινωνική δομή που επικρατούσε στην Ελλάδα μετά το ’22, θα διαπιστώσουμε σημαντικές ομοιότητες με το παλαιστινιακό παράδειγμα: Ένας σημαντικός σε αριθμητικό μέγεθος πληθυσμός υποχρεώνεται από μια εχθρική προς αυτόν δύναμη να εκπατριστεί και να εγκατασταθεί βιαίως σ’ έναν ξένο τόπο, όπου τη διοίκηση ασκούν ομοεθνείς του, αλλά όχι όμοιοι και όχι πάντα φιλικοί[19]. Υπήρχαν αντίστοιχες συνθήκες και δομή με το παλαιστινιακό, υπήρχε επίσης η συναισθηματική βάση καθώς και η κρίσιμη πληθυσμιακή μάζα. Ένα ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί στους πρόσφυγες δεν αναπτύχθηκε μετά το ’23 ένα μαζικό κίνημα παλαιστινιακού τύπου, το οποίο θα διεκδικούσε την Επιστροφή στις πατρίδες τους, αίτημα το οποίο είναι γνωστό ότι υπήρχε τουλάχιστον μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης της Άγκυρας το 1930.

Στο ερώτημα αυτό ο κοινωνιολόγος Δημήτρης Τσαούσης, αφού αποδέχεται την ύπαρξη ισχυρών ενδοεθνικών αντιθέσεων στην ελληνική περίπτωση και δεδομένων προσδοκιών στους πρόσφυγες, υποστηρίζει ότι οι λόγοι που η διαφοροποίηση της ταυτότητας δεν οδήγησε σε παρόμοια έκφραση μ’ αυτή των Παλαιστινίων προσφύγων, είναι ότι ο ελληνικός εθνικισμός λειτουργούσε ενοποιητικά, σ’ αντίθεση με τον αραβικό, ο οποίος αντί να αφομοιώνει περιθωριοποιεί τις διαφορετικές εκδοχές, καθώς και ότι η αποκατάσταση των προσφύγων υπήρξε μια μη αμφισβητήσιμη πολιτική[20].

Όμως υπάρχουν και κάποιοι άλλοι παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη κατά την ανάλυση αυτής της υπόθεσης εργασίας. Στην παλαιστινιακή περίπτωση η πρώτη ρήξη προήλθε απ’ την αντίδραση την ενιαίας και αδιαμφισβήτητης ιορδανικής εξουσίας να αποδεχτεί παράλληλα παλαιστινιακά δίκτυα, τα οποία είχε οργανώσει η εθνικοαπελευθερωτικών απόψεων αριστερά του PLO. Και όταν η ρήξη οξύνθηκε με τους ομοεθνείς Ιορδανούς, η ριζοσπαστικοποίηση των Παλαιστινίων θα συνδυαστεί με τη δράση του επίσης εθνικοαπελευθερωτικού μαρξιστικού-λενινιστικού PFLP, το οποίο υπότασε τον ταξικό αγώνα στο στόχο της Επιστροφής. Επίσης σημαντικό ρόλο είχαν και τα συμφέροντα της Σοβιετικής Ένωσης τα οποία ενίσχυσαν υλικά και ιδεολογικά το εθνικό παλαιστινιακό κίνημα και τους εθνικοαπελευθερωτικούς του προσανατολισμούς.

Στην ελληνική περίπτωση, ενώ η εσωτερική ένταση ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι στην Ιορδανία για τους Παλαιστίνιους, υπήρχε πάντα κατά το Μεσοπόλεμο ένα ανταγωνιστικό δίπολο εξουσίας βενιζελικών-μοναρχικών το οποίο απορροφούσε εν μέρει τις εντάσεις, δημιουργώντας αναγκαστικές ισορροπίες και επιβάλλοντας στους πρόσφυγες το δίλημμα της επιλογής για λόγους επιβίωσής τους. Με τους δύο αυτούς πόλους οι πρόσφυγες είτε συνυπήρχαν με τριβές είτε ήσαν αντίπαλοι. Επί πλέον, η δική τους «επαναστατική πρωτοπορία» είχε απορροφηθεί σε μεγάλο μέρος από το ΚΚΕ και είχε ενστερνιστεί πλήρως τις ερμηνείες του για τα Μικρασιατικά, δηλαδή τη μη ύπαρξη δικαιωμάτων στις πατρίδες τους. Μια από τις υποθέσεις που χρήζουν ιδιαίτερης διερεύνησης είναι το πόσο οι άτεγκτες ιδεολογικές σταθερές εκείνης της εποχής και η αλλοτρίωση που επέφερε η Αριστερά στα πλέον ανήσυχα και δραστηριοποιημένα στοιχεία των προσφύγων, ήταν το καθοριστικό στοιχείο που απέτρεψε την εμφάνιση μιας αυτόνομης ριζοσπαστικής παρέμβασης που θα είχε ως στόχο την Επιστροφή[21]. Ο προσανατολισμός της ριζοσπαστικής προσφυγικής ηγεσίας φαίνεται καθαρά στην παρακάτω τοποθέτηση του σοσιαλιστή Γιάννη Πασαλίδη στο Συνέδριο Καυκασίων που έγινε στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του 1926: «…ημείς πρέπει να οργανώσωμεν τας τάξεις εκείνας τας οποίας εκμεταλλεύονται οι εκμεταλλευταί…. Οι εργάται και οι αγρόται πρέπει να έχουν κοινόν κόμμα και από κοινού να διεξαγάγουν τον αγώνα κατά της κεφαλαιοκρατίας. Οι σοσιαλισταί εις αυτό πρέπει να αποβλέπομεν. Τα προσφυγικά σωματεία εχρεωκόπησαν και πρέπει να απαλλαγώμεν από τους πρόσφυγας εκμεταλλευτάς»[22].

Η συσσωρευμένη μεσοπολεμική οργή των προσφύγων θα εκφραστεί αργότερα και θα εκτονωθεί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’40 με την ένταξή τους σε μεγάλο βαθμό στην Εθνική Αντίσταση, και όχι μόνο, και τη συμμετοχή τους αργότερα στον Εμφύλιο[23].



[1] Η απόφαση αυτή γραμμένη στα γερμανικά υπό τον τίτλο: Thesen und Revolutionen des zweitesa Weltkongressen des Kommunistischen Internationalen έφτασε στην Αθήνα το Μάρτη του 1920 (Ελευθέριος Σταυρίδης, Τα παρασκήνια του ΚΚΕ, Αθήνα, 1953, σελ. 56.) Ο παράγοντας «Έλληνες της Ανατολής» απουσίαζε από την επίσημη αντίληψή του ΣΕΚΕ, παρότι σε μεταξύ τους συζητήσεις θεωρούσαν ότι ήταν «εκστρατεία απελευθερωτική ελληνικών πληθυσμών και ελληνικών εδαφών εφ’ όσον περιωρίζετο εις τα εδάφη της Συνθήκης των Σεβρών». Ακόμα και ερωτήματα έμπαιναν «γιατί δεν έρχεται εδώ να μας βοηθήσει με στρατόν της (σ.τ.σ. η Αγγλία) με αποβάσεις εις τον Εύξεινον Πόντον. Δια να κτυπήσει αμέσως τον Κεμάλ να τελειώνωμεν». (Ελ. Σταυρίδης, ό.π. σελ. 59, 60.) Η αντιπολεμική δράση στο μικρασιατικό μέτωπο οργανώθηκε από την φράξια «Κομμουνιστική Ένωση», από την οποία αργότερα θα δημιουργηθεί το «Αρχείον του Μαρξισμού» (Κώστας Παλούκης, Η οργάνωση «Αρχείον του Μαρξισμού», μεταπτυχική εργασία στο Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας πανεπιστημίου Κρήτης, 2004.)

[2] «Προς προστασίαν των ελληνικών πληθυσμών και των αιχμαλώτων», Το ΚΚΕ Επίσημα Κείμενα, τόμ. Α’, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1974, σελ. 254. Ενδιαφέρον έχει η απόκλιση των σοβιετικών απόψεων από παλιότερες αναλύσεις για την περιοχή, όπως αυτές της Ρόζα Λούξεμπουργκ. Η Λούξεμπουργκ έγραφε: «Για όσον καιρό μια χώρα μένει κάτω απ’ την τουρκική κυριαρχία δεν μπορεί να γίνεται λόγος για εξέλιξη σ’ αυτήν…. Η σημερινή θέση μας στο Ανατολικό Ζήτημα είναι ν’ αποδεχτούμε τη διαδικασία διάλυσης της Τουρκίας σαν μια υπαρκτή πραγματικότητα και να μην κάνουμε την σκέψη ότι θα μπορούσε ή έπρεπε να τη σταματήσουμε και να εκδηλώσουμε στους αγώνες για αυτοδιάθεση των χριστιανικών εθνών την απεριόριστη συμπαράστασή μας.» (Ρόζα Λούξεμπουργκ, «Οι αγώνες στην Τουρκία και η σοσιαλδημοκρατία», περ. Οι Λαοί, Αθήνα, τεύχ. 1, Μάιος 1987, σελ. 49, Social Democracy and the National Struggles in Turkey,

http://www.marxists.org/archive/luxemburg/1896/10/10.htm,

«H Λούξεμπουργκ, ο Πόντος και το εθνικό ζήτημα»,

http://pontosandaristera.wordpress.com/2008/05/13/13-5-2007/ )

[3]Σε προκήρυξη προς τον Βενιζέλο θα γράψει: «Αναβάλατε τα συλλαλητήριά σας. Σκεφθήτε ότι με τους χαφιέδες σας, με τους κομματάρχας και με τους πρόσφυγας, τα θύματά σας, αυτά δεν θα επιβάλετε στον λαόν ότι επιδιώκετε.» («Ανακοίνωσις του Κομμουνιστικού Κόμματος», Το ΚΚΕ Επίσημα Κείμενα, τόμ. Α’, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1974, σελ. 366.)

[4] Δημ. Λιβιεράτος, Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1923-27), εκδ. Κομμούνα, Αθήνα, 1985, σελ. 28-29.

[5] Εφημερίδα, Ριζοσπάστης, 7 Σεπτεμβρίου 1929.

[6] «Προκήρυξις της Κεντρικής εκλογικής επιτροπής», Το ΚΚΕ Επίσημα Κείμενα , ό.π., σελ. 338.

[7] «Μια επιφύλαξη», εφημ. Ριζοσπάστης, 12 Ιουλίου 1935.

[8] Για την επιρροή απ’ τη μικρασιατική μουσική βλ. Χρ. Λούκος, «Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες στην Ερμούπολη», στο συλλογικό Ο ξεριζωμός και η άλλη πατρίδα – Οι προσφυγουπόλεις στην Ελλάδα, έκδ. Σχολή Μωραϊτη, Αθήνα, 1997, σελ. 210.

[9] Α. Ξένος, «Το ρεμπέτικο τραγούδι», εφημ. Ριζοσπάστης, 4 Φεβρουαρίου 1946.

[10] Α. Ξένος, ό.π.

[11] Φοίβος Ανωγειανάκης, «το ρεμπέτικο τραγούδι», εφημ. Ριζοσπάστης, 28 Ιανουαρίου 1947.

[12] Νίκος Πολίτης, «Επιστολή», εφημ. Ριζοσπάστης, 23 Φεβρουαρίου 1947. Η λύση θα αρχίσει να διαφαίνεται στις αρχές του ’49, μετά από την καταλυτική διάλεξη του «αστού» Μάνου Χατζηδάκη και τις πρώτες δειλές θέσεις του Μίκη Θεοδωράκη για το ρεμπέτικο. Ο διάλογος θα συνεχιστεί με αντικρουόμενες θέσεις μέχρι το ’59 που γράφεται ο «Επιτάφιος» του Μίκη Θεοδωράκη. Αλλά και μέχρι το 1966 θα υπάρχει μια επιφύλαξη από αρκετούς αριστερούς διανοούμενους.

[13] Τάσος Βουρνάς, «Το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι», περ. Επιθεώρηση Τέχνης, τεύχ. 76, Απρίλιος 1961, σελ. 277-285. Για τις ιδεολογικές συγκρούσεις για το ρεμπέτικο τραγούδι βλ: Κώστας Βλησίδης Όψεις το ρεμπέτικου, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, 2004.

[14]Παναγής Παναγιωτόπουλος, «Οι έγκλειστοι κομμουνιστές και το ρεμπέτικο τραγούδι: μια άσκηση ελευθερίας», στο Ρεμπέτες και Ρεμπέτικο Τραγούδι, επιμ. Ν. Κοταρίδης, εκδ. Πλέθρον, Αθήνα, 1996, σελ. 266-279.

[15] Το παραδοσιακό αυτό ιδεολογικό σύστημα, που καθόρισε βαθύτατα τη ματιά της ελληνικής Αριστεράς θα αμφισβητηθεί ριζικά τη δεκαετία του ’80 και του ’90 από τον προσφυγικό χώρο. Όλες του οι συνισταμένες θα τύχουν πλήρους κριτικής και θα προκαλέσουν έντονη αμηχανία για την ιδεολογική αυτονόμηση μιας κοινωνικής ομάδας, κάτι που επέτρεψαν να γίνει οι πολιτικές συνθήκες μετά τη μεταπολίτευση και η διεύρυνση της κοινωνίας των πολιτών.

[16] Α.Υ.Ε, Υ.Α.Κ. Φάκελος Α/4Α Διάφορα Πόντου αρ. πρωτ. 3105, τηλεγράφημα, Τόπος Προελεύσεως Τιφλίς

[17] Την Άνοιξη του ΄22 στάλθηκε στην Αθήνα ένας σοβιετικός απεσταλμένος, που κάποιοι πιθανολογούν ότι ίσως ήταν ο Καρλ Ράντεκ, για να μεταφέρει μέσω του Γιάννη Κορδάτο μια πρόταση προς την ελληνική κυβέρνηση. Οι σοβιετικοί δήλωναν ότι ήθελαν να παρέμβουν στην ελληνοτουρκική διένεξη με στόχο να παραμείνουν οι Έλληνες στην Ιωνία με καθεστώς αυτονομίας. Όπως γράφει ο Γ. Κορδάτος, ο σοβιετικός απεσταλμένος τόνισε μεταξύ άλλων: «Γι’ αυτό θέλουμε να μείνουνε οι Έλληνες στην Μικρασία, όχι από κούφιο συναισθηματισμό, αλλά από ρεαλιστική αντίληψη για το αύριο και μεθαύριο. Οι μειονότητες στην Τουρκία στάθηκαν από τη μία μεριά τροχοπέδη στον ολοκληρωτικό εξισλαμισμό της Βαλκανικής και Ανατολής και από την άλλη έγιναν η πηγή που τροφοδότησε τα εθνικά απελευθερωτικά κινήματα των λαών της Βαλκανικής από το 1770 ως τα χτες.» (Γιάννης Κορδάτος, Ιστορία της Ελλάδας, τομ. 13, εκδ. 20ος Αιώνας, 1958, σελ. 567).

[18] Στη 18η Συνεδρίαση του Συνεδρίου της Κομιντέρν θα δηλωθεί: «Μετά τις Συνθήκες του Λονδίνου, η κυβέρνηση της Άγκυρας Είναι κυβέρνηση προδοτική». (Ορχάν Κοττά, «Κεμαλισμός και κουρδικό ζήτημα», περ. Λαοί, τεύχ. 1, Μάιος 1987, σελ. 70.)

[19] Η Ιορδανία υπήρξε πολύ περισσότερο φιλόξενη και ομοειδής περιοχή για τους Άραβες πρόσφυγες της Παλαιστίνης, απ’ ότι η Ελλάδα για τους πρόσφυγες του ’22.

[20] Προλογικό Σημείωμα του Δ. Γ. Τσαούση στο Μαρία Βεργέτη, Από τον Πόντο στην Ελλάδα. Διαδικασίες διαμόρφωσης μιας Εθνοτοπικής Ταυτότητας, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακή, 1994, σελ. 15, 16.

[21] Στοιχεία τέτοιας έκφρασης θα εμφανιστούν σποραδικά στον οργανωμένο ποντιακό χώρο από τις εποχές της δημοκρατικής ευφορίας, γύρω στο ’65 και στη συνέχεια μετά την πτώση της χούντας, κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, χωρίς όμως να καταφέρουν εν τέλει να συγκροτήσουν μια μεγάλης έκτασης παρέμβαση. Θεωρίες για «επιστροφή στην πατρίδα» θα εμφανιστούν όχι μόνο στον ποντιακό χώρο, αλλά και στον υπόλοιπο μικρασιατικό χώρο κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Χαρακτηριστικό είναι το: Παναγιώτης Κοντεσίδης, «Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν ζητάμε τα δικαιώματα που έχουμε στον Πόντο», εφημ. Ελληνικός Πόντος, αρθ. 4, Ιανουάριος 1993, σελ. 11.

[22] Εφημ. Μακεδονία, 2 Φεβρουαρίου 1926, σελ. 1.

[23] Μαρία Βεργέτη, ό.π., σελ. 16.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου