ΚΙΛΑΧΙΔΗΣ ΗΡΑΚΛΗΣ: ΤΟ ΞΕΡΡΙΖΩΜΑ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ ΣΙΝΤΙΣΚΟΜ"

ΤΟ ΞΕΡΡΙΖΩΜΑ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΟΥ ΣΙΝΤΙΣΚΟΜ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΧΩΡΙΩΝΤΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΑΡΔΑΧΑΝ ΓΚΙΟΛΙΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΣΤΙΕΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ ΒΑΤΟΥΜ ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η επιθυμία μου να καθιστώ γνωστόν στους αναγνώστες μου μερικά γεγονότα, που συνέβησαν στην περιοχή Αρδαχάν – Γκιόλιας κατά το 1919 και το 1920 και είχαν έμμεση σχέση με τους Έλληνες των εκεί 21 χωριών, που την εποχή εκείνην ετοιμάζονταν να φύγουν στην Ελλάδα, και την κατάσταση που επικρατούσε τότε στα μέρη τους ως και υπό ποιες συνθήκες εγκατέλειψαν τις εστίες τους και αφού ταλαιπωρηθήκανε επί τέσσαρες μήνες περίπου φτάσανε στο Βατούμ, με παρακίνησε να γράψω τις παρακάτω λίγες σελίδες με τον τίτλο «Το ξερίζωμα των κατοίκων του Σιντισκόμ και των άλλων Ελληνικών χωριών της περιοχής Αρδαχάν – Γκιόλιας από τις εστίες τους και η διαδρομή τους μέχρι του Βατούμ».

1. Η τελευταία νύχτα στο Σιντισκόμ.

Ήταν η νύχτα της 1ης Σεπτεμβρίου του 1920. Περασμένα μεσάνυχτα. Βγήκα απ’ το σπίτι μας με το όπλο στο χέρι και πήγα, όπως πάντα, να επιθεωρήσω το φυλάκιο και τους σκοπούς που φυλάγανε το χωριό.

Τα αμέτρητα αστέρια σαν διαμάντια στολίζανε τον καταγάλανο ουράνιο θόλο και προσπαθούσανε με το αμυδρό φως τους, που έστελναν από απόσταση εκατομμυρίων χιλιομέτρων να διαλύσουν το σκοτάδι της νύχτας, το οποίον με πείσμα φρόντιζε να κρύψει τα πάντα πάνω στη γη.

Η νύχτα ήταν αρκετά δροσερή και έδειχνε ότι ήδη μπήκαμε στο φθινόπωρο. Ήταν ευχάριστο να μείνει κανείς έξω από το σπίτι την ώρα εκείνη και ν’ απολαμβάνει τι δροσιά της νύχτας, γιατί, αν και το καλοκαίρι είχε περάσει, οι ζέστες την ημέρα ήσαν ακόμη αρκετά αισθητές, μέσα δε στα σπίτια και τη νύχτα έκαμε ζέστη.

Οι χωρικοί, κουρασμένοι απ’ τις δουλειές της ημέρας, πλάγιασαν από νωρίς και την ώρα εκείνην κοιμούνταν βαθειά. Τις ημέρες εκείνες κουράζονταν πολύ. Μικροί και μεγάλοι όλη την ημέρα βρίσκονταν στο πόδι. Ετοίμαζαν τα τρόφιμα και το κάθε πράγμα που θα τους ήταν χρήσιμο στο μακρινό ταξίδι που θα κάνανε για την αγαπημένη μας Πατρίδα, την Ελλάδα.

Οι ετοιμασίες για το ταξίδι αυτό είχαν αρχίσει εδώ και ένα χρόνο περίπου. Καθεμιά οικογένεια ετοίμασε το αμάξι της και ένα ζευγάρι βόδια ή άλογα απ’ τα καλύτερα όσον ήταν δυνατόν, για να μπορέσουν ν’ αντέξουν στο μακρινό και κουραστικό δρόμο.

Η βοδάμαξα ή αλογάμαξα ήταν το μόνο μεταφορικό μέσο που διέθεταν οι Έλληνες των χωριών του Αρδαχάν και της Γκιόλιας για το ταξίδι τους, γι’ αυτό έπρεπε να ήταν σε πολύ καλή κατάσταση.

Κατά το καλοκαίρι όλοι φρόντισαν εγκαίρως να τελειώσουν τις γεωργικές εργασίες τους οι οποίες δεν ήταν και τόσον πολλές όπως άλλα χρόνια, γιατί είχαν πάρει την απόφαση οπωσδήποτε να μεταναστεύσουν και η σπορά τους ήταν πολύ περιορισμένη. Αλώνισαν, άλεσαν και ετοίμασαν τα άλευρα και ότι άλλα τρόφιμα θα χρειάζονταν στο δρόμο γι’ αυτούς και για τα ζώα τους.

Ήσαν πανέτοιμοι για το ταξίδι. Πολλοί μάλιστα τα περισσότερα πράγματα που επρόκειτο να πάρουν μαζί τους τα είχαν πάνω στα αμάξια και κοιμούνταν εκεί. Δεν ξέρανε μόνον την ημέρα που θα ξεκινούσαν. Για το ξεκίνημα περιμέναμε να μας ειδοποιήσουν τα χωριά της Γκιόλιας, με τα οποία θα φεύγαμε μαζί.

Απόλυτος ησυχία επικρατούσε σ’ όλο το χωριό. Μόνο στα δύο φυλάκια που βρίσκονταν στις δύο άκρες του χωριού, ακούονταν ψιθυρισμοί των οπλιτών μας, οι οποίοι τους τελευταίους δύο μήνες πλαγιάζανε εκεί για την καλύτερη φρούρηση του χωριού. Αλλάζανε κάθε δύο ώρες τους σκοπούς, που φυλάγανε στα επίκαιρα σημεία έξω από το χωριό και ήσαν έτοιμοι να δράσουν αμέσως, αν τυχόν και θα συνέβαινε κάτι, από το οποίον θα διακινδύνευε η ασφάλεια του χωριού.

Τα αυστηρά αυτά μέτρα ελήφθησαν για τους λόγους που θα εκθέσω αμέσως παρακάτω.

Οι χωριανοί μας κατόπιν γενικής αποφάσεως κατά την ανώμαλον εκείνη κατάσταση, όρισαν σειράν και κάθε νύχτα βγαίνανε από 2 – 3 κάτοικοι και φυλάγανε το χωριό για κάθε ενδεχόμενο.

Μετά την Τουρκική κατοχή του 1918-19 τα μέρη μας παρεχωρήθησαν στα δύο νεοϊδρυθέντα κράτη Γεωργίαν και Αρμενίαν. Σύνορο μεταξύ των δύο αυτών κρατών εκεί σ’ εμάς ήταν ο ποταμός Κουρά (Κύρος) που απείχε απ’ το Σιντισκόμ μόνον δύο χιλιόμετρα. Το χωριό μας και μερικά άλλα Ελληνικά χωριά της περιοχής Αρδαχάν και όλα τα Ελληνικά χωριά της Γκιόλιας βρίσκονταν στο Αρμενικό κράτος.

Οι Αρμένιοι στις αρχές του 1920 εζήτησαν να επιστρατεύσουν από μας μερικές ηλικίες. Εμείς όμως κατηγορηματικώς αρνηθήκαμε λέγοντας, ότι δεν πρόκειται να μείνουμε στην Αρμενία. Η άρνηση μας αυτή δυσαρέστησε πολύ τους Αρμενίους και απειλούσαν να μας επιστρατεύσουν για της βίας. Στις απειλές τους εμείς δεν δίναμε καμμιά σημασία, γιατί αν αποφάσιζαν ένα τέτοιο πράγμα οπωσδήποτε θα αντίκριζαν την ένοπλον αντίστασή μας. Κανένα Ελληνικό χωριό της περιοχής Αρδαχάν – Γκιόλιας δεν εδέχθη να επιστρατευθή.

Εκείνο όμως που έκανε τους Αρμένιους να γίνουν έξω φρενών ήταν το εξής επεισόδιο.

Η αστυνομία τους από κάπου πληροφορήθηκε, ότι στο χωριό μας φέρνουν απ’ το κράτος των Γεωργιανών λαθραίο καπνό, το κόβουνε με το χαβάνι (μαχαίρι με το οποίον κόβουν καπνό) και ή το πουλούν κρυφά ή το πηγαίνουν κομμένο πίσω. Στέλνουν στο χωριό μας μια ομάδα χωροφυλάκων από 10 – 12 άτομα για να κάνουν έρευνα, να κατάσχουν το χαβάνι και τον καπνό που τυχόν θα βρουν και να συλλάβουν τους παρανομούντες χωρικούς για να τους τιμωρήσουν.

Όταν ήρθαν στο χωριό και εζήτησαν να κάνουν έρευνα στα σπίτια που υποψιάζονταν ότι κόβουν καπνό, οι οπλίτες του χωριού που βρέθηκαν εκεί δεν τους άφησαν να μπούνε μέσα στα σπίτια και τους είπαν, ότι το καλύτερο που έχουν να κάνουν να φύγουν και να μην ξαναπατήσουν στο χωριό.

Εκείνοι επέμειναν και επεχείρησαν να μπούνε μέσα για της βίας. Τότε ένας νεαρός του χωριού άρπαξε το όπλο απ’ τα χέρια ενός χωροφύλακα, το κάνει κομμάτια, του το πέταξε και του λέει : «Τώρα πηγαίνετε όπου θέλετε και κάνετε ό,τι ξέρετε». Οι χωροφύλακες κατακόκκινοι απ’ το θυμό τους φύγανε αγανακτισμένοι και απείλησαν να ‘ρθουν να κάψουν το χωριό.

Αν και στη νέα αυτή απειλή των Αρμενίων δεν δώσαμε και μεγάλη σημασία για καλό όμως και για κακό από την ημέρα εκείνην, επί δύο περίπου μήνες, γίναμε πιο προσεκτικοί στη φύλαξη του χωριού και πήραμε τα μέτρα που έπρεπε.

Εγώ με τον συνάδελφό μου και συγχωριανό μου Ιωάννην Κεσίδην, που ήμασταν επί κεφαλής των 80 και πλέον οπλιτών του χωριού μας, ταχτικά πηγαίναμε τις νύχτες και επιθεωρούσαμε τα φυλάκια και τους σκοπούς. Πολλές φορές μέναμε στα φυλάκια και οι ίδιοι όλη την νύχτα.

Την τελευταία αυτή νύχτα κατά τα ξημερώματα της 2 Σεπτεμβρίου ακούσαμε από μακριά και από το μέρος του δάσους, που απείχε τρία χιλιόμετρα απ’ το χωριό, απ’ όπου κατέβαινε ο δρόμος που οδηγούσε στην Γκιόλια, έναν κρότο από πολλά αμάξια. Ο κρότος όσο πήγαινε και δυνάμωνε. Τότε καταλάβαμε πως έρχονται τα χωριά της Γκιόλιας, τα οποία τελευταία κάθε μέρα περιμέναμε και έπρεπε να είμαστε και μείς έτοιμοι.

Δεν πέρασαν 20 λεπτά της ώρας και βλέπουμε τα πρώτα αμάξια να κατεβαίνουν απ’ το λόφο, που πρωτύτερα τα έκρυβε και δεν φαίνονταν. Τότε πια πεισθήκαμε πως πράγματι ήσαν τα αμάξια των Ελλήνων της Γκιόλιας και ειδοποιήσαμε στα σπίτια να ετοιμαστούν.

Αμέσως όλο το χωριό έγινε ανάστατο. Μικροί και μεγάλοι ήσαν στο πόδι, αν και ήσαν πολύ πρωί. Καθένας φρόντιζε να τελειώσει και τις τελευταίες ετοιμασίες του. Βιαστικοί όλοι φορτώσανε ό,τι ήταν να πάρουν πάνω στ’ αμάξια, ζέψανε σ’ αυτά άλλοι τα βόδια τους και άλλοι τα άλογά τους και σε δύο τρείς ώρες όλα τα αμάξια του χωριού ξεκίνησαν στο δρόμο.

Τι μπορούσε να πάρει κανείς πάνω σ’ ένα αμάξι ; Καθένας βέβαια προτίμησε να πάρει περισσότερα τρόφιμα, στρώματα και ρουχισμόν, τροφή για τα ζώα και γενικώς αυτά που του ήσαν απαραίτητα στο δρόμο ώσπου να φτάσει στον προορισμό του.

Την ακίνητη και την περισσότερη κινητή περιουσία μας την εγκαταλείψαμε, γιατί ήταν αδύνατο να την πάρουμε μαζί μας και αγοραστές δεν υπήρχαν να την πουλήσουμε.

Τις αγελάδες και τα άλλα ζώα, όσοι είχανε, τα πήρανε όλα σχεδόν μαζί τους.

Οι Αρμένιοι, όταν οι Έλληνες της Γκιόλιας ξεκινήσανε να φύγουν, επειδή οριστικώς φεύγανε απ’ το κράτος τους, εζήτησαν απ’ αυτούς να τους παραδώσουν τα όπλα τους. Αυτοί όμως κατηγορηματικώς τους το αρνήθηκαν. Και πως μπορούσαν να τους τα παραδώσουν, αφού μόνο στα όπλα στηρίζαμε και αυτοί και όλοι μας την ασφάλειά μας στο μακρινό δρόμο που θα κάναμε ;

Από μας οι Αρμένιοι δεν είχαν ζητήσει τίποτε, γιατί ύστερα από το τελευταίο επεισόδιο που είχανε μαζί μας, δεν ξαναπατήσανε στο χωριό μας.

2. Εγκαταλείπομε για πάντα το αγαπημένο μας χωριό.

Το αμάξι μας ξεκίνησε ανάμεσα στ’ άλλα αμάξια του χωριού.

Γεμάτος από απέραντη θλίψη αποχαιρέτησα το αγαπημένο πατρικό μου σπίτι, όπου γεννήθηκα και έζησα τα νεανικά μου χρόνια, όπου δοκίμασα τόσες χαρές και πέρασα τόσες καλές και ευτυχισμένες μέρες.

Ξεκινήσαμε για ένα μακρινό ταξίδι, για τη μητέρα Ελλάδα, την οποίαν τόσον επιθυμούσαμε να δούμε. Αφήναμε πίσω μας το αγαπημένο μας χωριό με την εκκλησία και το σχολείο μας, που μας θύμιζε τόσα και τόσα πράγματα από τη μαθητική ζωή μας, και τους τάφους των προσφιλών προσώπων μας. Αφήναμε τα βουνά και τα δάση μας, τα λιβάδια και τα ποτάμια μας, που το καθένα μας θύμιζε κάτι από την τρελή παιδική ζωή μας.

Φεύγοντας ατενίζαμε την υψηλότερη κορυφή του βουνού μας, τον Άϊ Ηλία όπως τον λέγαμε (2200μ.), όπου γιορτάζαμε τη μνήμη του Προφήτου Ηλία.

Πόσα και πόσα καλοκαίρια την 20 Ιουλίου ανεβαίναμε εκεί επάνω παρέες – παρέες νέοι και νέες και πολλοί άλλοι απ’ το χωριό μας και απ’ τα γύρω Ελληνικά χωριά και αφού εκτελούσαμε τα θρησκευτικά καθήκοντα μας, όλη την ημέρα περνούσαμε με χορούς και τραγούδια με συνοδεία της αθάνατης λύρας, του τυμπάνου και του ζουρνά. Ο καθαρός και μυρωδάτος από τα αγριολούλουδα αέρας του βουνού, τα κρύα και κρυστάλλινα νερά, το πράσινο που κάλυπτε τα πάντα, τα δένδρα και γενικά όλη η φύση εκεί πάνω μας μάγευε και μας περίσσευε το νεανικό σφρίγος τόσον, ώστε η όρεξη μας για διασκέδαση ήταν κυριολεκτικώς ανεξάντλητη.

Χορεύανε και τραγουδούσανε οι νέοι και οι νέες έως αργά το απογεύματα και τότε μόνο παύανε όλα και φεύγανε στα χωριά τους.

Αυτά και πολλά άλλα θυμόταν καθένας μας και η ψυχή όλων μας ήταν γεμάτη από απέραντη θλίψη.

Ξεκινήσαμε για την πολυπόθητη Πατρίδα μας, το μόνο πράγμα που μας παρηγορούσε και μας έδινε θάρρος για το μακρινό αυτό ταξίδι.

Αλλά πως θα ήταν το ταξίδι μας αυτό ; Ο χειμώνας πλησίαζε και εμείς με τις οικογένειές μας θα ήμασταν έξω πάνω στ’ αμάξια. Οι δρόμοι ήσαν άγνωστοι και όπως μαθαίναμε απ’ εδώ και απ’ εκεί, περνούσαν από βουνά και δάση και μέρη που κατοικούσαν μόνο Τούρκοι, λαός με τον οποίο είχαμε στο παρελθόν άλλες δοσοληψίες.

Όλα αυτά μας βάλανε σε σκέψεις και μας ανησυχούσανε. Αλλά λύσις άλλη δεν υπήρχε, έπρεπε να φύγουμε και αναχωρήσαμε, αφήνοντας τα πράγματά να εξελιχθούν μόνα τους.

Σκοπός της φυγής μας αυτής ήταν να γλυτώσουμε απ’ το Αρμενικό κράτος, με το οποίον τελευταία δεν πηγαίναμε καθόλου καλά και να περάσουμε στους Γεωργιανούς, απ’ όπου αργότερα να συνεχίσουμε το ταξίδι μας για τον προορισμό μας.

3. Το ενδιαφέρων των Γεωργιανών για την απελευθέρωση των Ελλήνων

Οι Γεωργιανοί με τους Έλληνες της περιοχής Αρδαχάν, τα χωριά των οποίων ευρίσκονταν στο κράτος τους, πηγαίνανε πολύ καλά και φέρονταν μαζί τους με μεγάλη ευγένεια και λεπτότητα. Ποτέ δεν είχανε παράλογες απαιτήσεις απ’ αυτούς. Είχαν μίαν ιδιαίτερη συμπάθεια στους Έλληνες, γι’ αυτό και εμείς τους αγαπούσαμε, όπως και τους άξιζε. Αυτοί άλλωστε κατέλαβαν πρώτοι μετά την αποχώρηση των Τουρκικών στρατευμάτων στο τέλος της ανοίξεως του 1919 όλη την περιοχή του Αρδαχάν και μας απελευθερώσανε.

Αξίζει να αναφέρω εδώ ένα γεγονός, το οποίον τρανώς αποδεικνύει το μεγάλο ενδιαφέρον που έδειχναν οι Γεωργιανοί για τους Έλληνες και τούτο προς μεγάλη τους τιμήν.

Τα Γεωργιανά στρατεύματα μετά την κατάληψη της περιοχής Αρδαχάν δεν είχαν διαταγή να προχωρήσουν στην Γκιόλια. Τα δεκατρία Ελληνικά χωριά της περιοχής εκείνης επί αρκετόν καιρόν ακόμη εξακολουθούσαν να στενάζουν κάτω από την τρομοκρατία των Τούρκων και ιδίως των ντόπιων τοιούτων.

Τις νύχτες πολλοί απ’ τους Έλληνες της Γκιόλιας φεύγανε κρυφά και έρχονταν στο χωριό μας, που ήταν το πιο κοντινό Ελληνικό χωριό στην Γκιόλια και με μελανά χρώματα περιέγραφαν τα παθήματά τους από τους εντοπίους Τούρκους και Κούρδους.

Οι σκληρές αυτές δοκιμασίες των Ελλήνων της Γκιόλιας δεν ήταν δυνατόν να μας αφήσουν αδιάφορους. Μας συγκίνησαν πολύ και αποφασίσαμε να κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για να ελευθερωθούν και αυτοί.

Τότε εγώ μαζί με τον συγχωριανό μου Ιωάννην Κεσίδην, αξιωματικός και αυτός, πήγαμε στο Ρωσικό χωριό Μιχαήλοβκα, που απείχε έξη χιλιόμετρα από το Σιντισκόμ και ήταν έδρα του Συντάγματος των Γεωργιανών και παρουσιασθήκαμε στον Διοικητή του συντάγματος. Αυτός άμα έμαθε ποίοι είμαστε μας δέχθηκε με μεγάλη προθυμία και με ευχαρίστηση και ενδιαφέρον άκουσε αυτά που του διηγηθήκαμε.

Του εκθέσαμε την αξιοθρήνητη και απελπιστική κατάσταση, στην οποίαν ευρίσκονταν οι Έλληνες της Γκιόλιας. Στο τέλος τον παρακαλέσαμε να ενεργήσει ό,τι θεωρεί αναγκαίο για να τους επιτραπεί να προελάσουν στην Γκιόλια και να απελευθερώσουν τους εκεί Έλληνες από τους Τούρκους, που τους βασάνιζαν και άρπαζαν τις περιουσίες τους.

Συγκινημένος από όσα του διηγηθήκαμε μας είπε : «θα ειδοποιήσω στο Κέντρο και αν μας επιτραπεί θα προελάσουμε στην Γκιόλια. Το μόνο πράγμα που ζητώ από εσάς, είπε, είναι να συγκεντρώσετε και σεις όσους μπορείτε απ’ τα δικά σας παιδιά και μαζί να εισβάλουμε στην Γκιόλια». Όταν του είπαμε ότι είμαστε άοπλοι μας είπε : «Όπλα έχουμε επιταγμένα από τους Τούρκους και θα σας δώσουμε, ετοιμάστε όσους μπορείτε». Τον ευχαριστήσαμε και φύγαμε χαρούμενοι στο χωριό μας.

Την άλλη μέρα μας ειδοποίησε ο Διοικητής, ότι τους επέτρεψε η Ανωτέρα Αρχή τους να προελάσουν στην Γκιόλια και όρισε την ημέρα που έπρεπε να ήμαστε στη Μιχαήλοβκα και εμείς.

Στο μεταξύ εμείς ειδοποιήσαμε και τα άλλα κοντινά στο Σιντισκόμ Ελληνικά χωριά για όλες τις ενέργειες που κάναμε και τους γνωρίσαμε την ημέρα που πρέπει να βρίσκονται στη Μιχαήλοβκα.

Την ορισθείσα ημέρα μαζευτήκαμε στη Μιχαήλοβκα περί τα 110 – 120 παιδιά, τα περισσότερα (65 – 70) απ’ το χωριό μας. Επικεφαλής τους ήμασταν εγώ και ο Ι. Κεσίδης. Εκεί οι Γεωργιανοί μας δώσανε όλους μας όπλα και ό,τι άλλο μας χρειαζόταν για την επιχείρηση. Ετοιμάστηκαν και εκείνοι και πριν από το μεσημέρι ξεκινήσαμε για την Γκιόλια.

Όταν πλησιάσαμε στα σύνορα της Γκιόλιας οι ανιχνευτές μας μας ανέφεραν ότι στο πρώτο Κουρδικό χωριό Γουριαβιάγκ υπάρχει δύναμις Τουρκικού στρατού, αποτελούμενη κατά πάσα πιθανότητα από ιππείς.

Ο στρατός και μείς αμέσως πήραμε θέσεις μάχης και συνεχίσαμε την προέλαση. Δεν πέρασε ένα τέταρτο της ώρας και η μάχη άρχισε. Μετά από μια ώρα οι Τούρκοι άρχισαν να φεύγουν. Στην αρχή φεύγανε ένας – ένας και μετά πολλοί μαζί. Όλοι τους ήσαν ιππείς. Τους εκάλυπταν κάτι υψώματα και γι’ αυτό, αν και τους βάλναμε συνεχώς, λίγους άφησαν σκοτωμένους.

Ύστερα απ’ αυτή τη μάχη ο δρόμος στην Γκιόλια ήταν πια ανοιχτός. Προελάσαμε και το βράδυ φτάσαμε στο πρώτο Ελληνικό χωριό Τουρκεσσέν. Εκεί στρατοπεδεύσαμε για να περάσουμε τη νύχτα εκείνη. Οι Τούρκοι τρομοκρατηθέντες εγκαταλείψανε σχεδόν όλη τη Γκιόλια.

Ο στρατός των Γεωργιανών έμεινε στο Τουρκεσσέν, γιατί δεν είχαν διαταγή να προχωρήσουν παραπέρα.

Εμείς με 65 – 70 παιδιά του χωριού μας κατά παράκληση των κατοίκων των τριών ακραίων χωριών της Γκιόλιας, Ζιαμζαλιάκ, Τιόρτκλσια και Κόνκ, για την καλύτερη ασφάλεια τους την άλλη μέρα πήγαμε στην Τιόρτκιλσια και επί 15 ημέρες φυλάγαμε εκεί ώσπου ησυχάσανε τα πράγματα. Στο μεταξύ αποκαταστάθηκε η τάξη σ’ όλη την Γκιόλια και γυρίσαμε και μείς στο χωριό μας.

Τα όπλα που μας δώσανε οι Γεωργιανοί ποτέ δεν μας ζητήσανε να τους τα επιστρέψουμε.

Πως λοιπόν να μην είχαμε συμπάθεια και αγάπη στους ανθρώπους αυτούς, που τόσο μεγάλο ενδιαφέρον έδειξαν για την απελευθέρωση μας ;

Με τους Αρμένιους, απ’ τον καιρό που τα χωριά μας παρεχωρήθησαν στο κράτος τους, όλο και προστριβές είχαμε για τις παράλογες απαιτήσεις τους.

Γι αυτό και θεωρήσαμε καλό να περάσουμε στους Γεωργιανούς και να ζήσουμε εκεί στην ησυχία μας, έστω και ως πρόσφυγες, ως την ημέρα που θα φεύγαμε στην Ελλάδα.

4. Οι πρώτες ημέρες της προσφυγιάς μας

Η Κουρά (ο Κύρος ποταμός), όπως ανέφερα και παραπάνω, απείχε απ’ το χωριό μας μόλις δύο χιλιόμετρα. Μόλις περάσαμε τον ποταμό βρεθήκαμε στο κράτος των Γεωργιανών.

Εκεί άλλοι κοντά στα Τουρκικά χωριά και άλλοι στα Ελληνικά σταματήσανε τα αμάξια τους, τα οποία από εκείνη την ημέρα χρησίμευαν για κατοικίες μας. Για το σκοπό αυτόν είχαν από πάνω τις κυπίτκες (λυγισμένες σανίδες, φάρδους μιας παλάμης, συνδέονταν αναμεταξύ τους με καδρόνια και έτσι σχημάτιζαν το σκελετό ενός αρκετού ύψους καλύμματος εφαρμοσμένου στο πάνω μέρος της άμαξας) σκεπασμένες ή με αντίσκηνα, όσοι είχανε ή με κιλίμια. Αυτές ήσαν οι κινητές οικοδομές μας, μέσα στις οποίες περάσαμε τέσσερις ολόκληρους μήνες, μέχρι δηλαδή τέλους Δεκεμβρίου.

Από τότε κάθε μέρα περιμέναμε να μας ειδοποιήσουν οι επικεφαλής των προσφύγων πότε θα ξεκινήσουμε και από ποιον δρόμο θα πηγαίναμε στο Βατούμ. Υπήρχαν δύο δρόμοι, ο ένας μέσον Αχαλκαλάκ – Αχαλτσήχ – Πορτζάμ και ο άλλος μέσον Αρτβήν, που περνούσε πάνω απ’ την κορυφή του υψηλότερου της περιοχής βουνού Γιαλαγούτσαμ (3800μ.). τα μέρη αυτά ήσαν την εποχή εκείνη στην κατοχή των Γεωργιανών.

Η οικογένεια μου και μερικές άλλες οικογένειες μείναμε επί 15 – 20 ημέρες έξω απ’ το πρώτο μετά απ’ τον ποταμό Τουρκικό χωριό Μανιόχ. Ύστερα εμείς πήγαμε στο Ελληνικό χωριό Πεπερέκ, όπου υπηρέτησα ως δάσκαλος. Εκεί τακτοποιηθήκαμε οπωσδήποτε καλά και μείναμε έως τα μέσα του μηνός Οκτωβρίου.

Τότε μας ειδοποιήσανε, ότι θα πηγαίναμε στο Βατούμ από το δρόμο του Γιαλαγούτσαμ και έπρεπε να ετοιμαστούμε να φύγουμε πριν βγει ο Οκτώβριος, για να μη βρούμε το βουνό σκεπασμένο από χιόνι, οπότε θα ήταν πολύ δύσκολο να το περάσουμε με τα αμάξια.

Σε μια δυο μέρες ήμασταν έτοιμοι και ξεκινήσαμε. Τα αμάξια των δύο γαμπρών μας και το δικό μας πήγαιναν πάντοτε μαζί για να αλληλοβοηθούμαστε, όταν τυχόν θα παρουσιαζόταν καμιά ανάγκη. Το ίδιο κάνανε και οι άλλες οικογένειες.

Την πρώτη ημέρα ακόμη πολλές εκατοντάδες αμάξια κατέκλυσαν το δρόμο προς το Γιαλαγούτσαμ. Τα έβλεπε κανείς αραδιασμένα σε μια ατελείωτη γραμμή όλα να κινούνται βιαστικά προς τα εμπρός και να σκορπούν στο πέρασμα τους ένα πολυθόρυβο κρότο που ακουόταν παντού και σε μακρινές αποστάσεις ακόμη.

Οι άνθρωποι άλλοι οδηγούσαν τα αμάξια τους, άλλοι κάθονταν πάνω σε αυτά, ιδίως οι γέροι και τα παιδιά, άλλοι ακολουθούσαν πεζοί και άλλοι οδηγούσαν απ’ τα πλάγια του δρόμου τα ζώα που είχαν πάρει μαζί τους. Όλοι προχωρούσαν και καθένας ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του.

Οι οδηγοί των αμαξών προχωρώντας πρόσεχαν όσο μπορούσαν καλύτερα το δρόμο, γιατί ήταν χωραφόδρομος και συχνά παρουσίαζε ανωμαλίες και απ’ την τυχόν απροσεξία τους μπορούσαν τα αμάξια τους να πάθουν ζημιές, οπότε αναγκαστικά θα καθυστερούσαν στο δρόμο, πράγμα πολύ ανεπιθύμητο και γι’ αυτούς και για όλους μας.

Τις δύσκολες εκείνες στιγμές η προσοχή όλων μας ήταν εστραμμένη κυρίως στ’ αμάξια και στα ζευγάρια μας, γιατί για μας τότε αυτά ήσαν το παν και σ’ αυτά και μόνον στηρίζαμε τις ελπίδες μας να φτάσουμε στον προορισμό μας.

Στο δρόμο, όταν περνούσαμε από ένα ύψωμα, το τελευταίο απ’ όπου μπορούσα να δω το χωριό μας, σταμάτησα σ’ ένα σημείο και έριξα πίσω μου μια ματιά. Με το βλέμμα μου αγκάλιασα για τελευταία φορά το έρημο χωριό μου με την εκκλησούλα και το σχολείο του, που έκειτο στους πρόποδες του λόφου σε απόσταση 8 – 10 χιλιομέτρων απ’ τη θέση που ευρισκόμουν και όλα τα τοπία που ήσαν γύρω του. Μου φάνηκε, ότι όλα ήσαν παραπονούμενα που τα εγκαταλείπαμε για πάντα. Στέλνοντάς τα ένα εγκάρδιο αποχαιρετισμό, αισθάνθηκα μια βαθιά συγκίνηση. Τη συγκίνηση αυτή αισθάνομαι και τώρα που γράφω τις γραμμές αυτές και θα την αισθανθώ σ’ όλη μου τη ζωή κάθε φορά που θα φέρω με τη φαντασία μου μπροστά στα μάτια μου την εικόνα εκείνη.

Σε δυο μέρες φτάσαμε στους πρόποδες του Γιαλαγούτσαμ, όπου και μείναμε να διανυκτερεύσουμε.

5. Στην κορυφή του Γιαλαγούτσαμ

Την άλλη μέρα πρωί – πρωί ετοιμασθήκαμε για το ξεκίνημα. Από το σημείο αυτό άρχιζε ο ανήφορος προς την κορυφή του βουνού, μια απόσταση δώδεκα χιλιομέτρων περίπου.

Τα αμάξια μας όπως και των περισσοτέρων οικογενειών, ήσαν φορτωμένα με πολύ φορτίο, γι αυτό και ήταν αδύνατον να τα ανεβάσουν ένα ζευγάρι βόδια ή άλογα στην κορυφή. Για να διευκολυνθούν στο ανέβασμα κάθε δυο τρεις οικογένειες ζεύανε δύο ή τρία ζευγάρια βόδια ή άλογα στο κάθε αμάξι τους και το ανέβαζαν ένα – ένα. Αυτό κάναμε και εμείς οι τρείς οικογένειες. Ζέψαμε και τα τρία ζευγάρια σ’ ένα αμάξι και μόλις κατορθώσαμε να το ανεβάσουμε, γιατί ο δρόμος ήταν ανηφορικός και πολύ ανώμαλος. Την ίδια ημέρα με τον ίδιο τρόπο ανεβάσαμε και το δεύτερο αμάξι.

Αργά το απόγευμα, όταν κατεβαίναμε από το βουνό για να ανεβάσουμε την άλλη μέρα και το τρίτο αμάξι, ξαφνικά ο καιρός χάλασε. Στην αρχή βγήκε ένας αέρας και μετά άρχισε να χιονίζει. Ήταν το πρώτο χιόνι που έπεφτε. Όσο πήγαινε ο άνεμος δυνάμωνε και το χιόνι έπεφτε όλο και πιο πυκνό και ακατάπαυστα. Ώσπου κατεβήκαμε κοντά στα αμάξια ο δρόμος, τα δένδρα του δάσους, που κάλυπταν τις πλαγιές του βουνού και ήσαν όλα σχεδόν πεύκα, τα λουλούδια και όλα τα πάντα είχαν σκεπασθεί από χιόνι. Στο μεταξύ είχε σκοτεινιάσει. Περάσαμε τη νύχτα εκεί κάτω. Το κρύο ήταν πολύ τσουχτερό. Όλη τη νύχτα το χιόνι συνέχιζε να πέφτει και μόνο τα ξημερώματα σταμάτησε.

Σηκωθήκαμε πολύ πρωί για να ανεβάσουμε και το τελευταίο αμάξι. Ο δρόμος είχε γεμίσει από χιόνια. Τα ζώα αν και τρία ζευγάρια, δύσκολα τραβούσαν το αμάξι στον ανήφορο πάνω στο χιονισμένο δρόμο. Αργήσαμε πολύ να ανεβούμε στην κορυφή.

Δεν ήμασταν βέβαια μόνοι που υποφέραμε από τις δυσκολίες αυτές. Και πολλοί άλλοι, που την ώρα εκείνη ανεβάζανε τα αμάξια τους στο βουνό, υπόφεραν από τις ίδιες δυσκολίες.

Στην κορυφή του βουνού μας περίμενε άλλο κακό. Εκεί από το βράδυ ακόμη επικρατούσε φοβερή χιονοθύελλα. Ολόγυρά του δεν έβλεπε κανείς τίποτε. Η κορυφή, που την προηγούμενη την είχαμε αφήσει γυμνή, τώρα ήταν σκεπασμένη από ένα κάτασπρο σεντόνι, πάνω στο οποίο ακατάπαυστα επικάθονταν απαλά – απαλά οι νιφάδες για να ξεκουραστούν ύστερα από το μακρινό ταξίδι τους και τα τρελά χοροπηδήματα που κάνανε στον αέρα με το φύσημα του μανιασμένου ανέμου, του οποίου το ουρλιαχτό ακουγόταν παντού.

Ξεζέψαμε τα ζώα και την ημέρα εκείνη μείναμε εκεί για να ξεκουραστούν και αυτά και εμείς και ίσως στο μεταξύ να έπαυε και η χιονοθύελλα.

Ήμασταν αρκετά αμάξια που διανυκτερεύαμε εκεί πάνω στην υψηλότερη κορυφή της περιοχής μας, μέσα στη χιονοθύελλα και στο μουγκρητό του ανέμου.

Όπως ήταν το μέρος από παντού ανοιχτό ο άνεμος ήταν πιο ορμητικός και η χιονοθύελλα πιο άγρια και πιο φοβερή. Όλη τη νύχτα κουκουλωμένοι κάτω στα στρώματα, πάνω στ’ αμάξια, προφυλαγμένοι όπως – όπως από την μανία της χιονοθύελλας με τις κυπίτκες, που ήσαν από παντού κλεισμένες καλά, δεν ακούαμε τίποτε άλλο εκτός από το σφύριγμα του σφοδρού ανέμου.

Την άλλη μέρα η χιονοθύελλα έπαψε, αλλά έκανε πολύ κρύο. Μερικοί που είχαν μικρά και είχαν πάρει μαζί τους τις θερμάστρες τους, τις ανάψανε πάνω στ’ αμάξια και ζεσταίνονταν. Κατά το μεσημέρι συνεχίσαμε το δρόμο μας.

Μια εβδομάδα και περισσότερο χρειάσθηκε για να ανέβουν όλα τα αμάξια στο βουνό. Ο κόσμος υπόφερε πολύ από το κρύο, την κούραση και απ’ άλλες ταλαιπωρίες, που ήταν αδύνατο να τις αποφύγει.

Όχι ολιγότερο από τους ανθρώπους υπόφεραν και τα ζώα από το κρύο, την κούραση και από έλλειψη τροφής και ιδίως νερού. Σε πολλά μέρη με πολλή δυσκολία βρίσκαμε νερό να τα ποτίσουμε. Επίσης χόρτα και άχυρα δύσκολα προμηθευόμασταν από τα Τούρκικα χωριά που συναντούσαμε στο δρόμο, γιατί ήμασταν πάρα πολλά αμάξια και πολλά ζώα και αυτά ήσαν μικρά χωριουδάκια και οι κάτοικοι, όντως φαίνονταν πολύ φτωχοί.

Τα βόδια τις περισσότερες φορές τα ταΐζαμε με άλευρο μόνο και τα άλογα με κριθάρι, που και τα δύο φέρναμε μαζί μας. Τις νύχτες τα σκεπάζαμε πάντοτε με χοντρά καλύμματα για να μην κρυώσουν.

6. Ο δρόμος πέραν απ’ το Γιαλαγούτσαμ και οι νέες ταλαιπωρίες μας

Το δρόμο που περάσαμε μέχρι την κορυφή του Γιαλαγούτσαμ ήταν χωραφόδρομος. Απ’ εκεί και πέρα άρχιζε ο δημόσιος δρόμος. Ένας δρόμος στενός αλλά χαλικοστρωμένος. Ο δρόμος αυτός μέχρι το Βατούμ ήταν διακόσια χιλιόμετρα περίπου. Υπό ομαλές συνθήκες θα τον έκανε κανείς με βοδάμαξα το πολύ σε 5 – 6 ημέρες. Εμείς όμως κάναμε περί τις 40 ημέρες για να φτάσουμε στο Βατούμ.

Και να γιατί.

Ο δρόμος παντού σχεδόν ήταν στενός. Σε πολλά σημεία έκοβε κάτι απότομες πλαγιές βουνών, απ’ όπου όταν έστεκες και κοίταζες προς το βάθος της χαράδρας σ’ έπιανε ίλιγγος και όταν κοίταζες προς την κορυφή έβλεπες να κρέμονται επάνω σου απόκρημνοι βράχοι και σ’ έπιανε ένας ακράτητος φόβος. Φτιαγμένος πριν από πολλά χρόνια ο δρόμος αυτός, λόγω της ανωμάλου καταστάσεως, ποιος ξέρει από πότε είχε να δη επιδιορθώσεις. Ο περισσότερος ήταν σχεδόν κατεστραμμένος.

Τα νερά της βροχής και τα χιόνια παρέσερναν κάθε φορά τα χώματα και τις πέτρες από τις απότομες πλαγιές των βουνών και σε πολλά σημεία είχαν σκεπάσει το δρόμο, σε άλλα δε σημεία με τη διάβρωση τους άνοιξαν λάκκους και έτσι η διάβαση γινόταν πολύ δύσκολη.

Πολλές φορές η ακαταστασία του δρόμου γινόταν αιτία να συμβεί κανένα ατύχημα, αναποδογύρισμα ή και σπάσιμο κάποιας άμαξας. Και τότε, αν ετύχαινε να γίνει το ατύχημα σε σημείο που ήταν ο δρόμος πολύ στενός, πράγμα που συναντούσε κανείς σε πολλά μέρη και δεν μπορούσε από δίπλα να περάσει δεύτερο αμάξι, έπρεπε πρώτα να διορθωθεί το αμάξι που έπαθε το ατύχημα και να φύγει και μετά να μπορέσουν να ακολουθήσουν και τα άλλα από πίσω.

Σε πολλά μέρη και ιδίως στις κατηφοριές του Γιαλαγούτσαμ από την πλευρά της Άτζερας (ονομασία της πέραν του Γιαλαγούτσαμ περιοχής μέχρι του κάμπου του Βατούμ) όπου ο δρόμος είχε πολλές και απότομες στροφές, ήταν πολύ επικίνδυνος. Το παραμικρό στραβοπάτημα ή γλίστρημα των βοδιών στη στροφή μπορούσε να στείλει και βόδια και αμάξι με τους επιβαίνοντες στο γκρεμό. Ο δρόμος εκεί περνούσε μέσα απ’ το δάσος που ήταν όλο από πελώρια έλατα. Στην πλευρά αυτήν του βουνού χιόνι δεν είχε πέσει ακόμη, πράγμα που μας διευκόλυνε πολύ στο κατέβασμα.

Πέραν απ’ το Γιαλαγούτσαμ όλο και κατεβαίναμε σε χαμηλότερα μέρη. Χιόνι πουθενά αλλού δεν είδαμε. Ήταν Νοέμβριος μήνας και συχνά έβρεχε. Παντού επικρατούσε μεγάλη υγρασία. Πολλές φορές, εκεί που έβρεχε, φυσούσε και δυνατός αέρας και τότε το κρύο γινόταν ανυπόφορο.

Πολλά ήσαν τα βάσανα και οι ταλαιπωρίες που υπόφεραν και οι άνθρωποι και τα ζώα κατά τη διάρκεια του πλέον των τεσσαράκοντα ημερών ταξιδίου μας. Ιδίως οι γέροι και τα μικρά παιδιά υπόφεραν περισσότερο, γιατί σ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα υστερούντο και της κανονικής τροφής και της ζεστασιάς. Ύπνο δε ποτέ δε χόρταινε κανείς.

Μερικές γυναίκες, ευρισκόμενες σ’ ενδιαφέρουσα κατάσταση, γέννησαν επάνω στ’ αμάξια τους και οι λεχώνες υπόφεραν πολύ, γιατί δεν μπορούσαν να έχουν την σχετική περιποίηση.

Από τα ζώα το ζευγάρι του καθένας φρόντιζε να το θρέψει οπωσδήποτε καλά. Προσπαθούσε καθένας να εξασφαλίσει πάντοτε το άχυρο ή το χόρτο και το άλευρο που χρειάζονταν να τα ταΐσει.

Οι αγελάδες όμως και τα άλλα τα ζώα, που οδηγούσαν δίπλα απ’ το δρόμο και βοσκούσαν ή πράσινο χόρτο όπου έβρισκαν ή έτρωγαν μέσα στα δάση φύλλα ή ξερά χόρτα, πολλές φορές μένανε σχεδόν νηστικά και υπόφεραν και απ’ το κρύο και απ’ την κούραση.

Η έλλειψη τροφής και οι τόσες άλλες ταλαιπωρίες έγιναν αιτία πολλά απ’ τα ζώα και μεγάλα και μικρά να αφήσουν τα πτώματά τους στο δρόμο που περνούσαμε. Έβλεπε κανείς στα πλάγια του δρόμου σκορπισμένα εδώ κι εκεί πτώματα πολλών ζώων, άλλα γδαρμένα και άλλα άγδαρτα. Μερικά δε ξαπλωμένα και φουσκωμένα ανοιγόκλειναν το στόμα τους έτοιμα να ξεψυχήσουν.

Όλα αυτά παρουσίαζαν μια εικόνα πολύ θλιβερή, την οποία, όταν την έβλεπες, όσο αδιάφορος και αν ήσουν, σε συγκινούσε βαθειά.

7. Οι Τούρκοι της Άτζερας

Προτού τελειώσω το παρόν χειρόγραφό μου αξίζει να αφιερώσω και μερικές γραμμές για τους Τούρκους που κατοικούσαν στην περιοχή της Άτζερας, τους λεγόμενους λαζούς, για τους οποίους λέγεται ότι έχουν την καταγωγή τους από τους Γεωργιανούς και τους τουρκέψανε για της βίας, όταν κατελήφθησαν τα μέρη τους από το Οθωμανικό κράτος.

Οι Τούρκοι αυτοί, τελείως διαφορετικοί στο χαρακτήρα και στους τρόπους τους απ’ τους Τούρκους και Κούρδους της περιοχής Αρδαχάν – Γκιόλιας, όχι μόνον δεν πείραξαν κανένα απ’ τους Έλληνες κατά την πολυήμερων διάβαση μας απ’ τα μέρη τους, αλλά και πολλούς φιλοξένησαν στα σπίτια τους, όταν ετύχαινε να διανυχτερεύουνε στα χωριά τους.

Εγώ ο ίδιος κατά τη διαδρομή μας φιλοξενήθηκα στο σπίτι ενός Τούρκου αγά, αρκετά ευκατάστατου, γνωστού και φίλου του γαμβρού μου, με μερικούς άλλους και ετύχαμε εκ μέρους του μεγάλης περιποιήσεως.

Όλοι τους φέρονταν μαζί μας με λεπτότητα και με καλούς τρόπους. Αν και πολύ φτωχοί, πρόθυμοι μας εξυπηρετούσαν αν τυχόν τους ζητούσαμε κάτι που μας ήταν χρήσιμο.

Η προσφυγιά μας τους συγκινούσε πολύ και γενικός έδειχναν πως ήσαν άνθρωποι με συναισθήματα φιλανθρωπικά, πράγμα που στους Τούρκους της περιοχής μας δεν συναντούσε κανείς πουθενά.

8. Φτάνουμε στο Βατούμ

Η επί τέσσερις μήνες παραμονή μας στο ύπαιθρο πάνω στ’ αμάξια, το κρύο, η υγρασία, τα χιόνια και οι βροχές, οι αϋπνίες, η μη κανονική διατροφή μας και οι τόσες άλλες ταλαιπωρίες στο ταξίδι μας δεν ήταν δυνατόν να μην επιδράσουν δυσμενώς στην υγεία πολλών από μας.

Όχι ολίγοι και κυρίως γέροι και μικρά παιδιά αρρωστήσανε και υπόφεραν πάρα πολύ, γιατί επάνω στα αμάξια δεν ήταν δυνατόν να έχουν την περιποίηση που έπρεπε.

Σ’ αυτήν την όχι ευχάριστη κατάσταση βρισκόμασταν, όταν την 9 Δεκεμβρίου 1920 φτάσαμε στο Βατούμ, όπου κατά την ολιγοήμερον παραμονή μας χάσαμε μερικά προσφιλή μας πρόσωπα, που πέθαναν από τον εξανθηματικό τύφο.

Κατά τα τέλη του ίδιου μηνός φύγαμε με πλοία απ’ το Βατούμ και στις αρχές του Ιανουαρίου 1921 φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη, όπου και αποβιβαστήκαμε.

Χειρόγραφο δακτυλογραφημένο, σελ. 22. Γράφτηκε κατά προτροπήν του Χρ. Σαμουηλίδη, από τον συνταξιούχο δάσκαλο Ηρακλή Κιλαχίδη, κάτοικο Θεσσαλονίκης, καταγόμενο από το Σιντισκόμ του Άρδαχαν. Θεσσαλονίκη 20 Αυγούστου 1960

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου