Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΕΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΩΝ ΛΑΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

Του Βλάση Αγτζίδη

αναδημοσίευση από : http://kars1918.wordpress.com/2010/08/31/a-torok-nacionalizmus-megjelenese-es-a-keleti-kereszteny-nepirtas/#more-2177 & http://kars1918.wordpress.com/2010/09/07/a-karsi-gorogseg-tragediaja/

Ένα από τα πλέον άγνωστα θέματα της ευρωπαϊκής ιστορίας είναι ο τρόπος μετάβασης από την πολυεθνική ισλαμική Οθωμανική Αυτοκρατορία στα σύγχρονα εθνικά κράτη. Η μετάβαση αυτή θα συμβεί στην πρώτη 25ετία του 20ου αιώνα και θα συνδεθεί με δύο σημαντικές εξελίξεις. Κατ’ αρχάς με την εμφάνιση του τουρκικού εθνικισμού που εξέφραζε τα στρατιωτικά και γραφειοκρατικά στρώματα των Οθωμανών και απεφάσισε για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία την επίλυση του εσωτερικού εθνικού ζητήματος με τη γενοκτονία αυτών που θεωρούσε ανταγωνιστικές εθνότητες. Κατόπιν με την στρατηγική συμμαχία του γερμανικού ιμπεριαλισμού από τα τέλη του 19ου αιώνα με το τουρκικό ισλάμ και την κοινή συμμετοχή στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οποία έδωσε το πλαίσιο πραγματοποίησης των προαποφασισμένων γενοκτονιών των χριστιανικών εθνών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυροχαλδαίων).

Όλα αυτά βεβαίως ήταν απόρροια της αποσύνθεσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς και των αντιτιθέμενων συμφερόντων των Μεγάλων Δυνάμεων.

Το Ανατολικό Ζήτημα

O 19ος αιώνας χαρακτηρίστηκε από την πολιτική και κοινωνική αποσύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι μεγάλες δυνάμεις προσπαθούσαν να αποκομίσουν οφέλη από την κατάρρευσή της. Οι συμπαγείς εθνικές ομάδες στα Βαλκάνια και στη Μικρά Ασία, που βίωναν την υπαγωγή τους στο οθωμανικό κράτος ως κατάκτηση, ανέπτυσσαν κινήματα για την απόκτηση της αυτοδιάθεσής τους. Ο όρος Ανατολικό Ζήτημα καθιερώθηκε για πρώτη φορά το 1822, κατά τις συζητήσεις στη Βερόνα για την ελληνική επανάσταση. Σε ιδεολογικό επίπεδο αντιμετωπιζόταν ως ιστορική συνέχεια της παλιάς σύγκρουσης της Δύσης με την αυταρχική Ανατολή, που είχε ως σταθμούς τη σύγκρουση της αρχαίας Ελλάδας με τους Πέρσες, την αντιπαράθεση του χριστιανικού και του ισλαμικού κόσμου, τη χριστιανική Reconquista, τις σταυροφορίες, τις προσπάθειες των βόρειων χριστιανικών λαών να ανακόψουν τις βαρβαρικές επιθέσεις των Τατάρων, των Ούνων κ.ά. Ουσιαστικά το Ανατολικό Ζήτημα αναφύεται από τη στιγμή που οι μουσουλμάνοι Τούρκοι εισβάλουν στη Μικρά Ασία. Έτσι, η πρώτη περίοδος του Ζητήματος αυτού ξεκινά τον 11ο αιώνα και λήγει το 1683, όταν λήγει πλέον η οθωμανική προσπάθεια κατάληψης της Κεντρικής Ευρώπης. Η δεύτερη περίοδος αρχίζει το 1684 και τελειώνει το 1800 και η τρίτη καλύπτει το διάστημα 1880-1923[1].

Στη νεότερη εποχή το Ανατολικό Ζήτημα καθορίστηκε εν πολλοίς από τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, τις μεταξύ τους ισορροπίες και τις προσπάθειες αποτροπής της σλαβικής επέκτασης που ενσάρκωνε η ρωσική Αυτοκρατορία. Οι χώρες που συνηγορούσαν υπέρ της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν η σταθερά φιλότουρκη από το 1535 Γαλλία, η Αγγλία και η Ολλανδία, και από το 1790 η Πρωσία. Κύριος υποστηρικτής της ακεραιότητας, σχεδόν μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρξε η Μεγάλη Βρετανία. Τη σκυτάλη από την Πρωσία θα παραλάβει η Γερμανία –μέχρι το τέλος του 1918- και θα ενισχύσει τα σχέδια των Τούρκων εθνικιστών για εξόντωση των χριστιανικών ομάδων της Αυτοκρατορίας..

Μέσα στο πλαίσιο των αντικρουόμενων συμφερόντων οι Μεγάλες Δυνάμεις επενέβαιναν καθοριστικά, άλλοτε υπερασπίζοντας το στάτους κβο και άλλοτε ενισχύοντας τα κινήματα των υπόδουλων λαών. Η σημαντική παράμετρος, που καθόρισε τις εξελίξεις και πολλές φορές ανάγκασε τις μεγάλες δυνάμεις να αλλάξουν τις στρατηγικές τους επιλογές, ήταν η πραγματικότητα των λαϊκών κινημάτων.

Η αφύπνιση των λαών

Η αφύπνιση των κατακτημένων λαών είχε οδηγήσει στην απελευθέρωσή τους στη Βαλκανική. Στο βαλκανικό Νότο έγινε κατορθωτή η δημιουργία ενός μικρού ελληνικού βασιλείου, ως απόρροια της μεγάλης ελληνικής αντιοθωμανικής Επανάστασης που άρχισε το 1821[2].

Μετά τη δημιουργία του κράτους της Ελλάδας, γεννήθηκαν νέα εθνικά κράτη. Η Ρουμανία το 1862, το Μαυροβούνιο το 1860, η Σερβία το 1876, η Βουλγαρία το 1878 και η Αλβανία το 1913. Αλλά και στην ίδια τη Μικρά Ασία εμφανίστηκαν τάσεις ανεξαρτησίας στους Αρμένιους, στους Έλληνες του Πόντου και της Ιωνίας και αργότερα στους Κούρδους. Την κατάσταση που επικρατούσε στη Μικρά Ασία περιγράφει γλαφυρά το 1909 η εφημερίδα “Ο Λαός”, που εκδιδόταν στην Κωνσταντινούπολη: “Τουρκικός λαός λογιούνταν όλοι οι μουσουλμάνοι, δηλαδή οι πιστοί καθώς ονομαζόντουσαν μόνοι τους… Όλοι οι μουσουλμάνοι ήταν ίσοι αναμεταξύ τους. Όλοι μπορούσαν να γίνουν πασάδες ή στρατηγοί. Μα δεν παραδέχονταν για ίσους με τον εαυτό τους τους χριστιανούς και τους εβραίους παρά τους ονομάζανε γκιαούρηδες. Τους απογόνους των παλαιών κατοίκων τους ματαχειρίζονταν σαν ξένους. Δεν τους επέτρεπαν να γίνουν αξιωματικοί ή υπάλληλοι. Δεν τους δέχονταν για μάρτυρες στα τουρκικά δικαστήρια. Η τουρκική κυβέρνηση τους ανέχονταν μόνο, βάζοντάς τους να πληρώνουν ένα χωριστό φόρο, το χαράτσι. Τους ονόμαζαν ραγιάδες (κοπάδια) και δεν τους ήθελαν για άλλο τίποτα παρά για να τρέφουν το μουσουλμανικό λαό. Στις επαρχίες μόνο οι μουσουλ­μάνοι ήτανε γεωχτήμονες. Οι χριστιανοί ήταν αγρότες, απαράλ­λαχτα όπως οι δούλοι στο μεσαίωνα. Πριν την κατοχή, οι χριστιανοί αυτοί ήσαν έθνη ανεξάρτητα και πάντα είχαν βαστάξει τη γλώσσα, τη φορεσιά τους και τις συνήθειές τους…”[3]

Η ελληνική παρέμβαση στο Ανατολικό Ζήτημα ήταν δύο ειδών: αφενός εμφανίστηκε το αλυτρωτικό αίσθημα των υπόδουλων ελληνικών πληθυσμών και αφετέρου αναπτύχθηκε στο νέο ελληνικό κράτος η ιδεολογία της “Μεγάλης Ιδέας.” Οι δύο αυτές παράλληλες και εν πολλοίς αλληλοεπηρεαζόμενες διαδικασίες βρίσκονταν σε συνάρτηση με τις ιδεολογικές τάσεις που επικρατούσαν στο δημοκρατικό ευρωπαϊκό χώρο. Βρισκόμαστε σε μια εποχή κατά την οποία, κάτω από την επιρροή του διαφωτισμού, τα εθνικά κινήματα των λαών συγκρούονταν με τις αυταρχικές αυτοκρατορίες[4].

Στον ελλαδικό χώρο το ρεύμα του αστικού εκσυγχρονισμού, που επιζητούσε την εθνική ολοκλήρωση, εξέφραζε ο βενιζελισμός. Αντίθετα ο αντιβενιζελισμός και η φιλομοναρχική παράταξη εκπροσωπούσε τα γραφειοκρατικά στρώματα που είχαν αναπτυχθεί στο υποβαθμισμένο βασίλειο και ενσάρκωνε όλες τις αντιστάσεις στην εθνική ολοκλήρωση και στη δημιουργία σύγχρονου κράτους. Η ιδιομορφία της ελληνικής περίπτωσης συνίσταται στο γεγονός ότι το ελληνικό έθνος-κράτος δημιουργήθηκε σε μια μικρή καθυστερημένη τότε νοτιοβαλκανική περιοχή της οθωμανικής επικράτειας, από την οποία απουσίαζαν αστικά στρώματα και διανοούμενοι. Ο κύριος όγκος των Ελλήνων παρέμεινε υπό οθωμανική κυριαρχία, όπως και τα μεγάλα αστικά κέντρα των Ελλήνων: Κωσταντινούπολη, Σμύρνη, Τραπεζούντα κ.ά.

Ο τουρκικός εθνικισμός

Ένας σημαντικός παράγοντας που εμπόδισε την πραγματοποίηση μεταρρυθμίσεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και απόδοσης ίσων δικαιωμάτων σ’ όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως θρησκεύματος, ήταν ο νεαρός τουρκικός εθνικισμός. Με την εμφάνισή του ο όρος “Τούρκος” άρχισε να αποκτά θετική σήμανση, ενώ για πρώτη φορά ο χώρος που καταλάμβανε η Οθωμανική Αυτοκρατορία αρχίζει να περιγράφεται ώς “Τουρκία”. Μέχρι εκείνη τη στιγμή το ισλάμ και οι νέες παντουρκιστικές ιδέες δεν σχετίζονταν με συγκεκριμένο εθνικό έδαφος. Ο νέες εθνικιστικές απόψεις που εμφανίζονται καθορίζουν ως εθνικό χώρο των Τούρκων μια εκτεταμένη περιοχή από το Αιγαίο έως τη θάλασσα της Κίνας. Το παντουρκιστικό κίνημα στοχεύει ακριβώς στη δημιουργία αυτής της νέας τουρκικής αυτοκρατορίας, όπου δεν θα υπάρχει θέση για κανένα άλλο έθνος, εκτός απ’ αυτό των Τούρκων. Ένας από τους πατέρες του παντουρκισμού, ο Ζιγιά Γκιοκάλπ (Giokalp) πρότεινε ανοιχτά την υπέρβαση της χαλαρής, πολυεθνικής και θρησκευτικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετην μετατροπή των ομάδων που ζούσαν σ’ αυτήν σ’ ένα συμπαγές ομοιόμορφο τουρκικό σώμα (compact body)[5]. Tις απόψεις αυτές υλοποίησαν οι Οθωμανοί αξιωματικοί που είχαν βρεθεί στη Γαλλία, και προσπάθησαν να ντύσουν με τις αξίες του διαφωτισμού τις ρατσιστικές επιδιώξεις του παντουρκισμού[6].

O Πόντος ήταν μια περιοχή της Μικράς Ασίας, όπου μια συμπαγής ελληνική κοινωνία επιβίωνε από τους ελληνιστικούς και βυζαντινούς χρόνους κι όπου δεν έγιναν πληθυσμιακές μετατοπίσεις κατά την περίοδο των βυζαντινοτουρκικών συγκρούσεων[7].

Την εποχή εκείνη, τα εθνικά κινήματα της Μικράς Ασίας, δηλαδή το ελληνικό και το αρμενικό, εξέφρασαν την αναγκαιότητα για αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το φαινόμενο της δημιουργίας μιας νέας δυναμικής αστικής τάξης μετά τις μεταρρυθμίσεις του Χάτι Χουμαγιούν (1856), που η συντριπτική της πλειοψηφία ανήκε στις καταπιεσμένες χριστιανικές ομάδες του πληθυσμού, εμφανίστηκε σε όλη την έκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[8]. Από τα μέσα του 19ου αιώνα, οι Έλληνες έμποροι είχαν άρχισαν να αποκτούν κυρίαρχη θέση ακόμα και στην οικονομική ζωή στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Οι κατάλληλες οικονομικές συνθήκες ευνόησαν την ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας καθώς και ενός εκπληκτικού πολιτισμού και πολιτικής.

Η έλλειψη τουρκικής αστικής τάξης εμπόδιζε τα σχέδια του παντουρκιστικού κινήματος. Το ενδιαφέρον στην τουρκική περίπτωση είναι ότι το ρόλο των αστικών στρωμάτων είχαν οι στρατιωτικοί. Ένας από τους λόγους που επιτάχυναν τη νεοτουρκική “επανάσταση”, ήταν ο έλεγχος των οικονομικών δραστηριοτήτων από το χριστιανικό στοιχείο. Στην πραγματικότητα το κίνημα των νεοτούρκων το 1908 αποτέλεσε την αντεπανάσταση εναντίον των δημoκρατικών κινημάτων των υπόδουλων εθνών. Oι ηγέτες του κινήματος αυτού ήταν οι Ενβέρ (Enver pacha), Ταλαάτ (Talaat bey) και Τζεμάλ (Djemal pacha). Οι προσωπικότητες των ηγετών του νεοτουρκικού κινήματος περιγράφονταν από έναν Τούρκο στρατηγό σε μια γαλλική εφημερίδα: «Ακολούθησε τη στρατιωτική καριέρα (ο Enver pacha) και το 1902 έγινε επιτελής. Από τότε πολέμησε συνεχώς κατά των Βουλγάρων κομιτατζήδων και των Ελλήνων ανταρτών της Μακεδονίας… Ήταν σκληρός παρά το ήπιο της εμφάνισής του και είχε αποκτήσει μια υπεροψία χωρίς έλεγχο… Κι αυτοί οι κόλακες οι Γερμανοί, που κρυφά γελούσαν με την τρέλα του, για να ελέγχουν καλύτερα το ανόητο θύμα τους, χειροκροτούσαν τις ιδέες του και ενθάρυναν τη μωρία του…Ο Talaat bey ήταν χαρακτήρας εύκαμπτος και καταχθόνιος… Είναι ιθύνων νους των τρομοκρατικών ιδεών μέσα στην εσωτερική πολιτική… Ο Djemal pacha, κουρδικής καταγωγής, δεν ήταν παρά ταγματάρχης στη Θεσσαλονίκη το 1908. Πολύ πρακτικός, ερωτευμένος με το κέρδος, φιλοδοξεί υψηλά πολιτικά πόστα. Ενώ οι στενοί του σύντροφοι επιδίωκαν πόστα στρατιωτικών ακολούθων, αυτός ορίζεται κυβερνήτης των Αδάνων για να συγκαλύψει τις σφαγές των Αρμενίων. Αργότερα διαδέχεται τον Kiamil pacha, σαν κυβερνήτης της Βαγδάτης όπου με σκάνδαλα απέκτησε τεράστια περιουσία…» Για τον δρ. Ναζίμ (docteur Nazim), κορυφαίο στέλεχος των νεοτούρκων, o Σερίφ πασά (Cherif pacha) έγραψε στην ίδια εφημερίδα: «Είναι ένας αποφασιστικός, φανατικός οπαδός της εξολόθρευσης των χριστιανών γενικά και ειδικά των Ελλήνων, μη χαρίζοντας παρά μόνο σ’ εκείνους που ασπάζονταν το ισλάμ.» Σύμφωνα με τον Σερίφ πασά υπήρξαν κορυφαία στελέχη των νεοτούρκων που προέρχονταν από τους ελληνικής καταγωγής μουσουλμάνους, όπως ο Bεχίμπ μπέη (Vehib bey): «Συνταγματάρχης ελληνικής καταγωγής, επιφορτίστηκε να πλάσει το πνεύμα των νέων αξιωματικών της Στρατιωτικής Σχολής προς τις αρχές των νεοτούρκων. Ονομασθείς Διοικητής της Σχολής αυτής επέδειξε μια τυραννία χωρίς φραγμούς εναντίον των μαθητών που επιθυμούσαν να μείνουν ουδέτεροι.»[9]

Ο τουρκικός εθνικισμός, με κέντρο δράσης του την οθωμανική Θεσσαλονίκη, αποφάσισε το 1911 την επίλυση του εθνικού προβλήματος της Αυτοκρατορίας με τη φυσική εξόντωση των γηγενών χριστιανικών εθνοτήτων. Οι σοβινιστικές τάσεις των νεοτούρκων φάνηκαν από πολύ νωρίς. Οι νεότουρκοι αρνούνταν πως υπήρχε εθνικό ζήτημα στην Τουρκία και επέλεξαν την πολιτική της βίαιης αφομοίωσης των εθνικών μειονοτήτων. Ο Τζελάλ Μπαγιάρ (Celal Bayar) αναφέρει ότι οι νεότουρκοι αντιμετώπιζαν τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως «εσωτερικά καρκινώματα»[10].

Η εφημερίδα Ο Λαός της Πόλης προειδοποιούσε τους Τούρκους ηγέτες: “Σήμερα με το τουρκικό σύνταγμα, αν έχετε ακόμα τα ίδια μυαλά, αν προσπαθάτε με το φανατισμό και με τον τουρκισμό να πνίξετε κάθε ξέχωρη εθνική ζωή, θα χυθεί αίμα πολύ κι από τα δύο μέρη και η Ευρώπη θα σας καθήσει στο σβέρκο. Τούρκοι που τυραννάτε τους λαούς της Αυτοκρατορίας, να μάθετε πως κανένας λαός δεν είναι τόσο πρόστυχος, τόσο ελεεινός, που να δέχεται να τυραννιέται και να κυβερνιέται από τον τύραννό του, τον ξένο, τον αλλόφυλο. Και τότες πια, σα δε σωφρονιστείτε, θα διαλυθεί η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Και η Τουρκία θα σβήσει.”[11]

Στις 10 Ιουλίου 1910, δύο μόλις χρόνια από το νεοτουρκικό κίνημα, η ελληνική εφημερίδα Νέα Αλήθεια της οθωμανικής, ακόμα, Θεσσαλονίκης έγραφε: «Αλλά για μας τους Έλληνες τι να πούμε; Οι λέξεις χάνουν το νόημά τους απ’ τη στιγμή που αντιμετωπίζουμε καθημερινά μια τόσο ζωντανή εικόνα διωγμών. Μας αφανίζετε. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουμε τη δυστυχία που μας βρήκε τα δύο τελευταία χρόνια …για πιο λόγο υφιστάμεθα όλους αυτούς τους διωγμούς; Μας είχε δοθεί η υπόσχεση ότι κανείς δεν επρόκειτο να καταπατήσει τα δικαιώματά μας. Εν τω τούτοις, ψηφίστηκαν νόμοι που διατάσσουν το κλείσιμο των εκκλησιών μας, των σχολείων και των νεκροταφείων μας. Μας παίρνετε όσα μας ανήκουν και τα δίνετε σε άλλους. Φυλακίζετε τους ιερείς και τους δασκάλους μας. Ξυλοκοπείται τους πολίτες και από παντού ακούγονται θρήνοι και οδυρμοί.»

Η απόφαση για τη Γενοκτονία των χριστιανικών λαών

Τον Οκτώβριο του 1911 οι νεότουρκοι αποφάσισαν και επισήμως, σε συνέδριό τους, την εξόντωση των μη τουρκικών εθνοτήτων. Σε μια ανταπόκριση του περιοδικού “The Times of London“ στις 3 Οκτωβρίου του 1911 με τίτλο “Οι Νεότουρκοι και το πρόγραμμά τους”, παρακολουθούμε την επικράτηση των ακραίων σωβινιστικών επιλογών στο συνέδριο του κομιτάτου “Ένωση και Πρόοδος” που βρισκόταν ήδη στην εξουσία. Η οθωμανοποίηση (ottomanization) δια της βίας όλων των κατοίκων, αποφασίζεται τελεσίδικα. Το μέσο θα ήταν οι εξοπλισμένοι Μουσουλμάνοι: “Οι Μουσουλμάνοι γενικά πρέπει να κρατήσουν τα όπλα τους και όπου υπήρχαν ως μειονότητα, οι αρχές πρέπει να τους εξοπλίσουν…. Η Τουρκία είναι πρωτίστως μια μουσουλμανική χώρα και οι ιδέες του μουσουλμανισμού και η επιρροή του πρέπει να κυριαρχούν. Κάθε άλλη θρησκευτική προπαγάνδα πρέπει να κατασταλεί αφού δεν μπορεί κανείς να εμπιστευτεί τους Χριστιανούς, οι οποίοι πάντα δούλευαν για την κατάρρευση του νέου καθεστώτος… Αργά ή γρήγορα η πλήρης οθωμανοποίηση πρέπει να επιτευχθεί αλλά είναι πλέον καθαρό ότι αυτό δε θα μπορούσε να γίνει με την πειθώ αλλά με τη δύναμη των όπλων. Η μουσουλμανική κυριαρχία είναι αναπόφευκτη και μόνο στους μουσουλμανικούς θεσμούς και παραδόσεις οφείλεται σεβασμός.Το δικαίωμα της οργάνωσης, αποκέντρωσης και αυτονομίας δεν υπάρχει για τις υπόλοιπες εθνικότητες, οι οποίες μπορούν να κρατήσουν τις θρησκείες τους αλλά όχι τις γλώσσες τους. Η επικράτηση της τουρκικής γλώσσας αποτελεί ένα από τα βασικά μέσα για τη διατήρηση της μουσουλμανικής κυριαρχίας.”

Έκθεση που στάλθηκε στο ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών από την Κωνσταντινούπολη αναφέρει: “Μεταξύ των υπό του Νεοτουρκικού κομιτάτου ληφθεισών αποφάσεων είναι και ο εκτουρκισμός των ελληνικών πληθυσμών, ο οποίος δεν είναι δυνατός, εφ’ όσον υπάρχουσι συμπαγείς ελληνικοί συνοικι­σμοί.” Οι νεότουρκοι θεωρούσαν τον εξισλαμισμό ως “…σπουδαίον μέσον προς επιτυχίαν του εξοντωτικού κατά των Ελλήνων προγράμματος, περί τον άξονα του οποίου εστρέφετο και στρέφεται η Τουρκία…”[12]

Το αντιχριστιανικό κλίμα και η τάση για ισλαμικό Τζιχάντ (Ιερό πόλεμο κατά των μη μουσουλμάνων) που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται, περιγράφεται στο άρθρο με τίτλο “Οθωμανοί εις τα όπλα” στις 13 Οκτωβρίου 1911 της τουρκικής εφημερίδας Ηχώ που εκδιδόταν στη Σαμψούντα: “Ο ιερός πόλεμος είναι θεία εντολή, της οποίας η εγκατάλειψις εις τοιαύτην εποχήν είναι αδύνατος… Εμπρός αδελφοί, ας ετοιμασθώμεν από σήμερον να συγκρουσθώμεν μετά των εχθρών, να πίωμεν το αίμα των.”[13]

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη της Ρόζας Λούξεμπουργκ για το ζήτημα αυτό, η οποία υποστήριζε ότι η Τουρκία δεν μπορούσε να αναγεννηθεί σαν σύνολο γιατί αποτελούνταν από διαφορετικές χώρες. Η Λούξεμπουργκ κατέληγε με τη διαπίστωση: “Η κρίση της ιστορίας για την Τουρκία είχε βγει: βάδιζε πια προς την διάλυση…”[14] Καλούσε τους σοσιαλιστές να υποστηρίξουν τα χριστιανικά κινήματα που διεκδικούσαν τη πολιτική τους χειραφέτηση με την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Όσον αφορά τους νεότουρκους, η Λούξεμπουργκ -σε αντίθεση με τον Βλαδίμηρο Ίλιτς Λένιν που τους θεωρούσε υπόδειγμα επαναστατών[15]- είχε καταγγείλει “την εσωτερική κοινωνική ανωριμότητα της νεοτουρκικής κυβέρνησης και τον αντεπαναστατικό της χαρακτήρα.”[16] Αλλά και οι σοβιετικοί θα αλλάξουν αργότερα άποψη. Στη Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια θα καταχωρηθούν, μερικές δεκαετίες αργότερα, ως “πλαστογράφοι της ιστορίας” και εμπνευστές του “σωβινιστικού δόγματος” του παντουρκισμού.

Ο γερμανικός παράγων

Ένας παράγοντας που συνέβαλε στην ικανοποίηση των νεοτουρκικών συμφε­ρόντων ήταν ο γερμανικός. Οι Γερμανοί είχαν τεράστια οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα στην Τουρκία. Έλπιζαν ότι με μια ισχυρή Τουρκία θα ανταγωνίζονταν καλύτερα τους Βρετανούς. Η γερμανική εκπόνησε ένα ”πρόγραμμα ακεραιότητας της Τουρκίας”, η υλοποίηση του οποίου προϋπέθετε την εξόντωση των πληθυσμών εκείνων που ενίσχυαν τις φυγόκεντρες τάσεις στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γράφει η Λούξεμπουργκ για αυτό, ότι η Γερμανία, στις 8 Νοεμβρίου 1898 στην οθωμανοκρατούμενη Δαμασκό, σε μια γιορταστική εκδήλωση έδωσε όρκο “… κάτω από τον ίσκιο του μεγάλου Saladin να προστατεύει και να διαφυλάττει το μωαμεθανικό κόσμο και την πράσινη σημαία του προφήτη”. Θεωρεί όμως ότι: “Η αναλαμβανόμενη από τη Γερμανία προσπάθεια “αναγέννησης” της Τουρκίας ήταν μια καθαρή τεχνική προσπάθεια γαλβανισμού ενός πτώματος.”[17]

Η Τουρκία έγινε το πιο σημαντικό πεδίο δράσης του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Κινητήρια δύναμη ήταν οι γερμανικές τράπεζες, οι οποίες είχαν κολοσσιαίες επιχειρήσεις στην Ασία. Η γερμανική πολιτική κορυφώθηκε μετά τους βαλκανικούς πολέμους, όταν οι Γερμανοί προσπάθησαν να φανατίσουν τις τουρκικές μάζες και να τις στρέψουν εναντίον των χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα γερμανικό βιβλίο που έφερε στο φως ο Κώστας Φωτιάδης. Το βιβλίο του Φράνς Κόολερ (Franz Kohler) με τίτλο Der neue Dreibund εκδόθηκε το 1915 στο Μόναχο και περιέγραφε με σαφήνεια τις επιδιώξεις του γερμανικού ιμπεριαλισμού: “… τα μικρασιατικά εδάφη είναι η λύση. Εκεί θα μεγαλουργήσουμε εκτοπίζοντας το συναγωνισμό των άλλων λαών εξ αιτίας του υπέρτερου πολιτισμού και της οικονομικής ζωής που θα συγκεντρωθεί στα χέρια μας… Τους φίλους μας θα αναζητήσουμε ανάμεσα σ’ εκείνους τους λαούς που έχουν μ’ εμάς κοινούς εχθρούς. Η κοινή εχθρότητα πρέπει να είναι ο πρώτος και κύριος συνεκτικός δεσμός. Η σύμπτωση δε των οικονομικών συμφερόντων θα καταστήσει το δεσμό αυτό άρρηκτο.”[18]

Την περίοδο αυτή και κυρίως με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, υλοποιήθηκε η, από το 1911 ειλημμένη, απόφαση των Οθωμανών για οριστική λύση του εθνικού προβλήματος της αυτοκρατορίας με τη φυσική εξόντωση των γηγενών εθνοτήτων. Οι εκτιμήσεις διαφόρων παραγόντων για συνεργία των Γερμανών στη γενοκτονία είναι γεγονός. Ο μάλλον φιλότουρκος Γάλλος αντιπλοίαρχος Ρολέν (Rollin), σ’ έκθεσή του προς το γαλλικό Γενικό Επιτελείο Ναυτικού στις 9 Φεβρουαρίου 1919, αναφέρει: “Οι νεότουρκοι σε συνεργασία με τους Γερμανούς φανέρωσαν τους στόχους του. Απέβαλαν τη μάσκα… Από τις αρχές του 1914 υπό την καθοδήγηση του Γερμανού αρχιστρατήγου Liman Von Sanders άρχισαν συστηματικοί διωγμοί και εξορίες… Μεθοδική επιχείρηση εξαφάνισης του ελληνικού στοιχείου… Υπό το πρόσχημα στρατιωτικής επιταγής οι διωγμοί μεταβλήθηκαν σ’ εκατόμβες… Χιλιάδες εξοντώθηκαν στα περίφημα Αμελέ ταμπουρού”[19].

Από τα αρχεία προκύπτει όμως, ότι οι Γερμανοί και Αυστριακοί διπλωμάτες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία έμειναν έκπληκτοι από τη βία που ασκούσαν οι τουρκικές αρχές στους εκτοπισμένους πληθυσμούς. Για παράδειγμα, ο Αυστριακός διπλωμάτης Τράουτμανσντορφ (Τrauttmansdorff) γράφει προς τον υπουργό του στις 28 Ιουλίου 1916: “Υπέδειξα κατά την τελευταία επίσκεψη στην Τούρκο υπουργό Εξωτερικών ποια εντύπωση θα έπρεπε να προκαλέσουν σε ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο τέτοια φρικτά μέσα, και του είπα ότι ένας τέτοιος τρόπος ενέργειας θα αποτελούσε ένα ακόμα λάθος, μεγαλύτερο από τα ριζοσπαστικά μέτρα που χρησιμοποιήθηκαν κατά των Αρμενίων”.[20]

Tα πληθυσμιακά μεγέθη

Ο υπολογισμός του ακριβούς αριθμού των Ελλήνων αποτελεί δύσκολο εγχείρημα. Μέσω των διαθέσιμων απογραφικών στοιχείων είναι δυνατή μόνο η προσέγγισή του. Βασικές πηγές αποτελούν η πατριαρχική απογραφή των ελληνικών πληθυσμών στη Μικρά Ασία και στην Ανατολική Θράκη, που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με τα ελληνικά προξενεία την περίοδο 1910-1912 και η οθωμανική απογραφή του 1914. Στην πατριαρχική απογραφή για το χώρο του Πόντου συνεργάστηκαν το ελληνικό προξενείο της Τραπεζούντας και το υποπροξενείο της Αμισού. Η οθωμανική απογραφή, που αποτελεί, έτσι και αλλοιώς, το μοναδικό επίσημο στοιχείο χαρακτηρίζεται από πλήθος ελλείψεων, που σχετίζονται με την καταχώρηση συνήθως μόνο των ανδρών και απ’ αυτούς κυρίως των μουσουλμάνων, ή στην καλύτερη περίπτωση την ελλιπή καταγραφή παιδιών και γυναικών[21].

Ο Τζάστιν Μακάρθι (J. McCarthy), που διακρίνεται για την φιλοτουρκική του μονομέρεια, στο έργο του Muslim and Minorities, διορθώνει την οθωμανική στατιστική προσθέτοντας 15% περισσότερο πληθυσμό[22]. Ο Ντάγκλας Ντέικιν (Douglas Dakin) δίνει τον αριθμό 2.100.000 (300.000 στην Ανατολική Θράκη και 1.800.000 στο σύνολο του μικρασιατικού εδάφους)[23].

Σύμφωνα με την προβληματική οθωμανική στατιστική του 1914 στο σύνολο του οθωμανικού εδάφους (Μικρά Ασία συμπεριλαμβανομένου του Πόντου, Ανατολική Θράκη και βιλαετίου Χαλεπίου) κατοικούσαν 1.565.781 Έλληνες. Με βάση τις παρατηρήσεις επί των λαθών της απογραφής του Mακάρθι κατοικούσαν 1.711.718, ενώ με βάση την πατριαρχική 2.068.402. Η πατριαρχική απογραφή αυτή φαίνεται να είναι εγγύτερη προς το πραγματικό μέγεθος του πληθυσμού γιατί οι Έλληνες δήλωναν τις γεννήσεις στο μητρώο της Εκκλησίας και όχι αυτό της οθωμανικής αρχής. Επίσης, αρκετοί Έλληνες για φορολογικούς και άλλους λόγους απέφευγαν να δηλωθούν, με αποτέλεσμα να μην έχουν την οθωμανική υπηκοότητα, παρότι ήταν γεννημένοι και κατοικούσαν σε οθωμανικά εδάφη. Είναι δεδομένο ότι και η πατριαρχική απογραφή υπολείπεται του πραγματικού αριθμού των Ελλήνων γιατί -όπως προκύπτει από προξενικές αναφορές- μέρος του ελληνικού πληθυσμού αρνιόταν να απογραφεί, φοβούμενο μήπως τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης απογραφής πέσουν στα χέρια των Τούρκων[24].

Η ποικιλία των πληθυσμιακών εκτιμήσεων υπάρχει μέχρι σήμερα. Για παράδειγμα, ένα ελληνοτουρκικό επιστημονικό site[25] που υπήρχε στο διαδίκτυο το 1997, φιλοξενούσε τα αποτελέσματα ενός ελληνοτουρκικού ερευνητικού προγράμματος με τίτλο “Mikra Asia. Story of Greeks of Anatolia”. Το site, που είχε κατασκευαστεί από τις ερευνήτριες Bilgin Esme (Tr) και Aggeliki Ralli (Gr), έδινε για τον ελληνικό πληθυσμό στην Ανατολική Θράκη και τη Μιρά Ασία τον αριθμό των 2,6 εκατομμυρίων ατόμων. Η παραπάνω εκτίμηση συμπίπτει σχετικά με τις εκτιμήσεις σοβαρών Ελλήνων ιστορικών, η οποίοι για το 1919 δίδουν τον αριθμό των 2.450.000Ελλήνων στην ανατολική Θράκη, στην Κωνσταντινούπολη, και στη Μικρά Ασία, έναντι 8.000.000 Τούρκων (συμπεριλαμβανομένων των Κούρδων, των Λαζών, τω Κιρκασίων και των υπόλοιπων μουσουλμάνων της οθωμανικής επικράτεις) και 1.500.000 περίπου Αρμενίων, Εβραίων και Βουλγάρων[26].

Η πρώτη φάση της γενοκτονίας (1914-1918)

Οι μετακινήσεις των πληθυσμών

Οι βία κατά των χριστιανικών εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κλιμακώθηκε βαθμιαία. Το πρώτο βήμα ήταν το μποϊκοτάζ που υποκινούσε η κυβέρνηση κατά των επιχειρήσεων που ανήκαν σε χριστιανούς. Το μποϊκοτάζ υπήρξε ένα μέσο κινητοποίησης των ισλαμικών μαζών για την υλοποίηση των προαποφασισμένων σχεδίων[27]. Ο εμπορικός αποκλεισμός των ελληνικών επιχειρήσεων άρχισε το 1914. Στη Μαύρη Βίβλο του Οικουμενικού Πατριαρχείου αναφέρεται ότι η πολιτική αυτή στόχευε στον εκτουρκισμό της Κωνσταντινούπολης, η οποία έως τότε είχε ελληνικό χαρακτήρα και «…ουκ ολίγον συνετέλεσεν εις την απονέκρωσιν πάσης εμπορικής κινήσεως και συνδιαλλαγής μεταξύ των ομογενών της πρωτευούσης.»[28]

Αρκετοί ερευνητές θεωρούν ότι η καταπίεση και η εξαφάνιση των χριστιανικών κοινοτήτων υπήρξε έμπνευση των Γερμανών. Ο Μιχ. Ροδάς θεωρεί ότι στόχος της Γερμανίας ήταν “… να εκδιωχθούν τελείως οι Άγγλοι και οι Γάλλοι και να συντριβούν οι Έλληνες.”[29] Το στόχο αυτό προπαγάνδιζε από το 1915 ο Γερμανός Φράνς Κόολερ: “Αφ’ ενός, με τον τουρκικό αποικισμό στα παρ’ αμιγών Ελλήνων κατοικούμενα νησιά του Αιγαίου και τις Μικρασιατικές ακτές -απ’ όπου αυτοί θα εκδιωχθούν- αφ’ ετέρου με την ηθική και οικονομική εξασθενήση όσων Ελλήνων απομείνουν, θα κατορθωθεί ο βαθμιαίος εξισλαμισμός της Τουρκίας. Θα κατορθωθεί η ίδρυση τουρκικού κράτους με συμπαγή τουρκική μάζα, κράτους δηλαδή που θα έχει καθαρά εθνικό χαρακτήρα. …Οι ελληνικές αρπακτικές διαθέσεις δεν θα έχουν πλέον έδαφος πραγματοποίησης. Γιατί η κύρια βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η πολιτική του ελευθέρου βασιλείου, η λύτρωση του υποταγμένου γένους, θα έχει εκλείψει αφού ο Ελληνισμός θα ΄χει εξαφανιστεί.”[30]

Πάντως, οι εξελίξεις καθορίστηκαν από την τυχαιότητα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και τον τυχοδιωκτισμό των νεοτούρκων που πίστεψαν ότι με την τουρκογερμανική συμμαχία ήρθε η ώρα για την υλοποίηση των παντουρανικών τους σχεδίων. Ενδιαφέρον έχουν οι γαλλικές εκτιμήσεις για τη συμμαχία αυτή και για τις αιτίες της γενοκτονίας: «…το κυριότερο κίνητρο που η Τουρκία βγήκε στον πόλεμο είναι ότι η Γερμανία της υποσχέθηκε να επανακτήσει Αίγυπτο, Λιβύη και Σουδάν. Όταν οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν ήταν ευνοϊκές, κυρίως λόγω της ρωσικής προέλασης στην Τουρκία, τότε οι Γερμανοί, για να συγκρατήσουν την τουρκική αγανάκτηση, τους έστρεψαν εναντίον των Αρμενίων και Ελλήνων, των οποίων άρχισαν τη συστηματική εξόντωση με κατασχέσεις, βιασμούς, εξορίες, σφαγές…»[31]

Η γενοκτονία των Αρμενίων

Η πρώτη χριστιανική ομάδα της Ανατολίας που εξοντώθηκε συστηματικά υπήρξε η αρμενική. Ειδικά μετά την ήττα των τουρκικών σρατευμάτων στο Σαρήκαμις του Καυκάσου από τους Ρώσους, οι νεότουρκοι έστρεψαν την οργή του κόσμου επί των Αρμενίων. Οι εκτοπίσεις άρχισαν το Μάϊο του 1915 και επισημοποιήθηκαν με υπουργικές αποφάσεις. Όλοι οι αρμενικοί πληθυσμοί της ανατολικής και κεντρικής Μικράς Ασίας, μέχρι το καλοκαίρι είχαν εκτοπιστεί. Στη συνέχεια άρχισε η εκτόπιση των Αρμενίων που κατοικούσαν στις δυτικές περιοχές. Για την υλοποίηση του σχεδίου εξόντωσης ο ιστορικός Χαμίτ Μποζαρσλάν (Hamit Bozarslan) γράφει: «Η εξολόθρευση των Αρμενίων ενορχηστρώθηκε κυρίως από την ‘Ειδική Οργάνωση’ (Teskilat-I Mahsusa), όργανο ασφαλείας της Τρόϊκας (σ.τ.σ. των νεοτούρκων), που συγκέντρωνε τους komitaci της Ένωσης και Πρόοδος οι οποίοι σύμφωνα με τον ορισμό ενός εξ αυτών (του Fuat Βαlkan) «καίνε καταστρέφουν και σκοτώνουν ανελέητα για την πατρίδα και το έθνος τους». Η απελευθέρωση των φυλακισμένων του κοινού ποινικού δικαίου είχε πυκνώσει σημαντικά τις τάξεις αυτής της οργάνωσης. Όμως ένα μέρος αρχόντων και ουλεμάδων, καθώς και οι ταξιαρχίες από κουρδικές φυλές, που σχηματίστηκαν υπό τη βασιλεία του Αμπντούλ Χαμίτ Β’, συμμετείχαν επίσης στην εξολόθρευση και έδρεψαν τους καρπούς της απαλλοτρίωσης των αρμενικών περιουσιών.» Οι αρμενικές περιουσίες εκποιήθηκαν λίγους μήνες μετά τον εκτοπισμό των πληθυσμών[32].

Ο δρ. Μεχμέτ Ρεσίτ (Μehmet Resit), διοικητής του Ντιγιάρμπακίρ αναφέρεται στο σκεπτικό που τον οδήγησε στην απόφαση για την εξολόθρευση των Αρμενίων: «Υπάρχουν δύο ενδεχόμενα. Ή θα καθαρίσουν τους Τούρκους, ή οι Τούρκοι θα τους καθαρίσουν. Δεν μπορούσα να μείνω αναποφάσιστος μπροστά σ’ αυτές τις δύο εναλλακτικές λύσεις. Η τουρκικότητά μου ήταν πιο ισχυρή από την ιατρική μου ιδιότητα. Είπα μέσα μου: αντί να μας εξολοθρεύσουν αυτοί, οφείλουμε να τους εξολοθρεύσουμε εμείς… Αν η ιστορία με κατακρίνει θα το δεχτώ. Αλλά μου είναι αδιάφορο τι γράφουν ή τι θα γράψουν τα άλλα έθνη για μένα.[33]»

Παρότι τα επίσημα οθωμανικά έγγραφα που έχουν επιλεκτικά δημοσιευτεί μέχρι σήμερα δεν κάνουν λόγο για επίσημη εντολή εξόντωσης, εν τούτοις οι αναφορές τότε των Γερμανών συμμάχων υποστηρίζουν το αντίθετο. Ο τουρκολόγος Έρικ Τσούρχερ (Erik Zurcher) υποστηρίζει ότι ακόμα και αν η ίδια η οθωμανική κυβέρνηση δεν αναμείχθηκε άμεσα στη γενοκτονία, εντούτοις υπήρχε μια συγκροτημένη ομάδα στο εσωτερικό της υπό τον Talaat που επεδίωκε την επίλυση του Ανατολικού Ζητήματος με το συγκεκριμένο τρόπο[34].

Ο εξισλαμισμός των επιζώντων, ειδικά των γυναικών και των παιδιών, υπήρξε επίσης μέσο της επίσημης νεοτουρκικής εξουσίας για την ολοκλήρωση των σχεδίων της. Η κυβέρνηση αποφάσισε πως «άρμοζε οι προσηλυτισμένες Αρμένισσες να παντρευτούν μουσουλμάνους…». Τον Απρίλιο του 1916, ένα χρόνο μετά την εκτόπιση, αναγνωρίστηκε επισήμως ο θανατος των αντρών και δινόταν η άδεια στους μουσουλμάνους να παντρευτούν «νεαρές γυναίκες και χήρες»[35]. Σύμφωνα με τις οθωμανικές εκτιμήσεις του 1919 οι Αρμένιοι που εξολοθρεύτηκαν ήταν 800.000[36].

Η σφαγή των Αρμενίων τρομοκράτησε τους Έλληνες του Πόντου, οι οποίοι κατάλαβαν ότι θα ήταν τα επόμενα θύματα. Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία του Στάθη Χριστοφορίδη που υπήρξε, το 1915, ακούσιος μάρτυρας της σφαγής των αρμενοπαίδων της Τραπεζούντας. Αναφέρει ότι οι σφαγείς φώναζαν: “Αμποτε και ς’ σού Ρωμανίων! Ατουνούς πα’ αέτς’ θα ‘φτάμε!” (Άμποτε και στων Ελλήνων! Και αυτούς έτσι θα κάνουμε). Και τελειώνει την αφήγησή του ο Χριστοφορίδης: “Υστερνά ασ’ έναν χρόνον, εμάς πα’ εκατάστρεψαν.[37]

Η γενοκτονία στον Πόντο: “Le massacre blanc“

Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου από τους εθνικιστές είχε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, οι πληθυσμοί εκτοπίζονταν το χειμώνα και την εξόντωση την πραγματοποιούσε, σε μεγάλο βαθμό, η ίδια η φύση. Οι εκτοπισμένοι δεν οδηγούνταν σε Άουσβιτζ, αλλά η ίδια η πορεία ήταν ένα Άουσβιτζ.

Οι Τούρκοι στον Πόντο άρχισαν με την επιστράτευση όλων των ανδρών από 15 έως 45 ετών και την αποστολή τους στα Τάγματα Εργασίας. Η πλειονότητά τους στάλθηκε στις περιοχές μεταξύ Σεβάστειας και Βαν για την κατασκευή δρόμων[38]. Παράλληλα αμφισβήτησαν το δικαίωμα των Ελλήνων να ασκούν ελεύθερα τα επαγγέλματά τους και επιπλέον απαγόρευσαν στους μουσουλμάνους να συνεργάζονται επαγγελματικά με τους Έλληνες, με την ποινή της τιμωρίας από τις στρατιωτικές Αρχές. Κατ’ αρχάς οι άτακτες ορδές των Τούρκων επιτίθονταν στα απομονωμένα ελληνικά χωριά κλέβοντας, φονεύοντας, αρπάζοντας και βιάζοντας[39]. Σε έγγραφο του αυστριακού υπουργού Εξωτερικών προς το Βερολίνο, σχετικά με την πολιτική των συμμάχων τους, αναφέρονται τα εξής: “Η πολιτική των Τούρκων είναι μέσω μιας γενικευμένης καταδίωξης του ελληνικού στοιχείου, να εξοντώσει τους Έλληνες ως εχθρούς του Κράτους, όπως πριν τους Αρμένιους. Οι Τούρκοι εφαρμόζουν τακτική εκτόπισης των πληθυσμών, δίχως διάκριση και δυνατότητα επιβίωσης, απ’ τις ακτές στο εσωτερικό της χώρας, ώστε οι εκτοπιζόμενοι να είναι εκτεθειμένοι στην αθλιότητα και τον θάνατο από πείνα. Τα εγκαταλειπόμενα σπίτια των εξοριζομένων λεηλατούνται από τα τούρκικα τάγματα τιμωρίας ή καίονται και καταστρέφονται. Και όλα τα άλλα μέτρα τα οποία εις τους διωγμούς των Αρμενίων ευρίσκοντο εις ημερησίαν διάταξιν, επαναλαμβάνονται τώρα εναντίον των Ελλήνων.”[40]

Οι Αυστρογερμανοί διαπίστωναν ότι η πολιτική της γενικευμένης εθνικής εκκαθάρισης υπαγορεύτηκε από την παντουρκιστική ιδεολογία που τότε κυριαρχούσε στους τουρκικούς πληθυσμούς, καθώς και από “… τη βουλιμία των Τούρκων για την πλούσια ελληνική περιουσία.”[41] Οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν πρωτοφανείς μεθόδους για την εξόντωση των Ελλήνων, όπως την εκτόπιση των πληθυσμών μέσα στο χειμώνα, χωρίς να επιτρέψουν τους εκτοπιζόμενους να πάρουν μαζί τους ούτε τρόφιμα, ούτε στρώματα. Δεν επέτρεπαν τη στάθμευση των εκτοπιζόμενων σε κατοικημένα μέρη, αλλά μόνο σε μέρη έρημα και εκτεθειμένα στις χειμερινές συνθήκες, με βασικό στόχο την εξόντωσή τους, εφόσον θα ήταν αναγκασμένοι να διαμένουν στην ύπαιθρο και επιπλέον δεν θα μπορούσαν να προμηθευτούν τρόφιμα. Απαγόρευαν στους εκτοπιζόμενους να δώσουν βοήθεια στους γέρους γονείς ή στα ανήλικα παιδιά και στους αρρώστους, οι οποίοι εγκαταλείπονταν στα φαράγγια και στα δάση και πέθαιναν από την πείνα ή αποτελειώνονταν από τους στρατιώτες. Τα κυβερνητικά και αστυνομικά όργανα οδηγούσαν τους μετατο­πιζόμενους σε ειδικούς λουτρώνες, οι οποίοι ιδρύθηκαν δήθεν για στρατιωτικούς λόγους. Εκεί τους εξανάγκαζαν να λουστούν με την επίκληση λόγων υγιεινής. Έβαζαν κατά εκατοντάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά στα λουτρά, γυμνούς με θερμοκρασία 40 βαθμών. Τα ενδύματά τους εν τω μεταξύ λεηλατούνταν. Όταν έβγαιναν από το λουτρό, τους εξανάγκαζαν να παρατάσσονται στο χιόνι, με θερμοκρασία κάτω του μηδενός και να περιμένουν επίσκεψη του αστυνόμου για καταμέτρηση, ο οποίος ποτέ δεν ερχόταν σε λιγότερο από μία ώρα. Έπειτα άλλη μία ώρα περίμεναν το γιατρό για ιατρική επιθεώρηση. Κατά την επιθεώρηση χαρακτηρίζονταν άρρωστοι οι νεότεροι και υγιέστεροι, οι οποίοι θανατώνονταν κατά την αποστολή στο νοσοκομείο[42].

Οι γαλλικές μυστικές αναφορές βρίθουν από στοιχεία για τις εκτοπίσεις αυτής της περιόδου. Αναφορά που βασίζεται σε στοιχεία του γιου του Ντζεμάλ πασά, “Εδώ και έξι βδομάδες, σφαγές Ελλήνων κατά μάζες έλαβαν χώρα. Ο αριθμός των φονευθέντων φτάνει τις 40.000″. Στις 5 Οκτωβρίου η Υπηρεσία Πληροφοριών του γαλλικού Γενικού Επιτελείου Στρατού αναφέρει: “…Από σοβαρές πηγές, 50.000 άτομα εξορίστηκαν στο εσωτερικό με τις γνωστές ήδη συνθήκες. Ο ελληνισμός των ακτών της Μαύρης Θάλασσας υπέστη απόλυτη εξόντωση.”[43]

Ήταν τέτοια η ένταση και η έκταση των διωγμών, ώστε ακόμη και οι σύμμαχοι των Τούρκων διατύπωσαν εγγράφως τις αντιρρήσεις τους. Ο μαρκήσιος Pallavicini (Παλαβιτσίνι) έγραφε τον Ιανουάριο του 1918: “Είναι σαφές ότι οι εκτοπισμοί του ελληνικού στοιχείου δεν υπαγορεύονται ουδαμώς από στρατιωτικούς λόγους και επιδιώκουν κακώς εννοουμένως πολιτικούς σκοπούς.”[44] Την ίδια άποψη εξέφραζαν και σώφρονες Τούρκοι, όπως ο Βεχίπ πασά (Vehib pacha), ο οποίος υποστήριζε ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων ήταν περιττός από στρατιωτικής άποψης[45]. Σχεδόν συγχρόνως ο Αυστριακός πρόξενος της Αμισού Κβιατόφσκι (Kwiatkowski) ανέφερε σε υπηρεσιακή επιστολή του ότι ο εκτοπισμός των Ελλήνων της ποντιακής παραλίας βρισκόταν στο πλαίσιο του προγράμματος των νεοτούρκων, με το οποίο επιδιωκόταν η εξασθέ­νηση του χριστιανικού στοιχείου. Θεωρούσε ο ίδιος ότι η καταστροφή αυτή θα είχε μεγαλύτερη απήχηση στην Ευρώπη απ’ ότι οι σφαγές που είχαν διαπράξει κατά των Αρμενίων[46]. Oι φόβοι του Κβιατόφσκι εδράζονταν στη διαπίστωσή του ότι η καθολική εξόντωση του ελληνικού στοιχείου ήταν επιθυμία του τουρκικού λαού[47]. Εξάλλου του είχε ειπωθεί από υψηλόβαθμους αξιωματούχους ότι: “Τελικά πρέπει να κάνουμε με τους Έλληνες ό,τι κάναμε με τους Αρμένιους… Πρέπει με τους Έλληνες, τώρα να τελειώνουμε.”[48] Εξάλλου και ο ίδιος ο Tαλαάτ (ο οποίος είχε λάβει τους τίτλους του πασά και του μεγάλου βεζύρη) είχε αναφέρει ότι: “βλέπει να πλησιάζει η αναγκαιότητα, να ξοφλήσει με τους Έλληνες, ακριβώς όπως παλαιότερα και με τους Αρμένιους.”[49]

Η επιτροπή του ελληνικού υπουργείου που στάλθηκε στο μικρασιατικό Πόντο κατέγραψε με λεπτομέρειες τις μεθόδους που χρησιμοποίησαν οι Τούρκοι για την εξόντωση των Ελλήνων. Στις εκθέσεις της επιτροπής του ελληνικού υπουργείου Περιθάλψεως, που στάλθηκε στον Πόντο το 1919 για την καταγραφή των προβλημάτων του ελληνικού πληθυσμού, αναφέρθηκαν οι τρόποι που χρησιμοποιήθηκαν για τη θανάτωση περισσότερων από διακόσιες χιλιάδες άτομα[50]. Εκτός από την περιοχή του Πόντου, οι Τούρκοι εξαπέλυσαν διώξεις και κατά του ελληνικού πληθυσμού του Καυκάσου. Το 1915, όταν ο τουρκικός στρατός προέλαυνε στην περιφέρεια του Καρς, πλήθη Ελλήνων προσφύγων εγκατέλειπαν τις περιοχές τους φοβούμενοι τις σφαγές[51].

Σε αναλυτική έκθεση που υπεβλήθη στο συνταγματάρχη Κ. Κατεχάκη, ο οποίος ήταν επικεφαλής της ελληνικής στρατιωτικής αποστολής που έδρευε στην Κωνσταντινούπολη, αναφέρονται με λεπτομέρειες οι απώλειες: Στην επαρχία Αμασείας από 136.798 Έλληνες εκτόπισαν τους 73.375, από τους οποίους διασώθηκε μόλις το 30%. Από την επαρχία Νεοκαισαρείας εκτόπισαν 25.000 άτομα από συνολικό πληθυσμό 97.450. Από τους εκτοπισμένους επέστρεψε μόλις το 6%. Η επαρχία Κολωνείας καταστράφηκε εξ ολοκλήρου. Ελάχιστοι Έλληνες κατάφεραν να διασωθούν. Από τους 167.450 Έλληνες της επαρχίας Χαλδίας-Κερασούντος εκτοπίστηκαν 90.000, ενώ 45.000 κατέφυγαν στη Ρωσία. Από τους εκτοπισμένους διασώθηκε το 20%. Από την επαρχία Τραπεζούντας, στην οποία κατοικούσαν 55.000 Έλληνες εξορίστηκαν 5.000, ενώ 26.000 διέφυγαν στη Ρωσία. Από τους εκτοπισμένους επέστρεψαν 400 άτομα. Από την επαρχία Ροδοπόλεως, από συνολικό αριθμό 24.000 Ελλήνων εκτοπίστηκαν 4.080 άτομα, ενώ 4.800 διέφυγαν προς τη Ρωσία. Η έκθεση επισημαίνει: “Καθ’ όλον τον Πόντον η καταστροφή του Ελληνικού στοιχείου είναι κολοσιαία και η μεν ύπαιθρος χώρα απώλεσε τα 75% του πληθυσμού αυτής, αι δε πόλεις το 30% και η γενική κατάστασις σήμερον κατά τούτο μόνον μετεβλήθη καθ’ όσον μετά την ανακωχήν έπαυσαν οι εκτοπισμοί, οι συστηματικαί και αθρόαι εξορίαι και η στρατολογία των ημετέρων…”[52] O Rene Paux δίνει τον αριθμό των 257.019 θυμάτων στον μικρασιατικό Πόντο[53].

Η τραγωδία των Ελλήνων του Καρς

Η παράδοση της περιοχής του Καρς στους Τούρκους με τη συνθήκη του Μπρεστ Λιτοφσκ έθεσε πλήθος διλημμάτων και δημιούργησε πολλά προβλήματα στους χριστιανικούς πληθυσμούς. Στην περιοχή του Καρς, όπου υπήρχε πολιτική και στρατιωτική οργάνωση Ελλήνων, εμφανίστηκαν αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις. Άλλοι πρότειναν παραμονή του ελληνικού πληθυσμού με οργάνωση της ένοπλης άμυνας, ενώ άλλοι πρότειναν τη φυγή. Η πρώτη άποψη εκφράστηκε από τους Έλληνες στρατιωτικούς, ενώ η δεύτερη από τα πολιτικά στελέχη του ελληνικού κινήματος. Οι στρατιωτικοί πίεζαν τον ελληνικό πληθυσμό να παραμείνει και να οργανώσει την άμυνά του εντασσόμενος στα τρία ελληνικά συντάγματα της Eλληνικής Mεραρχίας του Καυκάσου. Για να εμπνεύσουν τον ελληνικό πληθυσμό με αγωνιστικό φρόνημα, οργάνωσαν μια εντυπωσιακή παρέλαση των στρατιωτικών ελληνικών τμημάτων του 2ου Συντάγματος της Ελληνικής Μεραρχίας στην πόλη του Καρς. Τα αποτελέσματα της παρέλασης δε θεωρήθηκαν ιδιαιτέρως σημαντικά[54].

Οι Έλληνες κάτοικοι δεν πίστευαν ότι ήταν δυνατή η αντίσταση στον τουρκικό στρατό από τα τρία ελληνικά συντάγματα και τη μία αρμενική μεραρχία. Οι ειδήσεις για τις τουρκικές ωμότητες εις βάρος των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο άρχισαν να φτάνουν στον Καύκασο. Οι αφηγήσεις των ταλαιπωρημένων προσφύγων για τις αγριότητες κατά των Ελλήνων έκαμψαν και τις τελευταίες αντιστάσεις των εθνικών συμβουλίων[55]. Εξάλλου η ελληνική στρατιωτική δύναμη του Καυκάσου ήταν μικρή μπροστά στον τουρκικό στρατό που κατέφθανε. Ειδικά στην πόλη του Καρς οι υπερασπιστές της ήταν μόνο 1.500 Έλληνες στρατιώτες. Έτσι αποφασίστηκε η παράδοση της πόλης στους Τούρκους[56].

Το Εθνικό Συμβούλιο έκανε ό,τι μπορούσε για την προώθηση των προσφύγων στη νότια Ρωσία και στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, με στόχο την αναχώρηση για την Ελλάδα[57]. Οι λόχοι, τα τάγματα και τα συντάγματα της Ελληνικής Μεραρχίας του Καυκάσου διαλύθηκαν και οι οπλίτες πήγαν στα χωριά τους για να γλυτώσουν τους εαυτούς τους και τις οικογένειές τους. Αρκετά παραμεθόρια χωριά των περιφερειών Χοροσάν, Αρνταχάν και Γκιόλια δεν πρόλαβαν να φύγουν με αποτέλεσμα την αιχμαλωσία τους από τον τουρκικό στρατό[58].

Η αποχώρηση των δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων από την περιοχή του Κυβερνείου του Καρς δεν έγινε παντού ομαλά. Στις αρχές Μαρτίου 1918 συγκεντρώθηκαν οι αρχηγοί των ελληνικών χωριών της επαρχίας Καγισμάν για να αποφασίσουν για τη διαδικασία αναχώρησης. Ορίστηκε ως σημείο συγκέντρωσης όλου του ελληνικού πληθυσμού της επαρχίας το χωριό Καρακλησσέ και ως χρόνος η 25η Μαρτίου. Εκεί μαζεύτηκαν χιλιάδες κάτοικοι και ετοιμάστηκαν να αναχωρήσουν ευθύς μετά τον εκκλησιασμό τους. Τότε ήρθε μια ίλη ιππικού του αρμενικού στρατού απαιτώντας την παραχώρηση, εκ μέρους των Ελλήνων, ενός αριθμού αλόγων. Η δολοφονία ενός Έλληνα κοινοτάρχη, του Ευστράτιου Κακουλίδη, από τον επικεφαλής της ίλης οδήγησε στη γενίκευση της σύρραξης. Δύο ημέρες κράτησε η αιματηρή σύγκρουση τετρακοσίων ενόπλων Ελλήνων με δεκαπλάσιο αρμενικό στρατό[59]. O Σ. Μαυρογένης εκτιμά ότι η σύγκρουση του Καρακλησσέ οφειλόταν στην αυθαιρεσία και στην αυτοδικία των οπλισμένων Αρμενικών τμημάτων, τα οποία νόμιζαν ότι είχαν δικαιώματα πάνω σε κάθε ξένο αντικείμενο. Κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν να γίνει ανεκτό από τους επίσης οπλισμένους Πόντιους. Θεωρεί ότι η βαθύτερη αιτία της ελληνοαρμενικής αντίθεσης ήταν η κατηγορηματική άρνηση του ελληνικού στοιχείου της περιοχής να συμμετάσχει στην ολοκληρωτική εξόντωση του μουσουλμανικού στοιχείου του Κυβερνείου του Καρς, που σχεδίαζε το αρμενικό κόμμα Ντασνάκ Τσουτιούν[60]. Την ίδια άποψη έχει και ο Χ. Τσέρτικ, ο οποίος περιγράφει σε κάποια περίπτωση την παρέμβαση του ελληνικού Λόχου για τη σωτηρία μουσουλμανίδων γυναικών και παιδιών από τα αρμενικά στρατιωτικά τμήματα[61]. Η συγκεκριμένη σύγκρουση απέκοψε τους δρόμους διαφυγής των κατοίκων του Καρακλησσέ. Η κατάληψη του χωριού από τα αρμενικά στρατεύματα ακολουθήθηκε από σφαγή του εναπομείναντος πληθυσμού. Μετά απ’ αυτό, κάτοικοι οκτώ γειτονικών ελληνικών χωριών αναγκάστηκαν να βαδίσουν προς τις γραμμές των Τούρκων και να καταφύγουν στο ελληνικό χωριό Αλή Σοφή, οι κάτοικοι του οποίου είχαν προλάβει να αναχωρήσουν για την Τιφλίδα. Οι Τούρκοι δεν πείραξαν τους πρόσφυγες. Τρεις μήνες αργότερα τους επέτρεψαν να αναχωρήσουν για την Τιφλίδα. Από κει πήγαν στο Πότι και σκορπίστηκαν στις παραλιακές πόλεις της Μαύρης Θάλασσας[62]. Οι δραματικές εξελίξεις με την προέλαση των Τούρκων, συνδυασμένες με την αδυναμία συνεννόησης των Ελλήνων και Αρμενίων, για κοινή στρατιωτική δράση, όπως φάνηκε από το περιστατικό του Καρακλησσέ, οδήγησαν στη διάλυση της ελληνικής στρατιωτικής οργά­νωσης. Εβδομήντα χιλιάδες Έλληνες πήραν το δρόμο της προσφυ­γιάς[63].

Ο τουρκικός στρατός κατέλαβε τις αρμενικές και γεωργιανές περιοχές που παραχωρήθηκαν στην Τουρκία με τη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ και άρχισε να προελαύνει προς το Μπακού, πρωτεύουσα του Αζερμπαϊτζάν,[64] στο οποίο υπήρχε σημαντική ελληνική κοινότητα, καθώς και ελληνικό προξενείο. Σε συνεργασία με τους ντόπιους μουσουλμάνους άρχισε τις σφαγές Αρμενίων και Ελλήνων[65]. Μεγάλο κύμα προσφύγων εγκατέλειψε το Αζερμπαϊτζάν και κατέφυγε στη Γεωργία και στην Αμπχαζία, με άμεσο αποτέλεσμα να γεμίσει το Σοχούμι με πρόσφυγες. Πολλοί Έλληνες κατέφυγαν επίσης στη νότια Ρωσία. Τον Απρίλιο του 1918 η Τουρκία κατέλαβε επίσης το Βατούμι, το οποίο της είχε παραχωρηθεί με τη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ[66].

Τον ίδιο καιρό στην Κεντρική Ασία ξέσπασαν ταραχές που υπο­χρέωσαν μεγάλο μέρος των ελληνικών κοινοτήτων να επιλέξουν το δρόμο της προσφυγιάς και να καταφύγουν στην Περσία. Οι ελληνικές κοινότητες της Περσίας παρείχαν βοήθεια στους πρόσφυγες. Οι αγγλικές αρχές, επίσης, τους προσέφεραν κάθε δυνατή βοήθεια. Απ’ ό,τι φαίνεται η ελληνική κυβέρνηση είχε συμφωνήσει με τους Βρετανούς για την παροχή βοήθειας και διευκόλυνσης στο ταξίδι προς την Ελλάδα. Άλλοι πρόσφυγες επέλεξαν το δρόμο των Ινδιών και άλλοι της Υπερκαυκασίας.

Το ελληνικό προσφυγικό πρόβλημα στη Ρωσία

H προσφυγοποίηση δεκάδων χιλιάδων Ποντίων ενεργοποίησε τις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας, οι οποίες με θαυμαστό αίσθημα αλληλεγγύης ανέλαβαν το βάρος της συνδρομής και της περίθαλψης των προσφύγων[67]. Το Κεντρικό Συμβούλιο διενήργησε εράνους υπέρ των προσφύγων, στους οποίους ανταποκρίθηκαν με προθυμία οι Έλληνες της Ρωσίας. Οι Έλληνες του Βατούμι μαθαίνοντας ότι οι Έλληνες του Ριζαίου και των Σουρμένων στον Πόντο κινδύνευαν να σφαγούν από τους Τούρκους, οι οποίοι ζητούσαν λύτρα, συγκέντρωσαν το ποσό των 200.000 χρυσών ρουβλίων και ναύλωσαν πλοία για την παραλαβή των προσφύγων. Μόνο η κοινότητα του Βατούμι περιέθαλψε 35.000 πρόσφυγες. Ο πρόσφυγας Σ. Κανταρτζής γράφει: “Εδώ (στο Βατούμι) μας υποδέχτηκαν με πατριωτικά αισθήματα οι εκπρόσωποι της ελληνικής κοινότητας και φρόντισαν να μας εξυπηρετήσουν. Έθεσαν στη διάθεσή μας, κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό, το ελληνικό σχολείο….” [68]

H ελληνική κοινότητα στο Σοχούμι περιέθαλψε 15.000 πρόσφυγες. Υπεύθυνος της οργάνωσης της περίθαλψης ήταν η Εθνική Επιτροπή των Ελλήνων της πόλης[69]. Το ίδιο έγινε και με τις άλλες κοινότητες στις πόλεις Τουαψέ, Νοβοροσίσκ, Κουμπάν, Κερτς, Αικατερινοντάρ, Μαϊκόπ, Βλαδικαυκάς κ.λπ.[70] Η κοινότητα του Κερτς στην Κριμαία κατέβαλε υπεράνθρωπη προσπάθεια να ανακουφίσει τις χιλιάδες των προσφύγων που είχαν καταφύγει εκεί. Δημιούργησε ειδικό μηχανισμό με τμήμα επισιτισμού και νοσοκομειακή υπηρεσία. Ακόμα και οι μικρές και φτωχές κοινότητες προσέφεραν πάνω από τις δυνάμεις τους στον αγώνα για την περίθαλψη των προσφύγων. Ως εκπρόσωπος του Κεντρικού Συμβουλίου ο Λεωνίδας Ιασωνίδης διέτρεχε επί τρίμηνο τις ελληνικές κοινότητες, προκειμένου να διοργανώσει επιτροπές για τους πρόσφυγες[71].

Στη νότια Ρωσία και στην Υπερκαυκασία εμφανίστηκε έντονο το προσφυγικό πρόβλημα των Ελλήνων. Το ελληνικό υπουργείο Περιθάλψεως, βασισμένο στις εκθέσεις της επιτροπής που είχε αποστείλει, διέθεσε αρχικά πέντε εκατομμύρια δραχμές, καθώς και άλλα ποσά σε χρήμα και σε είδη αποκλειστικά για τους πρόσφυγες που κινδύνευαν. Aπεστάλη επίσης μια τριμελής επιτροπή αποτελούμενη από τον Νίκο Καζαντζάκη, τον αντισυνταγματάρχη δικαστικού Ηρ. Πολεμαρχάκη και τον Ι. Ζερβό, για να μελετήσει το προσφυγικό πρόβλημα και το ποντιακό ζήτημα. H Eπιτροπή Περιθάλψεως ήταν αποδέκτης υπομνημάτων των Ελλήνων με τα οποία ζητούσαν την παλιννόστησή τους στο μικρασιατικό Πόντο. Στα υπομνήματα αναπτυσσόταν η άποψη ότι με την επανεγκατάστασή τους εκεί “δύναται να στερεωθεί η εθνική ανεξαρτησία του Πόντου.” Διαφωνούσαν με τη μετανάστευση στην Ελλάδα γιατί έτσι εξασθενούσε το εθνικό ζήτημα του Πόντου και δημιουργούσε ασυγκράτητο ρεύμα μετοικεσίας στην Ελλάδα, όλων των Ποντίων που βρίσκονταν στη Ρωσία[72].

Ο Ν. Καζαντζάκης τηλεγράφησε στον Ε. Βενιζέλο τα συμπεράσματά του και ανέφερε ότι οι 500.000 Έλληνες της Ρωσίας, είτε πρόσφυγες είτε εγκατεστημένοι από παλαιότερα έτη, διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: σ’ αυτούς που θέλουν να εγκατασταθούν στον Πόντο και σ’ αυτούς που θέλουν να εγκατασταθούν στην ελεύθερη Ελλάδα. Ο Καζαντζάκης εκτιμούσε ότι η παλιννόστηση στον Πόντο ήταν απολύτως αδύνατη επί του παρόντος, ελλείψει ασφαλείας. Θεωρούσε ότι η μοναδική προϋπόθεση της παλιννόστησης ήταν η ελληνική ή συμμαχική κατοχή του Πόντου[73]. Οι πρόσφυγες συσσωρεύτηκαν στα δύο λιμάνια, στο Βατούμι και στο Νοβοροσίσκ, περιμένοντας την αναχώρηση για την Ελλάδα.

Μετά το τέλος του πολέμου

Στις 17 Οκτωβρίου 1918 (30 με το νέο ημερολόγιο) η Τουρκία με τη συνθήκη του Μούδρου κατέθεσε τα όπλα. Ακολούθησε η συνθηκολόγηση της Αυστροουγγαρίας και τέλος της Γερμανίας. Η ήττα των κεντρικών δυνάμεων αναζωπύρωσε τις ελπίδες του ποντιακού ελληνισμού για επίλυση του ελληνικού ζητήματος στη Μαύρη Θάλασσα. Οι αντάρτες έκαναν την εμφάνισή τους στις πόλεις, ενώ άρχισαν να επιστρέφουν οι επιζώντες των εκτοπίσεων στα ενδότερα και οι δεκάδες χιλιάδες των προσφύγων στη Ρωσία[74]. Οι Έλληνες της Ρωσίας γιόρτασαν την ήττα των Κεντρικών Δυνάμεων. Ειδικά στις περιοχές που δεν είχε επικρατήσει το μπολσεβικικό κίνημα, οι πανηγυρισμοί πήραν μεγάλη έκταση. Η νίκη της Ελλάδας θεωρήθηκε ότι έδινε τη δυνατότητα στο ελληνικό έθνος να πραγματοποιήσει προαιώνιους πόθους. Οι δύο αλληλένδετοι στόχοι, η δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους στον Πόντο και η απόκτηση δικαιωμάτων αυτονομίας στα εδάφη της πρώην Ρωσικής Αυτοκρατορίας, όπου κατοικούσε συμπαγής ελλη­νισμός, κινητοποίησαν για μια ακόμα φορά τους Έλληνες της περιοχής.

Μεγάλο μέρος των προσφύγων που προέρχονταν από τις περιοχές των εμφύλιων συγκρούσεων στη Ρωσία μεταφέρθηκε στο μικρασιατικό Πόντο.[75] Πολλοί κατέφυγαν στην Ελλάδα ζώντας σε άθλιες συνθήκες[76]. Το Κεντρικό Συμ­βούλιο του Συνδέσμου των εν Ρωσία Ελλήνων έστειλε με τριμελή επιτροπή υπόμνημα στην ελληνική κυβέρνηση. Στο υπόμνημα εκτίθενται τα αιτήματα του ελληνισμού της Ρωσίας, τα οποία αναφέρονται στην εξασφάλιση της ελευθερίας τους και στον αυτοκαθορισμό τους. Ζητήθηκε να αναλάβει η ελληνική κυβέρνηση την προώθηση αυτών των αιτημάτων στη Συνδιά­σκεψη Ειρήνης.[77] Παράλληλα άρχισε επίσημος διάλογος μεταξύ Ελλάδας και Αρμενίας για την αμοιβαία υποστήριξη των αιτημάτων στα συνέδρια της ειρήνης. Οι Αρμένιοι δήλωσαν υποστήριξη στις ελληνικές διεκδικήσεις “επί της Κωνσταντινουπόλεως, Σμύρνης και βιλαετίου Τραπεζούντος”[78]. Πολύ σύντομα όμως παρατηρήθηκε αλλαγή της στάσης τους και οι Αρμένιοι διεκδίκησαν έξοδο του αρμενικού κράτους στον Εύξεινο Πόντο[79]. Η διεκδίκηση της περιοχής Τραπεζούντας από τους Αρμενίους καθίσταται πλέον πρόδηλος και η κίνηση των Ελλήνων του Πόντου για ανεξαρτησία θεωρήθηκε απ’ αυτούς ότι συνιστούσε “διάθεσιν επιθετική κατά των Αρμενίων”[80].

Εν τω μεταξύ οι Έλληνες που κατοικούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισαν να κινητοποιούνται από τις πρώτες μέρες της στρα­τιωτικής ήττας των Τούρκων. Δημιούργησαν πλήθος πατριωτικών οργα­νώσεων και ενόπλων ομάδων. Οργανώθηκαν ομάδες βοήθειας προς τους πρόσφυγες. Στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας η εξέγερση του ελληνικού πληθυσμού πήρε μεγάλες διαστάσεις. Οι συγκρούσεις μεταξύ μουσουλ­μάνων και χριστιανών δημιούργησαν σε λίγες εβδομάδες εκατοντάδες θυμάτων. Έξω από τις μεγάλες πόλεις οι οθωμανικές αρχές δεν είχαν καμία εξουσία. Η ύπαιθρος και οι δρόμοι της ενδοχώρας ανήκαν στις αντάρτικες ομάδες.[81] Οι αντάρτες του Πόντου χρησιμοποιούσαν τις ελληνικές κοινότητες του Καυκάσου ως μετόπισθεν. Από εκεί προμηθεύονταν όπλα και εκεί, πολλές φορές, σχεδίαζαν τις επιχειρήσεις τους[82].

Η ηγεσία των Ελλήνων, ιδιαίτερα ο μητροπολίτης Αμασείας Γερμανός Καραβαγγέλης και της Τραπεζούντας Χρύσανθος, ενθάρρυναν τους εξεγερμένους και δικαιολογούσαν τον αγώνα τους στις διεθνείς οργανώσεις. Οι διάφορες ποντιακές επιτροπές ενεργούσαν για την ιδέα ενός αυτόνομου ποντιακού κράτους. Εξέδιδαν εφημερίδες και φυλλάδια που πρόβαλαν την ιδέα αυτή, οργάνωναν συνέδρια και βομβάρδιζαν με αιτήσεις και υπομνήματα τους διπλωμάτες των μεγάλων δυνάμεων[83].

Όμως, η πολιτική κατάσταση στην περιοχή δεν παρουσίασε ιδιαίτερη βελτίωση. Η οθωμανική κυβέρνηση, η οποία εξακολουθούσε να έχει υπό την ευθύνη της τον Πόντο, προσπαθούσε, αν και ηττημένη, να αποτρέψει την ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας. Έτσι, διέταξε τις τοπικές αρχές να μην επιτρέψουν την είσοδο στους Έλληνες πρόσφυγες που είχαν φύγει από τη χώρα και επιπλέον να εκδιώκουν, εκτός του εδάφους της, όσους μπορούσαν να δημιουργήσουν πρόβλημα στην εξουσία της. Σε έκθεση του Γάλλου πρόξενου στην Τραπεζούντα Lepissier αναφέρεται ότι με βάση την εντολή αυτή, ο βαλής της Τραπεζούντας απαγόρευσε την αποβίβαση των Ελλήνων προσφύγων, οι οποίοι είχαν ξεκινήσει από το Νοβοροσίσκ με το ατμόπλοιο “Πηνειός”. Η αποβίβαση έγινε εφικτή μετά από παρέμβαση του Γάλλου ταγματάρχη Enchery, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για την αναδιοργάνωση της τουρκικής χωροφυλακής, σύμφωνα με τους όρους της ανακωχής[84]. Ο Γάλλος πρόξενος της Τραπεζούντας τόνιζε σε αναφορά του ότι οι οθωμανικές αρχές δεν κατέστειλαν τις παράνομες εκδηλώσεις των ατάκτων Τούρκων, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζονται οι επιθέσεις, τα εγκλήματα να παραμένουν ατιμώρητα και οι νέες γυναίκες που είχαν απαχθεί να παραμένουν φυλακισμένες στις κατοικίες των απαγωγέων τους. Στο περιβάλλον αυτό ήταν αδύνατη η επανεγκατάσταση των προσφύγων, εφόσον η επανάκτηση των σπιτιών τους ήταν πρακτικά αδύνατη[85].

Εξαιρετικά άσχημη ήταν και η κατάσταση των ελληνικών πληθυσμών στον Καύκασο. Επειδή τα κοινωνικά προβλήματα που είχε δημιουργήσει στους ελληνικούς πληθυσμούς η πολιτική γενοκτονίας των Τούρκων απαιτούσαν καλή καταγραφή και συστηματική εργασία, το ελληνικό υπουργείο Περιθάλψεως συγκρότησε ειδική αποστολή στη νότια Ρωσία και στον Καύκασο για να μελετηθούν οι προσφυγικές ανάγκες. Τη βοήθεια του ελληνικού κράτους είχε ζητήσει τον Μάρτιο του 1919 η Κεντρική Ένωση των Ελλήνων του Αικατερινοντάρ. Η ειδική αυτή αποστολή του υπουργείου Περιθάλψεως έφτασε στο Βατούμι τον Ιούλιο του ιδίου έτους. Η αποστολή χωρίστηκε σε δύο τμήματα. Το πρώτο είχε κέντρο το Αικατερινοντάρ και περιελάμβανε στη δικαιοδοσία του τη νότια Ρωσία και το βόρειο Καύκασο, ενώ το δεύτερο τμήμα με κέντρο την πρωτεύουσα της Γεωργίας Τιφλίδα, περιελάμβανε την Υπερκαυκασία (Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν) και το μικρασιατικό Πόντο[86]. Την ίδια εποχή έφτασε στο μικρασιατικό Πόντο αντιπρόσωπος του Πατριωτικού Ιδρύματος Περιθάλψεως, για να βοηθήσει στην περίθαλψη των θυμάτων της τουρκικής θηριωδίας. Διανεμήθηκαν τρόφιμα, ενδύματα και ιδρύθηκαν ορφανοτροφεία στην Τραπεζούντα, στη Σινώπη, στην Πάφρα, στη Σαμψούντα και στην Κερασούντα[87].

Ελληνική δημοκρατία του Πόντου

Η πρόθεση για δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους πρωτοεμφανίστηκε το 1904 σε κλειστούς κύκλους διανοουμένων. Συστηματικά όμως η ιδέα αυτή άρχισε να καλλιεργείται μετά την εκδήλωση της πρόθεσης των νεοτούρκων να εξοντώσουν τον ελληνικό πληθυσμό. Πρώτη πολιτική έκφραση του αιτήματος θα συμβεί στις 4 Φεβρουαρίου 1918 στο πλαίσιο του Α’ Παμπόντιου Συνεδρίου, που συνήλθε στη Μασσαλία. Οι Πόντιοι προσπαθώντας να πετύχουν τη μη επιστροφή του ανατολικού Πόντου στους Τούρκους έστειλαν τηλεγράφημα στον “κομισάριο εξωτερικών υποθέσεων Τρότσκι”, με το οποίο του ζήτησαν την υποστήριξη του αιτήματος της αυτοδιάθεσης των Ποντίων και της δημιουργίας ανεξάρτητου κράτους “… από τα ρωσικά σύνορα μέχρι πέρα από τη Σινώπη και την ενδοχώρα.”[88] Παράλληλα άρχισε μεγάλη εκστρατεία διαφώτισης του ευρωπαϊκού κοινού για το Ποντιακό Ζήτημα. Τυπώθηκαν χιλιάδες χάρτες του διεκδικούμενου Πόντου. Στο κάτω μέρους του χάρτη γράφτηκε η φράση: “Citoyens du Pont Euxin, levez-vous! Rapellez aux nations libéra­les vos droits suprèmes à la Vie et à l’ Independance” δηλαδή: “Πολίτες του Εύξεινου Πόντου, ξεσηκωθείτε! Απαιτείστε από τα ελεύθερα έθνη τα υπέρτατα δικαιώματα στην Ζωή και στην Ανεξαρτησία”[89].

Στο χώρο της Υπερκαυκασίας οι Έλληνες συνέχισαν να οργανώνονται σταρτιωτικά. Πολιτική έκφραση της στρατιωτικής οργάνωσης των Ελλήνων της Υπερκαυκασίας ήταν το Εθνικό Συμβούλιο Αντικαυκάσου ή επί το ορθότερο Ελληνικό Υπερκαυκασιανό Εθνικό Συμβούλιο[90]. Σε όλη την έκταση του Μικρα­σιατικού Πόντου και των ελληνικών κοινοτήτων της Ρωσίας αναπτύχθηκε μια κοινή θέληση που στόχο είχε την πολιτική χειραφέτηση του ποντιακού ελληνισμού, τόσο στο μικρασιατικό Πόντο, όσο και στις συμπαγείς περιοχές των Ελλήνων στην ίδια τη Ρωσική Αυτοκρατορία, που είχε ήδη καταρρεύσει. Σε κάθε περιοχή του Πόντου την ίδια περίοδο ιδρύθηκαν ανεξάρτητες μυστικές οργανώσεις. Οι οργανώσεις αυτές ήρθαν να προστεθούν στο πλήθος των πνευματικών, μουσικών και αθλητικών σωματείων που είχαν δημιουργηθεί στις ελληνικές κοινότητες την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας. Ο πιο δραστήριος από αυτούς τους συλλόγους ήταν ο Αθλητικός Σύλλογος Πόντου στη Μερτζιφούντα[91]. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρήθηκε και σε όλες τις ελληνικές κοινότητες της Ρωσίας. Ο κύριος στόχος των οργανώσεων αυτών ήταν η δημιουργία ανεξάρτητης Ελληνικής Δημοκρατίας στον Πόντο. Εμφανίστηκε επίσης και μια μικρή ομάδα ενωτικών. Αυτών δηλαδή που υποστήριζαν την ένωση του Πόντου με την Ελλάδα. Οι αντικειμενικές όμως συνθήκες, όπως η μεγάλη απόσταση από τον ελλαδικό χώρο, δεν ευνόησαν την τάση αυτή. O χαρακτηριστικότερος εκπρόσωπός της ήταν ο εκδότης της εφημερίδας Εποχή στην Τραπεζούντα, ο οποίος εκτελέστηκε το 1921 στην Αμάσεια. Όταν ο πρόεδρος του τουρκικού “Δικαστηρίου Ανεξαρτησίας” απήγγειλε την θανατική καταδίκη στον Καπετανίδη γιατί ήταν μέλος του αυτονομιστικού κινήματος του Πόντου, εκείνος απάντησε ότι δεν ήταν υπέρ της ανεξαρτησίας του Πόντου, αλλά υπέρ της ένωσής του με την Ελλάδα[92].

Τον Ιούλιο του 1918 συγκλήθηκε στο Μπακού συνέδριο εκπροσώπων του ελληνισμού από τη νότια Ρωσία, Υπερκαυκασία και Πόντο. Διακήρυξε την ανεξαρτησία του Πόντου και εξέλεξε επταμελές συμβούλιο, κάτω από τη διοίκηση του οποίου μπήκαν όλα τα ποντιακά σωματεία[93]. Το Νοέμβριο του 1918 συνήλθε στο Παρίσι η μεγάλη διάσκεψη των ποντιακών οργανώσεων. Αποφασίστηκε η οργάνωση των Ελλήνων του Πόντου. Στάλθηκε στις συμμαχικές κυβερνήσεις υπόμνημα με το οποίο ζητήθηκε η ανεξαρτησία του Πόντου για τους Έλληνες κατοίκους του, χριστιανούς και μουσουλμάνους. Ο μητροπολίτης Χρύσανθος, εκπροσωπώντας τις ποντιακές οργανώσεις, παρενέβη στη Συνδιάσκεψη Ειρήνης και ζήτησε την ίδρυση του Αυτόνομου Ελληνικού Κράτους του Πόντου. Eνδιαφέρον παρουσίαζαν οι επαφές του Χρύσανθου με τους ηγέτες των χωρών της Αντάντ. Ο Αμερικανός πρόεδρος Ουίλσον δήλωσε ότι “Ο Πόντος πρέπει να γίνει ανεξάρτητο κράτος.”[94] Όμως η πραγματική αμερικανική πρόθεση ήταν να διατηρηθεί η ακεραιότητα της Τουρκίας. Γι’ αυτό ακολουθήθηκε ουδέτερη πολιτική, η οποία σε μερικές περιπτώσεις –όπως η έκδοση στις κεμαλικές αρχές Ποντίων ανταρτών που είχαν καταφύγει σε αμερικανικά πλοία που ναυλοχούσαν στο λιμάνι της Σαμψούντας, καθώς και η ανοχή της σφαγής στη Σμύρνη – παραβιάστηκε προς όφελος των Τούρκων εθνικιστών.

Παράλληλα ιδρύθηκε το Σύνταγμα Ποντίων, στα πλαίσια του ελληνικού στρατού, με στόχο την αποστολή του στον Πόντο, όταν θα επέτρεπαν οι συνθήκες[95]. Όπως πληροφορούμαστε από μια έκθεση του συντ/ρχη Δ. Καθενιώτη προς τους ηγέτες των Ποντίων: “Τη επιμόνω αιτήσει σας, επετράπη στρατολογία εν Ελλάδι Ποντίων και κατηρτίσθησαν δύο Τάγματα και μία Πυροβολαρχία.”[96] Την περίοδο αυτή ο Βενιζέλος φαίνεται να αποδέχεται τις πολιτικές προτάσεις των Ποντίων, καθώς και την αποστολή μικρού αριθμού αξιωματικών στον Πόντο με στόχο την οργάνωση μικρής στρατιωτικής δύναμης, η οποία θα αποτελούσε τον πυρήνα του μελλοντικού ποντιακού στρατού. Ο στρατός αυτός θα υποστήριζε τις εθνικές διεκδικήσεις των Ποντίων για δημιουργία ανεξάρτητου κράτους. Ο Βενιζέλος εξουσιοδότησε το συνταγματάρχη Καθενιώτη να οργανώσει την αποστολή αυτή, με τη χρησιμοποίηση 20 αξιωματικών ποντιακής καταγωγής του ελληνικού στρατού. Πάντως, στην απόφαση αυτή του Βενιζέλου είναι ορατή η αποστασιοποίησή του από το ποντιακό ζήτημα, το οποίο δεν το ενέτασσε στα ευρύτερα εθνικά σχέδια[97].

Τον Ιανουάριο του 1919 συνήλθε στην Τιφλίδα η Γ’ Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων. Τα ζητήματα που απασχόλησαν τη συνέλευση ήταν το προσφυγικό των Ελλήνων του Καυκάσου, η εθνικοποίηση των σχολείων της Τσάλκας και η αποστολή επιτροπής στην ελληνική κυβέρνηση. Παράλληλα δημιουργήθηκε το Εθνικό Συμβούλιο των Ελλήνων της Αρμε­νίας[98]. Τον ίδιο μήνα οι ελληνικές οργανώσεις της μαυροθαλασσίτικης παραλίας και της νότιας Ρωσίας συγκάλεσαν Γενική Συνέλευση, από την οποία εκλέχθηκε το Εθνικό Συμβούλιο του Πόντου[99]. Το Εθνικό Συμβούλιο αποφάσισε την έκδοση της εφημερίδας Ελεύθερος Πόντος στο τυπογραφείο της εφημερίδας Αργοναύτης. Η μεγαλύτερη ελληνική οργάνωση της παραλίας ήταν αυτή του Βατούμι. Ακολουθούσε η οργάνωση του Αικατερινοντάρ (σήμερα Κρασνοντάρ), η οποία ήταν και η παλιότερη[100]. Στις 23 Ιουνίου 1919 έλαβε χώρα, στο κατεχόμενο από τους Βρετανούς Βατούμι, η πρώτη συγκέντρωση του Διαρκούς Γενικού Συμβουλίου των Ποντίων Ελλήνων, το οποίο εξέλεξε το Εθνικό Συμβούλιο του Πόντου. Έντυπο όργανο του Συμβουλίου ήταν η εφημερίδα Ελεύθερος Πόντος, η οποία εκδόθηκε στο τυπογραφείο της εφημερίδας Αργοναύτης[101]. Ένα χρόνο αργότερα το Συμβούλιο μετονομάσθηκε σε Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων Ποντίων, με στόχο να καταστεί κυβέρνηση εξορίας[102]. Η Εθνοσυνέλευση του Πόντου, η “Ανατολική Βουλή του Ελληνισμού” όπως αποκαλούταν, αποφάσισε ότι “το συμφέρον της πατρίδος απαιτεί την οριστικήν αναγνώρισιν της ελευθερίας του Πόντου και την δημιουργία Ελληνικού ανεξαρτήτου κράτους”[103]. Η δημιουργία της Δημοκρατίας του Πόντου θεωρήθηκε ότι θα έλυνε σε μεγάλο βαθμό και το εθνικό ζήτημα των εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων της Ρωσίας, ώστε “…να απελευθερωθούν οι 350.000 Έλληνες που βρίσκονταν εκεί και να επανέλθουν στις εστίες τους οι 500.000 των φυγάδων Ποντίων, οι οποίοι βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση και πέθαιναν στη νότια Ρωσία και στον Καύκασο, καταδιωκόμενοι από τους μπολσεβίκους” και αδυνατούσαν να επανέλθουν στον Πόντο από το φόβο των Τούρκων[104]. Η επαναστατική κίνηση των Ελλήνων προσφύγων που βρίσκονταν στη Ρωσία δεν πέρασε απαρατήρητη στους Τούς Τούρκους. Σε μια από τις ομιλίες του, ο Κεμάλ Ατατούρκ πληροφορούσε τους ακροατές του ότι στις παραλίες του Καυκάσου συγκεντρώθηκαν «μερικές χιλιάδες Ελλήνων» με στόχο να ενταχθούν στο αντάρτικο κίνημα και να αποβιβαστούν στη Σαμψούντα. «Αρχηγός τους ήταν κάποιος Χαράλαμπος». Πιθανότατα ο Κεμάλ να ανφέρεται σε έναν Πόντιο οπλαρχηγό που έδρασε στην περιοχή του Σοχούμι και ονομαζόταν Χαράλαμπος Παπαδόπουλος[105]. Όμως την ίδια εποχή οι σοβιετικοί που είχαν επιλέξει ως στρατηγικό σύμμαχο στην περιοχή το εθνικιστικό τουρκικό κίνημα, αντιμετώπισαν την προσπάθεια των Ελλήνων του Πόντου για αυτοδιάθεση ως “εξέγερση, η οποία προετοιμάσθηκε σύμφωνα με τα σχέδια των διαφωτιστών και πρακτόρων της Κωνσταντινούπολης και της Αθήνας με το φανατικό σύνθημα της δημιουργίας Ποντιακού Ελληνικού Κράτους…”[106]

Απελευθέρωση της Ιωνίας και της Ανατολικής Θράκης

Οι σύμμαχοι θεωρούσαν ότι με τη συμμετοχή της στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Τουρκία πρόδωσε τις δυτικές δυνάμεις, οι οποίες για μισό και πλέον αιώνα τη βοήθησαν να αντισταθεί στη ρωσική πίεση. Επιβραβεύοντας την Ελλάδα για τη στάση της στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και για τη συμμετοχή της στην αντιμπολσεβικική εκστρατεία της Ουκρανίας, επέτρεψαν στον ελληνικό στρατό να μεταβεί στη Σμύρνη ως εντολοδόχος των συμμαχικών δυνάμεων[107]. Στις 15 Μαΐου 1919 (2 Μαΐου με το νέο ημερολόγιο) τα ελληνικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στη Σμύρνη. Η Σμύρνη ήταν μια πόλη μεγαλύτερη από την Αθήνα, με μεγαλύτερη βιομηχανική υποδομή. Ο ελληνικός της χαρακτήρας ήταν αδιαμφισβήτητος και από τους ίδιους τους Τούρκους, οι οποίοι την αποκαλούσαν “Γκιαβούρ Ιζμίρ”, δηλαδή “Σμύρνη των απίστων.” Συνείδηση σε όλο τον κόσμο ήταν ότι τα παράλια της Μικράς Ασίας αποτελούν τη “Γκρέτσια Ιρεντέντα”, την “Αλύτρωτη Ελλάδα.”[108] Η εντολή για τη Σμύρνη και η οργάνωση της ελληνικής παρουσίας εκεί, καθώς και της Μικρασιατικής Ελλάδας, όπως αποκαλούσαν τις αλύτρωτες περιοχές, ήταν η μεγάλη πρόκληση για την ελληνική πολιτική ηγεσία.

Τέσσερις μέρες μετά την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη, οι κάτοικοι της Μαγνησίας ζητούσαν την επέκταση της ελληνικής κατοχής και την κατάληψη της πόλης τους από τον ελληνικό στρατό. Οι Έλληνες της Ιωνίας εξέφρασαν τις απελευθερωτικές τους διαθέσεις με τη δημιουργία μικρασιατικών μονάδων, οι οποίες εντάχθηκαν και πολεμούσαν με τον ελληνικό στρατό[109].

Το κεμαλικό κίνημα

Στις 19 Μαΐου 1919, ο αξιωματικός του οθωμανικού στρατού Κεμάλ Πασά, ο οποίος αργότερα θα μετονομασθεί Ατατούρκ (δηλαδή πατέρας των Τούρκων), αποβιβάστηκε, με την υποστήριξη των Βρετανών, στη Σαμψούντα για να επιβάλλει την τάξη στην περιοχή[110]. Παρότι στάλθηκε στην περιοχή για να προστατεύσει τους πληθυσμούς που είχαν υποφέρει από τη βία, κύριο μέλημά του υπήρξε η καταστολή του ποντιακού αντάρτικου. Σε τηλεγράφημά του στο διοικητή του 15ου Σώματος του Ερζερούμ έγραφε ότι η κατάσταση στη Σαμψούντα ήταν τόσο ανησυχητική (σ.τ.σ. λόγω του ποντιακού αντάρτικου), που θα μπορούσε να έχει θλιβερές συνέπειες. Τηλεγράφησε ότι για την αντιμετώπιση του προβλήματος θα παρέμενε εκεί[111]. Ο Κεμάλ σύντομα αυτονομήθηκε από την κεντρική οθωμανική εξουσία και άρχισε τη συγκρότηση ενός εθνικιστικού τουρκικού κινήματος, εκμεταλλευόμενος πολύ έξυπνα τα θρησκευτικά αισθήματα των μουσουλμανικών εθνών. Οι ιδεολογικές του κατευθύνσεις ήταν διαφορετικές και από τους Οθωμανούς και από τους παντουρκιστές. Ο Κεμάλ δεν ανεχόταν την ύπαρξη μιας πολυενικής χώρας, ούτε όμως και την παντουρκιστική φαντασίωση. Στόχευε στη μετατροπή της Μικράς Ασίας σε τουρκική πατρίδα, όπου δεν θα υπήρχε χώρος για καμιά άλλη εθνική εκδοχή[112]. Για το ιδεολογικό εγχείρημα του κεμαλισμού, έχει ενδιαφέρον να παρακολουθηθεί η έννοια “πατρίδα” και ο όρος που την εξέφραζε. Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα δεν υπήρχε λέξη που να σημαίνει πατρίδα με τη δυτική έννοια του όρου. Σε χρήση βρίσκονταν δύο αραβικές λέξεις, η vatan, που σήμαινε ο τόπος γέννησης και η λέξη millet, που δήλωνε τη θρησκευτική κοινότητα. Ο κεμαλικός όρος για την πατρίδα θα γίνει πλέον η άγνωστη μέχρι τότε, τουρκική λέξη yiurt, που σημαίνει το αντίσκηνο των νομάδων.

Ο Κεμάλ Ατατούρκ, με τη συνεργασία ληστρικών συμμοριών, θρησκευτικών ηγετών (ουλεμάδων) και κουρδικών ομάδων που είχαν πρωτοστατήσει στη γενοκτονία των Αρμενίων, άρχισε τη συγκρότηση στρατού και εθνοσυνέλευσης, η οποία είχε ως έδρα τη Σεβάστεια. Ο Τούρκος ιστορικός Τανέρ Ακσάμ (Tαner Aksam) υποστηρίζει ότι η κοινωνική και ιδεολογική βάση του κινήματός του Κεμάλ διαμορφώθηκε από την κοινή εμπειρία ομάδων και ατόμων, που είχαν συμμετάσχει στο έγκλημα της γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών κατά τη διάρκεια του Πολέμου[113].

Στα καθήκοντα αυτού του κεμαλικού στρατού συμπεριλαμβανόταν η εξόντωση των Ελλήνων ανταρτών του Πόντου και η καταστολή της κουρδικής εξέγερσης στο Κοτς Γκρι, ανάμεσα στη Σεβάστεια και στο Ερζιγκιάν. Δύο στρατιές του στρατού αυτού επιφορτίστηκαν με την αντιμετώπιση των Ποντίων ανταρτών[114]. Το κεμαλικό κίνημα χαρακτηριζόταν από ένα φανατικό, επιθετικό και επεκτατικό εθνικισμό. Ο Κεμάλ ήταν ο εκφραστής της οθωμανικής γραφειοκρατίας και των στρατοκρατών, οι οποίοι διαφωνούσαν με την επίλυση του εθνικού προβλήματος με βάση τα δικαιώματα των εθνοτήτων[115]. Τα χαρακτηριστικά του κεμαλικού κιν­ήματος ήταν η τυραννία και η εκμετάλλευση. Ο φιλοναζισμός και άλλες αντίστοιχες ιδεολογίες υπήρξαν η νομοτέλεια του κεμαλισμού[116].

Η μεγαλύτερη πολιτική επιτυχία του Κεμάλ υπήρξε η προσέγγιση με τους σοβιετικούς. Οι κοινοί αντίπαλοι, που ήταν οι δυτικές χώρες, συνδυασμένες με τις θετικές εκτιμήσεις του Λένιν για τους νεότουρκους, οδήγησαν στη σωτήρια για τους κεμαλικούς συμμαχία. Οι σοβιετικοί ιστορικοί γράφουν για τη βοήθεια που δόθηκε στους Τούρκους εθνικιστές: «Πριν ακόμα υπογραφεί το (τουρκοσοβιετικό ) σύμφωνο της Μόσχας (σ.τ.σ. 26 Απριλίου 1921), η σοβιετική κυβέρνηση είχε αρχίσει να βοηθάει τον τουρκικό λαό. Αργότερα η βοήθεια αυξήθηκε και πλάτυνε, παρ’ όλο που η ίδια η Σοβιετική χώρα δοκίμαζε τεράστιες στερήσεις. Η σοβιετική κυβέρνηση, έδωσε στον τουρκικό λαό δωρεάν πάνω από 10 εκατομμύρια χρυσά ρούβλια, σημαντικές ποσότητες από όπλα, πυρομαχικά κ.λπ. Η ανιδιοτελής σοβιετική ενίσχυση βοήθησε την Τουρκία να συγκεντρώσει δυνάμεις, να οργανώσει τακτικό στρατό και να ανακόψει την επίθεση των Άγγλων και Ελλήνων εισβολέων.»[117]



[1] H. J. Psomiadis, The Eastern Question, The last phase, Θεσσαλονίκη 1968, Ι. Κ. Χασιώτης, Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις και η Οθωμανική Αυτοκρατορίαα, Θεσσαλονίκη, 1976.

[2] Γιώργος Θ. Παπαδόπουλος, Η προσφορά των Ποντίων στην επανάσταση του ΄21, εφημ. Εύξεινος Πόντος, ααριθ. 27, Απρίλιος ’99, σελ. 12.

[3] Κεντρικό άρθρο της εφημερίδας Ο Λαός, Κωνσταντινούπολη, 30 Νοεμβρίου 1908.

[4] Άλκης Ι. Παναγιωτόπουλος, “Για τη μελέτη του μικρασιατικού ελληνισμού”, περ. Διαβάζω, τόμ. 74, 27 Ιουλίου 1983, σελ. 15. Για τη διαδικασία αυτή είναι εξαιρετικά διαφωτιστική η μελέτη του Aντώνη Λιάκου: Η ιταλική ενοποίηση και η Μεγάλη Ιδέα, ό.π.

[5] Dimitris A. Zeginis, Nationalism and the reality of the nation-state: The case of Greece and Turkey in relation to the european orientation in the two countries”, Ph.D. Thesis, University of Essex, 1993, σελ. 195-203.

[6] Για τον παντουρκισμό δες το βιβλίο ενός από τους ιδεολογικούς εκπροσώπους του: Tekin Alp, Τhe turkish and pan-turkish ideal, επανέκδοση, Λονδίνο, εκδ. Liberty Press, χ.χ. Για την μελέτη του παντουρκιστικού φαινομένου δες: Jacob M. Landau, Ο παντουρκισμός. Το δόγμα του τουρκικού επεκτατισμού, Αθήνα, εκδ. Θετίλη, 1985.

[7] Paschalis Kitromilidis, ” Greek Irredentism in Asia Minor and Cyprus”, Middle Eastern Studies, τόμ.. 26, αριθ. 1, Ιανουάριος 1990, σελ. 5.

[8] Βασίλης Νότης, Εκβιομηχάνιση και οικονομική ανάπτυξη στην Τουρκία, Αθήνα, 1986, σελ. 36-37.

[9] Χάρης Τσιρκινίδης, Επιτέλους τους ξεριζώσαμε, Θεσσαλονίκη, έκδ. Παναγία Σουμελά, 1993, σελ. 71-74.

[10] Celal Bayar, Ben de yazdim. Milli mucadeleye giris, τόμ. 5, Κωνσταντινούπολη, εκδ. Baha, 1967, σελ. 1572-82.

[11] Κεντρικό άρθρο, Λαός, Κωνσταντινούπολη, 18 Ιανουαρίου 1909.

[12] Αρχείο υπ. Εξωτερικών (ΑΥΕ), Αθήνα 1917, Ανθελληνικοί εν Τουρκία διωγμοί, 3501. Ενδιαφέρον έχει η περιγραφή της κατάστασης από μια εφημερίδα της Κωσταντινούπολης :“Υπάρχουν Έλληνες, υπάρχουν Αρμένηδες, υπάρχουν Αλβανοί και Άραβες που δεν είναι Τούρκοι όσο και αν είναι Ισλάμηδες. Αυτούς όλους για να σκλαβώσετε το νουν και την ψυχή τους πρέπει να τους τουρκέψετε… Για τον καθένα έχετε ξεχωριστή μέθοδο. Αλλουνού του πειράζετε την θρησκεία, αλλουνού την γλώσς, αλλουνού τα συνήθεια. Γι’ αυτό αγωνίζεστε περισσότερο από πεντακόσια χρόνια. Ίσια ίσια για τούτο, χρόνο το χρόνο χαντακώνεστε. Οι λαοί της Αυτοκρατορίας δεν έχασαν τον εθνισμό τους πριν πέντε αιώνες μ’ όλους αυτούς τους σκλαβωμούς, μ’ όλα τα βασανιστήριά σας…” (κεντρικό άρθρο εφημ. “Λαός”, Κωνσταντινούπολη, 8 Ιανουαρίου 1909).

[13] AYE, 1911/Β/53, αριθ. 440.

[14] Ρόζα Λούξεμπουργκ, “Οι αγώνες στην Τουρκία και η σοσιαλδημοκρατία”, περ. Οι λαοί, τεύχ. 1, Μάιος 1987, σελ. 44-49, Ρόζα Λούξεμπουργκ, “Η δραστηριότητα των Γερμανών Ιμπεριαλιστών στην Τουρκία”, περ. Οι λαοί, τεύχ. 1, σελ. 61, Κώστας Παπαϊωάννου, Η ψυχρή ιδεολογία, Αθήνα, εκδ. Κομμούνα, σελ. 27.

[15] Ο Λένιν έγραφε ότι οι μπολσεβίκοι είναι “οι νεότουρκοι της σοβιετικής επανάστασης…” (Κώστας Παπαϊωάννου, Η ψυχρή ιδεολογία, χ.χ., σελ. 27.)

[16] Ρόζα Λούξεμπουργκ, “Η δραστηριότητα των Γερμανών Ιμπεριαλιστών στην Τουρκία”, ό.π., σελ. 61.

[17] Ρόζα Λούξεμπουργκ, ό.π.

[18] Κωσταντίνος Φωτιάδης, Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, Αθήνα, εκδ. Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, 2004, σελ. 109.

[19] Χάρης Τσιρκινίδης, ό.π., σελ. 93.

[20] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο. Διπλωματικά Έγγραφα από τη Βιέννη (1909-1918), Θεσσαλονίκη, έκδ. Εύξεινος Λέσχη Θεσσαλονίκης, 1995, σελ. 7.

[21] Θανάσης Μπράβος, «Ελληνισμός και (νέο)τουρκική αντίληψη περί μειονοτήτων, 1912-22. Γενοκτονία ή ένα ανάρμοστο δίλημμα», περ. Μικρασιατικά Χρονικά, 2005.

[22] J. McCarthy, Muslims and minorities. The population of Ottoman Anatolia and the Empire, Νέα Υόρκη, εκδ. New York University Press, 1983, σελ. 97.

[23] Douglas Dakin, The unification of Greece 1770-1923, Λονδίνο, εκδ. Ernest Benn Limited 1972. Στα ελλην. Εκδόθηκε με τον τίτλο: Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923, από τις εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, 1982.

[24] A. Alexandris, “The Greek Census of Anatolia and Thrace (1910-1912): A constribution to ottoman historical demography”, Ottoman Greeks in the age nationalism:Politics, economy and society in the nineteeth century, Πρίνστον, εκδ. D. Gontikas-Ch. Issawi, 1999, σελ. 45-76, Θανάσης Μπράβος, ό.π.

[25] http//www.busim.ee.boun.edu.tr/~esme/gr/table.html

[26] Θάνος Βερέμης, “Αρχή δεινών μεγάλων», εφημ. Καθημερινή, 20 Μαϊου 1920.

[27] Erik J. Zurcher, Σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας, Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2004, σελ. 159.

[28] Οικουμενικό Πατριαρχείο, Μαύρη Βίβλος, Κωνσταντινούπολη, έκδ. Πατριαρχικό Τυπογραφείο, 1919, σελ. 54.

[29] Μ. Ροδάς, Πώς η Γερμανία κατέστρεψε τον Ελληνισμό της Τουρκίας, Αθήνα, εκδ. Παρουσία, 1978, σελ. 24.

[30] Franz Kohler, ό.π.

[31] Γαλλικό Γενικό Επιτελείο/2ο επιτ. Γραφείο/1-10-1918, αναφ. Χ. Τσιρκινίδης, ό.π., σελ. 93.

[32] Hamit Bozarslan, Ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας, Αθήνα, εκδ. Σαββάλας, 2004, σελ. 33.

[33] Taner Aksam, Turk Ulusal Kimligi ve Ermeni Sorunu, Κωνσταντινούπολη, εκδ. Iletisim, 1992, σελ. 175-176.

[34] Erik J. Zurcher, ό.π., σελ. 173.

[35] Hamit Bozarslan, ό.π..

[36] Hamit Bozarslan, ό.π., σελ. 31.

[37] Στάθης Χριστοφορίδης, “Τ’ ομμάτια μουν το είδαν: Τ’ Αρμενοπούλια”, περ. Ποντιακή Ηχώ, τεύχ. 18, εκδ. Αδελφότητος Ποντίων ‘Παναγία Γουμερά’, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1985 σελ. 17- 23.

[38] Για τις μορφές αυτές των διώξεων βλ. στις αναμνήσεις του Γερμανού Καραβαγγέλη, ο οποίος από το 1908 είχε αναλάβει μητροπολίτης Αμασείας: Αντιγόνη Μπέλλου-Θρεψιάδη, Μορφές Μακεδονομάχων και τα Ποντιακά, Αθήνα, 1992.

[39] Οι διαπιστώσεις αυτές έγιναν στις 4 Σεπτεμβρίου 1917 από το 2ο Γραφείο του γαλλικού Γενικού Επιτελείου Στρατού (Χάρης Τσιρκινίδης, ό.π.)

[40] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου (1908-1918), ό.π., σελ. 11. Το σύνολο των διπλωματικών εγγράφων από τη Βιέννη και το Βερολίνο που αφορούν στη γενοκτονία των Ποντίων μέχρι το 1918 δημοσιεύτηκαν στο: Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο. Διπλωματικά Έγγραφα από τη Βιέννη (1909-1918), Θεσσαλονίκη, έκδ. Εύξεινος Λέσχη Θεσσαλονίκης, 1995.

[41] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, ό.π., σελ. 140.

[42] ις τεχνικές αυτές εξόντωσης τις καταγγέλλει η Κεντρική Επιτροπή των Ποντίων το 1919 (ΑΥΕ, ΚΥ, ΥΑΚ 1919/Α/4α, Μιχ. Χρ. Αιλιανός, ό.π., σελ. 85-86.

[43] Χάρης Τσιρκινίδης, ό.π., σελ. 94.

[44] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, “Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου (1908-1918), βάσει των Ανεκδότων Εγγράφων και Κρατικών Αρχείων της Αυστροουγγαρίας”, ό.π., σελ. 13.

[45] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο. Διπλωματικά Έγγραφα από τη Βιέννη (1909-1918), ό.π., σελ. 161.

[46] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, “Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου (1908-1918), βάσει των Ανεκδότων Εγγράφων και Κρατικών Αρχείων της Αυστροουγγαρίας”, ό.π.

[47] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, Γενοκτονία στον Εύξεινο Πόντο. Διπλωματικά Έγγραφα από τη Βιέννη (1909-1918), ό.π., σελ. 158.

[48] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, ό.π., σελ. 139-140.

[49] Πολυχρόνης Κ. Ενεπεκίδης, ό.π., σελ. 115.

[50] Ριζούντιος, “Τα γεγονότα της Ριζούντος”, εφ. Ελεύθερος Πόντος, Βατούμι, αριθ. 4, 26 Ιουνίου 1919, Μιχ. Χρ. Αιλιανός, ό.π., σελ. 85-86.

[51] Ν. G. Volkof, Kavkaski ethnografitseski sbornik, Μόσχα, εκδ. Νάουκα, 1969, σελ. 9.

[52] ΑΥΕ, ΚΥ, ΥΑΚ 1919/Α/4α

[53] Rene Paux, Deportation et Repatriement Grecs en Turquie, Παρίσι 1919

[54] Χρήστος Σαμουηλίδης, Το χρονικό του Καρς, Αθήνα, εκδ. Γκοβόστη, σελ. 74.

[55] Ευάγγελος Μ. Ηλιάδης, Νέος Καύκασος. Ιστορική αναδρομή, Αθήνα, 1989, σελ. 60-61.

[56] Χρήστος Σαμουηλίδης, ό.π., σελ. 74.

[57] Ευάγγελος Μ. Ηλιάδης, ό.π., σελ. 69.

[58] Χριστόφορος Τσέρτικ, Στις επάλξεις του Καρς, Λάρισα, 1985, σελ. 92, 101. Στοιχεία υπάρχουν στο Στυλιανός Β. Μαυρογένης, Το Κυβερνείον Καρς του Αντικαυκάσου, Θεσσαλονίκη, εκδ. Ευξεινος Λέσχη, 1963.

[59] Ισ. Λαυρεντίδης, “Μετοικεσία Καυκασίων 1895-1907, Αρχείον Πόντου, τόμ. 31ος, σελ. 425.

[60] Στυλιανός Β. Μαυρογένης, ό.π., σελ. 206, Γεώργιος Γρ. Γρηγοριάδης, Ο Πόντος και το Καρς, Αθήνα, 1973, σελ. 132.

[61] Χριστόφορος Τσέρτικ, ό.π., σελ. 80, 96-100.

[62] Χριστόφορος Τσέρτικ, ό.π., σελ. 100.

[63] Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, ό.π., σελ. 29.

[64] Για τα γεγονότα βλ.:Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τόμ. Η1Η2, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, Β. Ι. Λένιν, Η επαναστατική φρασεολογία, Αθήνα, εκδ. Χρόνος, 1974.

[65] Αχιλλέας Ανθεμίδης, “Οι διωγμοί των Ελλήνων είχαν εξελιχθεί σε γενοκτονία”, εφημ. Ποντιακά Νέα, Θεσσαλονίκη, 29-5-89.

[66] Edvard Karr, Boltzevitseskaya Revolioutsiya 1917-1924 (Μπολσεβικική Επανάσταση 1917-1923), τόμ. 1, Μόσχα, εκδ. Ρrogress, 1990, σελ. 451.

[67] Aλέξης Αλεξανδρής, ό.π., σελ. 430, Ισαάκ Λαυρεντίδης, ό.π., σελ. 24, “Aπό την ζωήν των προσφύγων”, περ. Οι Κομνηνοί, Τραπεζούντα, αριθ. 3, 18 Ιουνίου 1916, σελ. 38.

[68] Σάββας Ι. Κανταρτζής, Νίκη χωρίς ρομφαία, Κατερίνη, 1976, σελ. 533.

[69] Αρχείο ΚΜΣ, μαρτυρία Αναστάσιου Παπαδόπουλου, 20-2-63.

[70] Ισαάκ Λαυρεντίδης , ό.π., σελ. 24.

[71] Θεολόγος Παναγιωτίδης, ό.π., σελ. 24.

[72] ΑΥΕ, 1919, Α/5/VI, A/VI.

[73] ΑΥΕ, 1919, Α/5/VI.

[74] “Εκκλησις της αρμενικής Βουλής προς τας Βουλάς των Δυνάμεων”, εφημ. Ελεύθερος Πόντος, αριθμ. 18, 14 Αυγούστου 1919 σελ. 2.

[75] Αλέξης Αλεξανδρής, ό.π., σελ. 465. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. ΙΕ, σελ. 112.

[76] (“Nicholas Cheimonas”, Greek Painting 1832-1922, Αθήνα, εκδ. National Bank of Greece, χ.χ., σελ. 41.)

[77] Θεολόγος Γ. Παναγιωτίδης, ό.π., σελ. 24.

[78] ΑΥΕ, 1919, Α/5/ΧΙΙ Πόντος, αριθ. πρ. 223.

[79] ΑΥΕ, 1919, Α/5/ΧΙΙ Πόντος, αριθ. πρ. 1560.

[80] ΑΥΕ, 1919, Α/5/ΧΙΙ Πόντος, αριθ. πρ. 643.

[81] aul Dumont, Mustafa Kemal, Βρυξέλλες, εκδ. Edition Complexe, 1983,σ. 19-21.

[82] Διαμαντής Λαζαρίδης, “Ο οπλαρχηγός Σάββας Ι. Παπαδόπουλος (Χατζίκας Τάραλης)”, Αρχείον Πόντου, τομ. 45, σελ. 66-78.

[83] Paul Dumont, ό.π., σελ. 21.

[84] Χάρης Τσιρκινίδης, Επιτέλους τους ξεριζώσαμε, Θεσσαλονίκη, εκδ. Παναγία Σουμελά,1993, σελ. 108-109.

[85] Χάρης Τσιρκινίδης, ό.π., σελ. 111.

[86] Μιχ. Χρ. Αιλιανός, ό.π., σελ. 85-90.

[87] Μιχ. Χρ. Αιλιανός, ό.π., σελ. 85-90.

[88] K. Γ. Κωνσταντινίδης, Πραγματεία περί Πόντου, Αθήνα, εκδ. Διονυσίου Νότη Καραβία, χ.χ., 19.

[89] Οδ. Λαμψίδης, “Τρία σημεία της Δημοκρατίας του Πόντου”, Αρχείον Πόντου, τόμ. 40, σελ. 243.

[90] Ελευθέριος Παυλίδης, ό.π., σελ. 95.

[91] Αλέξης Aλεξανδρής, “Η ανάπτυξη του εθνικού πνεύματος των Ελλήνων του Πόντου 1918-1922: Ελληνική εξωτερική πολιτική και τουρκική αντίδραση”, Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, επιμ. Θάνου Βερέμη και Οδυσσέα Δημητρακόπουλου, Αθήνα, εκδ. Φιλιππότη, 1980, σελ. 432.

[92] “Νίκος Καπετανίδης”, εφημ. Δεσμός, Θεσσαλονίκη, αριθ. 12, 1 Απριλίου 1990, σελ. 13.

[93] Αλέξης Αλεξανδρής, ό.π., σελ. 433.

[94] Αλέξης Αλεξανδρής, ό.π., σελ. 435.

[95] Οδ. Λαμψίδης, “Η προβληματική της συγγραφής της ιστορίας”, Αρχείον Πόντου, τόμ. 30, σελ. 8

[96] Δημήτριος Καθενιώτης, “Εκθεσις των ενεργειών μου σχετικώς με το ζήτημα του Πόντου”, Οι Ελληνες του Πόντου υπό τους Τούρκους (1461-1922), επιμ. Οδυσσεύς Λαμψίδης, Αθήνα, 1957, σελ. 64.

[97] ΑΥΕ, ΚΥ, 1919/Α/5VI (15)

[98] E. Παυλίδης, ό.π., σελ. 95.

[99] ΑΥΕ, ΚΥ, ΥΑΚ 1919/Α/4α

[100] Χρήστος Σαμουηλίδης , ό.π., σελ. 85.

[101] Χ. Σαμουηλίδης, ό.π., σελ. 85.

[102] Aλέξης Αλεξανδρής, ό.π., σελ. 434.

[103] “Το διαρκές γενικόν συνέδριον των Ποντίων Ελλήνων εν Βατούμ”, εφημ. Ελεύθερος Πόντος, αριθ. 3, 22 Ιουνίου 1919, σελ. 1.

[104] Νέα Ελλάς, “Ελληνικά Δίκαια”, εφημ. Ελεύθερος Πόντος, αριθ. 106, 15 Ιουλίου 1920, σελ. 1.

[105] Κεμάλ Ατατούρκ, Ομιλίες, μετ. Σ. Σολταρίδης, Αθήνα, εκδ. Λιβάνη, 1995, σελ. 202-203.

[106] S. I. Aralov, V Vaspaminania Sovietskoge Diplomat, Μόσχα, εκδ. Institute Nezntounarontnih Atnazeni, 1930, σελ. 37.

[107] Για τα μικρασιατικά βλ.: Χρ. Αγγελομάτης, Χρονικόν της μεγάλης τραγωδίας, Αθήνα, εκδ. Εστία, 1971.

[108] Μ. Morgentau, Τα μυστικά του Βόσπορου, Αθήνα, εκδ. Τροχαλία, σελ. 59, Τάσος Βουρνάς, Η Μικρασιατική Καταστροφή και το ξερίζωμα του Ελληνισμού, Αθήνα, εκδ. Τολίδη, χ.χ., σελ. 8.

[109] Εφη Αλλαμανή-Κρίστα Παναγιωτοπούλου, “Η συμμαχική εντολή για την κατάληψη της Σμύρνης και η δραστηριοποίηση της ελληνικής ηγεσίας”, Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, ό.π., σελ. 135.

[110] Από τον πρόλογο του Ν. Σαρρή στο: Omer Asan, Pontos Kulturu, Κωνσταντινούπολη, εκδ. Belge Yayinlari, 1996.

[111] S. I. Αralov, V Vaspaminania Sovietskogo Diplomata, Mόσxα, εκδ. Institute Nehntounarontnih Atnazeni, σελ. 53, Ορχάν Koττά, “Κεμαλισμός και Κουρδικό κίνημα 1919-1938, περ. Λαοί, τεύχ. 1, Μάιος ’87, σελ. 65.

[112] Dimitris A. Zeginis, ό.π., σελ. 195.

[113] Hamit Bozarslan, ό.π., σελ. 33.

[114] Αλέξης Αλεξανδρής, ό.π., σελ. 457.

[115] H. G. Kireev, Istoria etatizma v Tourtsii, εκδ. Nauka, Μόσχα, 1991, σελ. 26-27.

[116] Νίκος Ψυρρούκης, Η Μικρασιατική Καταστροφή, Αθήνα, εκδ. Επικαιρότητα, 1982, σελ. 224.

[117] Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, τόμ. Η1Η2, σελ. 638.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου