«ΓΙΑΣΑΣΙΝ ΓΟΥΝΑΡΗΣ»!!!

«Γιασασίν Γούναρης»!!! ….Όψεις της συμπεριφοράς του ελληνικού κράτους απέναντι στους ‘εκ Καυκάσου’ πρόσφυγες –της περιφέρειας Θεσσαλονίκης- λίγο πριν και λίγο μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920 . Προσπάθεια προσέγγισης της περιόδου μέσα από τις στήλες των εφημερίδων «Μακεδονία» και «Εμπρός» [1]

Εισαγωγή

Μετά την αρνητική στάση έναντι της εγκατάστασης των Καυκάσιων στην Μακεδονία από το Βενιζέλο, λόγω παρεμβάσεων Χρύσανθου Τραπεζούντας και ΓΔΜ Αδοσίδη[2], η στάση Βενιζέλου θα αλλάξει και μετά από επανειλημμένες συνεργασίες Βενιζέλου-Αδοσίδη θα αποφασιστεί η εγκατάσταση 40.000 Καυκασίων στη Μακεδονία[3].

Συνεργασίες και συσκέψεις για την εγκατάσταση Καυκασίων στη Μακεδονία

Συζητήσεις και αποφάσεις για την εγκατάσταση των Καυκάσιων στη Μακεδονία θα έχουμε καθόλο το καλοκαίρι του 1920. Έτσι από την εφ. «Εμπρός», μαθαίνουμε πως στις 2/6/1920 ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας Αδοσίδης «συνειργάσθη μετά του κ. υπουργού της Συγκοινωνίας. Η συνεργασία αύτη περιεστράφη εις το ζήτημα της εγκαταστάσεως των προσφύγων Καυκασίων εις την Μακεδονίαν. Οι Καυκάσιοι θα εγκατασταθούν παρά τα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα, όπου υπάρχουν γαίαι του Δημοσίου τας οποίας θα καλλιεργήσουν. Ελήφθη επίσης η απόφασις όπως κατασκευασθούν οικίσκοι με εν μόνον δωμάτιον, οι οποίοι θα παραχωρηθούν εις τους πρόσφυγας Καυκασίους, οίτινες θα δύνανται αργ’οτερον να προσθέσουν όσα δωμάτια αναγκαιούν εις αυτούς. Επί του παρόντος θα εγκατασταθούν 10 χιλ. Καυκάσιοι. Ο ολικός αριθμός των Καυκασίων οι οποίοι θα εγκατασταθούν εις την Μακεδονίαν θα φθάση τας 50 χιλιάδας»[4].

Επίσης από τη «Μακεδονία» της 4/6/1920(σελ.1) πληροφορούμαστε για σύσκεψη(και λήψη σχετικών αποφάσεων) που έγινε στην Αθήνα «δια την εγκατάστασιν των εκ Καυκάσου προσφύγων εις Μακεδονίαν». Στη σύσκεψη αυτή προσήλθαν οι κ.κ. Ρέπουλης, Νεγρεπόντης, Καφαντάρης, Παπαναστασίου, Αδοσίδης, Ρέντης και εκ μέρους του υπουργού του Επισιτισμού ο Καζαντζάκης.

Λίγες μέρες μετά (6/6/1920) ο υπουργός Συγκοινωνιών κ. Παπαναστασίου και ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας αναχωρούν για Θεσσαλονίκη. «Ο Παπαναστασίου θα παραμείνη εις την πόλιν μας επί ολίγας ημέρας, ίνα ασχοληθή με τα ζητήματα τα αφορώντα την ανοικοδόμησιν, ως και τον εποικισμόν των Καυκασίων προσφύγων»[5].

Στις 7/6/1920 ο Αδοσίδης θα ενημερώσει τους δημοσιογράφους πως σκοπός του ταξιδιού του στην Αθήνα ήταν «ο διακανονισμός της εγκαταστάσεως και περιθάλψεως των Καυκασίων προσφύγων» και διευκρίνισε ότι αυτός ήταν και ο σκοπός της επίσκεψης του Παπαναστασίου στη Θεσσαλονίκη. Ο υπουργός Συγκοινωνιών κ. Παπαναστασίου δήλωσε στην εφημερίδα «Μακεδονία» :

«Εδόθη πλήρης δικαιοδοσία εις τον κ. Αδοσίδην, εκ μέρους της Κυβερνήσεως δια τον διακανονισμόν του ζητήματος τούτου. Οι υπουργοί Περιθάλψεως, Γεωργίας και εγώ μεταβιβάσαμεν τα δικαιώματά μας εις τον κ. Γεν. Διοικητήν εις τρόπον ώστε η συνδρομή, η οποία θα παρασχεθή εις τους εκ Καυκάσου πρόσφυγας να είναι σύντομος, ευρεία και αποτελεσματική. Εις την διάθεσιν του Γενικού διοικητού ετέθη η υπηρεσία ανοικοδομήσεως Ανατολικής Μακεδονίας, η οποία θα κανονίση τα της εγκαταστάσεώς των εις διάφορα μέρη της Μακεδονίας. Η εγκατάστασις αύτη θα είνε μόνιμος. Θα χορηγηθούν εις αυτούς γαίαι προς καλλιέργειαν, θα ανοικοδομηθούν δε οικίσκοι, εις τους οποίους θα εγκατασταθούν. Εις εκάστην οικογένειαν θα αναλογή εν ανεξάρτητον διαμέρισμα, εκτάσεως 30 τετραγωνικών μέτρων. Εννοείται, ότι θα έχουν ούτοι το δικαίωμα, μετά παρέλευσιν χρονικού τινός διαστήματος να ιδρύσουν, εφ όσον θα δυνηθούν, οικήματα ευρύτερα. Η κυβέρνησις είναι διατεθιμένη να παράσχη προς αυτούς πάσαν βοήθειαν, ηθικήν και υλικήν. Προς τον σκοπόν τούτον εχορηγήθησαν πιστώσεις εις την Γενικ. Διοίκησιν περίπου 8 εκατομμυρίων, εν ανάγκη δε θα χορηγηθούν και νέαι τοιαύται»[6]. Επιστρέφοντας στην Αθήνα ο Παπαναστασίου(9/6/1920) θα ανακοινώσει στους δημοσιογράφους ότι «το ταξείδιόν του αφεώρα την στέγασιν των προσφύγων της Αν. Μακεδονίας και των Καυκασίων». Και πως «προς τούτο ήρχισαν ήδη πρόχειροι συνοικισμοί»[7].

Στις 9/6/1920, υπό την προεδρία του Αδοσίδη, θα γίνει σύσκεψη όπου και θα τεθούν οι βάσεις για την εγκατάσταση των Καυκασίων προσφύγων. Στη σύσκεψη αυτή θα συμμετάσχουν οι κ.κ. Καζαντζάκης, τμηματάρχης του υπουργείου Περιθάλψεως, Λευθερώτης, διευθυντής της Ανοικοδομήσεως, Κοπανάρης της Δημοσίας Υγείας, Καραμήτρος, διευθυντής του Διοικητικού, Δελαδεμέστιχας, Νομοαρχιτέκτων και ο διευθυντής του Εποικισμού Αμβράσογλου. Σύμφωνα με την εφ. «Μακεδονία»[8]:

«Κατά την σύσκεψιν ταύτην απεφασίσθη η ίδρυσις 30-40 συνοικισμών εις διάφορα μέρη της Μακεδονίας, εκ των οποίων εκτέσθησαν ήδη 5 εις την περιφέρειαν Δοϊράνης. Κατά τας υπαρχούσας πληροφορίας, οι Καυκάσιοι πρόσφυγες, οι οποίοι θα στεγασθούν εν Μακεδονία ανέρχονται εις 30 περίπου χιλιάδας. Δια την ταχυτέραν διεξαγωγήν του έργου της εγκαταστάσεως των εν λόγω προσφύγων απεφασίσθη, όπως η ανοικοδόμησις των οικίσκων γίνη αφ’ ενός μεν δια των μηχανικών της Ανοικοδομήσεως, αφ’ ετέρου δε να χορηγηθούν εις τους πρόσφυγας τα αναγκαία υλικά δια να αναγείρουν ούτοι τους οικίσκους των επί τη βάσει των σχεδίων τα οποία θα καταρτισθούν υπό δημοσίων μηχανικών. Η επιτροπή θα συνέλθη εκ νέου το προσεχές Σάββατον».

Στις 10/6/1920 θα αναχωρήσει σιδηροδρομικώς για Ξάνθη ο Ν. Καζαντζάκης «όπως εγκαταστήσει εις την περιφέρειαν αυτής χιλίους ομογενείς εκ Καυκάσου, ειδικούς εις την καλλιέργειαν των καπνών». Την ίδια μέρα 1.000 Καυκάσιοι απέπλευσαν από το Λιμάνι της Θεσσαλονίκης για Δεδέαγατς , όπου «θα κατανεμηθούν δια γεωργικάς εργασίας εις διάφορα σημεία της δυτικής Θράκης» ενώ την ίδια μέρα (10/6/1920) κατέπλευσε και το ελληνικό υπερωκεάνιο «Αργώ», που μετέφερε 3.000 ομογενείς από το Σουχούμ του Καυκάσου «οίτινες πρόκειται να εγκατασταθώσιν εν Μακεδονία»[9].

Και ενώ στις 13/6/1920 συνεδριάζει εκ νέου η επιτροπή για τα ζητήματα των εκ Καυκάσου προσφύγων, η εφ. «Μακεδονία» , σε φύλλο της στις 14/6/1920, σελ. 2, γράφει πως πληροφορήθηκε ότι «κατόπιν νεωτέρας τηλεγραφικής διαταγής του Υπουργείου της Περιθάλψεως αναστέλλεται προσωρινώς η άφιξις νέων εκ Καυκάσου προσφύγων, καθ’ όσον άπαντα τα μέσα τα οποία θα διετίθεντο δια την μεταφοράν αυτών, θα διατεθούν δι άλλας επειγούσας μεταφοράς».

Τις μέρες εκείνες ο Καζαντζάκης βρίσκονταν στην Δυτική Θράκη όπου είχε πάει για να μελετήσει το ζήτημα «της εκεί εγκαταστάσεως των εκ Καυκάσου προσφύγων». Στις 15/6/1920 θα βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη όπου «συνειργάσθη επανειλημμένως μετά του κ. Καμπά, διευθυντού της ενταύθα υπηρεσίας Περιθάλψεως, σχετικώς με την εγκατάστασιν των εκ Καυκάσου προσφύγων ως και δια την παλινόστησιν των εναπομεινάντων προσφύγων». Το ίδιο βράδυ ο Καζαντζάκης θα αναχωρήσει για Αθήνα «όπου θα υποβάλη σχετικήν έκθεσιν εις το υπουργείον»[10].

Οι ‘εκ Καυκάσου πρόσφυγες’ φτάνουν στη Θεσσαλονίκη

Ήδη (σύμφωνα με πληροφορίες της εφημερίδας «Μακεδονία») στη Θεσσαλονίκη βρίσκονταν 18.500 Καυκάσιοι πρόσφυγες και άλλοι, περί τους 6.000 είχαν ήδη εγκατασταθεί σε μόνιμους συνοικισμούς σε διάφορα μέρη της Μακεδονίας. Στις 23/6/1920 το αμερικανικό ατμόπλοιο «Ναβασί», που είχε φέρει πάνω από 1.000 Καυκάσιους πρόσφυγες από το Βατούμ, αναχώρησε-μετά από 10ήμερη παραμονή στο λοιμοκαθαρτήριο της Μίκρας- για Δεδέαγατς .Τελικός προορισμός των προσγύγων ήταν η εγκατάστασή τους στις Φέρρες «μερίμνη και δαπάναις της Κυβερνήσεως»[11].

Νέα αποστολή 600 Καυκασίων προς Ξάνθη ετοιμάζεται από 25/6/1920, ενώ στην Κεντρική Μακεδονία συνεχίζεται, υπό την εποπτεία Άγγλων μηχανικών, η εργασία για την εκεί εγκατάσταση Καυκασίων προσφύγων «εις τρόπον ώστε μετά την εγκατάστασιν τούτων να καταστή δυνατή των εις 30 χιλιάδας περίπου ανερχομένων προσφύγων, οι οποίοι έχουν συγκεντρωθή εις Βατούμ»[12].

Η ζωή των «εγκατεστημένων»

Όμως τα νέα δεν είναι καλά για τους «εγκατεστημένους» Καυκάσιους. Μια επιστολή δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Μακεδονία» στις 30/6/1930, σελ. 1 , απευθυνόμενη προς τον κ. Αμβράσογλου, διευθυντή Επισιτισμού :

«Κ. Αμβράσογλου. Οι εις τα Συμμαχικά παραπήγματα του Βερτεκόπ εγκατεστηθέντες τη μερίμνη υμών Καυκάσιοι πρόσφυγες αποδεκατίζονται από επιδημίας. Καθημερινώς δε σημειούνται ανά 2-3 θάνατοι. Δεν φρονείτε, ότι πρέπει να αποσταλή εκεί εις υγειονομικός υπάλληλος όπως αντιληφθή ο ίδιος αυτήν την λυπηράν κατάστασιν; Σπεύσατε διότι θα είναι αργά μετ’ ολίγας ημέρας»[13].

Στις 5/7/1920, στη Δυτική Θράκη έχει ήδη πραγματοποιηθεί η εγκατάσταση ακόμα 2.500 Καυκασίων. Αυτό αναφέρεται σε τηλεγράφημα του διοικητή της Δ. Θράκης κ. Βαμβακά από Γιουμουλτζίνη προς το αρμόδιο υπουργείο. «Ήδη ο κ. Βαμβακάς φροντίζει δια την εγκατάστασιν των λοιπών προσφύγων Καυκασίων»[14].

Νέες πληροφορίες της εφημερίδας «Μακεδονία» (7/7/1920, σελ.1) αναφέρουν πως εντός της πόλεως Θεσσαλονίκης βρίσκονται απομονωμένοι περί τους 10.000 Καυκάσιοι, 25.000 έχουν εγκατασταθεί σε διάφορα μέρη της Μακεδονίας και 4.000 σε Φέρετζικ και στην γύρω περιοχή του Σουφλίου. Επίσης , σύμφωνα με πληροφορίες της εφημερίδας, περί των 30.000 Καυκασίων βρίσκονται στο Βατούμ και η άφιξής τους στην Ελλάδα «θα διαταχθή ευθέως ως συντελεσθή η εγκατάστασις των εδώ ευρισκομένων [Καυκασίων προσφύγων]. Επίσης από το φύλλο της ίδιας ημέρας πληροφορούμαστε πως εγκρίθηκε ποσό 8 εκατομμυρίων δραχμών για την εγκατάσταση στη Μακεδονία των Καυκασίων προσφύγων και από αυτά τα 3 εκατομμύρια θα διατεθούν για τους πρόσφυγες «οίτινες εισέτι ευρίσκονται εν Καυκάσω».

Νέα σύσκεψη για το ζήτημα των Καυκασίων

Στις 7/7/1920 θα γίνει νέα σύσκεψη υπό την προεδρεία του ΓΔΜ κ. Αδοσίδη, στην οποία συμμετείχαν και ο Καμπάς, διευθυντής της Περιθάλψεως, ο Αμβράσογλου, διευθυντής του Επισιτισμού, ο νομοαρχιτέκτων Δελαδέτσιμας και ο Λευτεριώτης. Θέμα της σύσκεψης η εγκατάσταση των Καυκασίων προσφύγων. Κατά τη σύσκεψη αυτή αποφασίστηκε «όπως 250 οικογένειαι εγκατασταθούν εις Κιλκίς 100 εις Γενιτσά και 300 εις την Δυτικήν Θράκην». Επίσης αποφασίστηκε «όπως εφεξής εις τους εγκαθισταμένους εις τα διάφορα μέρη Καυκασίους εξακολουθεί να παρέχεται η διατροφή μέχρις ότου κατορθώσουν να αποζήσουν εκ της εργασίας των»[15].

Ο Αδοσίδης(ΓΔΜ) θα διορίσει τριμελή επιτροπή ( Μακρής, Κοκίνης και Σιώτης ως τακτικούς και Σουλιώτη Κ. και Δ. Προβελέγγιο ως αναπληρωματικούς) για να φροντίζει για «την κανονικήν λειτουργείαν και την διαχείρησιν της Υπηρεσίας Περιθάλψεως προσφύγων και Καυκασίων»[16].

Πορεία προς τη Θράκη

Ο Κυβερνητικός Επίτροπος Δυτικής Θράκης τηλεγραφεί προς τον Γενικό Διοικητή Μακεδονίας και τον ενημερώνει πως «υπάρχει μέρος προς εγκατάστασιν 300 οικογενειών Καυκασίων προσφύγων εις τα χωρία Καγιατζίκ και Δερβετί»[17].

Για Θράκη θα αναχωρήσουν και 105 οικογένειες Καυκασίων που διέμεναν επί τετράμηνο στο Χαρμάν Κιοϊ. Σε ευχαριστήριό τους προς την Υπηρεσία Περιθάλψεως θα εξάρουν την υπέρ αυτών μέριμνα:

« ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟΝ

Οι υποφαινόμενοι αντιπρόσωποι 105 οικογενειών προσφύγων εκ Καρς και άλλων μερών του Καυκάσου, διαμείναντες εν Χαρμάν Κιοϊ επί τετράμηνον, νυν δε αναχωρούντες εις Θράκην προς εγκατάστασιν απαραίτητον ημών καθήκον θεωρούμεν, όπως εκφράσωμεν τας θερμάς ημών ευχαριστίας προς πάντας ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους του ιδρύματος δια την άκραν περιποίησιν, ης ετύχομεν παρά πάντων. Ιδιαιτέρως όμως ευχαριστούμεν τους υγειονομικούς τοιούτους, οίτινες μετά ζήλου εξαιρετικού και ενδιαφέροντος, με κίνδυνον μάλιστα της ιδίας αυτών ζωής περιέθαλψαν τους εκ διαφόρων ασθενειών και μολυσματικών ακόμη πάσχοντας εν τε τω νοσοκομείω Δουδουλάρ και εν τω νοσοκομείω των Λοιμωδών νόσων, ένθα μας παρέσχον αφειδώς την συνδρομήν των. Όλως δε εξαιρετικώς ευχαριστούμεν τον ακαταπόνητον και δραστήριον Διευθυντήν της Υγειονομικής Υπηρεσίας Θεσσαλονίκης κ. Κοπανάρην δια την άκραν αυτού αγαθότητα και υπέρ ημών μέριμναν. Όλως δε ιδιαιτέρως ευχαριστούμεν πάντα τα μέλη της Υπηρεσίας Περιθάλψεως δια την υπέρ ημών και κατά την ενταύθα διαμονήν μας και κατά την αποστολήν ημών εις Θράκην επιδειχθείσαν φροντίδα και απαράμιλλον ζήλον. Οι αντιπρόσωποι των 105 οικογενειών εκ των κοινοτήτων Σταυρουπόλεως, Τολάμ-Σορ, Μασουρτσούκ, Γιόλ-Κετσμέζ: Ιορδάνης Δ. Τερζίδης, Ευστάθιος Τ. Λαζαρίδης, Αρ. Οικονομίδης, Π. Μιχαηλίδης, Γεώργιος Παντελίδης»[18].

Εν τω μεταξύ άλλοι 1.300 Καυκάσιοι πρόσφυγες αναμένονταν να φτάσουν στη Θεσσαλονίκη , προερχόμενοι από Βατούμ, με το ατμόπλοιο «Αλέξανδρος Καλουτάς»[19]. Τέλος δε του Ιουλίου αναμένονταν άλλοι 2.500[20].

Ο Αδοσίδης στην Αθήνα

Ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας Αδοσίδης θα βρεθεί στην Αθήνα από 27/7/1920 έως 6/8/1920, όπου «συνεννοήθη μετά της Κυβερνήσεως δια διάφορα Μακεδονικά ζητήματα και ιδίως δια την εγκατάστασιν των Καυκασίων προσφύγων»[21].

Στις 3/8/1920 θα αφιχθούν στη Θεσσαλονίκη ακόμα 5.000 Καυκάσιοι πρόσφυγες , οι οποίοι θα εγκατασταθούν στο συνοικισμό του Λεμπέτ. «Η γεωργική εγκατάστασις των προσφύγων τούτων θα συντελεσθή λίαν προσεχώς»[22]. Ταυτόχρονα από τη Θεσσαλονίκη αποπλέει για Βατούμ , «προς παραλαβήν Καυκασίων προσφύγων» το ατμόπλοιο «Μπερκσάηρ»[23].

Πληροφορίες από τη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας αναφέρουν πως «μεταξύ των εν απομονώσει ευρισκομένων Καυκασίων προσφύγων από 1ης μέχρι 8ης Αυγούστου εσημειώθησαν 11 κρούσματα εξανθηματικού τύφου και 5 υποστρόφου πυρετού». Επίσης στο χωριό Κουλακιά «εσημειώθησαν τρία θανατηφόρα κρούσματα ευλογιάς»[24].

Στις 27/8/1920 πληροφορούμαστε πως «εντός της ερχομένης εβδομάδας αναμένονται έτεροι 1.500 Καυκάσιοι πρόσφυγες δια της «Εσπερίας»»[25].

Σύσκεψη 27ης Αυγούστου 1920

Νέα σύσκεψη, για το ζήτημα των Καυκάσιων προσφύγων, θα γίνει στις 27/8/1920 υπό την προεδρία του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας Αδοσίδη. Εκεί αποφασίστηκε να εγκατασταθούν, προς το παρόν, 100 οικογένειες στους επισκευασμένους στρατώνες Γενιτσών, 100 στο τσιφλίκι Μεαρίφ και 300 σε διάφορα άλλα χωριά. Δόθηκε η πληροφορία πως 9.000 Καυκάσιοι είναι συγκεντρωμένοι στο Βατούμ, 6.000 στο Νοβοροσίσκη και 12.000 στα σύνορα του Καυκάσου. Υπήρξε η πληροφορία ότι οι πρόσφυγες φέρνουν μαζί τους και κτήνη, τα οποία αντάλλαξαν με τους Αρμένιους αντί όπλων. Έτσι στη σύσκεψη αποφασίστηκε να ζητηθεί από το Υπουργείο ή από τον στρατό ή διατροφή των ζώων αυτών μέχρι να εγκατασταθούν οι κάτοχοί τους. Αποφασίστηκε περιοδεία του Γενικού Διοικητή, προς επιθεώρηση των περιοχών όπου εγκαταστάθηκαν οι Καυκάσιοι . Επίσης αποφασίστηκε να ληφθούν όλα τα κατάλληλα μέτρα «δια την αποσόβησιν ενδεχομένης πυρκαϊάς εις τους εν καλαμαριά και Χαρμάνκιοϊ απομεμονωμένους συνοικισμούς». Αγοράστηκαν σκηνές από τον Αγγλικό στρατό και χορηγήθηκαν οι αναγκαίες πιστώσεις στους υποδιοικητές για αγορά κτηνών που θα χορηγούνταν στους Καυκάσιους «άμα τη εγκαταστάσει των». Τέλος η Επιτροπή αποφάσισε να συνέρχεται τακτικά «δις της εβδομάδος»[26].

Αναφορά από την εγκατάσταση Καυκασίων στη Θράκη

Σύμφωνα με εκτενή ανταπόκριση από το Σουφλί πληροφορούμαστε πως «η εγκατάστασις των Καυκασίων εις την Δυτικήν Θράκην εξακολουθεί πυρετωδώς». Πιο αναλυτικά:

«[…] Η υπηρεσία εποικισμού καταβάλλει πάσας τας δυνατάς προσπαθείας, όπως η στέγασίς των συμπληρωθή προ της ενσκήψεως του χειμώνος. Ο Μηχανικός της Διευθύνσεως Περιθάλψεως κ. Μαγγλής, αεικίνητος δίνει οδηγίας, διαταγάς όπως τα πάντα είνε έτοιμα δια την ταχυτέραν αποπεράτωσιν του έργου, το οποίον ανέλαβε. Εις την περιφέρειά μας εγκαταστάθησαν Καυκάσιοι εις τα χωρία Μπίτικλι, Μερχαμετλή, Οσμαντζια, Γιάννουρεν, Μικρό Δερβέντι, Καγιατζίκ. Η απαιτηθησομένη οικοδομήσιμος ξυλεία προς ανέγερσιν των οικημάτων, υλοτομείται υπό την διεύθυνσιν του άνω μηχανικού εις τα δύσβατα και πλουσιώτατα εις ξυλείαν βουνά της Δαδιάς. Τα σχέδια των συνοικισμών και η ρυμοτομία οφειλόμενα εις τον κ. Μαγγλήν, παρουσιάζουν ωραίας κωμοπόλεις. Εις έκαστον συνοικισμόν, θέσιν πρωτεύουσαν, κατέχουν η εκκλησία, το σχολείον, η λέσχη ή το Θέατρον και οικήματα προς εκτροφήν κουκουλίων ή επεξεργασίαν καπνού ως και οικείαι του ιερέως και διδασκάλου. Υπό την διεύθυνσιν και εποπτείαν του όντως ακαταπόνητου μηχανικού εγένετο η ρυμοτομία, προητοιμάσθη ΄παν το απαιτούμενον υλικόν και ήρχισε η προπαρασκευαστική εργασία προς ανέγερσιν της μεν περιφερείας Σερρών 70 οικημάτων εις το χωρίον Δερέ-Ακαρού, της περιφερείας Διδυμοτείχου, 63 οικημάτων εις το χωρίον Καπουτζή της περιφερείας Καράγατς 45 οικημάτων εις το χωρίον Ταρτάρ κιοϊ. Ήρξατο δε η ανέγερσις 40 οικημάτων εις το Μπίτικλι, 60 εις το Κατήκιοϊ και 65 εις το Καρασακλή όπερ και ωνομάσθη Βενιζελοχώρι. Άπαντες οι Καυκάσιοι τροφοδετούνται τακτικώς υπό της υπηρεσίας της Περιθάλψεως. Διενεμήθησαν δε εις αυτούς αροτριώντα κτήνη και γεωργικά εργαλεία. Εντός ολίγου θα διανεμηθή και σπορά.

Δια των ληφθέντων μέτρων ελπίζεται η τελεία αποκατάστασις των εποίκων Καυκασίων εντός ελαχίστου χρονικού διαστήματος. Εκ παραλλήλου βαίνει και η ιατρική περίθαλψις. Οι αρμόδιοι ιατροί κκ Αθ. Μπρίκας και Σταύρου αγωνίζονται με αυταπάρνησιν και ζήλον δια την καταπολέμησιν των ασθενειών, αι οποίαι εμάστιζον τους Καυκασίους.

Οι κόποι των ειρημένων επιστημόνων ήρχισαν να αποδίδουν τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Οι ελώδεις πυρετοί και λοιπαί ασθένειαι, αίτινες κυριολεκτικώς εθέριζον κατά τας πρώτας ημέρας τους ως άνω αποίκους, ήρχισαν αλλούμεν να μετριάζωνται επαισθητώς, αλλαχού δε να εκλείπουν εντελώς»[27].

Το ζήτημα των Καυκασίων και οι Φιλελεύθεροι

Οι Καυκάσιοι λοιπόν είναι στο κέντρο ενδιαφέροντος των Φιλελευθέρων. Έτσι όταν ξεκινά ο προεκλογικός αγώνας (Οκτ. 1920) οι υποψήφιοι των Φιλελευθέρων γίνονται δεκτοί με ενθουσιασμό από τους Καυκάσιους καθότι στήριζαν , στον αρχηγό των Φιλελευθέρων, και «εις μόνον αυτόν», «πάσας τας ελπίδας των περί αποκαταστάσεως»[28]. Κατά τον απολογισμό του έργου των Φιλελευθέρων, στον οποίο θα προβεί ο Βενιζέλος, σε εκδήλωση στην Πάτρα, θα αναφερθεί αναλυτικά στο έργο του υπουργείου Περιθάλψεως και στα επιτεύγματά του στην εγκατάσταση και περίθαλψη των προσφύγων. Για την «παρέμβασή» του έναντι του ελληνισμού της Νοτίας Ρωσίας , αναλυτικά ανέφερε: «[…]Κύριοι, εν Νοτίω Ρωσσία ζώσιν υπέρ τας εξακοσίας χιλιάδας Ελλήνων εχόντων ακμαίαν και σήμερον την ελληνικήν συνείδησιν. Πολλοί δεν γνωρίζουν το μέγεθος της δυνάμεως αυτής της εθνικής. Και εκεί η ανάγκη της παρεμβάσεως ημών της ευεργετικής υπήρξεν ενδεδειγμένη και ουδέ το καθήκον αυτό παρημελήσαμεν. Αποτέλεσμα δε της επεμβάσεώς μας εκεί ήτο ότι 40.000 Ελλήνων εκ του Καυκάσου, άριστοι γεωργοί, μετηνάστευσαν ή προσεχώς συμπληρούν την μετανάστευσίν των εις Μακεδονίαν και Θράκην, πυκνούντες εκεί τον εκ των περιστάσεων ηρακωμένον ελληνικόν πληθυσμόν, μέλλοντες να αποτελέσωσι παράγοντα πολύτιμον της αναπτύξεως των χωρών εκείνων»[29].

Ελάχιστες μέρες πριν από τις εκλογές έφτασε στη Θεσσαλονίκη ο τμηματάρχης του υπουργείου Περιθάλψεως κ. Θεοδωρίδης, ο οποίος συναντήθηκε και ήρθε σε συνεννόηση με τις αρμόδιες υπηρεσίας σχετικά με την δυνατότητα εγκατάστασης Καυκασίων στην Ανατολική Θράκη. Ο Θεοδωρίδης θα δηλώσει στην εφημερίδα «Μακεδονία» ότι «χάρις εις την επιδεικνυομένην επί του προκειμένου μέριμναν εκ μέρους του κ. Σαχτούρη, δύναται να λεχθή ότι το ζήτημα των Καυκασίων μεταναστατών θα λυθή ταχέως και αισίως. Εις τας περιφερείας Ανδριανουπόλεως και Σαράντα Εκκλησιών θα εγκατασταθούν 50 χιλιάδες Καυκασίων»[30].

Οργάνωση των Καυκασίων

Την περίοδο εκείνη οι «εκ Καυκάσου πρόσφυγες Μακεδονίας» θα ιδρύσουν Σύλλογο για να μεριμνήσει για τα της περιθάλψεως, της εγκαταστάσεώς τους και για μια εποικοδομητική επικοινωνία με τις αρχές και την Κυβέρνηση. Αρχές Νοεμβρίου θα γίνει η Γενική Συνέλευσή τους και θα εκλεχθεί Διοικητικό Συμβούλιο αποτελούμενο από τους παρακάτω πρόσφυγες[31]:

Πρόεδρος , Δημ. Ευθυμιάδης

Αντιπρόεδρος, Μιχ. Αναστασιάδης και Παναγ. Κασκαρίδης

Γεν. Γραμματέας, Διομ. Βασιλειάδης

Σύμβουλοι, Αβραάμ Βασιλειάδης, Κωνστ. Γαβριηλίδης, Κυρ. Παπαδόπουλος, Νικόλαος Αλεξανδρίδης και Ευθύμιος Παπαδόπουλος.

Εκλογές Νοεμβρίου 1920, αλλαγή κυβέρνησης , επιστροφή Κωνσταντίνου

Την 1η Νοεμβρίου 1920, στις εκλογές, οι αντιβενιζελικοί/βασιλικοί κερδίζουν τις εκλογές παρά τις μεγάλες διπλωματικές επιτυχίες του Βενιζέλου που οδήγησαν στην «Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» και στις 22 Νοεμβρίου 1920 διεξάγεται νόθο δημοψήφισμα που εγκρίνει με 99% την επιστροφή του Κωνσταντίνου.

Στις 11/11/1920 πληροφορούμαστε πως «ανεστάλη προσωρινώς η αποστολή Καυκασίων εις την Θράκην, λόγω της συγκεντρώσεως εκεί πλείστων εξ αυτών»[32].

Η νέα κυβέρνηση και το ζήτημα των Καυκασίων

Η αλλαγή της κυβέρνησης θα οδηγήσει σε «έλλειψη» συνεννόησης Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας και Κέντρου, στο ζήτημα της περίθαλψης των Καυκασίων, που θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στην ίδια τους την ύπαρξη. Ελλείψει χρημάτων θα κοπεί και το ψωμί των Καυκασίων και αυτό θα αναγκάσει την εφημερίδα «Μακεδονία» να απευθυνθεί στη νέα διακυβέρνηση με πρωτοσέλιδο άρθρο, τίτλος του οποίου είναι: «ΣΩΣΑΤΕ ΤΟΥΣ!». Τονίζει ότι το ζήτημα των Καυκασίων δεν είναι από τα επουσιώδη.

«Η αποκατάστασις των Καυκασίων αποτελεί αυτόχρημα εθνικόν ζήτημα. Υπερέχει[…] και αυτού του ζητήματος της ανοικοδομήσεως της Θεσσαλονίκης, αφού δια της εγκαταστάσεως των Καυκασίων θα ανοικοδομηθή εν πλήρει ελληνικότητι ολόκληρος η Μακεδονία». Προτείνει δε τη συνέχιση της εγκατάστασης των Καυκασίων στη Θράκη: «Αι γαίαι που εγκατέλειψαν οι Θράκες είνε αρκεταί όπως περιλάβουν όλους τους Καυκάσιους, οίτινες σήπονται και πεινούν σήμερον και επιβαρύνουν το Κράτος, ενώ ημπορούσαν εγκαθιστάμενοι και να τραφούν και ν’ αυξήσουν την παραγωγήν».

6.000 οικογένειες Ελλήνων Καυκασίων κινδυνεύουν να εξαφανιστούν και η «Μακεδονία» φωνάζει:

«Σώσατέ τους εγκαθιστώντες αυτάς εγκαίρως. Είνε υποχρέωσις τούτο προς τους ανθρώπους αυτούς, που τους ξεσήκωσε και τους έφερεν εδώ. Υποχρέωσις προς αυτούς, αλλά και υποχρέωσις προς την Πατρίδα, ήτις τους έχει ανάγκην μεγίστην»[33].

Το ζήτημα των Καυκασίων στη δίνη της κομματικής σύγκρουσης

Όμως το θέμα των Καυκασίων θα μπει στη δίνη της κομματικής σύγκρουσης. Ο χαρακτηρισμός του εποικισμού των Καυκασίων ως έργου Βενιζελικού θα το κατατάξει στα καταδικαστέα. Επίσης η ιδιαίτερη σχέση που θα έχει ο Γούναρης με τους Οθωμανούς βουλευτές της Μακεδονίας, θα αναπτερώσει τις ελπίδες τους για έξωση των Καυκασίων από τις εκτάσεις των δικών τους ανθρώπων (φυγάδων κλπ). Έτσι πολύ σύντομα ο βουλευτής Πέλλης Χασάν μπέης, μαζί με ομοεθνείς βουλευτές και τσιφλικούχους θα κατορθώσουν να πείσουν την νέα κυβέρνηση να παύσει τον διευθυντή εποικισμού Μακεδονίας κ. Δ. Αβράσογλου, ο οποίος μάλλον συγκρούονταν με τα συμφέροντά τους[34].

Οι Καυκάσιοι λοιπόν πρόσφυγες , λόγω του εποικιστικού προγράμματος Βενιζέλου θα γίνουν στόχος των αντιβενιζελικών Οθωμανών «Γουναρικών». Το δεύτερο δεπαπενθήερο του Νοεμβρίου του 1920 «ομάς Καυκασίων έχουσα επί κεφαλής δύο ιερείς ελιθοβολήθη, προ τινών ημερών εν μέση Θεσσαλονίκη υπό των τούρκων κραυγαζόντων: Να τα σκυλιά, που ήθελε ο Βενιζέλος να εγκαταστήση στα σπίτια και στα χωράφια μας». Επίσης, την ίδια περίοδο «ελεεινοί και τρισάθλιοι ήλθον από τα Καϊλάρια πεζή 15 προσφυγικαί οικογένειαι Καυκασίων. Έφυγον προτροπάδην, διωκόμενοι από ωπλισμένα τουρκικά στίφη, τα οποία εκραύγαζον:

-Γιασασίν Γούναρης»![35]

«Η κατάστασις των Καυκασίων …αξιοθρήνητος»

Στις 3 Δεκεμβρίου 1920 η κατάσταση των Καυκασίων είναι τραγική. Επί έξι μέρες δεν τους έχει μοιραστεί ψωμί καθότι οφείλονταν στον εργολάβο 300.000 δραχμές, αυτός αρνείται να μοιράσει το ψωμί και οι Καυκάσιοι λιμοκτονούν.

«[…]η κατάστασις των 20 χιλ. Καυκασίων προσφύγων παραμένει η αυτή-αξιοθρήνητος .[…] οι Καυκάσιοι πρόσφυγες πεινώσι και λιμοκτονούν. Χθες πολλαί γυναίκες προσφύγων εθεάθησαν κλαίουσι εις τας συνοικίας ζητούσαι άρτον. Μόνο εις το Νοσκομείον των Προσφύγων κατωρθώθη να χορηγηθή ψωμί…φρίκη!..», αναφέρει η «Μακεδονία». Επίσης ένα νέο πρόβλημα δημιουργήθηκε. Στο λιμάνι έφτασαν ατμόπλοια που έφεραν 2.000 κτήνη προσφύγων. Όμως , σύμφωνα και με τη «Μακεδονία» : «Ο ανεκτίμητος αυτός πλούτος κινδυνεύει να χθή, διότι δεν υπάρχει τροφή δια τα ζώα».

Και προτρέπει η εφημερίδα: «Ο κ. Χαριτάκης [αναπληρωτής του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας] πρέπει να ξυπνήση την κυβέρνησιν η οποία αδιαφορεί»[36].

Ο Χαριτάκης θα απαντήσει με ανακοίνωσή του στις 5/12/1920. Εκεί θα παραδεχθεί κατ’ αρχάς ότι «εσχάτως διεταράχθη η κανονικότης της τροφοδοσίας των Καυκασίων προσφύγων», που οφείλονταν σε αίτια «ανώτερα των προσπαθειών και των ενταύθα αρμοδίων αρχών και της Κυβερνήσεως». Πληροφορεί ότι «ήδη η Γενική Διοίκησις προέβη εις τας αναγκαίας ενεργείας όπως αποσταλή νέα πίστωσις προς κανονικήν εξακολούθησιν της τροφοδοσίας των προσφύγων». Επίσης για τα κτήνη που προ ημερών έφεραν μαζί τους στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης οι Καυκάσιοι, δήλωσε ότι διέταξε όπως «χορηγηθή νομή εις αυτά» , απέσπασε δε και ειδικούς αξιωματικούς για την επίβλεψή τους[37].

Η «Μακεδονία» της επομένης θα δεχθεί τις εξηγήσεις που δόθηκαν από τον αναπληρωτή Γενικό Διοικητή κ. Χαριτάκη, μα θα συνεχίσει να (του) υπενθυμίζει: «[…] όλοι σχεδόν [οι Καυκάσιοι πρόσφυγες] εταλαιπωρήθησαν επί πολύν χρόνον εις τας παραλίους πόλεις της Ρωσσίας, αναμένοντες την αποστολήν ατμοπλοίων. Και κατά το διάστημα της αναμονής επώλησαν ή εφθειραν όσα είχον σκεπάσματα ή ενδύματα. Είναι δυνατόν να ανθέξουν εις το φοβερόν ψύχος του Δεκεμβρίου άνευ ενδυμάτων και άνευ κλινοσκεπασμάτων»;

Η «Μακεδονία» δηλώνει πως με ευχαρίστηση πληροφορήθηκε ότι η Διεύθυνση Εποικισμού έστειλε 1.500 οικογένειες στην περιφέρεια του Κιλκίς , οι οποίοι κατέλαβαν ή θα καταλάμβαναν τις γαιοκτησίες των «παλινοστησάντων Θρακών». Προβληματίζεται όμως για το ότι «αι οικογένειαι αύται δεν έλαβον ούτε λαμβάνουσι την αναγκαίαν ζωοτροφίαν επί τινας μήνας». Και θέτει ερωτήματα: «Γυμνοί ως είναι οι πλείστοι ασθενικοί εκ των ταλαιπωριών και νηστικοί, άνευ ζωοτροφιών είνε δυνατόν να αρχίσουν τας γεωργικάς εργασίας; Είνε φυσικώς αδύνατον, να καλλιεργήσωσι άνευ τροφής και άνευ σπόρων, και πολύ φοβούμεθα μήπως πριν προφθάσουν να καλλιεργήσουν την γην, αποθάνουν εκ της πείνης». Κλείνοντας η «Μακεδονία» δηλώνει ότι τρέφει πολλές ελπίδες για τον κ Χαριτάκη «εις τον οποίον παρέχεται ευκαιρία να ευεργετήση την Μακεδονίαν, δια της επιυχούς επιλύσεως του προσφυγικού προβλήματος των Καυκασίων, προσφέρων μεγίστην Εθνικήν υπηρεσίαν εις την πατρίδα», καθότι , για τη «Μακεδονία» «το ζήτημα των Καυκασίων είναι αυτοχρήμα εθνικόν»[38].

Νέες αφίξεις

Την Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 1920 θα καταπλεύσει το πλοίο «Ελευθερία» με 100 πρόσφυγες Καυκάσιους και 800 κτήνη , οι οποίοι θα εγκατασταθούν στα απομονωτήρια της Καλαμαριάς και το Υπουργείο Γεωργίας θα δώσει εντολή στη Διεύθυνση Εποικισμού να καταρτίσει ειδική υπηρεσία για «την συντήρησιν των κτηνών των Καυκασίων»[39].

Εν τω μεταξύ η «Μακεδονία», που παρακολουθεί τις περιπλανήσεις των Ελλήνων του Καυκάσου, αναπαράγει πληροφορίες από την εφημερίδα «Βερτσινλούρ»(δια ανταποκριτού της από Κωνσταντινούπολη) σύμφωνα με τις οποίες « πολυάριθμοι Έλληνες αφίκοντο εκ Καρς εις Βατούμ. Και εκ της περιοχής Αρδαχάν ανεχώρησαν 10.000 Έλληνες, κατευθυνόμενοι εις Βατούμ»[40].

Το ζήτημα των Καυκασίων «είναι υπόθεσις εθνική και Μακεδονική»

Στις 10/12/1920 η εφημερίδα «Μακεδονία» αφιερώνει ένα εκτενές άρθρο για το ζήτημα των Καυκασίων. Κατ’ αρχάς επιχαίρει για την ομοφωνία του Τύπου και της δημοσίας γνώμης που παρατηρήθηκε «τας ημέρας ταύτας δια το ζήτημα της εγκαταστάσεως εν Μακεδονία και Θράκη των εκ Καυκάσου ομογενών» και τη συμφωνία όλων στο χαρακτηρισμό που δόθηκε από την εφημερίδα για την υπόθεση των Καυκασίων , ότι δηλαδή «είναι υπόθεσις εθνική και Μακεδονική». Κατόπιν εξάρει την κυβέρνηση των Φιλελευθέρων που αποφάσισε να «περισυλλέξει» 200.000 Έλληνες , που μετανάστευσαν από Πόντο και Καύκασο για να αποφύγουν την τουρκική τυραννία και ενώ ταυτόχρονα «είχεν απαγορευθή εις αυτούς από τας τσαρικάς κυβερνήσεις η χρήσις της πατρίου γλώσσης, και μετά τινα έτη, η ελληνική αυτών συνείδησις, και η ελληνική των καταγωγή ήθελον αναμφιβόλως ανήκει εις την ιστορίαν». Θυμίζει πόσο ταλαιπωρήθηκαν οι 60.000 Καυκάσιοι στα παράλια της Ρωσίας πριν φτάσουν στην Ελλάδα, και πόσο ταλαιπωρούνται στη νέα τους πατρίδα.

Η εφημερίδα θεωρεί ότι πράγματι υπάρχει μια μέριμνα από την Πολιτεία και ελπίζει αυτή η μέριμνα να προχωρήσει:«[…] ελπίζομεν δε ότι μετά μείζονος δραστηριότητος θα εργαστούν εφεξής αι αρμόδιαι υπηρεσίαι εις την περίθαλψιν και εγκατάστασιν αυτών [των Καυκασίων προσφύγων]». Ταυτόχρονα η εφημερίδα αναδεικνύει ένα μεγάλο κενό. Την έλλειψη παρουσίας της κοινωνίας. «Η κοινωνία μας όμως, με τας εκατοντάδας και κολοσσιαίας οργανώσεις της- ας επιτραπή να γράψωμεν-ουδέν μέχρι στιγμής ταύτης έδειξε προς επικουρίαν των 40.000 λιμοκτονούντων Καυκασίων ενδιαφέρον. Όχι διότι δεν συγκινείται και δεν αναγνωρίζει τα προς τους πάσχοντας και γυμνητεύοντας αδελφούς καθήκοντα, αλλά διότι έλλειψε μια ευγενής πρωτοβουλία από μίαν κοινωνικήν ή φιλανθρωπικήν οργάνωσιν , προς εκτέλεσιν τόσον ιερού καθήκοντος».

Δεν μπορεί , γράφει η «Μακεδονία», στις επικλήσεις των εφημερίδων να επισκεφτούν τους καταυλισμούς των προσφύγων, ώστε να αντιληφθούν τη κατάσταση και τις ανάγκες τους, να ανταποκρίθηκε μόνο ο αντιπρόσωπος του αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού και «ουδέν ελληνικόν ίδρυμα ή σωματείον εκ των πολλών λειτουργούντων έκρινε πρέπον να μιμηθή την φιλευσπλαχνίαν του ξένου ιδρύματος».

Δικαιολογεί την απουσία συλλόγων, φορέων κλπ της Θεσσαλονίκης (τα αναφέρει αναλυτικά) στην παροχή βοήθειας στους Καυκασίους καθότι δέχεται πως στην κοινωνία κυριάρχησε η αντίληψη «ότι όλα τα περιμένομεν από τα Κυβερνητικά ταμεία». Και η εφημερίδα ξεκαθαρίζει. «Άλλα τα καθήκοντα του κράτους και άλλα της φιλαλληλίας». Και σημειώνει η εφημερίδα πως δε μιλάμε για ελεημοσύνη αλλά για «παρηγορία». «Πιστεύομεν και ευχόμεθα », καταλήγει, «ότι η Γενική Διοίκησις, ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης, η Δημοτική αρχή, και τα φιλανθρωπικά Σωματεία των Κυριών θέλουσι αναλάβει την πρωτοβουλίαν, προς αναπλήρωσιν της μη τιμητικής ταύτης κοινωνικής παραλείψεως»[41].

Πράγματι ο αντιπρόσωπος (αμερικανός Ταγματάρχης) του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, μετέβηκε στους προσφυγικούς συνοικισμούς, συνοδευόμενος από τον Γενική Διοικητή κ. Χαριτάκη και είδε από κοντά τα προβλήματα των Καυκασίων. Ο ΓΔΜ εξήγησε στον «ευγενή ξένο», πως «παρ’ όλην την οικονομικήν αρωγήν της Κυβερνήσεως και τας προσπαθείας των ενταύθα αρμοδίων αρχών, οι ατυχείς ούτοι ομογενείς μας δεν ευρίσκανται εις ευχάριστον κατάστασιν, καθόσον από πολλών ήδη μηνών διάγοντες προσφυγικόν βίον εν Βατούμ, έφθασαν εδώ αληθινά ανθρώπινα ερείπια , δεκατισμένοι από τας ασθενείας και στερούμενοι των πάντων». Ο αμερικανός Ταγματάρχης θα θέσει στη διάθεση της υπηρεσίας Περιθάλψεως τα παρακάτω:

«1. Ημερησίως άρτους αντιτίμου πέντε χιλιάδων δραχμών και δια χρονικήν περίοδον ενός μηνός.

2. Κυτία γάλακτος συμπεπυκνωμένου ημερησίου αντιτίμου τετρακοσίων δραχμών και δια περίοδον ενός επίσης μηνός.

3. Ποσότητα τινά εσωρρούχων και κουβερτών.

4. Ικανήν ποσότητα οσπρίων και ζυμαρικών, καθώς και καφέ, ζακχάρεως, σοκολάτας και άλλων τινών ειδών».

Ο Ταγματάρχης δεσμεύτηκε επίσης ότι άμεσα θα αναχωρήσει για Κωνσταντινούπολη για να παραλάβει από τα κεντρικά (του Αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού) μεγάλη ποσότητα ενδυμάτων για διανομή τους στους παραπάνω πρόσφυγες.

Τα παραληφθέντα υλικά θα αποθηκευτούν στους συνοικισμούς Καλαμαριάς και Χαρμάν Κιοϊ και ο διευθυντής Περιθάλψεως κ. Καμπάς θα καταρτήσει τριμελή επιτροπή , από ανώτερους υπαλλήλους της Περιθάλψεως, για να μεριμνήσει για τη δινομή των υλικών αυτών στους πρόσφυγες[42].

Μέσα Δεκεμβρίου, με παρότρυνση του Συλλόγου Καυκασίων , σε όλους τους συνοικισμούς θα εκλεγούν ειδικές επιτροπές για να συμπληρωθεί η οργανωτική δομή του Συλλόγου. Οι επιτροπές αυτές θα συνέλθουν στις 15/12/1920, μαζί με το Διοικητικό Συμβούλιο σε μια πρώτη συνεδρία. Εκεί θα τεθούν εκ νέου τα προβλήματα των καυκασίων προσφύγων και θα αποφασιστεί να ζητηθεί η συνδρομή του Δημοτικού Συμβουλίου για την ίδρυση συσσιτίου υπέρ των προσφύγων[43].

Τα προβλήματα όμως ακόμα και για την αρτοδοσία των Καυκασίων θα είναι συνεχή καθόλο το Δεκέμβριο του 1920[44].

Τα ορφανά των Καυκασίων

Στην πρώτη σελίδα της εφημερίδας «Μακεδονία» στις 17/12/1920 θα δημοσιευτεί επιστολή του δικηγόρου Σοφ. Τριανταφυλλίδη[45]. Ο Τριανταφυλλίδης, αφού εξάρει κι αυτός το έργο του αμερικανικού Ερυθρού Σταυρού, προσπαθεί να αναδείξει ένα ακόμα υπαρκτό πρόβλημα των καυκασίων προσφύγων. Το πρόβλημα των ορφανών παιδιών. «Μεταξύ των 25.000 λιμοκτονούντων Καυκασίων υπάρχουσι 250-300 ορφανά νεαρωτάτης ηλικίας, εντελώς ορφανά, διότι οι γονείς αυτών υπέκυψαν εις τας στερήσεις, εις την ένδειαν και την ταλαιπωρίαν. Τα αθώα ταύτα πλάσματα ευρίσκονται έρημα εν τοις παραπήγμασι, εστερημένα πάσης προστασίας και αντιλήψεως». Καταλήγοντας ο κ. Τριανταφυλλίδης αναρωτιέται:

«Δεν υπάρχει στέγη δια τα ορφανά ταύτα εις τα φιλανθρωπικά μας καταστήματα;

Δεν υπάρχουν θέσεις δια τα έρημα ταύτα πλάσματα εις το Ορφανοτροφείο μας;

Δεν ημπορεί να συστηθή υπό φιλανθρώπων κυριών εν θεραπευτήριον, ως εγένετο δι άλλα ορφανά προσφύγων»[46].

Η φιλευσπλαχνία , η παρηγορία και η υποχρέωση της Πολιτείας

Ο κ. Τριανταφυλλίδης θα επανέλθει με νέα επιστολή του , στις 19/12/1920, εμφανώς αγανακτισμένος. «Δια της προχθεσινής επιστολής μου έκαμα όχλησιν –δια να μεταχειρισθώ νομικόν όρον- εις την φιλανθρωπίαν των διαφόρων Συλλόγων κοινωνικής πρόνοιας, όπως στρέψωσι την φιλευσπλαχνίαν των και προς τα πλήθη των λιμοκτονούντων και θνησκόντων Καυκασίων». Γράφει πως έμαθε πως κανένα Σωματείο «δεν εθεάθη πορευόμενον προς τους ασθενείς και απηλπισμένους». Ελπίζει βέβαια πως «ίσως πράξωσι τούτο βραδύτερον». Στην νέα του αυτή επιστολή δε θα αναζητήσει την «φιλευσπλαχνία» μα θα απαιτήσει την «υποχρέωση». Συγκεκριμένα την υποχρέωση του «Ασύλου των Προσφυγοπαίδων» να μεταβεί στο Καραμπουρνάκη να δει τα 300-350 ορφανά «των οποίων οι πατέρες και αι μητέρες απέθανον κατά την θλιβεράν ταύτην μετοικεσίαν […] εις τα οποία αρνούμεθα τα μέσα της ζωής». Την υποχρέωση να χορηγήσει σε αυτά στέγη, τροφή και λίγη στοργή. Τονίζει πως «πρόκειται περί παραλείψεως νομίμου καθήκοντος δια την οποίαν δικαιούται πας πολίτης να ζητήση λόγον και οι αντιπρόσωποι της πολιτείας υποχρεούνται να ζητήσωσι ευθύνας». Ο κ. Τριανταφυλλίδης δε δέχεται ότι το «Άσυλο Προσφυγοπαίδων» έχει δικαίωμα να αγνοεί την «προ 6 και 8 μηνών, έλευσιν των Καυκασίων», να αγνοεί ότι «οι καυκάσιοι είναι πρόσφυγες» , να αγνοεί ότι «χιλιάδες εξ αυτών απέθανον από τας κακουχίας» και τέλος να αγνοεί πως « ευρίσκονται εις τους συνοικισμούς Καλαμαριάς 300-350 παιδιά ορφανά νεαρωτάτων ηλικιών, μη δυνάμενα να ζήσωσιν άνευ μητρικής ή πατρικής φροντίδος κινδυνεύοντα ν’ αποθάνωσι από φθειρίασιν, από ασιτίαν, από έλλειψιν περιθάλψεως». Και κλαίνοντας την επιστολή του καλεί το Συμβούλιο του «Ασύλου Προσφυγοπαίδων» να επιλειφθεί άμεσα ώστε «επανορθώση την αδικαιολόγητον παράλειψιν»[47].

Νέες αφήξεις Καυκασίων

Και ενώ όλα αυτά συμβαίνουν θα καταπλεύσει στη Θεσσαλονίκη και άλλο ατμόπλοιο από τη Ρωσία, που μεταφέρει 800 Καυκάσιους πρόσφυγες και 1.150 μεγάλα ζώα, τα οποία θα αποβιβαστούν στο μικρό Καραμπουρνού. Έτσι τα ζώα των προσφύγων θα φτάσουν στα 4.500. Η εφημερίδα «Μακεδονία» σημειώνει τον κίνδυνο συγκέντρωσης τόσων πολλών ζώων , φοβούμενη την ανάπτυξη ασθενειών με κίνδυνο να «χάσωμεν τόσον πολύτιμον θησαυρόν». Η εφημερίδα προτείνει να σταλούν τα ζώα στους συνοικισμούς της περιφέρειας Κιλκίς «όπου μανθάνομεν ότι εστάλησαν 1.000 οικογένειαι, αλλά χωρίς ζώα και εργαλεία και κάθηνται άεργοι»[48].

Σύσκεψη 21ης Δεκεμβρίου 1920 για το ζήτημα των Καυκασίων

Στις 21/12/1920 θα γίνει σύσκεψη στη Γενική Διοίκηση περί «διαφόρων ζητημάτων αφορώντων την επικρατεστέραν και κανονικωτέραν διατροφήν των Καυκασίων προσφύγων». Στη σύσκεψη συμμετείχε ο Γενικός Διοικητής κ. Χαριτάκης, ο διευθυντής της Περιθάλψεως κ. Μακρής , ο διευθυντής του Υγειονομικού κ. Κοπανάρης και , ως αντιπρόσωποι του Συλλόγου των Καυκασίων οι κ.κ. Τριανταφυλλίδης και Δαρβέρης. Αποφασίστηκε να εμπλουτιστεί το συσσίτιο των προσφύγων του υπ’ αριθμ. 42 Νοσοκομείου. Διατάχθηκε ο κ. δασάρχης να επιτρέψει στους πρόσφυγες να ξυλεύονται από τα πέριξ δάση για τη θέρμανσή τους. Συστήθηκε επιτροπή, από έγκριτους πολίτες, για να συλλέξει εράνους υπέρ των Καυκασίων και για να συνεργαστεί με τη διεύθυνση Περιθάλψεως. Τα συσσίτια θα τα διαχειρίζονται επιτροπές από τους ίδιους τους πρόσφυγες, τις οποίες ανέλαβε να της συστήσει άμεσα ο κ. Τριανταφυλλίδης. Αποφασίστηκε στις επικουρικές εργασίες της περιθάλψεως να διορισθούν εγγράμματοι πρόσφυγες. Ο κ. Μακρής δήλωσε πως ελπίζει ότι το συσσίτιο θα είναι δυνατόν να λειτουργήσει πριν από τα Χριστούγεννα. Θα δίνονται 8.000 μερίδες. Μέλη της επιτροπής προς συλλογή εράνων κλπ διορίστηκαν οι υποδειχθέντες από το Σύλλογο Καυκασίων κ.κ. Τριανταφυλλίδης, Κοντογούρης και Δαρβέρης, δικηγόροι. Θα ανταλλαγούν επίσης σκέψεις για την «τύχη» των 300 ορφανών , χωρίς όμως να καταλήξουν σε οριστικές αποφάσεις[49]. Τελικά ορίστηκε «Επιτροπή Επικουρίας Καυκασίων» από τελούμενη από τους κ.κ. Μ. Καρατζίδη(Πρόεδρος), Ζ. Σαραφίκα, Σ. Τριανταφυλλίδη, Φ. Κοντογούρη, Ν. Δαρβέρη, Κ. Τάττη, Αργ. Ζάχο, Μ. Σασαγιάνη(Ταμίας), Δ. Γεωργίου, Α. Μιχιτσόπουλο και Γ. Ρώμπαπα[50]. Η «Επιτροπή Επικουρίας Καυκασίων» θα απευθυνθεί προς τους πολίτες της Μακεδονίας, ενημερώνοντάς τους για την κατάσταση των Καυκασίων προσφύγων, με επιστολή-έκθεσή της που θα δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Μακεδονία» στις 31/12/1920(σελ.1) :

« Η ΤΡΑΓΩΓΔΙΑ ΤΩΝ ΚΑΥΚΑΣΙΩΝ

ΣΩΣΩΜΕΝ ΑΔΕΛΦΟΥΣ ΑΠΟ ΒΕΒΑΙΟΝ ΘΑΝΑΤΟΝ!

ΚΑΛΥΨΩΜΕΝ ΤΗΝ ΓΥΜΝΙΑΝ ΤΩΝ!

ΜΙΑ ΘΕΡΜΗ ΕΚΚΛΗΣΙΣ

Η προς επικουρίαν των Προσφύγων Επιτροπή, λαμβάνει την τιμήν να καταστήση γνωστόν εις τους συμπολίτας, ότι το μέγιστον μέρος των εκ Καυκάσου προσφύγων , ένεκα των επί δύο έτη περιπλανήσεων και ταλαιπωριών εις τας παραλίους πόλεις του Ευξείνου, στερούνται εσωρρούχων και υποδήσεως.

Ιδιαιτέρως όμως, μεταξύ αυτών διασώζεται ακόμη (ΔΙΟΤΙ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΑΠΕΘΑΝΟΝ) αριθμός 1200-1300 προσφύγων πάσης ηλικίας, εν Καλαμαριά, οι οποίοι στερούνται ΠΑΣΗΣ ενδυμασίας και στρωμνής, διότι ο πλοίαρχος, αφού εφόρτωσε τα ενδύματα και τας αποσκευάς των, απέπλευσεν εκ Βατούμ, χωρίς να παραλάβη και τους πρόσφυγας οίτινες, φθάσαντες μετά δύο μήνας εις Θεσσαλονίκην, ουδέν ίχνος των ενδυμάτων και στρωμνών των συνύντησαν.

Απορριφθέντων εν τη απολυμάνσει των ρακών, με τα οποία είχον έλθη, ευρίσκονται έκτοτε (μήνες τέσσερας!!!) θεόγυμνοι, άνευ ουδεμίας περιβολής ή κλινοστρωμνής και ανυπόδητοι, άνδρες , γυναίκες και παιδιά, διαμένουσιν εξ αιδούς έγκλειστοι εις τους θαλάμους των, περιτετυλιγμένοι έκαστος, νυκτός και ημέρας με ράκους ρυπαρού εφαπλώματος, το οποίον έλαβον από τους ευτυχεστέρους πρόσφυγας.

Απαίσιον και σπαραξικάρδιον θέαμα! Εκτός των γυμνών τούτων ανθρωπίνων σκελετών, οίτινες αναμένουσιν, ως μόνιν ελπίδα, τον θάνατον, υπάρχουν και 400-450 εντελώς ανήλικα ορφανά, από ηλικίας ενός μέχρι 12 ετών, τα οποία εστερήθησαν των φροντίδων των γονέων και των οποίων ενεργείται η περισυλλογή υπό της Στρατιωτικής Υγειονομικής Υπηρεσίας, όπως στεγασθώσιν εις ιδιαίτερον θάλαμον. Και τα έρημα ταύτα πλάσματα είνε γυμνά, περιβάλλονται δε με ρυπαρά ράκη.

Η Επιτροπή δεν έχει τα χρηματικά μέσα, όπως προμηθευθή τα αναγκαία δια την κάλυψιν της γυμνότητος αυτών ενδύματα, διότι τα ολίγα χρήματα, άτινα από τας αυθορμήτους συνδρομάς των Σωματείων και συμπολιτών μέχρι τούδε συνέλεξε, διέθεσεν άπαντα προς προμήθειαν 200 κιβωτίων αναγκαιοτάτου γάλακτος και προς επικουρίαν του λειτουργούντος από τεσσάρων ημερών συσσιτίου.

Απεφάσισεν όθεν όπως κάμη έκκλησιν προς τας φιλανθρώπους καρδίας των συμπολιτών μας και να παρακαλέση αυτούς, όπως θέσωσιν εις την διάθεσιν ημών, όσα παλαιά και ημιτριμμένα φορέματα έχει έκαστος εις τας ιματοθήκας του.Κάθε φιλεύσπλαχνος οικοδέσποινα ας θελήση να καθαρίση τα ιματιοφυλάκιά της από τα παλαιά της ενδύματα, τα οποία δεν σκέπτεται πλέον να φορέση δι οιονδήποτε λόγον. Κάθε μητέρα ας μας στείλη όσα ασπρόρρουχα δεν χρησιμεύουσι πλέον εις την αυξηθείσαν ηλικίαν του τέκνου της και ακόμη ας ελαττώση κατά εν η δύο την παρακαταθήκην, δια να ενδυθώσι και τα γυμνά σκέλη των αποκλήρων.

Ο μέγας Διδάσκαλος της ελεημοσύνης εκήρυξεν: ‘Ο έχων δύο χιτώνας τον ένα δότω τω μη έχοντι’. Ημείς περιορίζομεν την θερμήν παράκλησιν εις την προσφοράν των παλαιών, των ημιτετριμμένων, των αχρήστων, η θυσία των οποίων είνε εντελώς ανεπαίσθητος εις την οικιακήν οικονομίαν, ενώ δι αυτών θα καλύψωμεν τους γυμνούς και ετοιμοθάνατους νεομάρτυρας της ελληνικής φυλής.

Ουδεμίαν έχομεν αμφιβολίαν ότι η έκκλησίς μας θα εισακουσθή, διότι η πόλις μας διακρίνεται δια την φιλευσπλαχνίαν των κατοίκων της, Προς ευκολίαν δε των φιλευσπλάχνων κυριών, οι αιδεσιμότατοι ιερείς των ενοριών παρεκλήθησαν να περιελθώσι τας οικίας των ενοριών, όπως παραλάβωσι τας προσφοράς αυτών, αναγράφοντες αυτάς εις ειδικόν κατάλογον. Αλλ’ οι συμπολίται μας δύνανται ν’αποστείλωσι τα ενδύματα εις τας διευθύνσεις των ελληνικών εφημερίδων, αίτινες προσηνέχθησαν εις τούτο, εις την Εισαγγελίαν των Εφετών και εις τα γραφεία των μελών της επιτροπής. Η επιτροπή δέχεται την συνεργασίαν πάσης φιλανθρώπου κυρίας δια την συλλογήν των ενδυμάτων εις τους πρόσφυγας. Γίνονται δεκτά ενδύματα και υποδήματα δια πάσας ηλικίας. Τα μέχρι της εορτής των Φώτων συλλεχθησάμενα θα διανεμηθώσι την 8ην Ιανουαρίου υφ’ ημών αυτοπροσώπως.

Εν Θεσσαλονίκη τη 28 Δεκεμβρίου 1920

Η επιτροπή της επικουρίας».

Πρόνοια από Σωματεία

Από τα πρώτα Σωματεία που θα ενδιαφερθούν για τους Καυκάσιους θα είναι οι πρόσκοποι της Θεσσαλονίκης. Στις 24/12/1920 ομάδα προσκόπων θα γυρίσει τα καταστήματα και θα ψάλλει «τετραφώνω» τα κάλαντα. Οι πρόσκοποι θα συλλέξουν πολλές χιλιάδες δραχμές που θα δοθούν υπέρ των Καυκασίων[51]. Οι πρόσκοποι θα ψάλλον τα κάλαντα και την παραμονή του νέου έτους δίδοντας και πάλι τις εισπράξεις τους υπέρ των προσφύγων Καυκασίων [52].

Ο Γούναρης στη Θεσσαλονίκη

Ήδη , το απόγευμα της πρώτης μέρας των Χριστουγέννων, θα καταφθάσει στη Θεσσαλονίκη ο Υπουργός Στρατιωτικών και αρχηγός των Εθνικοφρόνων κ. Γούναρης συνοδευόμενος από τους κυρίους Στάη, Γούδα, Α και Κ. Κανελλόπουλο και άλλους βουλευτές[53]. Θα τον υποδεχτούν στο Λευκό Πύργο ο αντιπρόσωπος του Μητροπολίτη (ο ίδιος λείπει στην Αθήνα) ο Αρχιρραβίνος, ο Μουφτής, ο Δημαρχεύων με το Δημοτικό Συμβούλιο, οι λοιπές στρατιωτικές και διοικητικές αρχές, αντιπρόσωποι της Ισραηλιτικής, Μουσουλμανικής και Αρμενικής κοινότητος, όλοι οι βουλευτές Θεσσαλονίκης και Πέλλας και τα συμβούλια σωματείων και συλλόγων[54]. Επίσης ο Γούναρης δέχθηκε τους διευθυντές και προϊσταμένους όλων των υπηρεσιών , τα προεδρεία των Ποντίων, το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου των Μοναστηριωτών, διάφορες επιτροπές του εσωτερικού της Μακεδονίας, πολλούς πρόκριτους και αντιπρόσωπους των Μουσουλμανικών Κοινοτήτων. Εκ μέρους των Καυκασίων συναντήθηκε με τον επίτιμο πρόεδρο του συλλόγου Καυκασίων κ. Σοφοκλή Τριανταφυλλίδη. Κατόπιν τούτου ο κ. Γούναρης θα επισκεφτεί όλους τους συνοικισμούς των Καυκασίων και θα συνεργαστεί «επισταμένως» με τους τμηματάρχες της υπηρεσίας της ανοικοδομήσεως της πόλης παρόντων «απάντων των βουλευτών»[55]. Στην ομιλία του αναφερθεί και στους Καυκάσιους «[…] Εν τω σημείω δε τούτω γενόμενως οφείλω να εκδηλώσω και ολόκληρον τον πόνον τον οποίον αφ’ ης ήλθομεν εις την Κυβέρνησιν αισθανόμεθα δια την πολιτικήν την προς τους ατυχείς αδελφούς ημών, τους εκ του Καυκάσου κληθέντας ενταύθα άνευ ουδεμιάς προηγουμένης προνοίας περί τοποθετήσεως και χρησιμοποιήσεως αυτών. Άνθρωποι, οι οποίοι δύνανται να καταστώσι σπουδαίοι παράγοντες ευημερίας της χώρας εκλήθησαν εδώ άνευ ουδεμιάς παρασκευής και αφέθησαν εκτεθειμένοι εις τους κινδύνους εκ των νόσων, υπό των οποίων κατατρύχονται. Θα προσπαθήσωμεν να πράξωμεν τα πάντα ίνα ως τάχιστα το άτοπον εκλείψη και εκείνοι οι οποίοι σήμερον είνε βάρος δια την κοινωνίαν και τον δημόσιον θησαυρόν, θα καταστώσι παράγοντες πλούτου δι ολόκληρον την χώραν. Θα είμαι ευτυχής κατά το βραχύ διάστημα , το οποίον θα μείνω εδώ, να λάβω γνώσιν των τοπικών ζητημάτων και να επιληφθώ της ερεύνης αυτών, να γίνω διερμηνεύς και παρά τη Κυβερνήσει και αν είνε ανάγκη και παρά τη Συνελεύσει, των αναγκών της πόλεως Θεσσαλονίκης και της Μακεδονίας»[56].

Οι εκτός πόλεως Καυκάσιοι και η σύγκρουση με τους Μουσουλμάνους

Η προσάρτηση της Μακεδονίας στην ελληνική επικράτεια δεν άλλαξε παρά ελάχιστα το καθεστώς της γης. Οι Οθωμανοί τσιφλικάδες (σύμφωνα με Καραβίδα Κωνσταντίνο) κατανεμήθηκαν σε διάφορα κόμματα και ως βενιζελικοί ή βασιλικοί πέτυχαν να κρατήσουν τα κτήματά τους τουλάχιστον κατά την περίοδο 1912-1922[57]. Έτσι όταν οι Καυκάσιοι οδηγούνται προς εγκατάσταση στην επαρχία θα βρεθούν αντιμέτωποι με τους Οθωμανούς, οι οποίοι σε πολλές περιπτώσεις εκτός του ότι αποτελούν την πλειοψηφία της περιοχής θα έχουν και με το μέρος τους, πλην των ισχυρών αντιπροσώπων τους, και τις αρχές της περιοχής. Οι Οθωμανοί θα νιώσουν ότι απειλούνται (απειλείται κυρίως η περιουσία τους) και θα αντιδράσουν κάποτε και πέρα από τα όρια του νόμου, τότε δε οι καυκάσιοι θα προβληματιστούν βλέποντας τοπικές αρχές να στηρίζουν ακόμα και έκνομες ενέργειες. Τέτοια περιπέτεια θα βιώσουν και οι Καυκάσιοι πρόσφυγες του χωριού Ακματζιαλή της περιφέρειας Επανωμής. Μέσα από έγγραφό τους προς την Διεύθυνση Εποικισμού Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύεται πρωτοσέλιδα στην εφημερίδα «Μακεδονίας» της 23/12/1920, μαθαίνουμε την ιστορία τους:

«Αίτησις προς την Διεύθυνσιν Εποικισμού Θεσσαλονίκης

Κύριε Διευθυντά,

Λαμβάνομεν την τιμήν να γνωρίσωμεν υμίν, ότι την επομένην ημέραν της εγκαταστάσεως ημών εν τω χωρίω Ακματζιαλή είχομεν μεταβή δύο γυναίκες και τέσσερας άνδρες εις τι μέρος τουΔημοσίου ολίγον μακράν του χωρίου ίνα συλλέξωμεν ξύλα ξηρά δια τας ανάγκας ημών.

Ευθύς δε είδομεν να τρέχουν κατόπιν ημών οι Οθωμανοί του χωρίου μας, σχεδόν όλοι, ήτοι περί τους 60 άνδρες, ωπλισμένοι με ξύλα και με λίθους και μας περιεκύκλωσαν δια να μας φονεύσουν. Αντιληφθείς την κακήν πρόθεσίν των εγώ ο Αναστάσιος Αθανασιάδης κατώρθωσα να διαφύγω την κύκλωσιν και να φτάσω εις τον αστυνομικόν σταθμόν του χωρίου Τσεγγελή με έτερον τινα συγχωριανόν μου.

Ιδόντες δε την φυγήν ημών δεν ετόλμησαν να εκτελέσουν τα φονικά σχέδιά των, αλλά πάλιν επετέθησαν εναντίον των απομεινάντων και ετέρων προστρεξάντων εκ του χωρίου ιδικών μας και τους ελιθοβόλησαν, εκ δε των λιθοβολισμών τούτων ετραυματίσθησαν τέσσαρες εξ ημών, εκ των οποίων οι δύο είνε βαρέως πληγωμένοι.

Την επομένην ημέραν μετέβην πάλιν ο Αν. Αθανασιάδης εις το χωρίον Καλατίσκα και έφερον τον κ. αστυνόμον δια να εξετάση τα της υποθέσεως ταύτης και ανακρίνη τους συλληφθέντας υπό του σταθμάρχου δέκα πέντε Οθωμανούς, την αυτήν δε ημέραν έφθασε και ο ιατρός της Επανωμής και εξήτασε τους παθόντας.

Μετά τας γενομένας προανακρίσεις ο κ. αστυνόμος διέταξε την απόλυσιν των κρατουμένων, οίτινες και απελύθησαν την πρωϊαν της επομένης. Ημείς κ. Διεθυντά δεν είμεθα ικανοποιημένοι εκ της συμπεριφοράς του κ. αστυνόμου και του κ. ιατρού προς Οθωμανούς, διότι έδιξαν πολλήν επιείκειαν, μη συμβιβαζομένην προς τοιούτους δολοφόνους, ο ιατρός μάλιστα δεν έπαυε να εξυμνή τους Τούρκους, λέγων «οι αγάδες είνε πολύ καλοί», να γράψωμεν δια τους παθόντας ότι είνε ανάξιοι δι’ εργασίαν μόνον διά δέκα ημέρας, ενώ οι τραυματίαι είνε πολύ βαρέως, μία δε γυνή κινδυνεύει να αποθάνη.

Δια ταύτα

Παρακαλούμεν όπως ευαρεστούμενοι ενεργήσατε αρμοδίως και ενεργηθούν αυστηραί ανακρίσεις εναντίον των κατηγορουμένων, καθόσον εκτός των αγρίων ενστίκτων των και του τυφλού φανατισμού των εναντίον παντός χριστιανού, εκ προμελέτης ενήργησαν την γενομένην επίθεσιν, ίνα μας εκφοβίσουν και μας τρομοκρατήσουν, ώστε να εγκαταλείψωμεν το μέρος εκείνο και να το εκμεταλλεύωνται αυτοί δωρεάν. Ίνα κατανοηθή ο εναντίον μας φανατισμός αναφέρομεν και τούτο, ότι κατά την επίθεσιν ύβριζον παν ιερόν ιδικόν μας με τας φωνάς «σκοτώστε τους απίστους».

Ημείς βαρέως φέρομεν την στάσιν ταύτην των Οθωμανών καθόσον αντί να ησυχάσωμεν κατόπιν τόσων διωγμών και καουχιών, βλέπομεν να κινδυνεύη η ζωή μας εντός του ελληνικού εδάφους, εξακολουθούμεν δε να διατελώμεν περίφοβοι εντός του χωρίου εκείνου, διότι είμεθα πολύ ολιγώτεραι οικογένειαι από τας Οθωμανικάς, οι δε Οθωμανοί μετά την απόλυσίν των απεθρασύνθησαν πάλιν και εξηγριώθησαν εναντίον μας, αφού και μετά την απόλυσιν εισέβαλον εις μίαν οικίαν ενός παθόντος και τον ηπείλουν να εκκενώση την οικίαν.

Φρονούμεν λοιπόν, ότι είνε απόλυτος ανάγκη να τιμωρηθούν οι ένοζοι παραδειγματικώς, προς εξασφαλισιν της ησυχίας μας.

Ευπειθέστατοι οι αιτούντες

Αναστάσιος Αθανασιάδης

Ηλίας Κιρμανίδης

Οι λοιποί αγράμματοι».

Αντίστοιχες καταγγελίες για διωγμούς Καυκασίων από Τούρκους γηγενείς θα δεχθεί ο Σύλλογος Καυκασίων της Θεσσαλονίκης. Στη «Μακεδονία» της 8/1/1921 διαβάζουμε πως στον τοπικό σύλλογο Καυκασίων παρουσιάστηκαν Καυκάσιοι πρόσφυγες από το χωριό Δόζανι, και με δάκρυα στα μάτια κατήγγειλαν ότι αναγκάστηκαν να κλείσουν τα σπίτια τους καθώς διατάχθηκε η έξωσή τους και η εγκατάσταση Οθωμανών. Σύμφωνα με την εφημερίδα «ήρως του νέου αυτού είδους εποικισμού υπήρξεν γουναρικός δικηγόρος, όστις συνοδευόμενος υπό 38 Τούρκων, χωροφυλάκων και του επιστάτου του εποικισμού της περιφερείας, μετέβη εις το άνω χωρίω και ηθέλησε να εγξαταστήση τους Τούρκους, εκδιώκων τους Καυκασίους». Μάλιστα ο κ. Μερκούρης (ο δικηγόρος) «προς πληρεστέραν επιτυχίαν του εθνικού του έργου» άρχισε να απειλεί τους Καυκάσιους λέγοντάς τους : «Να πάτε να βρήτε εκείνον που σας έφερε! Εδώ δεν έχετε θέσιν!!»

Μια άλλη ομάδα Καυκασίων θα παρουσιαστεί κι αυτή στο Σύλλογο Θεσσαλονίκης και θα καταγγείλει ότι ο υποδιοικητής του Κιλκίς τους παραχώρησε πενθήμερη προθεσμία «προς εγκατάλειψιν των οικιών των ένθα πρόκειται να εγκατασταθούν Τούρκοι». Σε περίπτωση δε άρνησής τους να συμμορφωθούν τους απείλησε ότι θα τους εκδιώξει με στρατιωτική δύναμη.

Τους διωγμούς αυτούς κατά των καυκασίων τους αποδίδει η εφημερίδα «Μακεδονία» αποκλειστικά στην προσπάθεια κομματικής επικράτησης της νέας κυβέρνησης και στην άγνοια από μέρους τους των «εθνικών αναγκών της Μακεδονίας» , που έχει οδηγήσει την Κυβέρνηση των Ηνωμένων Κομμάτων στην ανάγκη ανάπτυξης κομματικής φιλίας με τους Τούρκους βουλευτές. Έτσι η «Μακεδονία» αφιερώνει ολόκληρο άρθρο όπου καταθέτει τη θέση των Φιλευλευθέρων για την αναγκαιότητα της ευδοκίμησης του εποικισμού στη Μακεδονία και στηλιτεύει(θέτοντας ερωτήματα) τις θέσεις της νέας διακυβέρνησης για το ζήτημα αυτό. Ολόκληρο το άρθρο έχει ως εξής :

«ΤΟ ΚΟΜΜΑ ΚΑΙ Ο ΕΠΟΙΚΙΣΜΟΣ

Ερωτώμεν:

Α. Ποία η εθνική και πλουτολογική πολιτική της σημερινής Κυβερνήσεως εν τη Μακεδονία

Β. Τι θα επιδράση περισσότερον εις την πλάστιγγα της τοιαύτης πολιτικής η ανάγκη της αποκαταστάσεως χιλιάδων ελλήνων προσφύγων και η αποκατάστασις της διασαλευθείσης, ΔΙΑ ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ ΕΠΙΔΡΟΜΩΝ, ελληνικότης της Μακεδονίας, ή η ανάγκη της κομματικής φιλίας των Τούρκων βουλευτών;

Αυτά τα ερωτήματα απευθύνομεν, εξ αφορμής των διαραττομένων εσχάτως εις βάρος της εποικιστικής υπηρεσίας και της αποκαταστάσεως των Καυκασίων εν τη Μακεδονία. Διότι, τα διαπραττόμενα σήμερον εις βάρος του εποικισμού της Μακεδονίας δεν προέρχονται μόνον από ανίατον αντιβενιζλισμόν και από αχαλίνητον προσπάθειαν, προς κομματικήν επικράτησιν των ήδη κυβερνώντων, αλλά και από παντελή άγνοιαν των εθνικών και πλουτολογικών αναγκών της Μακεδονίας.

Το κόμμα των Φιλελευθέρων, αποβλέπων εις την αποκατάστασιν της ελληνικότητος των έκπαλαι ελληνικών Νέων Χωρών και εις την έντασιν των πλουτοπαραγωγικών δυνάμεων της χώρας , εχάραξε ωρισμένην και σαφή γεωργικήν και εποικιστικήν πολιτικήν.

Προς εφαρμογήν της πολιτικής ταύτης, το κόμμα μας δεμ εδίστασε να παρίδη το κομματικόν του συμφέρον, και μετεχειρίσθη υπαλλήλους, ανεξαρτήτως κομματικής αποχρώσεως.

Αντιθέτως , όπως άλλωστε εις όλας της τας εκδηλώσεις, η σημερινή Κυβέρνησις των ηνωμένων κομμάτων και μετ’ αυτής και το «λαϊκόν κόμμα των εθνικοφρόνων» ενεργεί απλώς μόνον αρνητικώς. Διότι απλήν άρνησιν της εποικιστικής και αγροτικής πολιτικής των φιλελευθέρων αποδεικνύουν:

1. Η παύσις του διευθυντού του εποικισμού Μακεδονίας κ. Δ. Αβράσογλου, όστις , ως μόνον ελάττωμα, είχε την έχθραν του βουλευτού Πέλλης Χασάν μπέη , των ομοεθνών του βουλευτών, ως και άλλων τσιφλικιούχων.

2. Η βιαία έξωσις από τους συνοικισμούς και η εγκατάστασις των φυγάδων Τούρκων, και ταύτα καθ’ ην εποχήν ο κ. Γούναρης, επισκεπτόμενος τας αθλίας κατασκηνώσεις των καυκασίων, αποφάνθη ότι «έτσι δεν μπορούν να ζήσουν άνθρωποι»!

3. Ο χαρακτηρισμός του εποικισμού των καυκασίων ως έργου Βενιζελικού και επομένως καταδικαστέου.

Και ήδη ερωτώμεν και πάλιν : Προς τι όλος ο θόρυβος προς ανοικοδόμησιν της Θεσσαλονίκης, όταν τόση προσπάθεια καταβάλλεται δια την ΕΡΗΜΩΣΙΝ και τον ΕΚΤΟΥΡΚΙΣΜΟΝ της ενδοχώρας και επομένως δια τον κίνδυνον και δια την οικονομικήν δυσπραγίαν της τε Μακεδονίας και της Θεσσαλονίκης»[58];

Η «Μακεδονία» καταθέτει με συνέπεια τη θέση της γι αυτά που συμβαίνουν ενάντια στους Καυκάσιους:

«Ώστε δεν είνε μόνοι των οι Τούρκοι εις τον αγώνα, που ανέλαβον κατά των Καυκασίων. Έχουν και συμμάχους: τους ολίγους Βουλγάρους, ως αποδεικνύουν τα συμβαίνοντα εις το Σούρλοβο.

Ομολογούμεν ότι αδυνατούμεν να διαμαρτυρηθώμεν δια την τοιαύτην κατάστασιν. Η αγανάκτησις, που προκαλεί η καταρράκωσις της εθνικής μας αξιοπρεπείας, πνίγει την φωνήν μας»[59].

Στις 14/1/1921 φιλοξενείται εκτενέστατο πρωτοσέλιδο άρθρο του Αλεξ. Λέτσα όπου τονίζεται ότι η νέοι κυβερνώντες αντί να ελαττώσουν τα δεινά των άτυχων Καυκάσιων «επιζήλως επεδόθηθησαν εις την επιδείνωσιν της καταστάσεως των τελευταίων». Ο αρθρογράφος αποδίδει την αρνητική στάση των κυβερνώντων στο ζήτημα των Καυκασίων είτε στην κομματική σκοπιμότητα με την οποία κινούνται για «να αποκτήσουν οι πάτρωνές των την κομματικήν υποστήριξην των τούρκων βουλευτών», είτε στο ότι κινούμενοι από αντιβενιζελικό πάθος «απεφάσισαν την εκρίζωσιν των μέχρι σήμερον αποκατασταθέντων Καυκασίων εκ των συνοικισμών των, και την εις αυτούς εγκατάστασιν των παλιννοστούντων Οθωμανών»[60]. Η θέση αυτή του αρθρογράφου είναι η κεντρική άποψη και της «Μακεδονίας», που εναγωνίως προσπαθεί να στηρίξει την πρότερη θέση των βενιζελικών περί του εποικισμού ευρύτερα της Μακεδονίας από Καυκάσιους πρόσφυγες.

«Οι Καυκάσιοι εγκαταλείφθησαν χάριν των Μουσουλμάνων βουλευτών»

Και ενώ οι Καυκάσιοι συνεχίζουν και πεθαίνουν [61] και η στατιστική λέγει ότι «καθ’ εκάστην αποθνήσκουν 60-70» και «κάθε μήνα αποθνήσκουσι 2.000»[62] οι καθυστερήσεις τροφοδοσίας των Καυκασίων καθυστερούν δραματικά. Στο Λεμπέτ και στο Καρουχουσεήν , όπου μένουν 3.500 πρόσφυγες, έχει να διανεμηθεί ψωμί πάνω από δέκα μέρες. Στην Καλαμαριά δεν υπάρχει συσσίτιο, επίσης επί δέκα μέρες και «οι θάνατοι αυξάνουν»[63].

Εν τω μεταξύ οι Μουσουλμάνοι επιδιώκοντας «να ναυαγήση ο εποικισμός των Καυκασίων» επέβαλαν στην Κυβέρνηση να παύσει τον κ. Αβράμογλου διότι «ο υπάλληλος εκείνος είχε εν σύστημα, και έσπευδεν εις τον Εποικισμόν». Από τότε που παύτηκε ο Αμβράσογλου, τονίζει η «Μακεδονία», «έπαυσε και ο Εποικισμός των Καυκασίων». Αν και στάλθηκαν από τότε μερικές χιλιάδες προσφύγων στη Θράκη αυτοί «αποθνήσκουν εγκαταλελειμμέναι εις τους σιδηροδρομικούς σταθμούς».

Η «Μακεδονία»(11/2/1921, σελ. 1) αποκαλύπτει:

«[…]έφερον τους Μουσουλμάνους και τους εγκατέστησαν εις τα σπήτια, τα οποία είχον ανοικοδομήσει οι Θράκες και Μικρασιάται. Εις αυτά τα χωρία επρόκειτο να εποικισθούν οι Καυκάσιοι. Τώρα χωρία δια τους Καυκασίους δεν υπάρχουν, σπήτια δεν υπάρχουν, τους αφήνουν νηστικούς και αρρώστους, αποθνήσκουν 70-80 καθ’ εκάστην. Είναι και γυμνοί, εκτός εκείνων, τους οποίους ένδυσαν οι Αμερικανοί.

Λοιπόν οι Μουσουλμάνοι τα κατάφεραν. Μας τρώγουν και τους Καυκασίους. ΑΛΛΑ ΔΙΑ ΧΕΙΡΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ.

Κάτω τα προσωπεία! Ο λαός πρέπει να μάθη την αλήθειαν. Οι Καυκάσιοι εγκαταλείφθησαν χάριν των Μουσουλμάνων βουλευτών. Δι αυτό η Κυβέρνησις δεν έστειλε ούτε ένα αντικαταστάτην δια τον παθόντα Αμβράσογλου ».

Η «Μακεδονία» επιτίθεται προσωπικά στο βουλευτή Χασάν βέη «που διώκει τους Καυκασίους προσπαθών να εκτουρκίση την Μακεδονίαν» και στο «Μακεδονάρχη» κ. Γκοτζαμάνη «όστις συνταιρίζεται με Τούρκους και ΠΑΙΡΝΗ ΕΡΟΛΑΒΙΕΣ». Θεωρεί δε η «Μακεδονία» πως ο Χασάν βέης «είνε ο πραγματικός κυβερνήτης της Μακεδονίας». Έτσι αποδίδει σε αυτόν και το επεισόδιο σε χωριό του Λαγκαδά όπου δεν επιτράπηκε η είσοδος Καυκασίων. Αναλυτικά το επεισόδιο έχει ως εξής: «Εις ένα χωρίον του Λαγκαδά υπήρχον 40 οικογένειαι παλινοστησάντων Θρακών. Η διεύθυνσις του Εποικισμού ηυδόκησε να στείλη εκεί προ 25 ημερών είκοσι οικογενείας δυστυχών Καυκασίων.

Αι οικογένειαι έφθασαν εις το χωρίον. Αλλ’ οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι δεν επέτρεψαν εις τους μεγαλομάρτυρας αυτούς της φυλής να εισέλθουν εις τα κενά σπήτια, διότι, λέγουν, περιμένονται να επιστρέψουν οι από του 1913 αποδημήσαντες Μουσουλμάνοι.

Πας τις υποθέτει τώρα, ότι εστάλησαν χωροφύλακες δια να εγκαταστήσουν τους Καυκασίους εις τα σπήτια του Δημοσίου! Κάθε άλλο.

Επί 25 ημέρας μένουν αι οικογένειαι των ομογενών εις το ύπαιθρον, έξω του χωρίου.

Ο πρόεδρος του Συλλόγου Καυκασίων κατήγγειλε το ανήκουστον γεγονός εις την έκτακτον αποστολήν του υπουργείου της Γεωργίας, η οποία, ως λέγουν, ήλθε να λύση οριστικώς το εποικιστικόν ζήτημα των Καυκασίων. Αλλά τόσον ο κ. Γούδας, όσον και ο κ. Ιασεμίδης ήκουσαν με απάθειαν την διαμαρτυρίαν του προέδρου και οι πρόσφυγες μένουν ακόμη εις το ύπαιθρον»[64].

Την εγκατάλειψή τους θα αισθανθούν και οι Καυκάσιοι του Κιλκίς [65] και όταν μια νεαρή Καυκάσια θα βιασθεί από ένα Μουσουλμάνο. Το έγκλημα αυτό θα καταγγελθεί στην Αστυνομία , αλλά «ουδεμία παρετηρήθη ενέργεια προς σύλληψιν του κακούργου Μουσουλμάνου». Η «Μακεδονία» (11/4/1921, σελ.1) γράφει: «Επρόκειτο, βλέπετε, περί Καυκασίας παρθένου, ο δε βιαστής είναι Μουσουλμάνος». Ο Σύλλογος Ποντίων του Κιλκίς θα καταγγείλει το γεγονός αυτό στο Αρχηγείο Χωροφυλακής και τη Γενική Διοίκηση. «Ελπίζομεν», γράφει η «Μακεδονία», πως «ο κ. Καραγκούνης θα σωφρονήσεη και τους Μουσουλμάνους της περιφερείας Κιλκίς , οι οποίοι καθ’ α μανθάνομεν, τηρούσι απέναντι των προσφύγων εγκληματικάς τάσεις και θ’ αναγκάσωσι αυτούς να εφαρμόσωσι αντίποινα, την ευθύνην των οποίων θα έχωσι αι αρχαί Κιλκίς, αι οποίαι δεν θραύουσι τας κεφαλάς των αλλά τους ενθαρρύνουσι δια της ανοχής των».

Σύσκεψη για τα ζητήματα των Καυκασίων στην Αθήνα.

Τέλη Απριλίου του 1921 και μετά από διαφωνίες που παρουσιάστηκαν μεταξύ της Διεύθυνσης του Εποικισμού (Θεσσαλονίκης) και του επίτιμου Προέδρου του Συλλόγου Καυκασίων κ. Τριανταφυλλίδη, το Υπουργείο παρακάλεσε τον κ. Τριανταφυλλίδη να μεταβεί στην Αθήνα για να διαφωτίσει την κυβέρνηση «πού και διατί προσκόπτει ο εποικισμός των Καυκασίων», ο οποίος κατά τους ισχυρισμούς των ενδιαφερομένων δεν προχωράει, αν και πέρασαν τόσοι πολλοί μήνες από την εγκατάσταση των Καυκασίων στη Μακεδονία.

Η συνάντηση έγινε και ο κ. Τριανταφυλλίδης έδωσε λεπτομερείς πληροφορίες για τις ανάγκες του Εποικισμού.

Μετά τη συνάντηση αποφασίστηκε , το Εποικιστικό των Καυκασίων να συζητηθεί στο Υπουργικό Συμβούλιο παρουσία του Γενικού Διοικητή Θεσσαλονίκης και του κ. Τριανταφυλλίδη.

Επίσης αποφασίστηκε να αναδιοργανωθεί η υπηρεσία Εποικισμού των ομογενών προσφύγων, στη δικαιοδοσία της οποίας θα υπόκεινται η υγιεινή, η περίθαλψη, η στέγαση , ο εποικισμός και ο εφοδιασμός των Καυκασίων και Ποντίων. Η διεύθυνση αυτή θα είναι αυτοκέφαλη και θα επιτηρείται από το Γενικό Διοικητή Θεσσαλονίκης, ο οποίος έχει το δικαίωμα να εγκρίνει ή να ακυρώνει τις αποφάσεις του. Στη διεύθυνση αυτή , προνοήθηκε να υπάρξει γνωμοδοτικό συμβούλιο αποτελούμενο από τρεις αντιπροσώπους των Προσφύγων και το οποίο θα γνωμοδοτεί για κάθε προσφυγικό ζήτημα.

Νέα προβλήματα με Μουσουλμάνους

Η «Μακεδονία» στις 12/5/1921 , στη σελίδα 3 επιστολογράφος με το δεικτικό όνομα ‘Περιοδεύων Πολίτης’ γράφει για την περιοχή Λαγκαδά:

«Εις άπαντα σχεδόν τα χωρία της περιφερείας Λαγκαδά όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες και όπου υπάρχουν Μουσουλμάνοι κάτοικοι ή γείτονες παρενοχλούσι συστηματικώς τους πρόσφυγας, τη ανοχή δυστυχώς των κατωτέρων οργάνων του Εποικισμού. Εις το Χατζή Μπαϊρακλή, χωρίου της περιφερείας Λαγκαδά, συνέβη το ακόλουθον επεισόδιον:

Ο εκ Τζα[.] του Κιλκίς Μουράν αγάς έφερε από τα διάφορα χωρία ζώα και κατέστρεψε 30 στρέμματα εσπαρμένους αγρούς των Προσφύγων του Χατζή Μπαϊρακλή. Και ναι μεν ανέκοψε το κακόν ο τόσον ευεργετικώς υπέρ των προσφύγων εργαζόμενος Σύλλογος των Προσφύγων Λαγκαδά, εν τούτοις ο κίνδυνος δεν εξέλειπεν. Όπερ δε χείριστον μίαν ημέραν ο Μουράτ αγάς, τη ΔΙΑΤΑΓΗ ΤΟΥ ΕΠΟΠΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΛΑΓΚΑΔΑ, φέρων μαζύ του και χωροφύλακα και 25 ζώα ήρχισε το καταστρεπτικόν έργον του. Η τολμηρά επέμβασις των κατοίκων προσφύγων προέλαβε το κακόν»[66].

Για τη «Μακεδονία» (πρωτοσέλιδο άρθρο της 19/6/1921) οι κομματικοί υπολογισμοί είναι εκείνοι οι οποίοι απέτρεψαν ώστε να μην γίνει ότι έπρεπε να γίνει από απόψεως εποικισμού. Οι κομματικοί υπολογισμοί είναι εκείνοι οι οποίοι «ενέπνευσαν την αντεθνική στάσιν απέναντι των Καυκασίων, οίτινες ώθησαν εις την παύσιν του Καραγκούνη, διότι έτσι το ήθελαν οι μπέηδες, όπως ήθελαν οι μπέηδες να διώκονται οι Καυκάσιοι, όπως ήθελαν να παύωνται οι υπάλληλοι, οι οποίοι, ως ο Αμβράσογλου, είχαν σαφή επίγνωσιν της αποστολής των, αλλά και της εθνικότητος του έργου των.[…]».

Οι Τούρκοι βουλευτές θα ζητήσουν να παύσει η εγκατάσταση Καυκασίων σε Μουσουλμανικά χωριά και ο Γενικής Διοικητής κ. Αλεξανδρόπουλος θα καλεστεί από τον υπουργό Εσωτερικών κ. Στάη να δώσει περαιτέρω εξηγήσεις[67].

Στις 8/8/1921, στη Θεσσαλονίκη, ο υπουργός κ. Τσαλδάρης θα δεχθεί σε συνεργασία τους Μουσουλμάνους πληρεξούσιους Θεσσαλονίκης παρουσία και του Νομάρχη κ. Παρασκευόπουλου. Η «Μακεδονία» σχολιάζει:

«[…]Ούτω ο σκοπός του Υπουργικού ταξειδίου εξεπληρώθη. Οι Μουσουλμάνοι «δεν θα μας φύγουν». Τώρα ημπορεί να απέλθη εις Αθήνας ο κ. Τσαλδάρης ήσυχος.

Οι Καυκάσιοι ημπορούν να περιμένουν την αποκατάστασίν των, πεθαίνοντες εν τω μεταξύ και μερικοί αν δεν έχουν καλλίτερον τι να κάμουν…»[68]

Πράγματι η κατάσταση των Καυκασίων βαίνει τραγική. Ο Γενικός Διοικητής κ. Αλεξανδρόπουλος θα παρέμβει και θα πετύχει να μοιραστούν στους Καυκασίους 2.500 «βουλγαρικά κτήνη» καθότι, όπως ο ίδιος καταθέτει σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Εμπρός» (21/9/1921, σελ. 2) : «[…]είδα ιδίοις όμμασι δέκα επτά Καυκασίους εζευγμένους εις τα άροτρα και προσπαθούντας ελλείψει ζώων να καλλιεργήσωσιν αγρούς. Επίσης είδον Καυκάσιον εζευγμένον εις άροτρον με τον μοναδικόν όνον του αγωνιζόμενον να αροτριάση μικρόν τμήμα.[…]».

Τέλη Σεπτεμβρίου 1921 η κυβέρνηση επιδιώκει την υπερψήφισή της, και αποβλέπει έτσι στις ψήφους και των μπέηδων βουλευτών. Οι πληροφορίες της «Μακεδονίας» αποκαλύπτουν πως η κυβέρνηση τηλεφράφησε στον κ. Γενικό Διοικητή «να προσπαθήση δια πάσης θυσίας να εξευμενίση τους Μουσουλμάνους βουλαυτάς, να προσέλθουν εις την Συνέλευσιν και να υπερψηφίσουν της κυβερνήσεως, διότι είχον τελευταίως δυσαρεσκείας ένεκα του ζητήματος του Εποικισμού των Καυκασίων».

Στις 22/9/1921 (σύμφωνα με πληροφορίες της «Μακεδονίας») έγινε σύσκεψη των δύο μουφτήδων –Θεσσαλονίκης και Βοδενών- με Μουσουλμάνους βουλευτές και τον Γενικό Διοικητή κι αποφασίστηκε όπως οι βουλευτές αυτοί «να υπερψηφίσουν της κυβερνήσεως εξομαλυθεισών των σχέσεών των». Μετά τη λήξη δε του ως άνω συμβουλίου (πάντα σύμφωνα με πληροφορίες της «Μακεδονίας») οι μπέηδες βουλευτές εκφράστηκαν ειρωνικά «δια την αφέλειαν της κυβερνήσεως και των ενταύθα αντιπροσώπων της δηλώσαντες εις προσκειμένους αυτοίς κύκλους ότι είναι μεγάλη αφέλεια να νομίζεται ότι είναι ποτέ δυνατόν οι Τούρκοι βουλευταί να μη ψηφίσουν την παρούσαν κυβέρνησιν ωσάν να υπάρχη άλλη επιθυμητοτέρα από Τουρκικής απόψεως»[69].

Η «Μακεδονία» κατακρίνει αυτό το «παζαρλίκι» κυβέρνησης και μπέηδων βουλευτών:

«Κατά τας πληροφορίας Αθηναϊκών συναδέλφων οι μπέηδες βουλευτές Μακεδονίας και Θράκης δραστηρίων περιάγουν τα φεσέκια των ανά τα διάφορα υπουργεία.

Πρόκειται προφανώς περί εκτελέσεως συμπεφωνημένων εκ μέρους της Κυβερνήσεως. Παζαρλίκι είνε αυτό Τζάνουμ! Οι μπέηδες εξετέλεσαν την υπόσχεσίν των ψηφίσαντες υπέρ της Κυβερνήσεως. Τώρα υπολείπεται να εκτελέση και αυτή τας ιδικάς της υποσχέσεις.

Οι Καυκάσιοι ωρισμένως θα βλέπουν κακά όνειρα κατά τας νύκτας αυτάς…»[70]

Επίλογος

Για τους Καυκάσιους που έρχονται στην Ελλάδα στα τέλη του 1920 και στις αρχές του 1921 δε θα γίνει καμιά προπαρασκευαστική εργασία για την εγκατάστασή τους.

Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί δεν έχουν ακόμα μετακινηθεί[71]. Η αθρόα αποστολή τους στο Κιλκίς θα αρχίσει το Μάρτιο του 1921 , παρόλο που η περιοχή αυτή ήταν ακατάλληλη για την εγκατάστασή τους και ενώ οι ίδιοι ζητούσαν να εγκατασταθούν στα σύνορα. Εκεί στην περιφέρεια Κιλκίς θα σημειωθούν σημαντικοί αριθμοί θανάτων και παρ’ όλα αυτά η Κυβέρνηση θα εξακολουθεί να αποστέλλει και νέους πληθυσμούς. Στην Έδεσσα οι Καυκάσιοι θα εγκατασταθούν σε πέντε συνοικισμούς. Οι μουσουλμάνοι θα αντιδράσουν και οι πληρεξούσιοί τους θα διαμαρτυρηθούν και θα απειλήσουν ότι θα καταψήφιζαν κάθε κυβέρνηση που δε θα απομάκρυνε τους πρόσφυγες από την περιοχή. Υπό την πίεση αυτή η Κυβέρνηση εξέδωσε αυστηρές διαταγές για μετακίνηση των Καυκασίων. Οι ίδιοι θα αρνηθούν τη μετακίνηση. Έτσι θα τους επιβληθεί το μέτρο του αποκλεισμού, δηλαδή απαγόρευση καλλιέργειας και χορήγησης ζωάρκειας και ζώων. Ο Καυκάσιος βουλευτής Καβάλας Δ. Ευθυμιάδης στη συνεδρίαση της 27ης Ιουνίου 1924 (Ε.Σ.Β., συνεδρίαση 67, σελ. 515), αφού καταγγείλει όλα τα παραπάνω, θα τονίσει : «Ούτω η ύπαρξις μιας κυβέρνησης, χάριν των απαιτήσεων των Τούρκων πληρεξουσίων της Ελληνικής Εθνοσυνελεύσεως, χάριν της ψήφου αυτών, εστηρίζετο επί των πτωμάτων των προσφύγων». Το στρατιωτικό κίνημα του 1922 τερμάτισε την περιπέτεια των Καυκάσιων της Έδεσσας επιτρέποντας την εγκατάστασή τους στην περιοχή[72].

Επιμύθιο

Κατά το Δεκέμβριο του 1922 ο κ. Γκοτζαμάνης, βουλευτής τότε, συμμαχώντας με τον Τούρκο συνάδελφό του Χασάν μπέη κατόρθωσε να πετύχει την βίαιη έξωση από το Συνοικισμό Επισκοπής διακοσίων οικογενειών Καυκασίων προσφύγων, των οποίων τα χωράφια ήθελαν να καταλάβουν διάφοροι Τούρκοι. «Η έξωσις των ατυχών προσφύγων εγένετο κατά μήνα Δεκέμβριον, αι δε οικογένειαί των μεταφερθείσαι εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν Βερτεκόπ παρέμεινον επί δίμηνον εντός των βαγονίων όπου οι περισσότεροι απέθανον εξ ασιτίας και ψύξεως»[73].



[1] Kafkasios-pontokomitis

[2] Μήνες πριν ο Άγιος Τραπεζούντος γράφοντας στον Αδοσίδη για τους Καυκάσιους «εξεφράσθη περί αυτών κατά τρόπον δυσμενέστατον».(ΦΩΤΙΑΔΗΣ ΚΩΣΤΑΣ, ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΟΥ ΕΥΞΕΙΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΥΚΑΣΟΥ,ΚΕΣΟΠΟΥΛΟΣ,Β,ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ,2001, σελ. 103) &

[3] Εφ. «Μακεδονία», 7/5/1920 σελ. 1 : «Κατά τας επανειλημμένας συνεργασίας Βενιζέλου Αδοσίδου απεφασίσθη, όπως 40000 εκ των Ελλήνων γεωργών του Καυκάσου εγκατασταθούν εις την Μακεδονίαν, παραχωρουμένων εις αυτούς γαιών. Επίσης, απεφασίσθη όπως δια την εγκατάστασίν των διατεθή πίστωσις 20μ εκατομμυρίων δραχμών. Η δαπάνη αύτη θ’ αυξηθή, εάν παραστή ανάγκη. Τονίζεται ότι οι Καυκάσιοι είναι οι καλύτεροι γεωργοί της Νοτίου Ρωσσίας».

&«Υπολογίζεται ότι το ένα τρίτο των Καυκασίων προσφύγων πέθανε περιμένοντας τα πλοία που θα τους μετέφεραν στην Ελλάδα».

(ΑΓΤΖΙΔΗΣ ΒΛΑΣΗΣ, ΠΑΡΕΥΞΕΙΝΙΟΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑ, ΑΦΟΙ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ , Β, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 2001, σελ. 209)

[4] Εφ. «Εμπρός», 3/6/1920 σελ. 2

[5] Εφ. «Μακεδονία», 7/6/1920 σελ. 2

[6] Εφ. «Μακεδονία», 8/6/1920 σελ. 1

[7] Εφ. «Εμπρός», 10/6/1920 σελ. 4

[8] Εφ. «Μακεδονία», 10/6/1920 σελ. 1

[9] Εφ. «Μακεδονία», 11/6/1920 σελ. 1

[10] Εφ. «Μακεδονία», 16/6/1920 σελ. 1

[11] Εφ. «Μακεδονία», 22/6/1920 σελ. 1

[12] Εφ. «Μακεδονία», 25/6/1920 σελ. 1

[13] Εφ. «Μακεδονία», 30/6/1920 σελ. 1

[14] Εφ. «Μακεδονία», 5/7//1920 σελ. 4

[15] Εφ. «Μακεδονία», 8/7/1920 σελ. 1

[16] Εφ. «Μακεδονία», 11/7/1920 σελ. 1

[17] Εφ. «Μακεδονία», 9/7/1920 σελ. 1

[18] Εφ. «Μακεδονία», 11/7/1920 σελ. 1

[19] Εφ. «Μακεδονία», 18/7/1920 σελ. 1

[20] Εφ. «Μακεδονία», 22/7/1920 σελ. 1

[21] Εφ. «Μακεδονία», 27/7/1920 σελ. 1 & Εφ. «Μακεδονία», 7/7/1920 σελ. 1

[22] Εφ. «Μακεδονία», 4/8//1920 σελ. 1

[23] Εφ. «Μακεδονία», 5/8//1920 σελ. 1

& Το «Μπερηδάιρ» θα φτάσει στη Θεσσαλονίκη στις 21/8/1920 με 3.880 Καυκασίους πρόσφυγες οι οποίοι ¨κατά πάσα πιθανότητα , θα στεγαστούν προσωρινώς εις το τελευταίως αγορασθέν υπ΄αριθ. 43 Αγγλικόν Νοσοκομείον». (Εφ. «Μακεδονία», 22/8//1920 σελ. 1)

[24] Εφ. «Μακεδονία», 9/8//1920 σελ. 2

[25] Εφ. «Μακεδονία», 27/8//1920 σελ. 2

[26] Εφ. «Μακεδονία», 28/8//1920 σελ. 1

[27] Εφ. «Μακεδονία», 9/9/1920 σελ. 1

[28] Εφ. «Μακεδονία», 25/10/1920 σελ. 1

[29] Εφ. «Μακεδονία», 27/10/1920 σελ. 1

[30] Εφ. «Μακεδονία», 30/10/1920 σελ. 1

[31] Εφ. «Μακεδονία», 11/12/1920 σελ. 2

[32] Εφ. «Μακεδονία», 11/11/1920 σελ. 1

[33] Εφ. «Μακεδονία», 29/11/1920 σελ. 1

[34] Εφ. «Μακεδονία», 8/1/1921 σελ. 1

[35] Εφ. «Μακεδονία», 21/11/1920 σελ. 1

[36] Εφ. «Μακεδονία», 3/12/1920 σελ. 1

[37] Εφ. «Μακεδονία», 5/12/1920 σελ. 1

[38] Εφ. «Μακεδονία», 6/12/1920 σελ. 1

[39] Εφ. «Μακεδονία», 7/12/1920 σελ. 1

[40] Εφ. «Μακεδονία», 8/12/1920 σελ. 2

[41] Εφ. «Μακεδονία», 10/12/1920 σελ. 1

[42] Εφ. «Μακεδονία», 11/12/1920 σελ. 1

[43] Εφ. «Μακεδονία», 16/12/1920 σελ. 1

[44] Εφ. «Μακεδονία», 17/12/1920 σελ. 1

[45] Ο έγκριτος δικηγόρος της Θεσσαλονίκης κ. Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης είχε ανακηρυχτεί ως επίτιμος πρόεδρος των Καυκασίων. (Εφ. «Μακεδονία», 21/12/1920 σελ. 1)

[46] Εφ. «Μακεδονία», 17/12/1920 σελ. 1

[47] Εφ. «Μακεδονία», 19/12/1920 σελ. 1

& η «Μακεδονία» δίνει συνέχεια στο θέμα των ορφανών παιδιών με μονόστηλο στις 21/12/1920: «Έχομεν προ ημών 300 ορφανά καυκασίων όχι υποφέροντα απλώς αλλά αποθνήσκοντα εκ της πείνης και των στερήσεων. Ο επίτιμος πρόεδρος των καυκασίων και έγκριτος δικηγόρος της πόλεώς μας κ. Σοφοκλής Τριανταφυλλίδης κρούει την θύραν του πλουσιωτέρου παρ’ ημίν ασύλου και ανοίγεται η θύρα του φτωχοτέρου τοιούτου και πληρούνται στήλαι ολόκληροι δια τα επιτελεσθέντα θαύματα εις την άνευ πόρων διατήρησιν καθιδρύματος τιμώντος την πόλιν και την οικουμένην»

[48] Εφ. «Μακεδονία», 21/12/1920 σελ. 1

[49] Εφ. «Μακεδονία», 22/12/1920 σελ. 1

[50] Εφ. «Μακεδονία», 24/12/1920 σελ. 1

[51] Εφ. «Μακεδονία», 25/12/1920 σελ. 1

[52] Εφ. «Μακεδονία», 29/12/1920 σελ. 1

[53] Εφ. «Μακεδονία», 28/12/1920 σελ. 1

[54] Εφ. «Εμπρός», 27/12/1920 σελ. 2

[55] Εφ. «Μακεδονία», 28/12/1920 σελ. 1

[56] Εφ. «Εμπρός», 27/12/1920 σελ. 2

[57] ΑΛΒΑΝΟΣ ΡΑΫΜΟΝΔΟΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΕΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ (1922-1949), (ΑΝΕΚΔΟΤΗ) ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΑΠΘ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 2005, σελ. 36

[58] Εφ. «Μακεδονία», 8/1/1921 σελ. 1

[59] Εφ. «Μακεδονία», 10/1/1921 σελ. 1

[60] Εφ. «Μακεδονία», 14/1/1921 σελ. 1

[61] «Χθες απεβίωσαν 35 Καυκάσιοι και 15 κάτοικοι της Θεσσαλονίκης. Εντός του τελευταίου τετραημέρου απεβίωσαν 135 Καυκάσιοι». (Εφ. «Μακεδονία», 9/2/1921)

[62] Εφ. «Μακεδονία», 11/1/1921 σελ. 1

[63] Εφ. «Μακεδονία», 11/1/1921 σελ. 1

[64] Εφ. «Μακεδονία», 26/3//1921 σελ. 1

[65] Έως το Φεβρουάριο του 1921 στο Κιλκίς είχαν εγκατασταθεί 2.200 οικογένειες Καυκασίων. (Εφ. «Μακεδονία», 7/2/1921 σελ. 1)

[66] Εφ. «Μακεδονία», 12/5/1921 σελ. 3

[67] Εφ. «Μακεδονία», 24/7/1921 σελ. 2

[68] Εφ. «Μακεδονία», 9/8/1921 σελ. 1

[69] Εφ. «Μακεδονία», 23/9/1921 σελ. 1

[70] Εφ. «Μακεδονία», 6/10/1921 σελ. 1

[71] Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί της Μακεδονίας θα αρχίσουν να αποχωρούν από την περιοχή μετά την υπογραφή της Σύμβασης της Λωζάνης (30/1/1923) και την ίδρυση του αυτόνομου οργανισμού αποκατάστασης προσφύγων, που επικυρώθηκε με το Ν.Δ. της 17/12/1923.

[72] ΓΙΩΤΑ ΜΑΡΙΑ, Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΝΤΑΞΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΤΟΥ 1922 ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ (1922-1940) (ΑΝΕΚΔΟΤΗ)ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΑΠΘ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 2005, σελ. 49

[73] Επιστολή Ι. Παπαδόπουλου σε εφ. «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ» , 26/11/1930, σελ. 2

4 σχόλια:

  1. Αναφορά από την εγκατάσταση Καυκασίων στη Θράκη
    Σύμφωνα με εκτενή ανταπόκριση από το Σουφλί πληροφορούμαστε πως «η εγκατάστασις των Καυκασίων εις την Δυτικήν Θράκην εξακολουθεί πυρετωδώς». Πιο αναλυτικά ...

    *******

    Μήπως γνωρίζεται που βρίσκεται αυτή η αναφορά; Έχετε κάποια παραπομπή;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ελεύθερη η αναδημοσίευση, μπορείτε και από: http://www.scribd.com/andreas_apostolou/documents

    ΑπάντησηΔιαγραφή