Από το Αζάτ Καρς Καυκάσου Ρωσίας στα χωριά του Αμυνταίου Φλωρίνης

Το Αζάτ του Καυκάσου

από: ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΕΣΤΙΑ, τεύχος 17, σελίδες 16-17

Παυλίδης Πολυχρόνης

Βαλτόνερα- Αμυνταίου- Φλωρίνης

Το χωριό Αζάτ ήταν ένα αμιγές Ελληνικό χωριό με 94 Ελλ. Οικογένειες, χωρίς καμμιά Τουρκική. Υπαγόταν στην επαρχία του Καρς, του Καυκάσου και είχε δύο εκκλησίες, του Αγίου Γεωργίου και της Αναλήψεως. Το περίεργο ήταν ότι στην τελευταία εκκλησία υπήρχε μια βρύση, της οποίας το νερό άρχιζε να τρέχει 2-3 ημέρες πριν από τη γιορτή της αναλήψεως, συνέχιζε να τρέχει επί 40-50 μέρες και μετά σταματούσε ολότελα.

Συνέβαινε δε αυτό κάθε χρόνο, χωρίς να μπορεί να δοθεί ευλογοφανής εξήγηση στο φαινόμενο! Από τους παπάδες του χωριού θυμούμαι μόνο τον παπά-Ιωάννη Αμοιρίδη.

Στο χωριό υπήρχε ένα σχολείο με εκατόν πενήντα (150) μαθητές που διέθετε 4 τάξεις. Εκτός όμως εκείνου, είχε αρχίσει, η ανέγερση και ενός άλλου προτύπου, το οποίο δυστυχώς δεν πρόλαβε να αποπερατωθή διότι στο αναμεταξύ είχαν αρχίσει οι διωγμοί των Τούρκων.

Οι δάσκαλοι του χωριού ήταν οι παρακάτω:

1. Μελισσανίδης Αλέξανδρος

2. Κοσμίδης Χαράλαμπος

3. Σιδηρόπουλος Σπυρίδων

4. Φωτιάδης Φίλιππος

5. Παυλίδης Νικόλαος

6. Παυλίδης Βασίλειος και

7. Νικολαΐδης Κων/νος

Στο χωριό υπήρχαν και δύο παντοπωλεία τα οποία ανήκανε στους Παναγιωτίδην Αναστάσιον και Παυλίδην Αριστείδην.

Οι προύχοντες του χωριού ήταν ο Παυλίδης Παύλος και ο Παυλίδης Αλέξανδρος. Οι δε μορφωμένοι που βγήκαν απ’ αυτό ήταν οι παρακάτω:

1. Ευθυμιάδης Δημήτριος, Πολιτικός Μηχανικός και Βουλευτής του Παπαναστασίου στην Ελλάδα.

2. Παυλίδης Αβραάμ, ταγματάρχης.

3. Σιδηρόπουλος Θεοδόσιος, ταγματάρχης και

4. Κοσμίδης Λάζαρος, ιατρός.

Στο χωριό δεν είχαμε δάση, ούτε μεγάλα βουνά εκτός από μερικούς λόφους, όπως λχ ήταν ο λόφος της Αναλήψεως. Το ίδιο ισχύει και για τα ποτάμια, εκτός δηλαδή από ένα μικρό ποτάμι, που περνούσε μέσα από το χωριό, άλλα ποτάμια μεγαλύτερα δεν είχαμε.

Οι κάτοικοι του χωριού ζούσανε από τη γεωργία και την κτηνοτροφία, υπήρχε δε η συνήθεια κάθε 7 χρόνια να γίνεται αναδιανομή των χωραφιών. Γενικά, οι αγροτικές ασχολίες γινότανε με τα μέσα της εποχής, οργώναμε λχ τα χωράφια με ξύλινα άροτρα στα οποία ζεύαμε 7 ζευγάρια βόδια ή βουβάλια και αλωνίζαμε με 5 μεγάλα «τουκάνια». Τα ζώα που διέθετε κάθε οικογένεια ήταν βόδια, βουβάλια, άλογα και πρόβατα, που πολλές φορές σε μερικά σπίτια φτάνανε τον αριθμό των πενήντα. Για όλα αυτά το χωριό διέθετε 5000 στρέμματα βοσκές, που βρισκόταν στις τοποθεσίες: «Τσαλίμ», κοντά στην πηγή του ποταμού μας, στο «Τασχανάν» (Λατομείο), στο «Γαλτούχ», στο «Πουρούμ» και στη θέση «Λειβάδια».

Παρόλο που οι κάτοικοι ζούσανε καλά, πολλοί απ’ αυτούς μεταναστεύσανε στην Κριμαία και στη Γεωργία, αναζητώντας καλύτερη τύχη.

Το χωριό ήταν διηρημένο σε δύο μαχαλάδες, στον άνω και στον κάτω μαχαλά. Είχε δε και έξη οργανοπαίχτες για την ψυχαγωγία των κατοίκων, για τους γάμους και τις γιορτές που ήταν οι παρακάτω:

1. Θεοδωρίδης Αλέξανδρος, λυράρης

2. Μελισσανίδης Σάββας, ζουρνατζής

3. Νικολαΐδης Παντελής, ζουρνατζής

4. Κοσμίδης Γεώργιος, ζουρνατζής

5. Νικολαΐδης Ιβάν, κλαρινίστας και

6. Χρυσοστομίδης Αλέξανδρος, τουλουμτζής (γκάιντα).

Δεν υποφέραμε από τους Τούρκους, όσο βρισκόμασταν στο χωριό μας, γιατί είμασταν όλοι ενωμένοι και γερά οπλισμένοι. Επεισόδια μ’ εκείνους γινήκανε μόνο κατά τη φυγή μας στα ενδότερα του Καυκάσου (σε Ρωσικό έδαφος).

Από το χωριό μας φύγαμε με κάρα και τρένα, το 1917, λόγω της Οκτωβριανής Επανάστασης, στα ενδότερα της Ρωσίας, στην δε Ελλάδα ήρθαμε το 1920. Στην αρχή μας είχαν περιορίσει στην Καλαμαριά 2 μήνες, στη συνέχεια μας πήγανε στην Ανατολική Θράκη, όπου μείναμε 1 χρόνο και τέλος μετά την Μικρασιατική καταστροφή και την οπισθοχώρηση των Ελλήνων, μας εγκατέστησαν οριστικά στα Βαλτόνερα του Νομού Φλωρίνης, όπου μένομε μέχρι σήμερα. Με τη φυγή μας από το χωριό μας, πήραμε μαζί μας την καμπάνα της εκκλησίας μας! Και ένα Ευαγγέλιο, τα οποία και τοποθετήσαμε στην εκκλησία του αγίου Κων/νου και Ελένης, στα Βαλτόνερα. Πολλά άλλα κειμήλια που είχαμε πάρει μαζί μας, χαθήκανε όλα λόγω των συνεχών μετακινήσεών μας.

Στο χωριό υπήρχε και ένα κάστρο «Ταπκάδας» στο οποίο δούλευα μαζί με άλλους χωρικούς. Τα τραγούδια και οι χοροί μας ήταν οι συνηθισμένοι ποντιακοί. Μάλιστα εκτός εκείνων, τραγουδούσαμε και εθνικά τραγούδια όπως εκείνο που τραγουδούσαν δύο αδελφές και ένας αδελφός , της οικογενείας Αν. Παναγιωτίδη, στο οποίο μεταξύ των στίχων υπήρχαν και τα παρακάτω λόγια, που αφορούσαν την απελευθέρωση της Μακεδονίας:

Η Σερβία και το Γκρατς

Ελλάς και Βουλγαρία

Ερχίνεσαν τον πόλεμον

για την ελευθερίαν.

Τέλος τα πλησιέστερα χωριά και πόλεις προς το Αζάτ ήταν τα παρακάτω:

1. Αρτός, που απείχε 10 χιλιόμετρα.

2. Μαρατσούχ, 3 χιλιόμετρα και

3. Καρς, 7 χιλιόμετρα.

1 σχόλιο: