Από Σουμπατάν-Καρς-Ρωσίας σε Παλιό Αγιονέρι, Πρόχωμα Αξιουπόλεως, Μαυρονέρι και Κορώνα Κιλκίς, Πολίχνη

Σουμπατάν[1]

Το χωρίον Σουμπατάν ευρίσκεται ανατολικώς της πόλεως Καρς εις απόστασιν 30 χλμ (βλ. χάρτην σελ. 35).

Διοικητικώς υπήγετο εις την υποδιοίκησιν Σουρακέλ του νομού Καρς. Ελληνικά χωρία πλησίον του Σουμπατάν ήσαν τα εξής:

Ονομασία

Απόστασις εις χλμ από του Σουμπατάν

Ελληνικαί οικογένειαι

Χατζή-Βελή

3

150 τουρκφ.

Βεζίνκιοϊ

10

150 τουρκφ.

Χαλίφ-Ογλί

12

180 αρμενόφ. Και τουρκφ.

Το Σουμπατάν είχεν 120 περίπου ελληνικάς πατριαρχικάς οικογενείας, ομιλούσας την ποντιακήν διάλεκτον, και 80 τουρκικάς. Ως προς την αναλογίαν όμως των ατόμων των δύο ομάδων έχομεν ν παρατηρήσωμεν ότι αι 80 τουρκικαί ηρίθμουν 1100 άτομα, ενώ αι 120 ελληνικαί 1004. Μόνον η οικογένεια του Τούρκου Μουστά Αγά ηρίθμει 45 άτομα, ενώ η του Έλληνος Σωφρόν Αγά 32.

Οι πρόγονοι των κατοίκων του Σουμπατάν κατήγοντο εκ της περιοχής Μπαϊμπούρτ Ερζερούμ και είχον μεταναστεύσει κατά τον Ρωσοτουρκικόν πόλεμον του 1877-78 εις το Κιουμπέτ της περιοχής Τσάλκας (βλ. χαρτ. σελ. 37),

ίνα απαλλαγούν εκ των καταπιέσεων των Τούρκων. Κατόπιν όμως, μετά την κατάληψιν του Καρς υπό των Ρώσων, μετεκινήθησαν και εγκαταστάθησαν εις το Σουμπατάν, ως και εις άλλα χωρία του Καρς.

Μετά την κατάρρευσιν του τσαρικού καθεστώτος και την κατάληψιν της περιοχής Καρς υπό των τουρκικών στρατευμάτων οι ανωτέρω πρόσφυγες ηναγκάσθησαν να εγκαταλείψουν τας πατρίδας των (17 Μαρτίου 1918) και να μεταναστεύσουν εις διάφορα χωρία της περιοχής Τσάλκας (Κιουμπέτ, Άβρανη, Τσινίς κ.ά.), όπου έμειναν εν περίπου έτος . Μετά την παρέλευσιν τούτου επέστρεψαν εις την πατρίδα των, οπόθεν κατά Μάϊον του 1920 κατόπιν προσκλήσεως της ελληνικής Επιτροπής μεταναστεύσεως μετέβησαν εις Βατούμ και ήρχισαν να αναχωρούν ατμοπλοϊκώς εις την Ελλάδα καθ’ ομάδας ακολουθούντες το εξής δρομολόγιον: Βατούμ- Κωντσντινούπολις-Θεσσαλονίκη. Εκείθεν διεσκορπίσθησαν εις Βερλάντζαν (Παλαιόν Αγιονέρι) οικογένειαι 100, Δογαντζή (Πρόχωμα Αξιουπόλεως) 40, Καρά-Μπουνάρ (Μαυρονέρι Κιλκίς) 15, Κράσταλη (Κορώναν Κιλκίς) 15, Καρά-Ισίν (Πολίχνην Θεσσαλονίκης) 4 και ελάχιστοι εις διάφορα χωρία της Μακεδονίας. Το σύνολον των ανωτέρω οικογενειών ανέρχεται εις 174 και πλέον, πράγμα το οποίον εκ πρώτης όψεως ξενίζει τον αναγνώστην, διότι είδομεν ότι το Σουμπατάν είχεν 120 οικογενείας. Η αύξησις του αριθμού των εις την Ελλάδα οφείλεται εις τον κατατεμαχισμόν των πατριαρχικών οικογενειών εις μικροτέρας οικογενείας.

Οι επικρατούντες άνεμοι εις το Σουμπατάν είναι οι βόρειοι και οι νότιοι. Το απόλυτον υψόμετρον είναι περί τα 700μ. Το κλίμα είναι υγιεινόν , ήπιον κατά το θέρος και δριμύ κατά τον χειμώνα. Τα νερά ήσαν ολίγα. Ενδυμασία , ήθη και έθιμα των κατοίκων ήσαν τα συνήθη ποντιακά.

Γνωσταί οικογένειαι του Σουμπατάν ήσαν του Αζονάντ ή Καρούλωβ (Καρολίδη), Κουτσουράντ ή Κουτσούρωβ (Κουτσουρίδη), Νταμουρτζάντ ή Νταμερτζώβ (Δεμουρτζίδη), Τσαπελάντ ή Καρίμπωβ (Καριπίδη) κ.ά. οι κάτοικοι ήσαν χριστιανοί ορθόδοξοι, υπαγόμενοι εις την ρωσικήν Μητρόπολιν Καρς, και είχον μίαν εκκλησίαν, του Αγίου Γεωργίου, καθώς και τρία παρεκκλήσια, του Αγίου Γεωργίου, του Αγίου Παύλου με αγίασμα και της Αναλήψεως. Το τελευταίον τούτο είχεν αγίασμα μόνον κατά την ημέραν της εορτής του, ως λέγουν οι κάτοικοι.

Τα οικήματα του Σουμπατάν ήσαν μονώροφα, λιθόκτιστα με χωμάτινην στέγην κατά τον συνήθη ποντιακόν τρόπον.

Η γεωργία ήτο αρκετά ανεπτυγμένη. Τα κύρια προϊόντα της ήσαν σίτος, κριθή, λινάρι, ράβι (μπουρτζάκ), γιοντζάς (τριφύλλι) και ο καπουλτζάς (είδος σίτου, από τον οποίον έκαμνον το μπλιγούρι των).Η ετήσια παραγωγή των δημητριακών υπολογίζεται ότι ανήρχετο εις 1500 περίπου τόννους. Ανεπτυγμένη ήτο και η κτηνοτροφία. Συνολικώς τα μεγάλα ζώα (βόδια , αγελάδες, βουβάλια) ανήρχοντο εις 2500, τα δε μικρά (πρόβατα, αίγες) εις 4000. Επίσης διετρέφοντο και χοίροι. Μόνον οι Καρούλωβ είχον 40-50 χοίρους.

Το Σουμπατάν είχεν τετρατάξιον μεικτόν δημοτικόν σχολείον, λιθόκτιστον, μονώροφον, με δύο αιθούσας και διάδρομον. Εις εκάστην αίθουσαν ελειτούργουν δύο τάξεις. Εις το σχολείον τούτο, το οποίον ήτο κοινοτικόν εφοίτουν 130 περίπου παιδιά, τα οποία εδιδάσκοντο υπό δύο διδασκάλων.

Το χωρίον δεν αποτέλει ιδίαν κοινότητα, αλλά υπήγετο εις την κοινότητα του ρωσικού χωρίου Σαχναλάρ.



[1] ΜΑΡΑΒΕΛΑΚΗΣ Μ.-ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ Α., ΑΙ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΕΝ ΤΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ΙΜΧΑ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 1955, σελ. 161 έως 163





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου