Από Μολά Μουσταφά ή Ιβανπόλ-Καρς-Ρωσίας σε Παλιό Αγιονέρι Κιλκίς, Κουδούνια Δράμας, Νέο Καύκασο και Αρμενοχώρι Φλώρινας, Επτάμυλο κ.α.

Μουλά Μουσταφά-Ιβανπόλ[1]

Το χωρίον τούτο ευρίσκεται εις το μέσον σχεδόν της δημοσίας οδού Καρς-Καγισμάν και δυτικώς αυτής. Υπήγετο εις την κοινότητα Ολουχλή της υποδιοικήσεως Καγισμάν του νομού Καρς. Απείχε του Καρς περίπου 30 χλμ και έκειτο πλησίον των εξής ελληνικών χωρίων:

Ονομασία

Απόστασις εις χλμ από του Ιβανπόλ

Ελληνικαί οικογένειαι

Κάτω Τσαπίκ

4

70 ελλφ

Γιαλαούζ-Τσαμ

4

150 ελλφ

Ολουχλή

5

140 ελλφ

Επάνω Τσαπίκ

7

40 ελλφ

Καρά-Κιλισέ

7,5

220 ελλφ

Το Μουλά-Μουσταφά είχε περί τας 130 ελληνικάς και ελληνοφώνους οικογενείας, ομιλούσας την ποντιακήν διάλεκτον.

Οι επικρατούντες άνεμοι είναι οι βόρειοι και οι νότιοι. Το απόλυτον υψ. 700μ περίπου. Η χιών καλύπτει την περιοχήν επί 6 μήνας περίπου, αι δε βροχαί κατά το πλείστον πίπτουν κατά Μάϊον. Το χωρίον έχει πολλάς πηγάς , εκ των οποίων αι μεγαλύτεροι είναι η Αλακιόζ και η Καρά-Γαλά. Επίσης έχει άφθονα τρεχούμενα νερά.

Οι κάτοικοι του Μουλά-Μουσταφά εγκαταστάθησαν εις το χωρίον των μετά τον Ρωσοτουρκικόν πόλεμον του 1877-1878, περί το 1880, προήλθον δε εκ διαφόρων χωρίων της περιοχής Τραπεζούντος (Αργυρουπόλεως, Κρώμνης, Χεροιάνων κ.ά.)

Κατά τον πρώτον παγκόσμιον πόλεμον μετά την κατάρρευσιν του ρωσικού μετώπου του Καυκάσου (1918) επεκράτησε χαώδης κατάσταση εις την περιοχήν. Συνεχείς ήσαν αι συγκρούσεις μεταξύ Τούρκων και Αρμενίων, εξ αιτίας των οποίων πολλά υπέφεραν επί τρία έτη οι Έλληνες κάτοικοι του Καυκάσου. Μεταξύ τούτων ήσαν και οι κάτοικοι του Μουλά-Μουσταφά, οι οποίοι ανεχώρησαν εκ της πατρίδας των τον Μάρτιον του 1918 και με διάφορα μεταφορικά μέσα ή και πεζή έφθασαν εις το Καρά-Κιλισέ, όπου έμειναν επί μια εβδομάδα. Κατόπιν δια του ιδίου τρόπου έφθασαν εις το χωρίον Μαγαρατζίκ του Καρς, όπου έμειναν 20 περίπου ημέρας. Εκείθεν μερικοί μετέβησαν εις τον πλησιέστερον σιδηροδρομικόν σταθμόν και επιβιβασθέντες της αμαξοστοιχίας διηυθύνθησαν προς Τιφλίδα, οι περισσότεροι όμως με διάφορα μεταφορικά μέσα προσέφυγον και εγκαταστάθησαν εις χωρία της περιοχής Τσάλκας (Πάσκιοϊ, Καρακούμ,Πεστάς κ.α.) όπου παρέμειναν επί εν και ήμισυ έτος. Οι μεταβάντες εις την Τιφλίδα επί εν και ήμισυ περίπου έτος ετροφοδοτούντο υπό του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, αλλά πολλοί εξ αυτών απέθανον εκ χολέρας, η οποία έστειλεν εις τον Άδην τα 60% των κατοίκων της περιοχής.

Τότε όσοι Έλληνες ηθέλησαν και επρόφθασαν κατεγράφησαν υπό της ειδικής Επιτροπής μεταναστεύσεως, η οποία είχεν αποσταλή εκεί υπό της Ελληνικής κυβερνήσεως. Ούτως οι διεσπαρμένοι κάτοικοι του Μουλά-Μουσταφά συνεκεντρώθησαν εις την Τιφλίδα, οπόθεν μετέβησαν σιδηροδρομικώς εις Βατούμ, όπου τους παρέλαβον οι Έλληνες αντιπρόσωποι. Από κει ανεχώρησαν ατμοπλοϊκώς άλλοι εις Θεσσαλονίκην και άλλοι εις Πειραιά, οπόθεν τους παρέλαβον οι Έλληνες αντιπρόσωποι. Από εκεί ανεχώρησαν ατμοπλοϊκώς άλλοι εις Θεσσαλονίκην και άλλοι εις Πειραιά, οπόθεν διεσκορπίσθησαν εις διάφορα μέρη της Ελλάδος: 40 οικογένειαι, δηλ. η μεγαλυτέρα ομάς προσφύγων του Μουλά-Μουσταφά, συνεκεντρώθησαν εις Βερλάντζαν (Παλαιόν Αγιονέρι), 35 εις Μούσγαν (Κουδούνια Δράμας), 10 εις Νέον Καύκασον, 3 εις Αρμενοχώριον Φλωρίνης, 3 εις Γεντί-Ντερμέν (Επτάμυλον) και άλλαι αλλαχού.

Αι ενδυμασίαι, παραδόσεις, ήθη και έθιμα του Μουλά-Μουσταφά ήσαν τα συνήθη ποντιακά. Γνωσταί οικογένειαι του τόπου ήσαν του Κωνστ Σαχζαντέ ή Κυριάκωβ (Κυριακίδου), Αλεξ. Γαρατζά ή Ντεμούρτσωφ (Σιδηροπούλου), Ιωάν. Κιεσέπ ή Ευστάφιεβ (Ευσταθιάδου). Αναστάς Κεπεζέ ή Παναγιώτωβ (Παναγιωτίδου), Πολυχρόν Ντεμιρτζή ή Ντεμούρτσωβ (Σιδηροπούλου), Γεώργιος Τεζέορ ή Μιζαήλωβ (Μιχαηλίδου), Θεοφίλου Κελεχπούρ ή Γεώργιεβ (Γεωργιάδου), Σάββα Γιαννούλωβ (Γιαννουλίδου) κ.ά.

Ελάχιστοι μόνο κάτοικοι του Μουλά-Μουσταφά, 4-5, μετηνάστευον εις Βακού, όπου ειργάζοντο ως αρτεργάται και κτίσται. Ήσαν χριστιανοί ορθόδοξοι υπαγόμενοι εις την ρωσικήν Μητρόπολιν του Καρς, και είχον μίαν εκκλησίαν, των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Αι οικείαι ήσαν λιθόκτιστοι, μονώροφοι, με δώμα πάχους ενός μέτρου. Τα κύρια γεωργικά προϊόντα ήσαν κριθάρι, σίκαλις, βίκος και βρώμη. Καπνά, μποστάνια και οπώρας δεν είχον.

Η κτηνοτροφία ήτο ανεπτυγμένη. Οι κάτοικοι όμως είχον μόνον μεγάλα ζώα, 500 βόδια, 350 αγελάδας, 80 βουβάλια και 30 άλογα. Η κάθε οικογένεια είχε 3-4 αροτριώντα ζευγάρια. Συνήθως κατά τας γεωργικάς των εργασίας εζεύγνυον εις εν άροτρον (πλούκι) 12 ζεύγη βοδιών, τα πλείστα των οποίων εδανείζοντο εκ των γειτόνων. Το υνίον του αρότρου τούτου εβυθίζετο εντός του εδάφους εις βάθος 40-50 εκατοστών.

Το Μουλά Μουσταφά είχε τετρατάξιον δημοτικόν σχολείον, λιθόκτιστον, μονώροφον, με δύο αιθούσας, όπου 80 περίπου μαθηταί και μαθήτριαι εδιδάσκοντο υπό δύο διδασκάλων. Εις την μίαν αίθουσαν εγίνετο η διδασκαλία της 1ης και 2ας τάξεως , εις δε την δευτέραν της 3ης και 4ης .



[1] ΜΑΡΑΒΕΛΑΚΗΣ Μ.-ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ Α., ΑΙ ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΕΝ ΤΗ ΠΕΡΙΟΧΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, ΙΜΧΑ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 1955, σελ. 163 έως 165

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου