Τα γεγονότα του χωριού Μεταμόρφωση και του Γυμνασίου Κιλκίς-(Κιλκίς, Μάρτιος 1930)

το κείμενο και εδώ: http://www.scribd.com/doc/54350095/

Μεταμόρφωση Κιλκίς[1],

«Η Μεταμόρφωση είναι χωριό του δήμου Πολυκάστρου, της επαρχίας Κιλκίς, του νομού Κιλκίς, κείμενο στα σύνορα Ελλάδος - ΠΓΔΜ.

Οι κάτοικοί της είναι στην πλειοψηφία τους πρόσφυγες από τον Πόντο, και συγκεκριμένα από το Τσαμλίτσατακ. Η παλαιότερη ονομασία του χωριού ήταν Τσιδεμλί. Η σημερινή ονομασία δόθηκε από την εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος που χτίστηκε το 1930. Πριν το 1912 στο χωριό κατοικούσαν μουσουλμάνοι Τούρκοι, οι οποίοι προσέφυγαν στην Τουρκία μετά τη συνθήκη της Λωζάνης. Το χωριό ερήμωσε πληθυσμιακά κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο και έκτοτε ο πληθυσμός του είναι σε στασιμότητα».

Από Γκιουλεπέρτ Καρς Καυκάσου Ρωσίας σε Μεταμόρφωση Κιλκίς

Στις αρχές του 20ου αιώνα το Τσιδεμλί ήταν ένα χωριό μουσουλμάνων Τούρκων του Κιλκίς . Το χωριό θα καταστραφεί και θα ερειπωθεί κατά τη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων και του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Στα 1920 θα φτάσουν εκεί πρόσφυγες από τον Καύκασο. Συγκεκριμένα από το χωριό Γκιουλεπέρτ ή Τσαμλίτσατακ Καρς Ρωσίας[2].

Στον Καύκασο είχαν ήδη ζήσει τα συνταρακτικά γεγονότα του Φλεβάρη του 1917 που ανέτρεψαν το τσαρικό καθεστώς και εγκαθίδρυσαν τη Δημοκρατία και βίωσαν και το ξέσπασμα της Οκτωβριανής επανάστασης.

Τα κοσμοϊστορικά αυτά γεγονότα άφησαν βαθιές ρίζες στη συνείδηση των ανθρώπων που τα έζησαν. Σύμφωνα με το Γιώργη Σιδηρόπουλο –κάτοικο του χωριού και γραμματέα της τοπικής οργάνωσης ΚΚΕ κατά το μεσοπόλεμο: «Ένοιωσαν βαθειά μέσα στην ψυχή τους πως για την κοινωνία δεν είναι απαραίτητα τα δεσποτικά καθεστώτα των Τσάρων και των Βασιλιάδων και ότι ένα δημοκρατικό καθεστώς διακυβέρνησης είναι εκείνο που χρειάζεται στην ανθρωπότητα». Μάλιστα «στις εκλογές για το γκρέμισμα του Τσάρου», η καταπληκτική πλειοψηφία του χωριού Γκιουλεπέρτ και ιδιαίτερα οι νέοι ψήφισαν το ψηφοδέλτιο του Μπολσεβικικού κόμματος «που έφερνε τον αριθμό 6»[3].

Στο Καρς είχαμε μαζική υπερψήφιση του κόμματος των μπολσεβίκων, κατά τις εκλογές για τη Δούμα, πριν την Οκτωβριανή επανάσταση, λόγω του αγροτικού τους προγράμματος[4]. Βέβαια ευρύτερα στον Καύκασο υπήρξε κυριαρχία των μενσεβίκων (ρεφορμιστική πτέρυγα του ΕΣΚΡ) και οι Έλληνες συντάσσονταν με αυτούς[5].

Μετά την έξοδό τους από το Καρς, οι κάτοικοι του Γκιουλεπέρτ, θα φτάσουν στην Καλαμαριά και χτυπημένοι από τις αρρώστιες , χωρίς σοβαρή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, πανικόβλητοι από τους πολλούς θανάτους θα κινηθούν προς το Κιλκίς και θα εγκατασταθούν στο τουρκοχώρι Τσιδεμλί[6].

Η τελική ονομασία δόθηκε στο χωριό από την εκκλησία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος που χτίστηκε το 1930[7].

Αφού με κόπους και ταλαιπωρίες αποκατασταθούν λίγο θα αρχίσουν να προσανατολίζονται πολιτικά.

Μόλις θα έρθουν σε επαφή με τους εκπροσώπους των πολιτικών κομμάτων θα ταχθούν με το μέρος «του πιο αριστερού δημοκρατικού κόμματος του Παπαναστάση»[8].

Πορεία προς την αριστερά

Οι πρωτοπόροι πρόσφυγες από το Καρς έφεραν ήδη από το 1914 στο Κιλκίς τις σοσιαλιστικές ιδέες. Τις είδαν δε να ριζώνουν και να αγκαλιάζουν μετά το 1926 πλατύτερα λαϊκά στρώματα[9]. Έτσι από το 1926 οι Καυκάσιοι του Κιλκίς ταυτίζονται πλέον με τους κομμουνιστές. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα της απόφασης (του Δημοτικού Συμβουλίου Κιλκίς) της 19/3/1926 στο οποίο αναφέρεται ότι «κατά τη διάρκεια φιλονικίας μεταξύ δύο κοινοτικών συμβούλων, ένας εξ αυτών ενώπιον των αξιωματικών της χωροφυλακής εχαρακτήρισεν τους Καυκασίους γενικώς ότι δεν σέβονται την ιδιοκτησίαν, εννοών προφανώς ότι οι Καυκάσιοι είναι Κομμουνισταί»[10]. Η πρώτη οργάνωση του ΚΚΕ στο Νομό Κιλκίς στήθηκε στο Μεταλλικό το 1926 και το 1927 δημιουργήθηκε ο πρώτος κομματικός πυρήνας του Κιλκίς[11].

Στις εκλογές του 1926 οι κάτοικοι της Μεταμόρφωσης έρχονται σε επαφή με αντιπροσώπους του ΚΚΕ και 6 άτομα του χωριού θα ψηφίσουν το συνδυασμό του Ενιαίου Μετώπου . Σύμφωνα με το γραμματέα της οργάνωσης την εποχή εκείνη Γιώργη Σιδηρόπουλο, στα 1927 θα οργανωθεί πυρήνας του ΚΚΕ στη Μεταμόρφωση . Με την ίδρυσή του ο κομμουνιστικός πυρήνας Μεταμόρφωσης άρχισε να ασχολείται με τα προβλήματα των αγροτών του χωριού «και τους κινητοποιούσε για τη λύση τους».

Έτσι θα κερδίσουν τη συμπάθεια των κατοίκων του χωριού ενώ ταυτόχρονα εξαπλώνονταν η επιρροή των κομμουνιστών και στα γύρω χωριά. Στρατολογήθηκαν και άλλα άτομα στο κόμμα και οργανώθηκε βάση της ΟΚΝΕ.

Παράλληλα οι κομμουνιστές επεκτάθηκαν και σε άλλες δραστηριότητες, οργάνωσαν «ποδοσφαιρικό όμιλο, θεατρικό όμιλο, κέρδισαν τη διοίκηση του Συνεταιρισμού, οργάνωσαν πυρήνες στα γύρω χωριά». Επίσης οργάνωσαν καταναλωτικό συνεταιρισμό , ΓΠΣ, για τη λύση των άμεσων προβλημάτων τους (ενισχύσεις σε γεωργικά εργαλεία ,σε γεωργικές ενισχύσεις, σπόρο, επιδόματα, δάνεια κλπ), οργάνωναν το γιορτασμό της Οκτωβριανής επανάστασης , της Πρωτομαγιάς, τη γιορτή ΛΛΛ, τη γιορτή της γυναίκας κλπ[12].

Ο κομμουνισμός στις κοινότητες αυτές των Καυκασίων ορίζεται ως «μια δύναμη προόδου που θέλει να αλλάξει την κοινωνία και να οικοδομήσει μια καινούρια κοινωνία πιο δίκαιη αλλά και πιο μοντέρνα και αποτελεσματική»[13].

Ο ρόλος των δασκάλων

Ο Μαραντζίδης είχε γράψει πως «παντού στην Ελλάδα , οι δάσκαλοι άσκησαν ένα τεράστιο πολιτικό έργο και βοήθησαν το ΚΚΕ να αυξήσει τις δυνάμεις του». Κατά τη γνώμη του κάθε «προσπάθεια κατανόησης του αγροτικού κομμουνισμού που δε θα λάβει υπόψη της τους κόκκινους δασκάλους θα οδηγήσει σε λανθασμένους δρόμους». Ήταν η κοινωνική θέση που δασκάλου στο εσωτερικό του χωριού : «ο δάσκαλος είναι αυτός που δίνει στο παιδί του αγρότη τις δυνατότητες να ξεφύγει από τη φτώχεια και να ανέλθει κοινωνικά»[14].

Αν έτσι ήταν σε όλα τα μέρη της Ελλάδας , ειδικότερα στο Κιλκίς , μεγάλο μέρος των δασκάλων είχαν ένα επιπλέον προσόν. Είχαν έρθει από τη Ρωσία… όντες δάσκαλοι.

Οι δάσκαλοι του Κιλκίς λοιπόν, «φερμένοι από τη Ρωσία, γαλουχημένοι με τις καινούργιες προοδευτικές ιδέες και την προλεταριακή παράδοση, κουβάλησαν μαζί τους στην Ελλάδα την σοσιαλιστική αντίληψη και την μεταφύτεψαν στην καινούργια πατρίδα τους στο Κιλκίς. Μετεκπαιδεύονται στην Αθήνα για ένα εξάμηνο στα 1928 και έρχονται σε άμεση επαφή με τους προοδευτικούς δασκάλους και διανοητές της εποχής»[15]. Έτσι θα στήσουν τον πρώτο διδασκαλικό πυρήνα του κόμματος , θα κατεβάσουν δικό τους ψηφοδέλτιο στο Κιλκίς και θα κερδίσουν τις εκλογές[16].

Οι Αρχές ανησυχούν. «Ένας εργάτης»[τίτλος υπογραφής] από το Κιλκίς στέλνει επιστολή στο Ριζοσπάστη όπου αναφέρει ότι εκεί είχε φτάσει από προχτές (7/12/1928) ο διοικητής Χωροφυλακής Κόκης , ο οποίος, μετά από καταγγελίες του «συνδέσμου εφέδρων» ότι οι δάσκαλοι του Κιλκίς ρέπουν στον κομμουνισμό, «άρχισε τις ανακρίσεις για ν’ ανακαλύψει τους τρομερούς δασκάλους κομμουνιστάς και παίδευε όλο το χωριό με τις ανακρίσεις»[17].

Το κράτος έχει πάρει τις αποφάσεις του. Έτσι από τους αριστερούς αυτούς δασκάλους άλλοι θα εξοριστούν και άλλοι θα απομακρυνθούν με δυσμενείς μεταθέσεις σε περιοχές της βόρειας Ελλάδας[18].

Και στη Μεταμόρφωση Κιλκίς οι δάσκαλοι του χωριού θα έχουν έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στο σχηματισμό αριστερού πυρήνα.

Σύμφωνα με το Γιώργη Σιδηρόπουλο-γραμματέα της ΚΟ ΚΚΕ Μεταμόρφωσης- οι δάσκαλοι του χωριού Μεταμόρφωση ήταν εκείνοι που είχαν βοηθήσει πολύ στη συγκρότηση του πυρήνα του χωριού. Ήταν μέλη του ΚΚΕ , ανήκαν δε στον πυρήνα των δασκάλων της επαρχίας Κιλκίς . Το γιορτασμό της Εθνικής γιορτής την οργάνωναν οι κομμουνιστές δάσκαλοι και βοηθούσαν και οι λοιποί κομμουνιστές του χωριού[19].

Σε ένα άλλο καυκάσιο χωριό του Κιλκίς, στη Μεγάλη Στέρνα , θα συλληφθεί ο κομμουνιστής δάσκαλος του χωριού Κλήμης Μουρατίδης[20]. Κατηγορούνταν –σύμφωνα με την εφημερίδα «Σκριπ»- ότι «από πολλού χρόνου είχε επεκτείνει την προπαγάνδα του όχι μόνο εις τους νέους του χωριού αλλά και μεταξύ των μαθητών του τους οποίους εφανάτιζε όπως μη μεταβαίνουν εις την εκκλησίαν κατά τας εορταστικάς ημέρας». Μάλιστα ο δάσκαλος αυτός , στις 25 Μαρτίου , θα ανεβάσει θεατρική μαθητική παράσταση με «κομμουνιστικό έργο», το οποίο «οι απλοϊκοί και αμαθείς χωρικοί υπέλαβον ως πατριωτικόν και το εχειροκράτησαν». Κατά τη σύλληψη του δασκάλου θα βρεθούν έγγραφα στα οποία φέρονταν ως μέλη του κομμουνιστικού πυρήνα του χωριού πολλοί κάτοικοί του. Σύμφωνα με την εφημερίδα, πολλοί από τους κάτοικους αυτούς που φέρονταν στα ενοχοποιητικά έγγραφα, πήγαν στο λοχαγό του λόχου που έδρευε εκεί, και δήλωσαν ότι δεν είχαν ιδέα , εμπιστεύονταν το δάσκαλο και υπέγραφαν στα τυφλά έγγραφα, που νόμιζαν ότι ήταν «απλαί αναφοραί εις το υπουργείον και την Γενικήν Διοίκησιν», και όχι «πρακτικά κομμουνιστικών συγκεντρώσεων»[21].

Η πολιτική του ΚΚΕ κατά την περίοδο 1928-1930

Το ΚΚΕ στο 4ο Συνέδριό του (10-15/12/1928) εγκαινιάζει τη γραμμή του «σοσιαλφασιμού», που θα διατηρηθεί αναλλοίωτη μέχρι το φθινόπωρο του 1934. Στο 4ο Συνέδριό του γίνονται αποδεκτές όλες οι αποφάσεις του 6ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς (15/7-1/9/1928), που μιλούσαν για όξυνση της κρίσης και έξαρση των αγώνων της εργατικής τάξης. Στο ίδιο συνέδριο χαρακτηρίζονται οι σοσιαλιστές όλων των τάσεων σοσιαλφασίστες[22]. Το ΚΚΕ θεωρεί ότι η επερχόμενη επανάσταση στην Ελλάδα θα είναι προλεταριακή και θα έχει εκπληρώσει καθήκοντα αστικοδημοκρατικής επανάστασης μεγάλης έκτασης (ξεκαθάρισμα φεουδαλικών υπολειμμάτων). Συνεπώς το άμεσο πολιτικό σύνθημα του κόμματος γίνεται η «εργατοαγροτική κυβέρνηση», η οποία εκλαμβάνεται και προπαγανδίζεται ως η δικτατορία του προλεταριάτου. Δύο θέματα μπαίνουν σε προτεραιότητα: προετοιμασία της γενικής πολιτικής απεργίας (που θα σαρώσει το ετοιμόρροπο καπιταλιστικό καθεστώς) και «αμείλικτος εξοντωτική πάλη» κατά των «ρεφορμιστών σοσιαλφασιστών» και αγροτιστών που ανακόπτουν την επαναστατική ορμή των εργατικών και αγροτικών μαζών. Έτσι όλα τα πολιτικά κόμματα της εποχής , χωρίς καμιά εξαίρεση, χαρακτηρίζονται ως φασιστικά. Οι κομματικές οργανώσεις εφοδιασμένες μ' αυτή την πολιτική εκτίμηση πρέπει πάση θυσία να οργανώσουν απεργίες, «ένοπλα συλλαλητήρια», «αντιπολεμικές ημέρες», ημέρες συμπαράστασης στη ΣΕ κλπ με την ελπίδα ότι όλα τούτα (και δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η κατάσταση είναι εκρηκτική) θα οδηγήσουν στην πολυπόθητη γενική πολιτική απεργία[23].

Οι αγώνες για την υπεράσπιση των δημοκρατικών ελευθεριών μέσα στη λογική του κοινοβουλευτισμού θεωρούνται «πασιφιστική διαλλακτικότητα» που αποπροσανατολίζει και εκτονώνει την επαναστατική διάθεση των μαζών[24].

Από 25/7/1929 θα τεθεί σε ισχύ ο νόμος 4229, γνωστός ως Ιδιώνυμο. Το ιδιώνυμο προέβλεπε ποινές φυλάκισης, εκτοπισμού ή απόλυσης (στην περίπτωση των δημοσίων υπαλλήλων, των δασκάλων κλπ) για «αδικήματα» που είχαν να κάνουν με την «επιδίωξη εφαρμογής ιδεών εχουσών έκδηλον σκοπόν την δια βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντως κοινωνικού καθεστώτος ή την απόσπασιν μέρους εκ του όλου της Επικρατείας». Τιμωρούνταν επίσης όποιος ενεργούσε «υπέρ της εφαρμογής αυτών προσηλυτισμόν», καθώς και όποιος, «επωφελούμενος απεργίας ή λοκ-άουτ», προκαλούσε «ταραχάς ή συγκρούσεις». Τέλος, ο νόμος επέβαλε τη διάλυση (ή την απαγόρευση σύστασης) στα «σωματεία ή ενώσεις οιασδήποτε μορφής» που φέρονταν ως φορείς τέτοιων αντιλήψεων. Με το ίδιο σκεπτικό όριζε την απαγόρευση δημοσίων συγκεντρώσεων, συλλαλητηρίων κλπ με «ανατρεπτικό» περιεχόμενο ή σκοπούς[25]. Με την εφαρμογή του νόμου, πολλά στελέχη του εργατικού κινήματος καταδικάστηκαν ή εκτοπίστηκαν επειδή συμμετείχαν σε απεργίες ή άλλες μορφές συλλογικής δράσης, γεγονός που αποθάρρυνε τη συνδικαλιστική δραστηριότητα για μερικά χρόνια[26].

Μετά το 1929 δημιουργήθηκαν δύο ανταγωνιστικές τάσεις στο ΚΚΕ: η μια με τους Ευτυχιάδη, Χαϊτά, Κολοζώφ και η άλλη με τα συνδικαλιστικά στελέχη Σιάντο, Θέο, Πυλιώτη, Παπαρρήγα, Ασίκη κλπ Η δεύτερη μετά την σύλληψη Χαϊτά, Ευτυχιάδη, τον Σεπτέμβριο του 1930, ανέλαβε και την διοίκηση του κόμματος.

Η ομάδα Χαϊτά-Ευτυχιάδη υποστήριζε «πρώτα οργάνωση και ύστερα επανάσταση». Στο συμπέρασμα αυτό κατέληγε γιατί διαπίστωνε ότι οι μάζες δεν ακολουθούσαν τα επαναστατικά συνθήματα της «πολιτικής απεργίας», ότι η εξαθλίωση και η ανεργία δημιουργούσαν ένα είδος αναστολής της επαναστατικής ορμής και αυτό ανεξάρτητα από τα κατά καιρούς λαϊκά ξεσκεπάσματα. Έπρεπε λοιπόν οι μάζες να ισχυροποιήσουν την κομματική και συνδικαλιστική οργάνωσή τους, να αναπτύξουν τους συνδικαλιστικούς τους αγώνες με συνέχεια και συνέπεια. Με αυτό τον τρόπο το κίνημα θα κατέληγε στην υιοθέτηση και των προωθημένων επαναστατικών συνθημάτων της γενικής πολιτικής απεργίας το οποίο για την ώρα ήταν άκαιρο. Έρχονταν δια της τεθλασμένης σε αντίθεση με τη γραμμή του «σοσιαλφασισμού». Η πρακτική απόδοση των αντιλήψεων αυτών θα ήταν η συμμαχία με προοδευτικές δυνάμεις που επίσης ήθελαν να ανατρέψουν τις «μισοαποικιακές σχέσεις» στην Ελλάδα. Ούτως ή άλλως δεν έβλεπαν την ελληνική κοινωνία να έχει μπει στη δίνη της επαναστατικής θύελλας. Η συγγένεια με τους «δεξιούς μπουχαρινικούς» ήταν ολοφάνερη. Η ομάδα των συνδικαλιστών Σιάντου- Θέου -Πυλιώτη- Παπαρρήγα κλπ (την οποία η ΚΔ χαρακτήρισε αναρχοσυνδικαλιστική) υπερθεματίζοντας στα περί επαναστατικής κρίσης είχε σαν κύριο μέλημα την μετατροπή των αυθόρμητων κινητοποιήσεων (που πλήθαιναν εκείνο τον καιρό λόγω της οικονομικής κρίσης) σε γενική πολιτική απεργία. Αλλά για να πραγματοποιηθεί η γενική απεργία χρειαζόταν όχι μόνο η δραστηριοποίηση των κομμουνιστών εργατών ούτε μόνο όσων επηρέαζε η ΕΓΣΕΕ. Χρειαζόταν πλατιά ενότητα όλων των εργαζομένων. Η τάση αυτή, αποτελούμενη επί το πλείστον από εργατικά συνδικαλιστικά στελέχη, είχε μια ιδιαίτερη ευαισθησία στα προβλήματα της εργατικής ενότητας, των συνδικαλιστικών διαδικασιών και της ενιαίας δράσης της εργατικής τάξης. Διαισθανόταν ακόμη ότι τα προωθημένα συνθήματα , τα οποία άλλωστε πίστευε και με βάση τα οποία επιχειρηματολογούσε, θα ήταν δυνατό να γίνουν κτήμα των εργατών μόνο αν οι κομμουνιστές είχαν φυσική παρουσία μέσα στα ίδια με τους ρεφορμιστές συνδικαλιστικά όργανα. Εκεί θα μπορούσαν πχ καλύτερα να αποκαλύπτουν την εργατοπατερική δημαγωγία των ρεφορμιστών και να κερδίσουν την πλειοψηφία των εργατών με το μέρος τους. Για το σκοπό αυτό τα ξεχωριστά Κόκκινα Συνδικάτα δεν εξυπηρετούσαν : ήταν σαν να ζητούσαν από τους εργάτες πρώτα να γίνουν κομμουνιστές και ύστερα απεργοί. Έτσι ενώ ο Σιάντος και Θέος είχαν πρωταγωνιστήσει στην ίδρυση της ΕΓΣΕΕ[27] έρχονται τώρα οι ίδιοι να προτείνουν Ενωτικό Συνέδριο, την συγχώνευση όλων των συνομοσπονδιών και την ίδρυση «Ενιαίας Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος»[28].

Στις 28/1/1930 θα πραγματοποιηθεί στη Λάρισα η 3η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ. Στις εργασίες της συμμετείχε τριμελής αντιπροσωπεία της ΚΔ. Η αντιπροσωπεία θα επιστήσει την προσοχή του ΚΚΕ στο σύνθημα της «ένοπλης εξέγερσης». Τέλη Μαρτίου 1930 η αντιπροσωπεία θα παρουσιάσει τον απολογισμό της δράσης της και τις αποφάσεις της 3ης Ολομέλειας προς έγκριση, σε ειδική συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας της ΕΕΚΔ (εκτελεστική επιτροπή Κομμουνιστικής Διεθνούς). Ο V. Kolarov[29] κατά τη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας της ΕΕΚΔ (Μόσχα, 26 Μαρτίου 1930) με θέμα τον απολογισμό της αντιπροσωπείας της ΚΔ στην 3η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ θα πει «[…] θεωρώ πως η αντιπροσωπεία μας στο συνέδριο, στην ολομέλεια του κόμματος έκανε ένα πολύ σωστό και σημαντικό βήμα, εφιστώντας την προσοχή του ελληνικού κόμματος στο σύνθημα της ένοπλης εξέγερσης, το οποίο, σύμφωνα με τα λεγόμενα της αντιπροσωπείας, σαν να μην υπήρχε για το ελληνικό κόμμα κατά την τρέχουσα περίοδο. Βέβαια, λόγος γίνεται για την αντίστοιχη πολιτική του ελληνικού κόμματος, που προκύπτει από την αποδοχή του αυτού συνθήματος. Για την Ελλάδα δεν είναι αρκετό να πούμε ότι δεχόμαστε το σύνθημα της ένοπλης εξέγερσης ως προπαγανδιστικό σύνθημα. Έτσι το δεχόμαστε για τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, τη Γιουγκοσλαβία. Για την Ελλάδα όμως αυτό είναι λίγο. Εδώ χρειάζεται ένα βήμα μπροστά. Είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε στην υλοποίηση κάποιων πρακτικών μέτρων, τα οποία θα επιτρέψουν στο κόμμα, σε συντομότατο διάστημα, σε συνάρτηση με την ωρίμανση της επαναστατικής κατάστασης, να περάσει από την προπαγάνδιση του συνθήματος της ένοπλης εξέγερσης στην πραγματική διεξαγωγή της, στην υλοποίησή της. Αυτό όμως δεν γίνεται. Όταν στην Ελλάδα θέτουμε το ζήτημα της μαζικής πολιτικής απεργίας, ακόμη και της γενικής απεργίας, σε συνθήκες τις οποίες εμείς εκτιμούμε ως επαναστατικές, σημαίνει ότι από αυτή τη γενική απεργία, λίγο ή πολύ γενική απεργία, μπορεί να προκύψει η ένοπλη εξέγερση. Αυτό θα πρέπει να το έχει το κόμμα υπόψη του. Εφόσον το κόμμα προσανατολίζεται προς τη γενική απεργία, προετοιμάζεται για αυτή τη γενική απεργία, το σύνθημα της ένοπλης εξέγερσης πρέπει να το αντιλαμβάνεται πιο άμεσα, θα έλεγα πιο σοβαρά. Το κόμμα πρέπει, σχετικά με τα παραπάνω, να κάνει κάποια βήματα για τη μετατροπή αυτού του συνθήματος σε σύνθημα δράσης.[…]»[30]Στην ίδια συνεδρίαση (της ΠΓ της ΕΕΚΔ) θα τοποθετηθεί και ο M. Gorkic, σύμφωνα με τον οποίο «άμεση επαναστατική κατάσταση», δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Για το ζήτημα δε της ένοπλης εξέγερσης τόνισε: «Δεν γνωρίζω τι είχε υπόψη του ο σύντροφος Kolarov , αλλά νομίζω πως σφάλλει όταν απαιτεί από το ελληνικό κόμμα να προχωρήσει το ζήτημα της προπαγάνδας της ένοπλης εξέγερσης ακόμη παραπέρα. Αυτό θα ήταν πολύ επικίνδυνο. Εάν αυτό πρέπει να σημαίνει υλοποίηση οργανωτικών μέτρων ή τεχνική προετοιμασία, τότε είναι λάθος. Κατά την τρέχουσα περίοδο το κόμμα δεν πρέπει να πάει πιο μακριά από τη δημιουργία οργανώσεων αυτοάμυνας και την ενίσχυση της δράσης του στο στρατό και στο στόλο. Σε σχέση με αυτό, το κόμμα έκανε λάθος εξτρεμιστικού χαρακτήρα. Στο αρχικό σχέδιο της προκήρυξης που εξέδωσε η ολομέλεια της ΚΕ υπήρχε το σύνθημα: σκοτώστε όλους τους αστυνομικούς και τους χωροφύλακες! Ανόητο, αριστερίστικο σύνθημα. Αυτό το σύνθημα οι σύντροφοι το έθεσαν αφού πρώτα άκουσαν πως πρέπει να προπαγανδίζουμε την ένοπλη πάλη. Άλλη περίπτωση είναι η προκήρυξη της Πρωτομαγιάς όπου υπάρχει και το σύνθημα: κάντε αυτή την ημέρα εξέγερση! Αυτό είναι χοντροκομμένο αριστερίστικο λάθος. Για αυτό το λόγο, τα πρακτικά βήματα που πρέπει να γίνουν για την ένοπλη εξέγερση δεν πρέπει να υπερβαίνουν τη δημιουργία οργανώσεων αυτοάμυνας»[31].

Μετά λοιπόν την 3η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ τέθηκε ως καθήκον των κομμουνιστών να συγκεντρώσουν όλες τους τις δυνάμεις και να μπουν επικεφαλής των εξεγερμένων μαζών. Τα κύρια δε και άμεσα συνθήματα ήταν : «Γενική πολιτική απεργία και ένοπλοι κάθοδοι των αγροτών στις πόλεις». Οι σοσιαλιστές χαρακτηρίζονταν σοσιαλφασίστες «ακόμα πιο επικίνδυνοι από τους φασίστες» και καταδικάζονταν αυστηρά κάθε σκέψη συνεργασίας με αυτούς και τις οργανώσεις τους[32]. Οι κομμουνιστές βέβαια θα πρωταγωνιστήσουν στους αγροτικούς αγώνες «σχεδόν πάντα όμως η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ δεν ήξερε τίποτε, μη έχοντας κανονική επαφή με τις περιφερειακές και τις οργανώσεις βάσης». Μάλιστα δε «τη δραστηριότητα των οπαδών του την μάθαινε από τους απολογισμούς του αστικού τύπου, χωρίς να περιλαμβάνει αυτή τη δραστηριότητα στις γενικές και στις οικονομικές τις διεκδικήσεις». Η «γενική πολιτική απεργία» , ως πολιτικός στόχος του ΚΚΕ, οδήγησε το Κόμμα σε ατέρμονες συζητήσεις , και φάνταζε ανέφικτος αν λάβουμε υπόψη ότι τα μέλη του ΚΚΕ το 1929 ήταν περίπου 1.600, από τα οποία τα 170 ήταν στην Αθήνα, ενώ στον Πειραιά, στο μεγαλύτερο βιομηχανικό και εργατικό κέντρο της χώρας, το Κόμμα είχε μόνο 70 μέλη[33].

Τα προγενόμενα…

Κάποια γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο Κιλκίς εκείνη την περίοδο είχαν έντονα ανησυχήσει τις αρχές.

Ήδη από αρχές Ιουνίου 1929 υπήρχαν υποψίες περί ύπαρξης κομμουνιστικού πυρήνα στο γυμνάσιο Κιλκίς. Ο διευθυντής του Γυμνασίου θα ανησυχήσει για δημοσιεύματα στην εφημερίδα «Νεολαία» , από «συντρόφους μαθητές που λέγανε την αλήθεια». Θα κατηγορήσει ως συντάκτη του άρθρου το μαθητή της Δ τάξης Ν. Μιχαηλίδη καθότι «ήταν τακτικός αναγνώστης του «Ριζοσπάστη». Ο διευθυντής θα προβεί σε ανακρίσεις των μαθητών της τάξης , οι οποίοι όμως στην ανάκριση «στάθηκαν σαν πραγματικοί συνειδητοί εργάτες της αποστολής τους»[34].

Με την έναρξη των μαθημάτων (Σεπ 1929) τα πράγματα είναι δύσκολα στο Γυμνάσιο Κιλκίς. Δύο μαθητές , λέγονταν ότι θα διώχνονταν από το Γυμνάσιο Κιλκίς και όλης της Ελλάδας «γιατί οι κύριοι καθηγητές τους υποπτεύονται για κομμουνιστές». Ο Διευθυντής παρακολουθεί τις εφημερίδες προς αναζήτηση ανταποκρίσεων από το Γυμνάσιο και 110 μαθητές έμειναν απροβίβαστοι «γιατί είναι χωριατόπουλα»[35].

Όταν τον Οκτώβριο του 1929 «ακρωτηριαστεί» το Ηρώο του Κιλκίς[36] το 13ο Σύνταγμα θα αναλάβει τις ανακρίσεις και ταυτόχρονα «θα εκφράζει την γνώμην ότι ο ακρωτηριασμός εγένετο παρά κομμουνιστών»[37].

Στις 20 Οκτωβρίου 1929 θα εξεγερθούν οι κάτοικοι του χωριού Γιάννες (Μεταλλικό) Κιλκίς κατά μεγαλοκτηνοτρόφου και αστυνομίας. Οι κάτοικοι του Μεταλλικού, αφού με επανειλημμένα υπομνήματά τους προς τον Εποικισμό και τη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας, ζητούσαν την απομάκρυνση του μεγαλοκτηνοτρόφου Κεφάλα από τη κοινοτική βοσκή, τελικά θα προβούν μόνοι τους στην εκδίωξη των αιγοπροβάτων του. Ο Κεφάλας θα ζητήσει τη συνδρομή ενός χωροφύλακα, ο οποίος καθώς θα αποπειραθεί να κάνει χρήση του όπλου του, θα ξυλοκοπηθεί από τους χωρικούς. Μετά από αυτό ο Κεφάλας θα ζητήσει τη συνδρομή της χωροφυλακής Κιλκίς και Χέρσου. Μόλις φτάσουν οι χωροφύλακες θα αρχίσουν να πυροβολούν προς τρομοκράτηση των χωρικών τους οποίους θα προσπαθήσουν να συλλάβουν. Οι μεταλλικιώτες θα αντισταθούν και θα αναγκάσουν τους χωροφύλακες να παραιτηθούν από τοις προσπάθειές τους.

Την επόμενη, επιτροπή που θα πάει στο Κιλκίς για να διαμαρτυρηθεί για τα γεγονότα, θα συλληφθεί και θα κλειστεί στις φυλακές.

Όταν αυτό το πληροφορηθούν στο χωριό θα μεταβούν «συν γυναιξί και τέκνοις» στο Κιλκίς, θα συγκεντρωθούν έξω από την αστυνομία και θα ζητήσουν την απελευθέρωση της επιτροπής. Όταν ο αστυνόμος θα αρνηθεί να απελευθερώσει την επιτροπή, οι χωρικοί θα αρχίσουν να αποδοκιμάζουν ζωηρά την αστυνομία και το Κράτος, δήλωναν δε ότι θα ελευθερώσουν μόνοι τους την επιτροπή. Προς ενίσχυση της αστυνομίας θα φτάσει μια διμοιρία στρατού, η οποία θα κυκλώσει τους χωρικούς, ο αξιωματικός-επικεφαλής δε αυτής θα διατάξει τους στρατιώτες να πυροβολήσουν. Για να δώσει το παράδειγμα πυροβόλησε πρώτος και τραυμάτισε μα γυναίκα. Οι στρατιώτες όμως αρνήθηκαν να πυροβολήσουν,, παρά τις απειλές του αξιωματικού. Μετά την άρνηση αυτή κατέφθασε δύναμη χωροφυλακής , η οποία και διέλυσε βίαια τη συγκέντρωση.

Όταν επέστρεψαν οι χωρικοί στο Γιάννες, εξέλεξαν νέα επιτροπή, η οποία πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε ψήφισμα στη Γενική Διοίκηση και τον Εποικισμό , με το οποίο ζητούσε την απομάκρυνση του κτηνοτρόφου, την άμεση αποφυλάκιση της επιτροπής και την τιμωρία του πυροβολήσαντα αξιωματικού[38].

Η απάντηση που θα πάρουν οι κάτοικοι του Μεταλλικού θα είναι αρνητική. Για το κράτος «το δίκιο είνε με το μέρος εκείνων πούχουν τις γεμάτες ‘σακούλες’», τονίζει ο «Ριζοσπάστης»[39]. Έτσι , στις 26/12/1929, νέοι του χωριού θα κινηθούν πάλι κατά του κτηνοτρόφου , όταν αυτός έβαλε τα πρόβατά του στη βοσκή του χωριού. Ο γιός του κτηνοτρόφου θα βγάλει το πιστόλι, έτοιμος να πυροβολήσει , αλλά προτού προφτάσει να κάνει την παραμικρή κίνηση θα δεχτεί «το άγριο ξυλοκόπημα των χωρικών». Προς υποστήριξη του ξυλοκοπημένου θα φτάσει μία ομάδα φαντάρων με τον αξιωματικό τους. Οι χωρικοί θα αποδοκιμάσουν τον «σακαράκα», κι αυτός θα διατάξει τους φαντάρους να χτυπήσουν. Οι φαντάροι όμως «έκαμαν το ίδιο που έκαναν και τον Οχτώβρη, συναδελφώθηκαν με τους χωριάτες». Όταν φτάσει ο αστυνόμος με τον επόπτη εποικισμού και θα ρωτήσει ποιος χτύπησε τον κτηνοτρόφο, οι χωρικοί θα απαντήσουν «όλοι μας». Δε θα συλληφθεί κανένας, θα «κρατηθούν» μόνο τα ονόματα 6 αγροτών. Ο «Ριζοσπάστης» καταλήγει : «Οι φτωχοί αγρότες του Γιάννες βλέπουν ξεκάθαρα πως τα ζητήματά τους δεν λύνονται με παρακάλια κλπ παρά μόνο μ’ αγώνα κι αυτό θα γίνει»[40].

Την 1η Δεκεμβρίου του 1929 θα γίνει μεγάλο αγροτικό συλλαλητήριο στο Κιλκίς. Θα συμμετάσχουν πάνω από πενήντα γεωργικοί συνεταιρισμοί με όλα τα μέλη τους. Όλοι οι ομιλητές θα καταφερθούν με δριμύτητα κατά της κυβέρνησης του Βενιζέλου, ο οποίος , όπως είπαν τους εμπαίζει. Στο τέλος του συλλαλητηρίου θα εγκριθεί ψήφισμα , σύμφωνα με το οποίο, οι διαδηλούντες αξίωναν την ίδρυση Αυτόνομου Καπνικού Οργανισμού, την ίδρυση καπνικών βιομηχανικών κέντρων, την επιτάχυνση της αστικής διανομής γαιών, την άμεση απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και των μοναστηριακών κτημάτων, την επίλυση του ζητήματος των βοσκών, την ανανέωση των δανείων, την κατάργηση του εισαγωγικού δασμού επί των γεωργικών εργαλείων και μηχανημάτων, την εφαρμογή της φορολογίας προοδευτικής καθαράς προσόδου και τη μείωση των έμμεσων φόρων επί των ειδών πρώτης ανάγκης[41].

Ο «Ριζοσπάστης» διαφημίζοντας την επιτυχία του συλλαλητηρίου θα τονίσει πως η «η φτωχή αγροτιά […]άρχισε να νοιώθει την εκμετάλλευση που γίνεται εις βάρος της, άρχισε να αισθάνεται τη μεγάλη σημασία της οργάνωσης και ομαδικής διεκδίκησης των συμφερόντων της, με μία λέξη άρχισε να ξυπνάει και να στρέφεται προς τα αριστερά». Θα επιστήσει την προσοχή των αγροτών απέναντι στους αγροτιστές, που ήταν και πλειοψηφία της οργανωτικής επιτροπής του συλλαλητηρίου (Γαβριηλίδης, Γερασιμίδης, Αμανατίδης, Αθανασιάδης και άλλοι). Σύμφωνα με το «Ριζοσπάστη», οι αγροτιστές

«με την πράσινη σημαία τους, προσπαθούν να εκφυλίσουν την στροφή της αγροτιάς προς τα αριστερά και να της δώσουν στραβή κατεύθυνση». Μάλιστα ο «ψευτοαγρότης Γαβριηλίδης» είναι γνωστός για τη «δημοκοπία και τσαρλατανιά του. Από σοσιαλιστής που ήταν γίνηκε τώρα αγροτιστής». Κι αυτό έγινε για να στρέψει τους αγρότες στο «αγροτικό» κόμμα και να γίνει κι αυτός βουλευτής όπως ο Ελευθεριάδης, ο Ιασωνίδης και άλλοι. Για το «Ριζοσπάστη», «το Αγροτικό λεγόμενο κόμμα, είναι ο χειρότερος εχθρός μας στην ύπαιθρο»

Το ΚΚΕ ορίζει την πολιτική του απέναντι στους αγρότες: «το σύνθημά μας: ξεσκέπασμα των Γαβριηλίδηδων και τράβηγμα των μεσαίων και φτωχών χωρικών προς τον επαναστατικό δρόμο.[…] Όλοι μας,: Περιφερειακές οργανώσεις, Αχτιδικές επιτροπές, αγροτικοί πυρήνες, πρέπει να κινηθούμε, να κινηθούμε γερά και δραστήρια για να εισχωρήσουμε μέσα στα στρώματα της εργαζόμενης αγροτιάς και να την τραβήξουμε με το μέρος μας. Χωρίς μια τέτοια δουλειά, χωρίς να κατέχουμε την αγροτιά δεν μπορούμε να μιλάμε για επανάσταση στην Ελλάδα»[42].

Οι αρχές θα ανησυχήσουν επίσης όταν στις 14/12/1929 δουν ψήφισμα «αθλητικών οργανώσεων» του Κιλκίς υπέρ της απεργίας των φοιτητών στη Θεσσαλονίκη και κατά της αστυνομικής βίας με την οποία αντιμετωπίστηκε αυτή η απεργία. Το ψήφισμα υπέγραφαν , μετά από εντολή των διοικητικών τους συμβουλίων, οι αθλητικοί σύλλογοι Κιλκίς, Γερακαριού, Μεταλλικού, Μεσιανού, Μεταμόρφωσης, Γυναικόκαστρου και Μαυρονερίου.

Σύμφωνα με το ψήφισμα οι σύλλογοι:

1. «Διαμαρτύρονται εντόνως δια τους πρωτάκουστους βανδαλισμούς (με κλομπ κλπ) εναντίον των φτωχών φοιτητών αγωνιζομένων δια τα στοιχειώδη αιτήματά των.

2. Τάσσονται ανεπιφύλακτα παρά το πλευρόν των αγωνιζομένων φτωχών φοιτητών υιοθετούντες άπαντα τα δίκαια αιτήματα αυτών και χαιρετίζουν τον τίμιον αγώναν των.

3. Την τακτικήν της Κυβερνήσεως Βενιζέλου και του Πρυτάνεως και την συστηματικήν άρνησίν των να δεχτούν τα αιτήματα των φτωχών φοιτητών την χαρακτηρίζουν ως προσπάθεια της πλουτοκρατίας και της κυβερνήσεως να μετατρέψει το Πανεπιστήμιον εις κτήμα των πλουσίων, εις κτήμα τηα άρχουσας τάξης και αποκλεισμού των παιδιών εργατών και φτωχών αγροτών.

Και αιτούνταν:

1. Την κατάπαυσιν της τρομοκρατίας κατά των αγωνιζομένων φοιτητών και της εργαζομένης μάζας εν γένει.

2. Την πλήρη αποδοχήν όλων των αιτημάτων των φτωχών φοιτητών και την ολοκλήρωσιν του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης»[43].

Νέο επεισόδιο ανάμεσα σε αγρότες και την αστυνομία θα γίνει στις 5 Ιανουαρίου 1930 στο Μεσσιανό Κιλκίς. Οι χωρικοί θα ξυλοκοπήσουν έναν καταδότη συγχωριανό τους , που «τον είχαν από καιρό στο στομάχι». Στον αστυνόμο που τον πήγαν καταγγέλθηκε ότι τον χτύπησαν οι κομμουνιστές. Ο αστυνόμος , που γύρευε αιτία, άρχισε αμέσως προετοιμασία για συλλήψεις.

Μόλις τόμαθαν οι αγρότες του Μεσσιανού κατέβηκαν σύσσωμοι σε συλλαλητήριο και απείλησαν ότι δε θα αφήσουν να πιαστεί κανείς. Έτσι η αστυνομία έκρινε ότι έπρεπε να παραιτηθεί από τα σχέδιά της.

Ο «Ριζοσπάστης» επιχαίρει για τη στάση των Μεσσιανών:

«Η πράξη αυτή των Μεσσιανών πρέπει να γίνει παράδειγμα από όλους τους αγρότες. Έτσι μόνον θα τσακιστούν οι χαφιέδες και θα μπορέσουν οι αγρότες με επικεφαλής τους επαναστάτες κομμουνιστές ν’ αγωνιστούν αποτελεσματικά για την επίλυση των ζητημάτων τους»[44].

Στις 15 Φεβρουαρίου του 1930 θα γίνει μεγάλη συγκέντρωση των κομμουνιστών στο Γιάννες, όπου θα μιλήσει και αντιπρόσωπος της Κομμουνιστικής Νεολαίας. Σύμφωνα με το «Ριζοσπάστη» μαζεύτηκαν πάνω από 100 άτομα. «Ο ενθουσιασμός τους υπέρ του ΚΚ και της Σοβιετικής Ρωσσίας ήταν αφάνταστος»[45]. Στο τέλος θα εκλεγεί επιτροπή αγώνα για την κάθοδο στο Κιλκίς[46].

Στις 16 Φεβρουαρίου 1930 θα γίνει η Γενική Συνέλευση των γεωργικών συνεταιρισμών της περιφέρειας Κιλκίς. Από τους 34 αντιπρόσωπους της ΓΣ οι 16 ήταν κομμουνιστές αγρότες, ενώ επικεφαλής της Ένωσης ήταν ο αγροτιστής- Γαβριηλίδης. Οι κομμουνιστές αγρότες ζήτησαν να αλλάξει η ημερήσια διάταξη και να συζητηθούν πρώτα τα ζητήματα των αγροτών και μετά να γίνει εκλογή διοικητικού συμβουλίου. Η ένταση θα είναι μεγάλη και οι κομμουνιστές θα καταγγείλουν «το φασιστικό χαρακτήρα του Αγροτικού κόμματος και της ‘Δημοκρατικής Ένωσης’, που με την αστυνομία ήθελαν να τρομάξουν τους φτωχούς αγρότες να μη φωνάξουν για τα συμφέροντά τους». Μετά από «λυσσώδη» μάχη οι εκλογές αναδείξουν 3 έδρες στη διοίκηση για τους «ενωμένους» Αγροτιστές, Δημοκρατικούς, Βενιζελικούς και δύο για τους κομμουνιστές. Ο «Ριζοσπάστης» τονίζει: «Έτσι η μάσκα του Γαβριηλίδη και όλου του σκυλλολογιού της μπουρζουαζίας έπεσε. Οι φτωχοί αγρότες […] κατάλαβαν πως το μόνο κόμμα που αγωνίζεται για τα συμφέροντα των φτωχών αγροτών είναι το Κομμουνιστικό Κόμμα». Οι κομμουνιστές αγρότες πρέπει να διατρανώσουν τη γραμμή του κόμματος «για την ακύρωση των χρεών προς το κράτος, ΕΑΠ, Τράπεζες, για την κατάργηση της φορολογίας και τη χορήγηση οικονομικών ενισχύσεων από το Κράτος χωρίς επιστροφή, για τη χορήγηση σπόρων, εργαλείων κλπ δωρεάν, για την απαλλοτρίωση των τσιφλικιών χωρίς αποζημίωση, ενάντια στη διάλυση των επαναστατικών οργανώσεων της εργατιάς και της αγροτιάς, της Ενωτικής Γενικής Συνομοσπονδίας, της Εργατικής Βοήθειας, κατά του προπαρασκευαζομένου πολέμου ενάντια στη Σοβιετική Ένωση, για την ανατροπή του καθεστώτος της μπουρζουαζίας». Οι κομμουνιστές αγρότες πρέπει όμως να κινηθούν και πέρα από την Ένωση. Πρέπει «να εκλέξουν σ’ όλα τα χωριά επιτροπές αγώνος και να ετοιμαστούν για την αποφασιστική πάλη τους, για τα ένοπλα συλλαλητήρια, για την κάθοδο όλων τω φτωχών αγροτών στη Θεσσαλονίκη και μαζύ με την πρωτοπορεία του αγώνα τους, τους εργάτες, να συντονίσουν την πάλη τους για την διεκδίκηση των αιτημάτων τους, για την ανατροπή του καθεστώτος της μπουρζουαζίας και για την εγκαθίδρυση της Εργατοαγροτικής Κυβέρνησης»[47].

Ο Βενιζέλος κατευθύνεται στο να διαλύσει τις «επαναστατικές οργανώσεις της εργατιάς και της αγροτιάς» και το ΚΚΕ προτρέπει τις «μάζες των εργατών, των φτωχών χωρικών, των φτωχών βιοπαλαιστών, των καταπιεζόμενων μειονοτήτων , των φαντάρων και των ναυτών» να απαντήσουν στην «τρομοκρατική φασιστική επίθεση του διχτάτορα» , με τις διαδηλώσεις της 28ης Φεβρουαρίου, της 6ης και της 18ης Μαρτίου, με κατεύθυνση τη «γενική πολιτική απεργία και τις ένοπλες καθόδους»[48]. Στις 29 Φεβρουαρίου του 1930 , οι αγρότισσες του Μεταλλικού θα «απαντήσουν» ενάντια στην επίθεση που δέχεται η Εργατική Βοήθεια με επιστολή τους προς το «Ριζοσπάστη»:

«Εμείς οι αγρότισσες του Μεταλλικού (Γιάννες) που δουλεύουμε όλο το καλοκαίρι στους κάμπους της Μακεδονίας και καιγόμαστε από το λιοπύρι 16 ώρες την ημέρα δεν μπορούμε να φάμε ένα ξεροκόμματο από τη βαρειά εκμετάλλευση που μας κάνει το κράτος της μπουρζουαζίας με τους φόρους και οι διάφοροι τοκογλύφοι, έμποροι, τσορμπατζήδες και αναγκαζόμαστε και τώρα το χειμώνα να φεύγουμε από το χωριό μας και να πηγαίνουμε στο Κιλκίς, όπου δουλεύουμε στα καπνοεργοστάσια για το πατσάλιασμα των καπνών. Δουλεύουμε 11 ώρες την ημέρα και παίρνουμε μεροκάματο 29-30 δραχμές κι ένα σωρό βρισιές από τα τσανάκια των καπνεμπόρων.

Η κατάσταση αυτή όμως μας ξύπνησε από το λήθαργο στον οποίο είχαμε πέσει και καταλάβαμε πως εκείνοι που ενδιαφέρονται για μας είναι μόνο οι κομμουνιστές, οι συνειδητοί εργάτες και αγρότες, που για τον αγώνα προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων μας πολλοί από αυτούς βρίσκονται στη φυλακή. Γι αυτό κι εμείς συντρέχουμε όσο μπορούμε το έργο της Εργατικής Βοηθείας για τη διάσωση της ζωής των αγωνιστών μας αποφασίσαμε αντί να ξεκουρασθούμε την περασμένη Κυριακή να δουλέψουμε για να δώσουμε τα λεφτά στην Εργτική Βοήθεια. Δουλέψαμε πράγματι και το ποσόν των 600 δραχμών που πήραμε το δώσαμε στην Εργατική Βοήθεια.

Επίσης 2 νέοι αγρότες βγάλανε ένα χτενάκι στην πλειοδοσία και μάζεψαν 133 δραχμές για την Εργατική Βοήθεια.

Επίσης άλλοι δύο βγάλανε σε πλειοδοσία ένα πορτοφόλι και μαζέψανε 13 δραχμές. Τρεις άλλοι αγρότες κάμανε προχτές ένα αγώγι κάποιου έμπορα και πήραν 300 δραχμές τις οποίες έδωσαν κι αυτές στη Βοήθεια. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ένας αγρότης ο Αλέξιος Τουλικαρίδης που συνελήφθη για τα δεύτερα γεγονότα του Μεταλλικού, δικάστηκε δύο φορές και τον ενίσχυσε η Εργατική Βοήθεια ενάντια χωρίς να του πάρει λεφτά.

Δηλώνουμε δε ότι θα ενισχύσουμε με όλες μας τις δυνάμεις την Εργατική Βοήθεια ενάντια σε οποιαδήποτε απόφαση διάλυσής της κι ακόμα πως στη Γενική πολιτική απεργία και τις ένοπλες καθόδους των φτωχών αγροτών θάμαστε στις πρώτες γραμμές.

Κιλκίς, 29/2/30

Πολλές φτωχές αγρότισσες του Μεταλλικού (Γιάννες)»[49]

Στο Αγιονέρι θα γίνει διαδήλωση για τη μέρα του «Κόκκινου Φαντάρου». Γράφει η εφημερίδα «Σκριπ» : «Την 28ην παρελθόντος μηνός [Φεβ. 1930] ημέραν εορτής του «Κόκκινου Φαντάρου» οι χωρικοί του Αγιονερίου συνεκρότησαν διαδήλωσιν και παρήλασαν δια των οδών αυτού, φωνάζοντες : «Κάτω οι φόροι κάτω η Κυβέρνησις, ζήτω ο Λένιν, ζήτω τα Σοβιέτ». Εκ τούτων θεωρηθέντες ως πρωταίτιοι συνελήφθησαν τέσσαρες, εκ των οποίων οι μεν δύο κατεδικάσθησαν εις τρίμηνον φυλάκισιν, οι άλλοι δε ηθωώθησαν»[50].

Την ίδια μέρα -28.2.1930, «μέρα της γενικής κινητοποίησης των εργαζομένων όλης της χώρας»- 300 περίπου εργάτες, εργάτριες και αγρότες του Κιλκίς συνήλθαν σε συγκέντρωση η οποία μεταβλήθηκε σε διαδήλωση στους δρόμους της πόλης. Είχε προηγηθεί η σύλληψη του γραμματέα του ΚΚΕ και του γραμματέα της ΕΓΣ Κιλκίς. Οι διαδηλωτές ζητωκραύγαζαν υπέρ των ταξικών οργανώσεων, , του ΚΚ, της Σοβιετικής Ρωσίας και για την αποδοχή των αιτημάτων των 19 απεργών πείνας κλπ. Οι ομιλητές της συγκέντρωσης θα τονίσουν την ανάγκη έντασης της πάλης και την προπαρασκευή για την κάθοδο στη γενική πολιτική απεργία. Ανάλογες συγκεντρώσεις θα γίνουν και στα χωριά «Μεσιανό, Αβράτχασαρ[51], Τσιγουνίτσα[52], Σούρλοβο[53], Γιάννες», στις οποίες μίλησαν αντιπρόσωποι του ΚΚ, της Κ. Νεολαίας και των επιτροπών αγώνος. Σύμφωνα με το «Ριζοσπάστη», «οι φτωχοί αγρότες όλων των χωριών διεδήλωσαν , κατά τις συγκεντρώσεις αυτές, την απόφασή τους να κατεβούν σε ένοπλο συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη κάτω από την ηγεσία των επιτροπών αγώνος και του Κομμουνιστικού Κόμματος και σε συμμαχία με τους εργάτες, να εξαναγκάσουν την εξουσία της κεφαλαιοκρατίας να υποχωρήση στις απαιτήσεις τους». Στις ίδιες συγκεντρώσεις οι συμμετέχοντες δήλωσαν την απόφασή τους να υπερασπιστούν «την εξέγερση των εργαζομένων της Γιουγκοσλαβίας, για το γκρέμισμα της βασιλικής φασιστικής Διχτατορίας» γιατί είναι κοντά στα σύνορα[54].

Αρχές Μαρτίου 1930-σύμφωνα με πληροφορίες της εφημερίδας «Σκριπ» -ανεπιβεβαίωτες όμως από την 11η Μεραρχία – στην περιοχή των συνόρων στο Κιλκίς «ερρίφθησαν μυστηριωδώς εις πλείστα φυλάκια του τομέως τούτου κομμουνιστικαί προκηρύξεις , δια των οποίων οι στρατιώται καλούνται να «πετάξουν τα όπλα και να αφήσουν αφρούρητα τα σύνορα»»[55].

Μεταμόρφωση Μάρτιος 1930… «Το κομμουνιστικόν κίνημα»

Στις 23 Ιανουαρίου είχε γίνει στη Θεσσαλονίκη η δίκη αγροτών της Μεταμόρφωσης γιατί έδειραν-σύμφωνα με το «Ριζοσπάστη»[56]- «ένα όργανο της ασφάλειας, το χαφιέ Γιάννη Σιδηρόπουλο που με τις πανουργίες του και τους χαφιεδισμούς του ανακάτωνε το χωριό, έδινε στην ασφάλεια τα ονόματα των φτωχών συνειδητών αγροτών που κατάλαβαν τη θέση τους και το χειρότερο με αυθαίρετο τρόπο και με η συνδρομή του εκεί υπολοχαγού του λόχου ήθελε να βγη πάρεδρος του χωριού». Οι αγρότες ήταν οι «Χ. Σιδηρόπουλος, Λαζ. Δημητριάδης, Λ. Μιχαηλίδης, Γ. Μανουσακίδης, Λ. Σιδηρόπουλος, Γεωργ. Σιδηρόπουλος. Σ. Ηλιάδης, Θ. Παρκοσίδης, Θ. Νικολαΐδης, Ι. Χριστοφορίδης, Κ. Λαίδης, Α. Φουντουκίδης, Ε. Σουλίδης, Ι. Μωϋσιάδης». Ο κατήγορος θα καταθέσει ότι όλοι οι παραπάνω είναι κομμουνιστές και πως «θέλουν να χαλάσουν το Κράτος».

Τελικά θα καταδικαστούν οι αγρότες Γ. Μανουσακίδης και Α. Σιδηρόπουλος από δέκα μέρες φυλακή και Χ. Σιδηρόπουλος και Λ. Δημητριάδης από πέντε μέρες. Ο «Ριζοσπάστης» προτρέπει: «Όλοι οι αγρότες της περιφερείας Κιλκίς και γενικά της Ελλάδας ας ξεκαθαρίσουν τις γραμμές τους απ’ τους χαφιέδες, απ’ τους αγροτιστές, από τους Παπαναστάσηδες, […] ας οργανωθούν οι ταξικές «Αγροτικές Ενώσεις» κάτω από το μόνο Κόμμα που δουλεύει για τα συμφέροντα των εργατών και των φτωχών αγροτών κάτω από το Κομμουνιστικό Κόμμα[…]», και προειδοποιεί πως όσο περισσότερο «βαίνουμε στην αριστεροποίηση, όσο το κίνημα ανεβαίνει τόσο περισσότερο η κεφαλαιοκρατία μεταχειρίζεται πιο σκληρά μέτρα, προσπαθεί να ξεγελάσει τις φτωχές μάζες με υποσχέσεις, να τις διαιρέσει σε κόμματα με τα πουλημένα τομάρια τους χαφιέδες του» . Ας το έχουν αυτό υπόψη τους και «ας μη λυγίσουν στη σκληρή αντίδραση»[57].

Στις 27 Φεβρουαρίου ο διοικητής του λόχου προκαλύψεως (της περιοχής Μεταμόρφωσης) επικεφαλής μιας διμοιρίας με πλήρη εξάρτηση πολέμου, περικύκλωσε τη Μεταμόρφωση και δεν επέτρεπε ούτε την είσοδο, ούτε την έξοδο στους χωρικούς «για να πιάσει, λέει, τον αντιπρόσωπο της… Μόσχας, που πήγε κει για να κάνει την… επανάσταση!». Ο «Ριζοσπάστης» θα γράψει : «Η τρομοκρατία που εφαρμόζουν οι σακαράκες του συνοριακού τομέα, θα σπάσει μπροστά στην ορμή των φτωχών χωρικών και οι φαντάροι, τα παιδιά των εργατών και φτωχών αγροτών, τους οποίους χρησιμοποιεί σήμερα ο διοικητής του λόχου προκαλύψεως για να πολιορκεί τα χωριά θα συναδελφωθούν με τους πατεράδες τους και τ’ αδέλφια τους»[58].

Το Μάρτιο του 1930 η κομματική οργάνωση Μεταμόρφωσης ετοιμάζονταν να γιορτάσει τη μέρα της γυναίκας.

Στις 5 Μαρτίου 1930 ένας χωριανός, «που συχνά ερχόταν σε επαφή με την αστυνομία», θα την πληροφορήσει ότι οι κομμουνιστές ετοιμάζονταν για το γιορτασμό της μέρας της Γυναίκας και ανέφερε σαν υπεύθυνους οργάνωσης της εκδήλωσης τους κατοίκους του χωριού Παρκοσίδη Θεόδωρο και Μωυσίδη Γιάννη.

Σύμφωνα με τον Γιώργη Σιδηρόπουλο ο Παρκοσίδης καταγγέλθηκε από τον παραπάνω χωριανό του «επειδή είχε παρεξηγηθεί με τον συνεργάτη της αστυνομίας»[59]. Πράγματι, σύμφωνα με πληροφορίες της εφημερίδας «Μακεδονίας», με βάση τις καταθέσεις των κατηγορουμένων, το απόγευμα της 5ης Μαρτίου, η σύζυγος του Ι.Δ. Σιδηρόπουλου, «μισητού εις όλους τους χωρικούς της Μεταμορφώσεως δια την εις βάρος των δράσιν του», διαπληκτίστηκε με τη σύζυγο του Θ. Παρκοσίδη. Στο διαπληκτισμό θα λάβει μέρος και ο Ι. Σιδηρόπουλος, ο οποίος θα θελήσει να ξυλοκοπήσει τη σύζυγο του Παρκοσίδη, ο οποίος «τον ωνείδισε δια τούτο». Σε απάντηση ο Σιδηρόπουλος τον απείλησε ότι «θα τον διορθώση την επομένην»[60].

Την επόμενη μέρα-6 Mαρτίου 1930- η αστυνομία θα «επισκεφτεί» το χωριό[61].

Ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας , Γονατάς, ανέφερε ότι «εις ενωμοτάρχης μετά ενός χωροφύλακος μετέβησαν από το χωρίον Εύζωνος εις Μεταμόρφωσιν ίνα συλλάβουν δύο χωρικούς εναντίον των οποίων υπήρχον εντάλματα. Όταν τα όργανα της χωροφυλακής έφθασαν εκεί ομάς αριστεριζόντων ευρίσκετο εκεί συγκεντρωμένη προς εορτασμόν της ημέρας της Διεθνούς πάλης ανέργων». [62].

Για συγκέντρωση με θέμα το ζήτημα της ανεργίας κάνει λόγο και ο «Ριζοσπάστης» , σε παράθεση του ιστορικού των γεγονότων της Μεταμόρφωσης, λίγο πριν από τη δίκη των συλληφθένων, κατά το Νοέμβριο του 1930:

«[…] οι φτωχοί αγρότες του χωριού Μεταμόρφωση που βρίσκεται κοντά στα Σερβικά σύνορα έκαναν στην πλατεία του χωριού συγκέντρωση.

Στη συγκέντρωση λοιπόν αυτή οι ομιλητές τους ανέπτυξαν πλατειά το ζήτημα της ανεργίας και ετόνισαν την ανάγκη της στενής συνεργασίας εργατών και φτωχών αγροτών για την αποτελεσματική πάλη κατά της εκμετάλλευσης. Επίσης ανέπτυξαν τους λόγους για τους οποίους προπαρασκευάζεται ο πόλεμος κατά της Σοβιετικής Ρωσσίας και ετόνισαν την ανάγκη της έντασης του αγώνα κατά των φόρων, κατά του πολέμου, για την υπεράσπιση της Σοβιετικής Ρωσσίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος»[63].

Η αστυνομία συλλαμβάνει τον Παρκοσίδη Θεόδωρο , «τον ξυλοκοπεί» και «αιμόφυρτο τον οδηγεί στη διμοιρία στρατού» που έδρευε στο χωριό[64].

Η εφημερίδα «Μακεδονία» (με βάση τις καταθέσεις των συλληφθέντων) αναφέρει πως ο Ι. Σιδηρόπουλος «συνδεόμενος στενώς μετά του διοικητού της διμοιρίας στρατού της Μεταμορφώσεως κ. Γιοβανοπούλου έπεισεν αυτόν, όπως επέμβη προς ικανοποίησίν του. Ο Γιοβανόπουλος χαριζόμενος εις αυτόν διέταξε την σύλληψιν του Παρκοσίδου τον οποίον ενέκλεισεν εις τα κρατητήρια της διμοιρίας»[65].

Ένας χωριανός-πηγαίνοντας για το χωράφι του- θα δει τον Παρκοσίδη να οδηγείται, με ματωμένο κεφάλι, στην διμοιρία, συνοδευόμενος από τη χωροφυλακή[66]. «Μετά την προσαγωγήν του πρώτου συλληφθέντος εις το φυλάκιον, ο ενωμοτάρχης μετά του χωροφύλακος επανήλθον όπως συλλάβουν και τον δεύτερον»[67].

Μόλις ο χωρικός δει τη σύλληψη του Παρκοσίδη θα ειδοποιήσει τον γραμματέα του κομμουνιστικού πυρήνα του χωριού, Γιώργη Σιδηρόπουλο, και μαζί ειδοποιούν κόσμο να βρεθεί μπροστά στο σπίτι του Μωυσίδη Γιάννη, όπου είχε πάει η αστυνομία για να συλλάβει κι αυτόν. Η αστυνομία βλέποντας το συγκεντρωμένο πλήθος, πανικοβλήθηκε, εγκατέλειψε το σπίτι χωρίς να συλλάβει το Μωυσίδη.

Οι συγκεντρωμένοι αποφάσισαν να κινηθούν προς τη διμοιρία για να απελευθερώσουν τον Παρκοσίδη.

Το γεγονός είχε ήδη γίνει γνωστό σε όλο το χωριό , και άνδρες και γυναίκες ξεχύθηκαν προς τη διμοιρία για να απελευθερώσουν τον Παρκοσίδη[68].

Θα γίνει γενική κινητοποίηση. Αναφέρει ο ΓΔΜ , Γονατάς: «Παρημποδίσθησαν [οι αστυνομικοί] υπό των εορταστών οίτινες δια κωδωνοκρουσιών προεκάλεσαν συναγερμόν του χωρίου και συν γυναιξί και τέκνοις μετέβησαν προς απελευθέρωσιν του πρώτου συλληφθέντος όστις ευρίσκετο εντός του φυλακίου». Η δύναμη δε του φυλακίου ήταν ένας αξιωματικός και έντεκα οπλίτες[69].

Πηγαίνοντας προς τη διμοιρία συναντάνε τον αξιωματικό της διμοιρίας, τον αστυνομικό που ενήργησε τη σύλληψη και μερικούς οπλισμένους στρατιώτες.

Οι γυναίκες μόλις είδαν τον αστυνομικό , αγριεμένες για τον άδικο ξυλοδαρμό του Παρκοσίδη, άρπαξαν ξύλα από τους φράχτες και επιτέθηκαν εναντίον του ζητώντας τους λόγους της τέτοιας συμπεριφοράς απέναντι στους χωριανούς τους. Ο αστυνόμος θα κάνει το λάθος να τις περιφρονήσει , ενώ ταυτόχρονα θα ξεστομίσει κουβέντες ασυμβίβαστες με ένα όργανο της τάξης. Έτσι «εξαγρίωσε τις γυναίκες που τον περίλαβαν στο ξύλο».

Ο αξιωματικός της διμοιρίας θα δεχτεί κι αυτός επίθεση από τις γυναίκες , όταν θα θελήσει να υπερασπίσει τον αστυνόμο[70].

Ταυτόχρονα οι γυναίκες απευθυνόμενες προς τους στρατιώτες , έριχναν το σύνθημα της συναδέλφωσης, κατηγορώντας τον αστυνόμο και τον αξιωματικό, που από φρουροί του λαού μετατράπηκαν σε βασανιστές του. Αυτό γινότανε σε όλο το δρόμο προς τη διμοιρία.

Φτάνοντας εκεί , κυκλώνουν τη διμοιρία και απαιτούν την απελευθέρωση του κρατουμένου.

Εν τω μεταξύ το πλήθος πολλαπλασιάζεται. Τα συνθήματα συναδέλφωσης ουδετεροποιούν τους στρατιώτες, που παρά τις παροτρύνσεις των αξιωματικών δεν κάνουν καμιά απόπειρα να διαλύσουν το πλήθος.

Η απαίτηση να αφεθεί ελεύθερος ο κρατούμενος γίνεται πιο έντονη και ο κλοιός γύρω από τη διμοιρία περισφίγγεται. Παρά τις προσπάθειες που κάνει ο αξιωματικός της διμοιρίας για να στρέψει τους στρατιώτες ενάντια στο πλήθος και να το διαλύσει με τη βία, οι στρατιώτες δε αντιδρούν αποδεχόμενοι τα συνθήματα της συναδέλφωσης.

Η αποφασιστικότητα και επιμονή που θα δείξει ο κόσμος της Μεταμόρφωσης θα αναγκάσουν τον αξιωματικό της διμοιρίας να υποχωρήσει και να αφήσει ελεύθερο τον κρατούμενο[71] «όστις είχε ξυλοκοπηθή εν τω μεταξύ»[72].

Οι κάτοικοι του χωριού , παραλαμβάνουν τον κρατούμενο και διαδηλώνουν με ενθουσιασμό στους δρόμους του χωριού.Ο κόσμος θα διαλυθεί μετά ήσυχα και θα ετοιμαστεί να πάει στη δουλειά του. «Εν τω μεταξύ ο αξιωματικός της διμοιρίας τηλεφωνεί στην έδρα του λόχου στο διπλανό χωριό»[73].

Έτσι, πριν προλάβει ο κόσμος να ξεκινήσει για τη δουλειά του, καταφθάνει στο χωριό ένας λόχος στρατού με επικεφαλής λοχαγό.

Μπαίνοντας στο χωριό και κατευθυνόμενος για τη διμοιρία, ο λόχος, θα πιάσει δύο χωριανούς, τον Παρκοσίδη Βασίλη και τον Μουρατίδη Παύλο και θα τους οδηγήσει στη διμοιρία. Ο αδελφός του Μουρατίδη, ο Αγαθάγγελος, θα δει τη σύλληψη και τρέχει και χτυπάει τις καμπάνες για να συγκεντρωθεί ο κόσμος και για να απελευθερώσουν κι αυτούς.

Αυτή τη φορά το πλήθος που έτρεξε προς τη διμοιρία ήταν μεγαλύτερο. Στο δρόμο θα εμποδιστούν από στρατιώτες που θα φράξουν το δρόμο για τη διμοιρία, ενώ ταυτόχρονα άλλοι στρατιώτες φρουρούσαν το οίκημα της διμοιρίας. Ο κόσμος θα αρχίσει τα συνθήματα της συναδέλφωσης, και πάλι, παρά τις διαταγές των αξιωματικών , διμοιρίας και λόχου, οι στρατιώτες δεν θα κάνουν καμιά προσπάθεια να διαλύσουν το πλήθος με βία. Ο κόσμος της Μεταμόρφωσης φωνάζοντας το σύνθημα της συναδέλφωσης λαού και στρατού, ταυτόχρονα ζητούσε να αφεθούν ελεύθεροι οι συλληφθέντες.

Οι αξιωματικοί βρέθηκαν σε δύσκολη θέση και άρχισαν να παρακαλάνε τον κόσμο να διαλυθεί και να στείλει μια επιτροπή για να συνεννοηθούν. Ο κόσμος όμως πιο αποφασιστικά επέμενε να αφεθούν ελεύθεροι οι συλληφθέντες και μετά να διαλυθούν. Ο αγώνας αυτός κράτησε ώρες ολόκληρες[74].

Ο ΓΔΜ Γονατάς αναφέρει: «Η δύναμις του φυλακίου […] προς αποφυγήν αιματοχυσίας επυροβόλησεν απλώς εις τον αέρα και λιθοβολιθείσα ηνέχθη τους λιθοβολισμούς και τας προπηλακίσεις. Εκ των λιθοβολισμών μερικοί εμολωπίσθησαν»[75].

Πράγματι-γράφει ο Σιδηρόπουλος- κάποιος από το πλήθος θα πετάξει μια πέτρα και θα τραυματίσει στο κεφάλι τον αξιωματικό της διμοιρίας. «Μετά το τραυματισμό θα ακουστούν δύο-τρεις πυροβολισμοί , που ρίχτηκαν στον αέρα»[76].

Επίσης ο Ανώτερος Διοικητής Χωτοφυλακής Γρηγοράκης, θα ανακοινώσει, σε σχέση με τα γεγονότα της Μεταμόρφωσης, τα εξής: «[…]Εκατόν πενήντα άτομα υποκινούμενα υπό των κομμουνιστών δια κωδωνοκρουσιών συγκεντρωθέντα περιεκύκλωσαν το οίκημα της διμοιρίας και απηλευθέρωσαν τον συλληφθέντα υπό της χωροφυλακής κομμουνιστήν κακοποιήσαντες τα όργανα της χωροφυλακής και πεζικού τα οποία προσέτρεξαν εκ της πλησίον στρατιωτικής δυνάμεως προς αποκατάστασιν της διαταραχθείσης τάξεως. Ετραυματίσθη δια πτύων ο υπολοχαγός Γιοβανόπουλος και ο ανθυπολοχαγός Παπαθανασίου.[…]»[77].

Σύμφωνα δε με τις πληροφορίες της εφημερίδας «Σκριπ»: «Τότε ερρίφθησαν πυροβολισμοί τινες προς εκφοβισμόν εις τον αέρα εκ μέρους των χωροφυλάκων. Αλλά και το μέτρον τούτο δεν έφερε αποτέλεσμα. Οι κομμουνισταί επετέθησαν κατά των χωροφυλάκων δια λίθων τραυματισθέντος ελαφρώς και του ενωμοτάρχου.

Πληροφορηθείς ταύτα ο υπολοχαχός κ. Γιοβανόπουλος διοικητής της διμοιρίας του παρακειμένου φυλακίου, παρέλαβε την δύναμίν του και έσπευσεν επί τόπου, επιχειρήσας να διαλήση τους κομμουνιστάς.

Ούτοι όμως επετέθησαν και κατά της στρατιωτικής δυνάμεως δια φωνών και δια λίθων.

Τότε όμως οι στρατιώται επυροβόλησαν προς εκφοβισμόν εις τον αέρα, χωρίς όμως εκ τούτου να πτοηθούν οι κομμουνισταί. Εις μίαν στιγμήν της συμπλοκής ταύτης, εις εκ των κομμουνιστών πλησιάσας τον υπολοχαγόν Γιοβανόπουλον εκτύπησε τούτον δι αξίνης εις την κεφαλήν και τον ετραυμάτισε σοβαρώτατα. Το πράγμα τούτο εδημιούργησεν σύγχυσιν, αλλ’ ευτυχώς έσπευσεν εις τον τόπον της συμπλοκής ο υπολοχαγός κ. Παπαθανασίου με την ιδικήν του στρατιωτικήν δύναμιν. Οι κομμουνισταί επετέθησαν και κατά της δυνάμεως τραυματισθέντος, ελαφρώς όμως και του υπολοχαγού κ. Παπαθανασίου.

Τότε ο κ. Παπαθανασίου διέταξε τους κομμουνιστάς να διαλυθούν αμέσως, τάξας εις αυτούς δεκάλεπτον προθεσμίαν και δηλώσας ότι εν εναντία περιπτώσει θα τους ετυφέκιζεν. Η απειλή αύτη έφερεν άμεσον αποτέλεσμα των κομμουνιστών διαλυθέτων αυθωρεί»[78].

Ο τραυματισμός του αξιωματικού είχε επιδράσει αρνητικά στη διάθεση του κόσμου.

Εν τω μεταξύ ο λοχαγός, ο επικεφαλής του λόχου που ήρθε από το γειτονικό χωριό Μεγάλη Στέρνα, συνέχισε την παράκλησή του να διαλυθεί το πλήθος και να σταλεί επιτροπή για συνεννόηση «δίνοντας το λόγο της στρατιωτικής του τιμής», ότι δε θα πειραχτεί κανένας.

Η αρνητική διάθεση που κυρίευσε τον κόσμο και η εμπιστοσύνη προς τα λόγια του αξιωματικού συνέτειναν στο να διαλυθεί η συγκέντρωση και να σταλεί επιτροπή για συνεννόηση.

Ο κόσμος διαλύθηκε, η επιτροπή αποτελούμενη από τρία-τέσσερα άτομα ορίστηκε και προχώρησε για να συνεννοηθεί με τους αξιωματικούς. Την επιτροπή ανέμενε στο σπίτι του Χριστοφορίδη Βασίλη ο κομμουνιστικός πυρήνας του χωριού.

Μόλις όμως φτάσει η επιτροπή και συναντηθεί με τους αξιωματικούς θα κρατηθεί. Ο αξιωματικός του λόχου, συνοδεία στρατιωτών, θα μεταβεί στο σπίτι που περίμενε την επιτροπή ο πυρήνας του χωριού και θα συλλάβει τους παρευρισκόμενους, οδηγώντας τους στη διμοιρία. Εκεί αφού τους χτύπησαν , κράτησαν εννιά[79], τους έδεσαν με χειροπέδες και τους οδήγησαν στην αστυνομία, στο χωριό Εύζωνοι.

Οι εννιά που συνελήφθησαν ήταν οι: Παρκοσίδης Θεόδωρος, Παρκοσίδης Βασίλης, Χριστοφορίδης Βασίλης, Χριστοφορίδης Αβραάμ, Σπυρίδης Ελευθέριος, Μωϋσίδης Γιάννης, Σιδηρόπουλος Ανέστης, Σιδηρόπουλος Δημήτριος και Σιδηρόπουλος Γεώργιος[80].

Φώτο από το άρθο του Πέτρου Σιδηρόπουλου, «Η εξέγερση των Μεταμορφωσιωτών νομού Κιλκίς, της 6ης Μαρτίου 1930» , εφ. Μαχητής-Κιλκις, σελ. 18-19, Κιλκίς, 8.3.2011

Την άλλη μέρα τους κατέβασαν στη Θεσσαλονίκη, τους έκλεισαν στις

Νέες Φυλακές και τους παρέπεμψαν στο κακουργιοδικείο του Πολυγύρου.

Την ημέρα δε των γεγονότων είχε φτάσει στο χωριό και ο Παρτσαλίδης ο οποίος ζητούσε να συναντηθεί με τον υπεύθυνο της νεολαίας του χωριού Σιδηρόπουλο Χριστόφορο. Θα συναντήσει τον Τουλκερίδη Βασίλη, ο οποίος θα καταλάβει ότι πρόκειται για κομμουνιστικό στέλεχος, θα του εξιστορήσει τα γεγονότα και θα τον φυγαδεύσει από το χωριό[81].

Την επόμενη μέρα των γεγονότων στο χωριό επικρατεί «πρωτοφανής τρομοκρατία». Το χωριό στρατοκρατείται, κανείς άνδρας δε βρίσκεται στο χωριό, οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά βρίσκονται κλεισμένα στ σπίτια τους. Οι πληροφορίες που έχει ο «Ριζοσπάστης» για τραυματίες δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν λόγω «της τρομοκρατίας που έχει εξαπολυθή στο χωριό». Γνωστό είναι μόνο πως «οι χωρικές Ευθυμία Μωυσίδου, Αλεξάνδρα Σιδηροπούλου, Παρθένα Μιχαηλίδου και Ελένη Χριστοφορίδου είνε βαριά τραυματισμένες, τόσο που οι δύο πρώτες βρίσκονται στο κρεββάτι με πυρεττό, κινδυνεύουν να πεθάνουν». Ο «Ριζοσπάστης» καταλήγει: «Ό,τι διαπράττεται είνε ανήκουστο. Η ζωή των φτωχών χωρικών βρίσκεται σε [άμεσο] και σοβαρό κίνδυνο. Διαμαρτυρηθήτε»[82]

Στο ίδιο άρθρο ο «Ριζοσπάστης» καταγγέλλει πως «μια περίπολος, με επικεφαλής το γνωστό χαφιέ Γιάννη Σιδηρόπουλο, οπλισμένον κι αυτόν, έργο της αποκλειστικό έχει να μπαίνει με τα όπλα στα σπίτια και να αναγκάζει με την απειλή του σκοτώνον τους τους γεροντότερους να υπογράψουν κάποιο χαρτί. Το περιεχόμενό τους είνε άγνωστο. Από τα λόγια του χαφιέ Σιδηρόπουλου μένει η εντύπωση πως πρόκειται περί δηλώσεως σύμφωνα με την οποία οι κάτοικοι διαμαρτυρόμενοι για τα γεγονότα, δηλούν πως δεν μπορούν να ζήσουν με τους κομμουνιστές και ζητούν την εκτόπισή τους. Όλες οι ατιμίες έχουν τεθεί σε εφαρμογή. Όσοι αρνούνται να υπογράψουν, και είνε αυτοί γέροι, γιατί νέος δεν βρίσκεται στο χωριό, υφίστανται τα πάνδεινα»[83].

Στις 12/3/1930, πάνω από 60 κάτοικοι της Μεταμόρφωσης θα συντάξουν την παρακάτω δήλωση:

«ΔΗΛΩΣΗ

Από ημέρες υφιστάμεθα άγρια τρομοκρατία εκ μέρους των αρχών πρωτοστατούντος του χαφιέ Ιωάννη Σιδηροπούλου και των αγροφυλάκων. Αυτοί, με ενίσχυση τις αρχές, οπλισμένοι δε με τη βία και χωρίς να ξέρουμε περί τίνος πρόκειται εξανάγκασαν τους φτωχούς χωρικούς του χωριού μας να υπογράψουν μια αίτηση προς τη Γενική Διοίκηση Θεσσαλονίκης, με την οποία ζητούσαν τάχα οι κάτοικοι την εκτόπιση των συλληφθέντων για τα γεγονότα.

Εμείς, οι παρακάτω υπογεγραμμένοι έχοντας επίγνωση των συμφερόντων μας και παρά τη λυσσασμένη τρομοκρατία και τις πιέσεις έχουμε το θάρρος να φωνάξουμε: Αν στην εν λόγω αίτηση βρίσκονται και οι υπογραφές μας δεν εκπροσωπούν τις απόψεις μας.

Είναι ψευδέστατο, κακοήθες και ανυπόστατο ότι τρομοκρατούμεθα από τους συγχωριανούς μας, μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ζητάμε την αποφυλάκιση των συλληφθέντων και την μη εκτόπισή τους. Αυτοί σαν φτωχοί χωρικοί μαζύ με μας και στην πρώτη γραμμή κάνουν αγώνα για τα πάμπολλα ζητήματά μας.

Μεταμόρφωση 12/3/1930

Οι δηλούντες

[παρατίθενται τα ονόματα]»[84].

Η τρομοκρατία θα συνεχιστεί για πολλές μέρες και έτσι στις 16/3/1930 η Εργατική Βοήθεια Κιλκίς θα κάνει έκκληση ενίσχυσης «του συνειδητού αγώνα των αγροτών Μεταμόρφωσης κι όλης της περιφέρειας ηθικά και οικονομικά». Και η ΕΒΚ συνεχίζει: «Ταχτείτε αλληλέγγυοι, διαμαρτυρηθείτε, μην αφήστε τους ηρωικούς χωριάτες που κάτω από τα συνθήματα του Κομμουνιστικού Κόμματος αγωνίζονται κατά της ανήκουστης τρομοκρατίας που εξαπελύθη εναντίον τους. Το χωριό Μεταμόρφωση είναι αποκλεισμένο, οι χωριάτες καταδιώκονται, οι γυναίκες , οι γέροι, τα παιδιά χωρίς διάκριση, υφίστανται των καννιβάλων τις επιθέσεις. Οπλισμένοι ως τα δόντια μπαίνουν, μέρα ή νύχτα, χωρίς εξαίρεση και με προτεταμένα τα όπλα τρομοκρατούν τις φτωχές οικογένειες, ξυλοκοπούν χωρίς διάκριση ηλικίας μέχρι αναισθησίας και φεύγουν για να επανέλθουν με περισσότερη βαρβαρωσύνη. Ο κίνδυνος είνε άμεσος, ενισχύστε τους, δείξτε την ταξική αλληλεγγύη σας. Χρηματικές ενισχύσεις να στέλνονται στο χωριό Μεταλλικό Κιλκίς, στον Κω/τίνον Στεφανίδην.

Η Ε. Επιτροπή»[85].

Στη Μεταμόρφωση βρίσκονταν πλέον πάνω από 20 χωροφύλακες και άλλοι 20 ιππείς. Οι τελευταίοι τριγύριζαν επί έξι συνεχείς μέρες το χωριό. Όποιος αποφασίζει να βγει ξυλοκοπείται και συλλαμβάνεται. Έτσι θα συλληφθούν τις μέρες εκείνες «και οι αγρότες Ιωάννης Χριστοφορίδης, Πετρ. Παλατίδης, Λάζαρος Αδαμίδης, Λάζαρος Δημητριάδης, Γ. Αδαμίδης, Κ. Μωϊσίδης και Γ.Ι. Ιλαΐδης»[86].

Μετά τη Μεταμόρφωση η χωροφυλακή θα στραφεί και σε άλλα χωριά, κυρίως δε εναντίον εκείνων που πρωταγωνιστούσαν στη συμπαράσταση της Μεταμόρφωσης. Έτσι ένα απόσπασμα χωροφυλακής με επικεφαλής τον ταγματάρχη Τσολάκη και τον ανθυπομοίραρχο Πουλάκη, επισκέπτονται διάφορα χωριά και θα φτάσουν και στο χωριό Μεταλλικό. Εκεί θα καλέσουν σε ανάκριση τον αγρότη Στυλιανό Αλμετίδη «στον οποίον κατόπιν θα κάνουν αντικομμουνιστική θεωρία». Κάλεσαν επίσης και τον πρόεδρο , στον οποίο είπαν να απαγορέψει οποιαδήποτε συγκέντρωση και συνέλευση χωρίς άδεια και κυρίως χωρίς την παρουσία χωροφύλακα. Σκοπός των επισκέψεων η τρομοκράτηση των αγροτών. Ο «Ριζοσπάστης» δηλώνει πως οι αγρότες πρέπει, «ενάντια στην πυγμή του κράτους να αντιτάξουν τη δική τους» και προτρέπει : «Στην επίθεση του κράτους ας απαντήσουν με αντεπίθεση. Εμπρός για το συλλαλητήριο στο Κιλκίς με όπλα»[87].

Τα γεγονότα στο Γυμνάσιο Κιλκίς

Την εποχή 1929-1930 ήδη άρχισαν να δημιουργούνται στο Κιλκίς οι πρώτοι πυρήνες της ΟΚΝΕ . Άρχισε δε να εκδίδεται τότε και πολυγραφημένη εφημερίδα. Ο γυμνασιάρχης Α. Αγαθαγγελίδης, θεολόγος, σε συνεργασία με τη χωροφυλακή συνέλαβαν μαθητές του γυμνασίου , που εξέδιδαν τη μαθητική εφημερίδα.

Στις 7 Μαρτίου 1930 συνήλθε στο γυμνάσιο Κιλκίς ο σύλλογος των διδασκόντων σε συνεδρία και «λαβών γνώσιν των κομμουνιστικών γεγονότων άτινα έλαβον χώραν εν τω Γυμνασίω και μεταξύ των μαθητών αυτού εις ευρείαν κλίμακα ως αποδείχθησαν εκ της ανακρίσεως της Αστυνομίας και ως εξέθεσεν ταύτα ο Διευθύνων το Γυμνάσιον καθηγητής κ. Αγαθαγγελίδης όστις και παρηκολούθησε την πορείαν της ανακρίσεως: Αποφασίζει:

1ον – Για δια παντός αποβολήν εκ πάντων των Γυμνασίων του Κράτους των μαθητών: α) Κοντόζη Θεοφυλάκτου της Δ’ τάξης, β) Κεσίδη Παύλο της Γ’ τάξης, γ) Παντελιάδη Ιωάννη της Γ’ τάξης, δ) Τσαμαντουρίδη Λάζαρο της Α’ τάξης ε) Χαρατζίδη Πολυχρόνη της Γ’ τάξης, διότι οι ως άνω μαθητές εν συνεργασία μετά κομμουνιστικών στοιχείων προέβησαν εις έκδοσιν αναρχικής εφημερίδος με τον τίτλον «Αγώνας» δια της αρθρογραφίας της οποίας εξυβρίζετο το νυν καθεστώς ως και ο Σύλλογος των διδασκόντων αποκαλουμένους «Τομάρια πουλημένα», ως και μπουρζουαζία και δι άλλων ακατονόμαστων φράσεων. Έλαβον εκ Θεσσαλονίκης και διεσκόρπισαν εντός της πόλεως Κιλκίς και εις τα πέριξ χωριά, προκηρύξεις αναρχικού περιεχομένου και εγένοντο πρόξενοι ταραχών και συγκρούσεων μετά των Αστυνομικών και… αρχών και εν γένει δια παντός μέσου σατανικού και με πλήρη οργάνωση επεδόθησαν εις την διάδοσιν των κομμουνιστικών αρχών και την σύμπηξιν κομμουνιστικού πυρήνος εντός του Γυμνασίου.

Εξετύπωσαν δια πολυγράφου απειρίαν προκηρύξεων δια τους πτωχούς αγρότες και τα καταπιεζόμενα δήθεν στρώματα. Ειδικήν προκήρυξην για τον αποβληθέντα μαθητήν Αμελίδη Χαράλαμπον παρουσιάζον ως θύμα τους ίδιους χωρικούς καταπολεμόντων καθηγητών και την απόφασιν του Συλλόγου, απεκάλουν κτηνώδη και ότι αυτή τάχα θα είναι η τύχη όλων των πτωχών μαθητών. […]

[Επίσης αποφάσισαν] Την επί τεσσαράκοντα και πέντε ημέρας αποβολή των κάτωθι μαθητών: 1) Χρυσομαλίδην Γεώργιον Α’ τάξεως, 2) Ιωαννίδην Λάζαρον Β’ τάξεως, 3) Μασμανίδην Συμεών, 4)Χαρατσίδην Ιωάννην Β’ τάξεως, 5) Ορφανίδην Θεόδωρον Β’ τάξεως, 6) Χασεκίδη Θεοχάριν Β’ τάξεως, 7) … Ιωάννου Β’ τάξεως, 8) Παπαδόπουλον Αναστάσιον Γ’ τάξεως, 9) Λαβάσα πλάτων Γ’ τάξεως διότι: Ούτοι ως απεδείχθη εκ χειρογράφων πρακτικών ενεγράφησαν εις τον πυρήνα της κομμουνιστικής νεολαίας του Γυμνασίου, συνήλθον την 13ην Φεβρουαρίου τρέχοντος έτους εις ιδιαιτέραν μαθητικήν σύσκεψιν επί του Ιερού λόφου Αγίου Γεωργίου Κιλκίς δια να λάβωσι ανιέρους αποφάσεις και να συμπήξωσιν ιδιαιτέρους αθλητικούς κομμουνιστικούς συλλόγους , να ιδρύσωσι πέντε κομμουνιστικούς πυρήνες παλαιά και νέα μυηθέντα μέλη, να κάμουν τετράκις του μηνός κομμουνιστικά μαθήματα μετά των πρωτεργατών, να συνέρχονται εις τακτικάς συνεδριάσεις δια του μηνός και εκτάκτως οσάκις παρέστη αστικό καθήκον των μαθημάτων του σχολείου.

Προκειμένου δε περί του χαρακτηριστικού της διαγωγής των ως άνω μαθητών ο Σύλλογος αποφασίζει χαρακτηρίζων ταύτην ως κακήν ίνα ούτω εγκρινομένης ως είμεθα βέβαιοι, της απόφασης ημών υπό του σεβαστού Υπουργείου, επετεύχθη η ολοτελής διάλυσης του κομμουνιστικού πυρήνος και επανεύρει το Γυμνάσιον την ησυχίαν του

[υπογραφές]»[88]

Στις 9 Μαρτίου 1930 οι εφημερίδες θα δημοσιεύσουν ότι στο πλημμελειοδικείο Κιλκίς δικάστηκε η υπόθεση 8 μαθητών από το Κιλκίς, οι οποίοι κατηγορούνταν ότι «εξετύπωσαν δια πολυγράφου κομμουνιστικήν εφημερίδα και προκηρύξεις επαναστατικού περιεχομένου». Ο μαθητής Κεσσίδης θα καταδικαστεί σε 7 μήνες φυλάκιση και εκτόπιση στη Σκύρο. Οι υπόλοιποι καταδικάστηκαν σε τρίμηνη φυλάκιση και εκτόπιση ενός μηνός στη Σκύρο. Η κομμουνιστική νεολαία του Κιλκίς είχε προβεί σε πλατιά στρατολογία και –σύμφωνα με το «Ριζοσπάστη»- είχε τριπλάσιο αριθμό μελών από τη νεολαία του Πειραιά. Εξέδιδε την εφημερίδα «Ίσκρα»[89], που στο τελευταίο της φύλλο είχε κύριο άρθρο για την 28η Φεβρουαρίου και για την 6η Μαρτίου[90].

Η εφημερίδα «Μακεδονία», αποδοκιμάζει ποινές εξορίας των μαθητών: «[…] οι κομμουνίζοντες μαθητές των γυμνασίων , δεν διαπαιδαγωγούνται μα τας στηνομένας δίκας και την αποστολήν εις την εξορίαν. Όσον και αν εβγήκε το ξύλο από τον Παράδεισον, οι γυμνασιόπαιδες με τας νέας ιδέας χαλυβδώνονται εις την εξορίαν και προσκολλούνται στενώτερα προς τα καινά δαιμόνια, ενώ με μίαν ανοχήν προς τας παρεκτροπάς των και μίαν ηπίαν παρακολούθησιν θα επανέλθουν εις τον ορθόν δρόμον ευθύς ως ανδρωθή η λογική των»[91].

Η εφημερίδα «Σκριπ», στις 16/3/1930, στην πρώτη σελίδα θα δημοσιεύσει ψήφισμα μαθητών του Γυμνασίου Κιλκίς , οι οποίοι θα εκφράσουν τα συγχαρητήριά τους προς τις αρχές για τη σύλληψη των κομμουνιστών συμμαθητών τους. Αναλυτικά το ψήφισμα είχε ως εξής[92]:

«Οι μαθηταί του Γυμνασίου Κιλκίς συνελθόντες εις γενικήν συνέλευσιν και πληροφορηθέντες την καταδίκην των κομμουνιστών μαθητών του σχολείου μας.

Αποφασίζομεν:

1. Εκφράζομεν τα ειλικρινή μας συγχαρητήρια εις τας αστυνομικάς και δικαστικάς αρχάς και τον ακούραστον διευθυντήν μας δια την ανακάλυψιν και τιμωρίαν των ενόχων.

2. Στιγματίζομεν με ιεράν αγανάκτησιν την βέβηλον πράξιν των αναξίων μαθητών, οίτινες εμόλυναν το σχολείον μας και επώλησαν αντί πινακίου φακής την ελληνικήν ψυχήν του εις τους διαβόλους της Μόσχας και

3. Διακηρύττομεν πάντες ότι δεν λησμονούμεν ποτέ τας μεγάλας θυσίας των πατέρων μας, το άφθονον αίμα των αθανάτων ηρώων της πατρίδος γενικώς και του Κιλκίς ξεχωριστά, του οποίου το χώμα σπιθαμή προς σπιθαμήν είναι βαμμένον με το άγιον και φλογερόν αίμα των τσολιάδων μας. Είμεθα και θα είμεθα οι άγρυπνοι φρουροί της ατιμήτου εθνικής μας περιουσίας.

Ποτισμένοι από τα θρανία μας το άδολον γάλα της Ελληνικής παιδείας και φιλοπατρίας, ουδέποτε θα ανεχθώμεν την κατάπτυστον αναρχικήν δράσιν της Μόσχας.

Την Γαλανόλευκον ψυχήν μας δε θα μολύνουν ποτέ οι Ντολέρες!!!

Εξ ονόματος της μαθητικής κοινότητος

Η Επιτροπή»

Ομάδα «φτωχών μαθητών» θα αποστείλει στις 15/3/1930 στο «Ριζοσπάστη» καταγγελία για συμμαθητές τους , οι οποίοι με την καθοδήγηση καθηγητών, «ιδίως του Αγαθαγγελίδου» άρχισαν να βγάζουν λόγους κατά του Κομμουνισμού, λέγοντας «θάνατος εις τους Κομμουνιστάς, κάτω τα όργανα της Μόσχας», και άλλα. Οι «φτωχοί μαθητές» θα δηλώσουν στο κείμενό τους πως «δεν δίνουμε καμιά σημασία στις αρλούμπες που ξεφωνίζουν τα πλουσιόπαιδα και τα όργανά τους οι καθηγητές, αλλά θα πυκνώσουμε τις γραμμές της κομ. Νεολαίας και υπό την καθοδήγησή της θ’ αγωνισθούμε για το ξεσκλάβωμά μας. Κιλκίς, 15/3/39 πολλοί φτωχοί μαθητές»[93].

Όμως και οι ίδιοι οι καταδικασθέντες μαθητές θα στείλουν επιστολή που θα δημοσιευθεί πρωτοσέλιδα στο «Ριζοσπάστη» στις 23/3/1930:

«Εμείς οι μαθητές του Γυμνασίου Κιλκίς, μέλη της ομοσπονδίας Κομμουνιστικών Νεολαιών της Ελλάδος, που συλληφθήκαμε από το αστικό δικαστήριο γιατί είμαστε οι συντάχτες της εφημερίδας της Αχτίδας της Κομμουνιστικής Νεολαίας Κιλκίς και εκδώσαμε με τον πολύγραφο προκήρυξη προς τους εργάτες και φτωχούς χωριάτες και ακόμη αποβληθήκαμε για τον αγώνα μας υπέρ των εργατών και των φτωχών χωρικών, χαιρετίζουμε επαναστατικά την Αχτιδική οργάνωση της Νεολαίας Κιλκίς για τον ηρωϊκόν αγώνα της και όλες τις καταπιεζόμενες μάζες της χώρας μας και δηλώνουμε πως δεν θα πάψουμε την πάλη μας πιστοί στις γραμμές της προλεταριακής επανάστασης , ως την τελική νίκη.

Σύντροφοι. Μέσα απ’ τη φυλακή μας, νέοι εμείς με λίγη πείρα δεν έχουμε την αξίωση να σας δώσουμε συμβουλές. Αποφασίζουμε μόνο να σας πούμε: Μη δειλιάστε, συνεχίστε άφοβα τον αγώνα σας, τσακίστε την τρομοκρατία, αγωνιστήτε για αύξηση του μεροκάματου, για το οκτάωρο, κατά των φόρων, ενάντια στον παρασκευαζόμενο πόλεμο, υπερασπίστε την Σοβιετική Ένωση με κάθε μέσο, μπάτε στις γραμμές του Κομμουνιστικού Κόμματος. Έτσι μονάχα θα τραβήξουμε στο γκρέμισμα του καθεστώτος της πείνας, της τρομοκρατίας και του πολέμου.

Οι καταδικασμένοι και αποβληθέντες μαθητές του γυμνασίου Κιλκίς».

Στις 2 Απριλίου 1930 θα εκδικαστεί στο πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης η έφεση των καταδικασθέντων μαθητών. Ιδιαίτερη εντύπωση θα κάνει η οικειοθελής παρουσία και υπεράσπιση των μαθητών από τον καθηγητή πανεπιστημίου Ελευθερόπουλο. Ο Ελευθερόπουλος χαρακτήρισε την απόφαση του δικαστηρίου «εγκληματική κατά της νεότητος», διακοπτόμενος δε από τον πρόεδρο θα διαμαρτυρηθεί και θα ζητήσει την τιμωρία του καθηγητή του γυμνασίου Κιλκίς ως «ανικάνου να διαπαιδαγωγήση τους μαθητάς»[94].

Ένας από τους φυλακισμένους μαθητές του γυμνασίου Κιλκίς θα στείλει στο «Ριζοσπάστη» την παρακάτω επιστολή, η οποία θα δημοσιευτεί στις 25/5/1930, σελ. 2 :

«Με τα τελευταία γεγονότα του Κιλκίς ο Βενιζέλος έβαλε αρκετούς χωριάτες της περιφέρειας Κιλκίς στη φυλακή γιατί ζητούσαν ψωμί να ζήσουν. Στο χωριό μας έστειλε στρατό και χωροφύλακες, που με τον υποκόπανο χτυπάν τις οικογένειές μας και συλλαμβάνουν κάθε ένα που θα τολμήση να διαμαρτυρηθή για την πείνα και την τρομοκρατία.

Οι Ξυπνημένοι αγρότες δεν θα πρέπει να τρομοκρατηθούν, αλλά να συνεχίσουν τον αγώνα τους βγάζοντας σε κάθε χωριό επιτροπές αγώνος από κομμουνιστές χωριάτες.

Εγώ και μέσα από τη φυλακή που με κλείσανε δεν έχασα το ηθικό μου, αλλά είμαι έτοιμος όταν βγω να συνεχίσω τον αγώνα μας για τη τελική μας απελευθέρωση από το καθεστώς της πείνας, της εκμετάλλευσης και της ανεργίας.

Ένας φυλακισμένος μαθητής της περιφέρειας Κιλκίς».

Στις 12 Ιουνίου 4 από τους εξορισθέντες μαθητές του Γυμνασίου Κιλκίς φτάνουν στη Χαλκίδα, και αντί να μεταφερθούν στη Σκύρο κλείνονται στα κρατητήρια της αστυνομίας. Η τοπική οργάνωση θα αναλάβει τη φροντίδα τους και θα τους διαβάσει και επιστολή συμπαράστασης των μαθητών του Γυμνασίου Χαλκίδας. Έτσι μετά την διαμαρτυρία αυτή των κομμουνιστών της Χαλκίδας θα αποφυλακιστούν και θα σταλούν στη Σκύρο για να εκτίσουν την ποινή της μηνιαίας εξορίας τους[95].

Το ΚΚΕ για τα γεγονότα του Κιλκίς

Με βάση λοιπόν τη «δουλειά» των μαθητών του Γυμνασίου Κιλκίς και των γεγονότων στην περιφέρεια Κιλκίς , ο «Ριζοσπάστης», σε πρωτοσέλιδο άρθρο του (10/3/1930), αφού τονίσει ότι στο Κιλκίς έχουμε «αποτελεσματική, πραγματικά μαζική δουλειά» προβαίνει σε συγκρίσεις: «Ρωτήστε τους συντρόφους των Αθηνών τι καθημερινή εργασία έκαναν για να εισχωρήσουν στα εργοστάσια. Θα δυσκολευτούν να σας πουν. Ρωτήστε αν βγαίνει εργοστασιακή εφημερίδα. Θα πάρετε αρνητική απάντηση. Όταν πρόκειται να γίνη καμμιά καμπάνια ξυπνούνε τη 12η ώρα για να πάνε να μοιράσουν προκηρύξεις έξω από τα εργοστάσια ενώ μέσα σ’ αυτά δεν κάνουν επίμονη καθημερινή δουλειά για δημιουργία πυρήνα κλπ.

Όταν οι αστυνομικοί χυμάνε να τους πιάσουν δεν βρίσκουν καμμιά υπεράσπιση από τη μάζα των εργατών. Φταίνε οι εργάτες; Όχι! Φταίνε οι κομμουνιστές που δεν διαφώτισαν προηγουμένως τους εργάτες.

Πήραμε δύο παραδείγματα μονάχα. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ακόμα το παράδειγμα των κομμουνιστών της «Μεταμόρφωσης». Το μικρό Κιλκίς, η μικρή Μεταμόρφωση, βάζουν τα γιαλιά στη μεγάλη Αθήνα και πολλές άλλες οργανώσεις μεγάλων προλεταριακών κέντρων.[…]»[96]

Δύο μέρες μετά ο «Ριζοσπάστης» θα εξάρει και τη στάση των φαντάρων στα επεισόδια της Μεταμόρφωσης, σε πρωτοσέλιδο άρθρο του (12/3/1930) . Η στάση αυτή- θα τονίσει- ήταν η ενδεδειγμένη στάση, που πρέπει να κρατάει κάθε φαντάρος σε ανάλογη περίπτωση, και πρέπει-σύμφωνα με την εφημερίδα- να γίνει παράδειγμα προς μίμηση. Μάλιστα δε προτρέπει τους φαντάρους, σε ανάλογες περιστάσεις, να ενώνονται με τους φτωχούς αγρότες, να αφοπλίζουν και να τσακίζουν τους αξιωματικούς «που είναι όργανα του Κράτους των εκμεταλλευτών ματοκύλισμα των εξεγειρομένων φτωχών καταπιεζομένων μαζών». Αναφέρει μάλιστα και το παράδειγμα των στρατιωτών στο χωριό Γιάνες[97], που παρέδωσαν τα όπλα στους εξεγερμένους χωρικούς[98].

Λίγες μέρες αργότερα ο αστικός τύπος αναγγέλλει μέτρα που σκέφτεται να πάρει ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας, μέτρα όπως η μετατόπιση και εκτόπιση ολόκληρων οικογενειών και χωριών από την περιφέρεια του Κιλκίς. Ο «Ριζοσπάστης» όμως δηλώνει πως οι φτωχοί αγρότες της περιφέρειας Κιλκίς δεν τρομοκρατούνται, αλλά ετοιμάζονται για «ΕΝΟΠΛΟ ΚΑΘΟΔΟ στο Κιλκίς»[99]. Καλεί δε τους αγρότες όλης της Ελλάδας να «σηκωθούν κατά της τρομοκρατίας και για τις οικονομικές τους διεκδικήσεις, για την απαλλαγή τους από κάθε φόρο και χρέος, για την απαλλοτρίωση όλων των τσιφλικιών χωρίς αποζημίωση, για οικονομικές ενισχύσεις από το Κράτος χωρίς επιστροφή. Πρέπει να οργανώσουν συγκεντρώσεις και συλλαλητήρια στα χωριά τους , δίχως καμμιά αναβολή. Με τις συγκεντρώσεις και τα συλλαλητήριά τους οι φτωχοί αγρότες θα προετοιμάσουν τα ένοπλα συλλαλητήρια και τις ένοπλες καθόδους των στις πόλεις, θα προετοιμάσουν την κινητοποίηση της 1ης Μαΐου»[100].

Στις 19/3/1930 ο «Ριζοσπάστης» εξαίρει για μια ακόμη φορά τις οργανώσεις του Κιλκίς:

«Μέσα σε λίγους μήνες πέτυχαν:

1. Το διπλασιασμό των μελών τους.

2. Κινητοποίηση 300 εργατών.

3. Πέντε συσκέψεις και μια συγκέντρωση κληρωτών.

4. Διπλασιασμό της εφημερίδας τους «Ίσκρα» και της κυκλοφορίας του «Ριζοσπάστη»

5. 10 Επιτροπές αγώνα

6. 4 ομίλους Ε.Β.

7. Περιοδεία σε 20 χωριά».

Θα επισημάνει δε πως «σήμερα η αχτίδα Κιλκίς έχει τόσα μέλη του κόμματος όσα οι δύο οργανώσεις μαζί της Αθήνας και του Πειραιά».

Η οργάνωση του κόμματος στο Κιλκίς έγινε μια πολύ υπολογίσιμη δύναμη και αυτό το δείχνει-κατά το «Ριζοσπάστη»- η «τελευταία εκστρατεία της κυβέρνησης και του τύπου εναντίον των κομμουνιστών της περιφέρειας Κιλκίς εξ αφορμής των γεγονότων της Μεταμόρφωσης»[101].

Ανταπόκριση του «Ριζοσπάστη» από το Κιλκίς , με ημερομηνία 19/3/1930 πληροφορεί ότι η «Κατάσχεσις του «Ριζοσπάστη» εξακολουθεί. Ολόκληρος η περιφέρεια στερείται μοναδικής ημερησίας εφημερίδας εργατών και φτωχών χωρικών»[102].

Ο αντίκτυπος των γεγονότων στις αστικές εφημερίδες και στις Αρχές

Οι αστικές εφημερίδες και οι αρχές της περιοχής θα αργήσουν να αναγνωρίσουν τη σοβαρότητα των γεγονότων της Μεταμόρφωσης, παρόλο το χωριό βρίσκονταν σε ευαίσθητη περιοχή[103].

Η εφημερίδα «Μακεδονία» , στις 10/3/1930 (σελ. 4) θεωρεί ότι τα γεγονότα της Μεταμόρφωσης δεν εμπεριέχουν οιονδήποτε κίνδυνο καθώς «διεπιστώθη ότι επρόκειτο περί συνήθους διαπληκτισμού μεταξύ εικοσάδας Καυκασίων χωρικών εχόντων διαφοράς δια την διανομήν των γαιών». Μάλιστα αντικρούοντας οποιεσδήποτε άλλες φήμες γράφει: «Άπαντα τα άλλα περί κομμουνιστικής εκδηλώσεως, αντιστάσεως κατά του στρατού και της χωροφυλακής κλπ ελέγχονται τελείως ψευδή, καθ΄ όσον ουδείς κομμουνιστής υπάρχει εις την Μεταμόρφωσιν[…]».

Την επόμενη μέρα η εφημερίδα στηρίζεται σε πληροφορίες της από τις στρατιωτικές αρχές , από όπου «και πάλι ετονίσθη […] ότι πρόκειται περί αστείου γεγονότος». Το πόρισμα των ανακρίσεων, που ενήργησε ο ταγματάρχης Τσολάκης υποβλήθηκε στη ΧΙ Μεραρχία, δεν έφτασε όμως ακόμα στο Γ’ Σώμα Στρατού. Η εφημερίδα δε αφού περιγράφει τα γεγονότα θεωρεί ότι η όλη υπόθεση είναι ένα σκηνικό που στήθηκε από το διοικητή της διλοχίας, υπολοχαγό Γιοβανόπουλο, ο οποίος με προτροπή του φίλου του –καταδότη Ι. Σιδηρόπουλο- προέβει στις συλλήψεις , που έφεραν αναταραχή, και μαζί οι δυο τους έπεισαν τον αστυνομικό σταθμάρχη να στείλει στην Ανωτ. Διοίκηση Χωροφυλακής εξογκωμένο τηλεγράφημα , όπου παρέστησε «τας κωμικοτραγικάς σκηνάς ως κομμουνιστικήν εκδήλωσιν των κατοίκων εναντίον του στρατού» [104]. Στις 13/3/1930, την εφημερίδα δεν την απασχολούν τα γεγονότα τη Μεταμόρφωσης, αλλά το χωριό Γιάννες «εις το οποίον οι χωρικοί περιμένουν με τόσην σφοδράν προσδοκίαν τον κομμουνισμόν, ώστε να εγκαταλείπουν τα άροτρά των αναμένοντες τα σοβιέτ»[105].

Στο φύλλο της της 18/3/1930 (σελ.4), όμως η εφημερίδα «Μακεδονία», αρχίζει να ανησυχεί για τα συχνά επεισόδια στα χωριά της παραμεθορίου , για τα οποία γράφει ότι «προεκλήθησαν από μέρους κομμουνιστών εισπηδησάντων μέσα εις τας αγροτικάς μάζας». Οι «διοικητικές αρχές» πληροφορούν τη «Μακεδονία» ότι ο κομμουνισμός , ο οποίος είχε σχεδόν εκφυλιστεί στις πόλεις στράφηκε τώρα στην ύπαιθρο , «όπου άγνοια αλλά και δυστυχία επικρατεί». Η περιφέρεια δε Κιλκίς είναι γεμάτη από «πράκτορες», οι οποίοι διατρέχουν τα χωριά «δηλητηριάζοντες τους αγρότας και την μαθητιώσαν νεολαίαν». Οι «διοικητικές αρχές» φρονούσαν μάλιστα ότι η «θρασύτητα» των κομμουνιστών οφείλονταν στην κατάργηση των Επιτροπών Ασφαλείας «το έργο των οποίων εις τας παραμεθορίους κυρίως ήτο προληπτικόν». Έτσι η «Μακεδονία», αποκαλύπτει σκέψεις περί ανάληψης ριζικών μέτρων αντιμετώπισης του κομμουνισμού ανάμεσα στα οποία είναι πιθανόν να περιλαμβάνονται και μέτρα «μετατοπίσεως ολοκλήρων ενόχων και υπόπτων οικογενειών».

Ευρύτερα ο τύπος διατυμπάνιζε τον κομμουνιστικό κίνδυνο που εξαπλώνονταν στην ελληνική ύπαιθρο. «Εις ολόκληρον την περιφέρειαν Κιλκίς και ιδίως εις τίνα παραμεθόρια χωριά κατοικούμενα υπό Καυκασίων, ο κομμουνισμός επεκράτησεν απ’ άκρου εις άκρον», θα γράψει η εφημερίδα «Εμπρός» στις 12/3/1930 (σελ.3) και θα σημειώσει πως πρόκειται περί «σοβαρωτάτων γεγονότων, η έκτασις της σπουδαιότητος των οποίων δεν εξετιμήθη δεόντως». Η εφημερίδα θα τονίσει δε πως σοβαρότερο όλων ήταν η στάση των στρατιωτών, την οποία στιγματίζει και θεωρεί «αχαρακτήριστον», καθότι οι στρατιώτες αρνούμενοι να εκτελέσουν τις εντολές των ανωτέρων τους άφησαν «εκθέτους τους αξιωματικούς των εις την οργήν του πλήθους».

Στον τόπο των γεγονότων θα μεταβεί ο διοικητής χωροφυλακής και ο ταγματάρχης της 11ης Μεραρχίας Τσολάκης. Μιλώντας σχετικά με τα γεγονότα ο διοικητής της 11ης Μεραρχίας Μαρούλης θα τονίσει ότι «εις την περιφέρειαν Κιλκίς ασκείται έντονος κομμουνιστική προπαγάνδα. Οι χωρικοί πεισθέντες από τους κομμουνιστάς εγκατέλειψαν τας εργασίας των , αναμένοντες από στιγμής εις στιγμήν την επικράτησιν των Σοβιέτ». Στη συνέχεια ο Μέραρχος «εξήρε την επιτακτικήν ανάγκην της συστηματικής οργανώσεως της αστικής κοινωνίας προς την αντιμετώπισιν των ανατρεπτικών σχεδίων των κομμουνιστών»[106].

Η «Μακεδονία» δεν συμφωνεί με τις απόψεις των στρατιωτικών, εξάλλου αυτοί «με την απορροφημένην σκέψιν δια την άμυναν της Χώρας και με την επαγγελματικήν δυσπιστίαν των προς πάσαν γωνίαν έξω των συνόρων μας, θεωρούν ως το βδελυρότερον έγκλημα πάσαν διεθνιστικήν άποψιν, όπου συναντούν ταύτας στρεβλάς αντιλήψεις, εφαρμόζουν την στρατιωτική σκληρότητα της υπερβολικής τιμωρίας». Ο κομμουνισμός- κατά τη «Μακεδονία» δεν καταπολεμείται ούτε «με ψαλμούς του Δαυΐδ και κενολόγους φράσεις εκ των προφητών», όπως θεωρούν οι «καθυστερημένοι κληρικοί μας», ούτε με τη δυσκαμψία που επιδεικνύουν οι έμποροι και οι βιομήχανοι «προς πάσαν κρατικήν πρόνοιαν δια την βελτίωσιν της θέσεως των εργαζομένων», δυσκαμψία η οποία προκαλεί και οδηγεί σε αδικαιολόγητους ερεθισμούς. Κατά τη «Μακεδονία» ο κομμουνισμός πολεμιέται με την ανάδειξη των ατελειών του και του ανεφάρμοστου στον τόπο μας. Εισάγει μάλιστα και επιχειρήματα , σύμφωνα με τα οποία θα μπορούσαν να πεισθούν, οι όποιοι αγρότες προσέβλεπαν στον κομμουνισμό, καθότι για έναν αγρότη ο κομμουνισμός «είνε το χειρότερον σύστημα» : «Τους αφειρείται η πλεονάζουσα παραγωγή αντί ευτελεστάτης τιμής και μένουν αιωνίως καταδικασμένοι εις τας στερήσεις και την πείναν». Και καταλήγει η «Μακεδονία» προασπιζόμενη το αστικό σύστημα: «Έχει βέβαια τας ελλείψεις του και τα ελαττώματά του το σημερινόν μας κοινωνικοοικονομικόν σύστημα, αλλά αυτό είνε το καλύτερον και ασυγκρίτως το υπέρτερον από το κομμουνιστικόν. Είνε δε τραγική πλάνη να επιβληθή η αντίληψις αύτη με την σκοτεινήν βίαν, αντί της ελευθέρας συζητήσεως και της φωτεινής διδασκαλίας προς τους νοσηρούς εγκεφάλους ηλιθίων οραματιστών»[107].

Ο θόρυβος από τα γεγονότα της Μεταμόρφωσης, θα οδηγήσει στο να επισκεφτούν το χωριό και οι πολιτικές αρχές. Ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας κ. Γονατάς μαζί με το βουλευτή Ευθυμιάδη και το δικηγόρο κ. Τσερεμιά, θα φτάσουν στο χωριό για να εξετάσουν από κοντά την κατάσταση.

Η κατάσταση βέβαια στο χωριό ήταν τραγική. «Παρά τις τεράστιες περιουσίες που άφησαν στον Καύκασο», γράφει ο Γιώργης Σιδηρόπουλος, «για τις οποίες αποζημιώθηκε η ελληνική κυβέρνηση, η βοήθεια που τους χορήγησε για εγκατάσταση, ήτανε μηδαμινή». Έτσι οι αρχές θα δουν με τα μάτια τους, πως τα σπίτια που είχαν φτιάξει με τα χέρια τους οι χωρικοί , ήταν σκεπασμένα με σάπιες και τρύπιες λαμαρίνες. Ο Γενικός Διοικητής θα δώσει εντολή να χορηγηθούν δωρεάν σε όλους τους κατοίκους υλικά για να αλλάξουν τις στέγες των σπιτιών . Επίσης χορηγήθηκε και δάνειο στο συνεταιρισμό του χωριού με το οποίο αγόρασε αλωνιστική μηχανή[108].

Διεθνής και εντόπια συμπαράσταση

Η σοβαρότητα των γεγονότων ήταν τόσο μεγάλη που ο αντίλαλός τους έφτασε στο εξωτερικό.

Η βουλευτίνα του ΚΚ Γερμανίας, Κλάρα Τσέτκιν, έστειλε τηλεγράφημα στις γυναίκες της Μεταμόρφωσης , στο οποίο τις συνεχάρη «που πήραν αποφασιστικά μέρος στα γεγονότα αυτά»[109].

Την ίδια κιόλας μέρα των γεγονότων θα βγει και το πρώτο ψήφισμα συμπαράστασης των χωρικών της Μεταμόρφωσης . Θα είναι από τη γενική συνέλευση των αγροτών του Μεταλλικού, οι οποίοι θα καταγγείλουν τους ανήκουστους τραμπουκισμούς και βανδαλισμούς των αστυνομικών αρχών του Ματσίκοβου-Εύζωνοι και των στρατιωτικών αρχών Μεταμόρφωσης σε βάρος των φτωχών αγροτών της Μεταμόρφωσης. Ζητούνε δε την κατάπαυση της τρομοκρατίας και την παραδειγματική τιμωρία των παραπάνω αστυνομικών και στρατιωτικών αρχών[110].

Ο «Ριζοσπάστης» της 12ης Μαρτίου 1930 (σελ.1) ενημερώνει πως στα χωριά της περιφέρειας Κιλκίς Μεταλλικό, Αβράτ-Ασάρ [Γυναικόκαστρο], Τσιγουνίτσα [Μεγάλη Στέρνα], Μελάσισα [Ηλιόλουστο], Δροσούλα κλπ, οι χωρικοί κινούνται για την ενίσχυση των αγροτών της Μεταμόρφωσης. «Καλούν έχταχτες συγκεντρώσεις ενάντια στην τρομοκρατία που εξαπελύθη ύστερα από τις συγκρούσεις στη Μεταμόρφωση , ενάντια στις συλλήψεις κλπ.»

Οι χωρικοί εκείνοι ένοιωθαν πόσο είναι συνδεδεμένη η δική τους κατάσταση με την κατάσταση των φτωχών χωρικών της Μεταμόρφωσης, «πως τα συμφέροντά τους είναι κοινά, πως οι αγώνες τους είναι κοινοί ενάντια στον ίδιο εχθρό, τους εκμεταλλευτές και το Κράτος τους». «Πρέπει», σημειώνει η εφημερίδα, «να υποστηρίξουμε τους φτωχούς αγρότες της Μεταμόρφωσης, κινητοποιούμενοι κατά της κυβέρνησης του Διχτάτορα», καθώς κάθε ανάλογη κινητοποίηση πρέπει να είναι κινητοποίηση «ενάντια στην κυβέρνηση Βενιζέλου που τσακίζει κάθε αγώνας τους για το ψωμί τους», πρέπει να είναι κινητοποίηση ενάντια στην «Εθνοτράπεζα, την Αγροτική, τους τοκογλύφους και λοιπούς εκμεταλλευτές», να είναι κινητοποίηση κατά «του προετοιμαζομένου νέου πολέμου».

Και καταδίκη των «κομμουνιστικών κινήσεων» στο Κιλκίς

Μετά τα τελευταία γεγονότα στην περιφέρεια του Κιλκίς, το Κοινοτικό Συμβούλιο Κιλκίς και οι οργανώσεις, συνήλθαν κι ενέκριναν το παρακάτω τηλεγράφημα προς τον Πρωθυπουργό και τους υπουργούς Εσωτερικών και Παιδείας:

«Πρωτοβουλία Κοινότητος Κιλκίς συνήλθον οργανώσεις Κιλκίς έκτακτον σύσκεψιν προς αντιμτώπισιν κομμουνιστικής κινήσεως ην ευάριθμα ευτυχώς μίσθαρνα όργανα δημιουργούσι περιφέρειαν. Αποδοκιμάζουσα μετά βδελυγμίας αντεθνικάς ενεργείας ταραξιών επιζητούντων δυσφημίσωσι διασύρωσι περιφέρειαν, κάτοικοι οποίας διαπνέονται από ιερά αισθήματα υπέρ πατρίδος και θρησκείας. Αξιούσι ενεργηθή ευρυτάτη ανάκρισις προς πάσαν διεύθυνσιν δι ανακάλυψιν τιμωρίαν ταραξιών εκκαθάρισιν περιφερείας ριζικήν. Ανακάλυψις κομμουνιστικής προπαγάνδας εντός Γυμνασίου Κιλκίς αποδεικνύουσα σύντονον δράσιν εν εκπαιδεύσει επιβάλλει εκκαθάρισιν σχολείων περιφερείας.

Αποκρούομεν οιανδήποτε αναβολήν υποδεικνυομένων μέτρων απαραιτήτων δια γαλήνευσιν πνευμάτων λαού διατελούντος εν εξεγέρσει κατά τερατώδους κομμουνιστικής προσπαθείας.

Πρόεδρος Κοινότητος

Α. Φωτιάδης»[111]

Επίσης ο πρόεδρος της κοινότητας Άνω Πορόια, «κατόπιν των κομμουνιστικών ταραχών της παραμεθορίου», θα στείλει στο Υπουργείο Εσωτερικών το παρακάτω τηλεγράφημα:

«Λαβόντες γνώσιν των γεγονότων του χωρίου Μεταμορφώσεως περιφερείας Κιλκίς, αποδοκιμάζομεν τας πράξεις των διαμαρτυρομένων προς υμάς, προτείνοντες την λήψιν ριζικών μέτρων δια την απομάκρυνσιν των αριστεριζόντων ους χαρακτηρίζομεν αναρχικά στοιχεία. Σύσσωμος ο πληθυσμός των χωρίων Άνω Πορροΐων, Φιλύρας και Θεοδωριτσίου αποδοκιμάζομεν τας ανωτέρω πράξεις, διαδηλούντες ότι ανέκαθεν είναι ταγμένοι με το αστικόν καθεστώς και παρά το πλευρόν Κυβερνήσεως»[112].

Τα επιγενόμενα και το κλείσιμο … του 1930

Μετά τα γεγονότα της Μεταμόρφωσης και τις συγκεντρώσεις των γύρω στο Κιλκίς χωριών έχει «εξαπολυθεί μια άγρια τρομοκρατία ενάντια στους φτωχούς χωριάτες της περιφέρειας».

Παρά το κλίμα που υπάρχει στην περιοχή στις 22 Απριλίου θα γίνει νέα συγκέντρωση αγροτών στο Μεταλλικό στην οποία θα πάρουν μέρος 80 γέροι, γυναίκες και νέοι. Στη συγκέντρωση μίλησε αντιπρόσωπος του κομμουνιστικού κόμματος, ανέπτυξε τη σημασία της Πρωτομαγιάς και κάλεσε τους χωρικούς να κατεβούν την 1η του Μάη στο Κιλκίς. Το βράδυ ο αστυνόμος θα καλέσει τον ομιλητή σε ανάκριση «αλλά ο σύντροφος σαν κομμουνιστής τούδωσε την πρέπουσα απάντηση»[113].

Κάθε μέρα πηγαίνουν αστυνομικοί στα χωριά , κάνουν ανακρίσεις και φυλακίζουν χωρικούς. Σύμφωνα με ανταπόκριση του Ριζοσπάστη» της 27ης Απριλίου 1930: «Στο χωριό Τζιγουνίτζα πιάσαν το δάσκαλο και τον έστειλαν στις νέες φυλακές. Στο χωριό Αβρατσάρ συνέλαβαν τον Κανονίδη. Στο Μεσιανό τον Παπαδόπουλο, στο Μεταλλικό τον Γ. Γεωργιάδη. Στο Αβράς Γεσάρ πιάσανε τέσσερις νέους αγρότες, στη Μεταμόρφωση 10 νέους και γέρους αγρότες, στο Αγά Κιλσέ ένα αγρότη και στο Κιλκίς 5 μαθητές. Όλους αυτούς τους προφυλάκισαν».

Αρχίζουν δε και οι παραπομπές σε δίκες για τους συλληφθέντες από προηγούμενες επιχειρήσεις της αστυνομίας.

«[…]παραπέμπουν σε δίκη στις 28 του Μάη τους συντρόφους Σ. Λαπουρίδη, Σ. Αλματίδη, Μ. Σοφιανίδη και Θ. Ελευθεριάδη για να δικαστούν για τη συγκέντρωση του έγινε στο Μεταλλικό στις 21 του Γενάρη.[…] Συνολικά για τα γεγονότα της Μεταμόρφωσης συνελήφθησαν και παραπέμπονται σε δίκη 28 αγρότες»[114].

Στις 28 Μαΐου θα καταδικαστεί ο Σάββας Λαπουρίδης σε 6 μήνες φυλάκιση και 1 χρόνο εξορία με την κατηγορία ότι μίλησε στη συγκέντρωση που έγινε στις 21 Ιανουαρίου στο Μεταλλικό «για το Λένιν, Λήμπνεχτ, Λούξεμπουργκ». Ο Λαπουρίδης θα δηλώσει ανοιχτά στη δίκη ότι «είναι κομμουνιστής και αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του των κομμουνιστών»[115]. Ο δεκαπενταετής αδελφός του Λαπουρίδη, ο Γιώργης θα στείλει γράμμα σε αυτόν, γράμμα που θα δημοσιεύσει πρωτοσέλιδα ο «Ριζοσπάστης» στις 13/6/1930 [το δημοσίευσε αυτούσιο με την ορθογραφία και τη σύνταξή του]:

«Αγαπητέ Σάββα

Δια της επιστολής μου ταύτης σε γνωστοποιώ τα καλά της υγείας μου ότι εύχομαι και δια σε.

Αγαπητέ όταν έφυγες δεν ήλπιζα καθόλου να τρως φυλακή σ’ αυτήν την δίκην καθώς έλεγες και ο ίδιος.

Αλλά την Τετάρτην καθώς πήγα στο Κιλκίς να φέρω τα άλευρα και συνάντησα τον Στυλιανό Αλμετίδη και τον ρότησα. Ήρθατε, πού είναι ο Σάββας και εκείνος αμέσως απότομα με είπε ότι τον Σάββαν τον φυλάκισαν σε 6 μήνες φυλακή και 1 χρόνο εξορία.

Εγώ μόλις άκουσα ότι τον φυλάκισαν με 6 μήνες φυλακή και 1 μήνα εξορία σκοτίνιασαν τα μάτια μου και χωρίς να κρατηθώ έκλαψα.

Δεν έκλαψα διότι σε φυλάκισαν , βέβαια ένας σινιδιτός κομμουνιστής ο οπίος αγωνίζετε θα τρώει και φυλακίσεις και εξορίες αλλά έκλαψα διότι πρώτον δεν είχες την υγία σου και δεύτερον που 1 ½ χρόνο να μη σε βλέπουν τα μάτια μου.

Επίσης όταν γύρισα στο σπίτι και είδα τον Δρόσο έκλαψα πως τόσον καιρό δεν θα τον βλέπουν τα μάτια του και θα στενοχορίσουνα διότι ήταν άρρωστος.

Αλλ’ όμως Αδελφέ να μη στενοχορίσε ούτε για το Δρόσο ούτε για κανένα. Να πιστεύεις σον αγώνα και να μην διληάζις ποτέ. Και ο Δρόσος έφερε την υγία του και όλοι μας ήμαστε καλά.

Ούτε για το σπίτι μήπως καούν τα χωράφια διότι οι εδώ σύντροφοι δεν αφήνουν να καταστραφεί κανενός σπίτι. Όλων τα χωράφια θερίσανε όσα είχαν οριμάση.

Τώρα βέβαια ορίμασαν μόνο τα κριθάρια και οι καμβέρες και τα οπία θερίσανε.

Αγαπητέ γράψε μας συχνά γράμματα διότι όλοι μας έχομε την ανάγκην σου επειδή δεν έχεις την υγία σου.

Γράψε μου επίσης μεσ’ στο σπίτι τι να κάνω.

Αγαπητέ θα σε έγραφα και άλλα πολλά αλλά ήταν βιαστικό και δεν πρόκανα. Μην στενοχορήσε και να ήσε όπως πάντα συνιδητός κομμουνιστής.

Ο αδελφός σου Γεώργιος Λαπουρίδης,

Μεταλλικό (Κιλκίς), Ιούνιος 1930»

Στις 16 Ιουνίου θα καταδικαστούν από το πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης οι τρεις αγρότες του Κιλκίς «Αλπουρίδης, Αλμετίδης και Τσχιλιγκαρίδης» κατηγορούμενοι για παράβαση του ιδιώνυμου. Αυτοί θα καταδικαστούν για δεύτερη φορά σε ένα χρόνο φυλάκιση και ένα χρόνο εξορία ο καθένας. Οι δύο πρώτοι καταδικάστηκαν ερήμην γιατί ήταν ήδη φυλακισμένοι στις Νέες Φυλακές[116].

Το Νοέμβριο θα δικαστούν οι συλληφθέντες τόσο από τη Μεταμόρφωση όσο και από το Μεταλλικό.

Πριν τη δίκη θα συλληφθεί ο αγρότης Σιδηρόπουλος , «ο οποίος προς τρομοκράτηση εκρατήθη επί τετραήμερον , εντελώς αυθαίρετα και κατόπιν απελύθη». Ο «Ριζοσπάστης» ανακοινώνει πως «στις 3 του Νοέμβρη , στο Κακουργιοδικείο Σερρών θα εκδικαστεί η υπόθεση 7 φτωχών χωρικών από το Μεταλλικό» και «στις 7 του Νοέμβρη δικάζονται στο Κακουργιοδικείο Πολυγύρου της Χαλκιδικής 19 σύντροφοι φτωχοί αγρότες κατηγορούμενοι για τα γεγονότα του χωριού Μεταμόρφωση του Κιλκίς». Ως συνήγοροι υπεράσπισης θα παρασταθούν δικηγόροι της ΕΒΕ[117].

Τελικά οι κατηγορούμενοι θα δικαστούν από τρία χρόνια φυλακή[118].

Στις 10/11/1930 στο Μεταλλικό Κιλκίς θα γίνει συγκέντρωση επ’ ευκαιρίας της 13ης επετείου της Οκτωβριανής Επανάστασης. Εκεί οι ομιλητές της ΟΚΝΕ και του ΚΚΕ, θα αναλύσουν το χαρακτήρα της Οκτωβριανής Επανάστασης «μέσα σε ενθουσιασμό των συγκεντρωμένων». Στο τέλος θα διαβαστεί και θα εγκριθεί το παρακάτω ψήφισμα «για τους 12 φυλακισμένους αγωνιστές της Μεταμόρφωσης, των εργατών και φτωχών αγροτών», το ποίο και θα σταλεί στις νέες φυλακές Θεσσαλονίκης:

«Εμείς οι νέοι αγρότες επ’ ευκαιρία του γιορτασμού της Ρωσσικής Οχτωβριανής Επανάστασης στέλνουμε τους επαναστατικούς χαιρετισμούς στον αγωνιστή του χωριού μας σ. Σ. Λαπουρίδη, στους 12 αγρότες της Μεταμόρφωσης που βρίσκονται μπροστά στο αστικό δικαστήριο και στην ταξική μας οργάνωση ΟΚΝΕ.

Διαμαρτυρόμαστε ενάντια στη λευκή τρομοκρατία , τα εξοντωτικά μέτρα κατά των αγωνιστών μας και στην μη ανεκτή ύπαρξη της ΟΚΝΕ και του ΚΚΕ.

Δηλούμε δε ότι θα αγωνισθούμε κατά της τρομοκρατίας του πολέμου, της αστικής τάξης και υπέρ της εγκαθίδρυσης της εργατοαγροτικής Κυβέρνησης.

Αιτούμε γενική αμνηστεία στους αγωνιστές μας, ελεύθερη κυκλοφορία του τύπου μας και ανοιχτή ύπαρξη της ΟΚΝΕ και του ΚΚΕ και των επαναστατικών συνδικάτων.

Ζήτω η ΟΚΝΕ και η ΚΑΝ

Για τη συγκέντρωση

Μοσχίτης»[119]

Το 1930 θα κλείσει με νέα συγκέντρωση που θα γίνει στις 12/12/1930 στο Μεταλλικό. Ήταν μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας ενάντια στην θανατική καταδίκη των φαντάρων του Καλπακίου[120].

Στο τέλος της συγκέντρωσης θα εκδοθεί το παρακάτω ψήφισμα, που στάλθηκε στην Κυβέρνηση και στο «Ριζοσπάστη»[121]:

«Οι φτωχοί κάτοικοι του χωριού Μεταλλικού συνελθόντες σήμερα (12-12-30) σε συγκέντρωση , και λαβόντες υπόψη την καταδίκη υπό του Στρατοδικείου Ιωαννίνων δυό φαντάρων σε θάνατο και άλλων πέντε σε ισόβια κι πολυετή φυλάκιση, για το λόγο ότι αμύνθηκαν ενάντια στους μεσαιωνισμούς που γίνονται σε βάρος τους στο κάτεργο της Ελληνικής Δημοκρατίας, το Καλπάκι,

Ψηφίζουμε:

Διαμαρτυρόμαστε εντονώτατα για την καταδίκη αυτή των παραπάνω φαντάρων και

Ζητούμε:

Την ακύρωση της θανατικής καταδίκης, την αθώωση των 7 φαντάρων, την κατάργηση του Πειθαρχικού Ουλαμού Καλπακίου, την κατάργηση του Ιτζεδίν, την κατάπαυση της τρομοκρατίας, την κατάργηση του Ιδιωνύμου και την γενική Αμνηστεία όλων των αγωνιστών της εργατικής τάξης και της φτωχής αγροτιάς».

Επιλογικά

Ο Βενιζέλος του 1928 δεν είναι ο Βενιζέλος της προηγούμενης δεκαετίας. Ερχόμενος από το εξωτερικό διέβλεπε πλέον ένα νέο ισχυρότατο κίνδυνο , ένα κίνδυνο που δεν απειλούσε μόνο τον ίδιο μα ολόκληρο το αστικό καθεστώς. Δεν ήταν πλέον ο χωρισμός Λαϊκών- Φιλελεύθερων στο εσωτερικό, που τον απασχολούσε, ούτε καν η Τουρκία ήταν πλέον εχθρός[122]. Ο εχθρός ήταν εσωτερικός , μικρός σαν αριθμητικό μέγεθος, αλλά επικίνδυνος, όσο η κρίση γιγάντωνε και όσο οι προτάσεις του εχθρού αυτού άγγιζαν όλο και ευρύτερες φτωχές καταπιεζόμενες μάζες. Και δεν ήταν άλλος ο εχθρός από τον Κομμουνισμό.

Στα 1928-1930 η βαριά φορολογία και η τοκογλυφία γονάτιζαν τον αγροτικό κόσμο. Οι χωροφύλακες και οι εισπράκτορες με τα εντάλματα στο χέρι, περιέρχονταν τα χωριά , συλλάμβαναν και οδηγούσαν στις φυλακές τους αγρότες –οφειλέτες του δημοσίου, βγάζαν στο «σφυρί» και εκποιούσαν σε εξευτελιστικές τιμές περιουσίες αγροτών για φόρους και χρέη.

Παρόλα αυτά, το Κομμουνιστικό Κόμμα έβαινε μειούμενο. Από 42.000 περίπου ψήφους που έλαβε το 1926 , θα πέσει στις 14.000 περίπου ψήφους στα 1928. Τι ήταν λοιπόν εκείνο που είχε ανησυχήσει τόσο τον Βενιζέλο, ώστε να αναθεωρήσει την πολιτική του κατεύθυνση και θέτοντας ως πρώτο στόχο την προάσπιση του αστισμού να προχωρήσει στη νομική προφύλαξή του δια του Ιδιώνυμου;

Αρκετά ζητήματα τον ανησυχούσαν : η ενδεχόμενη πολιτική μεταστροφή των προσφύγων, η αυτοοργάνωση του αγροτικού χώρου και η πολιτική χειραφέτηση της σπουδάζουσας νεολαίας, της ένστολης νεολαίας και της γυναίκας.

Και ήταν το Κιλκίς του 1930 που τάραξε τα νερά και έβαλε την «Ίσκρα» που μετατρεπόμενη σε –μικρή βέβαια- φλόγα τα επόμενα χρόνια θα ανησυχούσε τόσο το αστικό σύστημα ώστε μοναδική του επιλογή θα γίνονταν ο «εγκλεισμός» του στην «ασφάλεια» της μεταξικής δικτατορίας.

Από κει –Κιλκίς 1930- αρχίζουν οι πρόσφυγες (με πρωτοπόρους τους Καυκάσιους) να ξεφεύγουν από το βενιζελικό δέσιμό τους , και να πλησιάζουν ριζοσπαστικότερες απόψεις , διεκδικώντας δικαιώματα , που σε πολύ λίγο , η ελληνοτουρκική συμφωνία του 1930, θα σβήσει για πάντα. Οι πρόσφυγες θα νιώσουν τότε τέτοια εγκατάλειψη , καθώς ο Βενιζέλος «επρονόει περισσότερον δια τους γηγενείς και ολιγώτερον δια τους πρόσφυγας» ώστε θα στραφούν σε «άλλες» , κατευθύνσεις , και θα οδηγήσουν τον Γρηγόριο Δάφνη να γράψει πως αν ο πρωθυπουργός Βενιζέλος του 1928 αγκάλιαζε τους πρόσφυγες «δεν θα αντιμετωπίζαμεν σήμερον το θέμα της μεταβολής των προσφυγικών συνοικισμών εις πυρήνας του Κομμουνιστικού Κόμματος»[123].

Στο Κιλκίς ήταν και η φωλιά και της αριστερής πτέρυγας του αγροτικού κόμματος, που προωθούσε την αυτοδιαχείριση του αγροτικού πληθυσμού, στο Κιλκίς θα φανεί επίσης ότι οι αγρότες θα μπορούσε να είναι μια σταθερή δύναμη και στο κόμμα των εργατών-αγροτών , στο ΚΚΕ. Στο Κιλκίς του 1930 θα φανεί ότι το εκπαιδευτικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Βενιζέλου, θα μπορούσε να αποβεί ως μοιραία προσδοκία, αν αυτό πολλαπλασίαζε δασκάλους σαν αυτούς που- ερχόμενοι από τη Ρωσία- μετέφεραν και διέδιδαν άλλες αρχές ή ιδανικά, διάφορα των εθνικά ενδεδειγμένων και κυρίως αν ήταν σε θέση να δημιουργήσει συνθήκες πολιτικής ριζοσπατικοποίησης της νεολαίας. Εκεί, με τα γεγονότα της Μεταμόρφωσης θα δειχθεί πως η γυναίκα είχε θέση στα δρώμενα, και έπαιρνε στα χέρια της τη μοίρα της κοινωνίας της.Εκεί θα αποκαλυφθεί πλέον ξεκάθαρα πως η στρατευμένη νεολαία δεν δέχεται να αποτελεί τον κατασταλτικό μηχανισμού μιας αστικής εξουσίας, ενάντια στους φτωχούς και ανυπεράσπιστους συμπολίτες τους.

Το ΚΚΕ, κόμμα, με βαθιές εσωτερικές συγκρούσεις εκείνη την εποχή δε θα μπορέσει να ποδηγετήσει το Κιλκίς του 1930. Μάλιστα η εμμονή του σε μετατροπή των κινητοποιήσεων σε «ένοπλους καθόδους» , βάση της απόφασης της 3ης ολομέλειας, θα ενισχύσει το φοβικό σύνδρομο της αστικής τάξης, η οποία ενώ στην αρχή δε θα δώσει σημασία στα γεγονότα στη συνέχεια θα τα θεωρήσει ως σημαντικότατα και θα δράσει με σκληρότητα.

Για το ΚΚΕ , το Κιλκίς του 1930 ήταν ένα παράδειγμα προς μίμηση. Ένα μέτρο σύγκρισης, μία πηγή δυναμικής μεγαλύτερη ακόμα και αυτών των μεγάλων αστικών κέντρων όπως ήταν η Αθήνα και ο Πειραιάς.

Από το 1931 θα υπάρξει μια σημαντική ανάπτυξη του ΚΚΕ στον προσφυγικό πληθυσμό, στα προσφυγικά προάστια της Αθήνας, στη Θεσσαλονίκη και τα προσφυγικά κέντρα της Θεσσαλίας, Μακεδονίας και Θράκης. Η πλειονότητα επίσης της ΚΕ του ΚΚΕ και σχεδόν το σύνολο του Πολιτικού Γραφείου θα είναι πρόσφυγες: μικρασιάτες, πόντιοι, βαλκάνιοι, έλληνες της Ρωσίας, γενικά Έλληνες των παροικιών. Έτσι πολύ γρήγορα οι πρόσφυγες και οι αγρότες θα αποτελέσουν τον πυρήνα του. Σύμφωνα με άρθρο, που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση της Κομιντέρν , Νο 6/1934 « τα δύο τρίτα των μελών [του ΚΚΕ μέχρι του τέλους του 1933] ήταν σκορπισμένα στα χωριά και ανάμεσα σ’ αυτά, το 6,6% ήταν εργάτες, ενώ το 60% ήταν φτωχοί αγρότες. Οι υπόλοιποι ήταν κυρίως δάσκαλοι αγροτικών σχολείων»[124].

Τα γεγονότα στο Κιλκίς θα συνεχιστούν και στα επόμενα χρόνια, στο Μεταλλικό, σε πάμπολλα καυκάσια χωριά, στο γυμνάσιο που θα ευτυχήσει να έχει γυμνασιάρχη την παιδαγωγό Ρόζα Ιμβριώτη.

Και το ΚΚΕ θα αυξήσει σημαντικότατα τους ψήφους του στις εκλογές του 1932 και 1933, ενώ μεγάλη επιτυχία θα σημειώσει και κατά τις δημοτικές εκλογές του 1934 , όπου θα κερδίσει- στην επικράτεια- 2 δήμους και 55 κοινότητες, από τις οποίες πάμπολλες προσφυγικές.

Το ΚΚΕ κατά το 1934, κυρίως δε μετά την 4η Ολομέλεια του Σεπτεμβρίου 1935, θα εγκαταλείψει τη γραμμή του «σοσιαλφασισμού», και θα προτάξει τη λογική του Παλλαϊκού Μετώπου, που θα ενώσει τους αγροτιστές και τους κομμουνιστές και θα βγάλει το Γαβριηλίδη δήμαρχο Κιλκίς κατά το 1936.

Η «Ίσκρα» του 1930 στο Κιλκίς, θα γίνει φλόγα την δεκαετία του 40, όταν η αστική εξουσία, για να αποφύγει τη διαπλοκή της με μία εξουσία πάνω από αυτή, την εξουσία των κατακτητών, θα μετακινηθεί στην Αίγυπτο και στην Αγγλία, και θάναι τότε οι νεολαίοι, οι αγρότες, οι δάσκαλοι και οι γυναίκες πρόσφυγες του Κιλκίς, που έχοντας μια υπερδεκαετή πλέον εμπειρία χειραφέτησης και αγώνων μέσα από την αριστερά , θα δημιουργήσουν τις πρώτες εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις, θα πληθύνουν το ΕΑΜ και θα κυριεύσουν τον ΕΛΑΣ, συμμετέχοντας στη δημιουργία μιας κοινωνίας όπως την είχαν ονειρευτεί , χρόνια πριν. Αγωνίζονταν πλέον για ένα κράτος που θα μπορούσε να είναι και δικό τους καθώς θα ενσωμάτωνε τις προσδοκίες τους . «Πραγματικά μέχρι τότε οι Καυκάσιοι, αλλά και πολλοί άλλοι από τους πρόσφυγες» θα γράψει ο Μαραντζίδης, «δεν είχαν καταφέρει να πετύχουν αυτή την ενσωμάτωση και αισθάνονταν μια εχθρική αντιμετώπιση τόσο από τους ντόπιους όσο και από τις κρατικές αρχές. Χρειάστηκε λοιπόν ο πόλεμος και η Αντίσταση, για να αισθανθούν ότι ανήκουν κι αυτοί στον εθνικό κορμό. Γι αυτούς λοιπόν ο κομμουνισμός του ΕΑΜ ταυτίστηκε με την ιδεολογία της εθνικής ενσωμάτωσης. Το ΕΑΜ τους έδωσε το δικαίωμα να αισθανθούν ότι συμμετέχουν κι αυτοί στην «οικοδόμηση της πατρίδας» και ότι επιπλέον αποτελούν το πιο σημαντικό της κομμάτι. Σε αυτό το γεγονός συνέβαλε η πολύ ισχυρή παρουσία του προσφυγικού στοιχείου τόσο στις δομές του ΕΑΜ όσο και του ΚΚΕ».[125]

Τα γεγονότα λοιπόν του Κιλκίς του 1930, όσο σημαντικά ή ασήμαντα φαίνονταν τότε στις πολιτικές παρατάξεις της εποχής, αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία κινήθηκε μια ολόκληρη κοινωνία, η οποία κατόρθωσε τελικά, έστω και για βραχύβιο χρονικό διάστημα , να καταδείξει αξίες και ιδανικά που έφερε μαζί της από την εποχή ακόμα που εγκατέλειπε τις αγαπημένες πατρίδες της.



[2] Ειδικότερα για το χωριό Γκιουλεπέρτ βλέπε τις παρακάτω πηγές (αναλυτικά παρουσιάζονται στο παράρτημα):

Μαραβελάκης Μ.-Βακαλόπουλος Α., Από Τσιπλαχλί (=Γυμνόν) και Κιουλεπέρτ (=Προσήλιο) Καρς Καυκάσου Ρωσίας σε Φίληρο (Γιαλατζίκ), Κιλκίς και Νέο Καύκασο Φλώρινας (1914 και 1920) , στο συλλογικό : Αι προσφυγικαί εγκαταστάσεις εν τη περιοχή Θεσσαλονίκης, ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη, 1955, σελ. 38

& Καλεντερίδης Σάββας, Ανατολικός Πόντος, Infognomon, Αθήνα, 2006, σελ. 390

& Λαυρεντίδης Ισαάκ, Μετοικεσία Καυκασίων 1895-1907, Α.Π. τομ.31ος , Αθήνα, 1971-1972, σελ. 429-430

& Σαμουηλίδης Χρήστος, Το χρονικό του Καρς και η ματαιωμένη δημοκρατία του Πόντου, Αφοί Κυριακίδη, β, Θεσσαλονίκη, 2010, σελ. 284

& Συλλογικό, Οι Έλληνες της Ρωσίας και της Σοβιετικής Ένωσης (επ. Ι.Κ. Χασιώτης), University Studio Press, Αθήνα,1997,σελ. 547, 560

[3] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , Η αυθόρμητη εξέγερση των αγροτών του χωριού Μεταμόρφωση νομού Κιλκίς 6 Μαρτίου 1930, Μπρνό-Τσεχοσλοβακίας, 27.2.1976

[4]Αγτζίδης Βλάσης, Μνήμη-ταυτότητα και ιδεολογία στον ποντιακό ελληνισμό, στο συλλογικό: Το τραύμα και οι πολιτικές της μνήμης, Ταξιδευτής, Αθήνα, 2010, σελ. 305

[5] Έτσι: «Οι εμφορούμενοι με σοσιαλιστικές ιδέες πρόσφυγες που ήρθαν από το Καρς ήταν μενσεβίκοι». (Βαφειάδης Θανάσης, Κιλκίς 1914-1934- Η ταυτότητα της πόλης μέσα από το δημοτικό αρχείο, Δήμος Κιλκίς, Κιλκίς, 2000, σελ. 23)

[6] Για την αντιμετώπιση των Καυκάσιων στη Θεσσαλονίκη, πριν τη μετακίνησή τους στο Κιλκίς δες : Ανδρέας Αθανασιάδης, «Γιασασίν Γούναρης»!!!...Όψεις της συμπεριφοράς του ελληνικού κράτους απέναντι στους ‘εκ Καυκάσου’ πρόσφυγες- της περιφέρειας Θεσσαλονίκης- λίγο πριν και λίγο μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920, Ποντοκώμη, 2010, σε: http://www.scribd.com/doc/54121610/

[8] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , ό.π.

[9] Βαφειάδης Θανάσης, ό.π., σελ. 20

[10] Βαφειάδης Θανάσης, ό.π., σελ. 47

[11] Βαφειάδης Θανάσης, ό.π., σελ. 51

[12] Σιδηρόπουλος Γεώργιος, ό.π.

[13] Μαραντζίδης Νίκος, Οι μικρές Μόσχες, Παπαζήση, Αθήνα, 1997, σελ. 257-258 και 293, 298

[14] Μαραντζίδης Νίκος, Οι μικρές Μόσχες ό.π., σελ. 287-288

[15]Παροτίδης Φόρης, Δάσκαλοι, η φωτισμένη πρωτοπορία, εφ. «Μαχητής» του Κιλκίς, 13/1/1984, παρατίθεται σε : Βαφειάδης Θανάσης, ό.π., σελ. 51

[17] Εφ. «Ριζοσπάστης», 14/12/1928, σελ. 2

[18] Βαφειάδης Θανάσης, ό.π., σελ. 20

[19] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , ό.π.

[20] «Στη Μεγάλη Στέρνα του Κιλκίς συνελήφθη ο δάσκαλος Μουρατίδης, διότι ανευρέθησαν επ’ αυτού κομμουνιστικαί προκηρύξεις», εφ. «Ριζοσπάστης», 21/5/1930, σελ.4

[21] Τελικά, σύμφωνα με την εφημερίδα, οι κάτοικοι θα ζητήσουν την παραδειγματική τιμωρία του δασκάλου και την αποστολή εθνικόφρονος δασκάλου στο χωριό. Επίσης και ο διδασκαλικός κόσμος θα αποδοκιμάσει των «τέως συνάδελφόν των». (εφ. «Σκριπ», 24/5/1930, σελ. 2)

[22]Ελεφάντης Άγγελος, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης- ΚΚΕ και αστισμός στον Μεσοπόλεμο, Θεμέλιο, β, Αθήνα, 1979, σελ. 93-94

[23] Ελεφάντης Άγγελος, Η επαγγελία της αδύνατης επανάστασης, ό.π., σελ. 95

[24] Ελεφάντης Άγγελος, ό.π., σελ. 97

[25]Γκίκας Αναστάσης, Ρήξη και ενσωμάτωση. Συμβολή στην ιστορία του εργατικού-κομμουνιστικού κινήματος του μεσοπολέμου (1918-1936), Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2010, σελ. 120. Σύμφωνα με έκθεση της ΚΕ της Εργατικής Βοήθειας , που δημοσιεύτηκε στα τέλη Δεκεμβρίου 1932 , κατά το διάστημα 17-7-1929, ως τις 31-12-1932 «πιάστηκαν 12.000 αριστεροί πολίτες, 2.203 καταδικάστηκαν σε 1.936 χρόνια φυλακή και 785 χρόνια εξορία. 120 αριστεροί φαντάροι και ναύτες στάλθηκαν στο στρατιωτικό κάτεργο καταναγκαστικών έργων Καλπάκι. 1.355 βασανίστηκαν και τραυματίστηκαν στη διάρκεια αγώνων για το ψωμί. 8 αγρότες σκοτώθηκαν, όταν τους κυνηγούσαν αποσπάσματα χωροφυλακής για μη πληρωμή φόρων, 8 εργάτες σκοτώθηκαν στη διάρκεια απεργιών για τις πιο στοιχειώδικες οικονομικές απαιτήσεις, 3 λαϊκοί αγωνιστές καταδικάστηκαν σε θάνατο». Τα στοιχεία της έκθεσης παρατίθενται σε: Βλαντάς Δημήτρης, Βασανιστική Πορεία 1915-1940, Λογοθέτης, Αθήνα, χ.η.ε., σελ. 190

[26]Φουντανόπουλος Κώστας, στο συλλογικό: Η μεταμόρφωση της Θεσσαλονίκης. Η εγκατάσταση των προσφύγων στην πόλη (1920-1940)-Πρακτικά ημερίδας, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2010, σελ. 149

[27] Η γραμμή του «σοσιαλφασισμού» που επικρατεί μετά το καλοκαίρι του 1928 στην ΚΔ, στο συνδικαλιστικό επίπεδο εξειδικεύεται με την θέση ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμιά συνεργασία με τους σοσιαλφασίστες και συνεπώς οι κομμουνιστές πρέπει να οργανώσουν ξέχωρα τα δικά τους «κόκκινα ταξικά συνδικάτα» . Η «Ενωτική Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδος» (ΕΓΣΕΕ) ιδρύθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1929, στο ιδρυτικό της συνέδριο έλαβαν μέρος 289 αντιπρόσωποι.

(Ελεφάντης Άγγελος, ό.π., σελ. 79, 81)

[28] Ελεφάντης Άγγελος, ό.π., σελίδες 98 έως 101

[29] Γραμματέας του ΚΚ Βουλγαρίας από 1919-1923. Μέλος της Γραμματείας της ΕΕΚΔ 1922-1929, Γενικός Γραμματέας της 1922-1924 και έως το 1943 μέλος του Προεδρείου της.

[30]Λεοντιάδης Γιώργος- Μπουζάσκα Μποριάνα, Το ΚΚΕ μέσα από τα αρχεία του ΚΚΒ (1920-1935), Νόβολι, Αθήνα, 2010, σελ. 230

[31] Λεοντιάδης Γιώργος- Μπουζάσκα Μποριάνα, ό. π. σελ. 234

[32]Για αντίδραση στις αποφάσεις της 3ης Ολομέλειας από την ομάδα της Θεσσαλονίκης, καθόσον «εκεί υπήρχε ένα πολύ σοβαρό και πολύ οργανωμένο κίνημα και με αυτή την πολιτική το είχαμε διαλύσει», με αντίστοιχη θέση του Παρτσαλίδη , αλλά και της πλειοψηφίας του ΠΓ (Χαϊτά, Ευτυχιάδη , Ντούβα, Καραγιάννη και Νεφαλούδη) , πριν τη σύλληψη Χαϊτά και Ευτυχιάδη βλέπε: Στίνας Άγις (Πρίφτης Σπύρος) , Αναμνήσεις, β’ εκδ., Ύψιλον, Αθήνα, 1985, σελίδες 146 έως 150

[33] Ακόμα και ο «Ριζοσπάστης» από «3.000 φύλλα τον Ιούνιο του 1928 είχε πέσει στα 1.666 μετά ένα χρόνο». Σολάρο Αντόνιο, Ιστορία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας, Πλειάς, Αθήνα, 1975, σελ. 72. Την παρακμή του ΚΚΕ -την περίοδο εκείνη- ο Δημήτρης Κούσουλας θα την αποδώσει πρώτα πρώτα στην επιστροφή του Βενιζέλου η οποία είχε εμπνεύσει αυτοπεποίθηση σε ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού των αστικών κέντρων και της υπαίθρου καθόσον «[…] οι ικανότητες του Βενιζέλου έδιναν πολύ πιο ρεαλιστικές ελπίδες για μια ουσιαστική πρόοδο απ’ ότι οι επαναστατικές και πομπώδεις υποσχέσεις των κομμουνιστών που μέχρι τη στιγμή εκείνη δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να αλληλοϋβρίζονται». Επίσης θεωρεί ότι οι δυσχέρειες που αντιμετώπισε το Κόμμα ήταν συνέπεια «της πενιχρής επιδόσεως των προηγουμένων κομμουνιστών βουλευτών, και του διορισμού αγνώστων ατόμων ως υποψηφίων εν συνδυασμώ με την τακτικήν του κόμματος να προάγη «γνησίους προλετάριους» σε ηγετικές θέσεις». Μα πάνω απ’ όλα , εκείνο που έδρασε καταλυτικά και οδήγησε στην παρακμή του ΚΚΕ ήταν –κατά τον Κούσουλα- η θέση του στο ζήτημα της «ανεξάρτητης Μακεδονίας και Θράκης». Κούσουλας Δημήτριος, Επιβουλή και αποτυχία, Η ιστορία του ΚΚΕ 1918-1949, Καμπανάς, Αθήνα, 1971, σελ. 51-52

[34] εφ. «Ριζοσπάστης», 25/6/1929, σελ.2

[35] εφ. «Ριζοσπάστης», 10/9/1929, σελ.2

[36] Τα αποκαλυπτήρια του Ηρώου , είχαν γίνει από το Βενιζέλο στις 23/7/1928. Το ΚΚΕ θα το χαρακτηρίσει «Ηρώο εις μνήνην των θυμάτων του [Βενιζέλου] των διαφόρων τυχοδιοκτικών πολέμων», σε άρθρο του με τίτλο «Ο ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ ΤΩΝ ΘΥΜΆΤΩΝ ΤΩΝ ΛΗΣΤΡΙΚΩΝ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΝ». Το παραπάνω άρθρο κλείνει ως εξής : «Μεθ’ ό ο επί πληρωμή «εθνικός» ποιητής κ. Κωστής παλαμάς εξεστόμισε σειράν ανοησιών αποκαλέσας αυτάς ποίημα.» (εφ. «Ριζοσπάστης», 24/7/1928, σελ. 4)

[37] εφ. «Σκριπ», 15/10/1929, σελ.4

[38] εφ. «Ριζοσπάστης», 23/10/1929, σελ.4

Αναλυτικά το ψήφισμα είχε ως εξής:

«Εν Μεταλλικώ σήμερον την 21ην του μηνός Οκτωβρίου 1929, ημέραν Δευτέραν και ώραν 11 μμ συνελθόντες οι κάτοικοι εις έκτακτον γενικήν συνέλευσιν και λαβόντες υπ’ όψι:

1. Την τελείαν αδιαφορίαν των αρχών ως προς το ζήτημα της παρανόμου εισβολής των προβάτων του κτηνοτρόφου Δημητρίου Κεφάλα εις την έκτασιν του συνοικισμού, και συνεπεία τούτου καταστρεφομένων καθημερινώς των χωραφιών μας και ζώων.

2. Την μεροληπτικήν στάσιν του χωροφύλακος του αστυνομικού σταθμού Χέρσου (το όνομα του οποίου δεν γνωρίζομεν), όστις όταν συνελήφθησαν παρά των κατοίκων τα αιγοπρόβατα του Κεφάλα, εντός των ορίων του συνοικισμού αντί να εκτελέση το καθήκον του ως έπρεπε, επετέθη εναντίον των διαμαρτυρομένων κατοίκων και ητοίμασεν το όπλον του να πυροβολήση κατ’ αυτών και θα επραγματοποίει τούτο αν δεν ημποδίζετο παρά των κατοίκων.

3. Την κατόπιν αιτήσεως του κτηνοτρόφου Κεφάλα κάθοδον δις εκ Κιλκίς και Χέρσον την νύχταν αστυνομικής δυνάμεως, ήτις τρομοκρατούσα εναντίον των κατοίκων, ηθέλησε βιαίως να πάρη μαζί της τον πρώτο τυχόντα.

4. Την σύλληψιν και φυλάκισιν της επιτροπής αγώνος, μεταβάσης εις Κιλκίς προς καταγγελίαν της αυθαιρεσίας του άνω χωροφύλακος υπό της αστυνομίας Κιλκίς.

Διαμαρτυρώμεθα εντονώτατα δια την εγκληματικήν αδιαφορίαν των τοπικών αρχών δια τα αιτήματά μας, την καταπάτησιν των στοιχειωδών δικαιωμάτων μας και

Αιτούμεν:

1. Την άμεσον έξωσιν εκ του συνοικισμού μας του κτηνοτρόφου Κεφάλα, του οποίου η παραμονή εγκυμονεί σοβαρωτέρους κινδύνους και ταραχάς απεκδυόμενοι πάσης ευθύνης δια παν συμβησόμενον.

2. Την άμεσον αντικατάστασιν του αστυνομικού σταθμάρχου Χέρσου κ. Σταυροπούλου, ο οποίος σκανδαλωδώς υποστηρίζει τον κτηνοτρόφον ως και του δημιουργήσαντος το επεισόδιον χωροφύλακος.

3. Εκλέγει επιτροπήν εκ των Ε. Καζαντζίδου, Κ. Τσιλιγκαρίδου και Μ. Αμετίδου αποστείλωσα το ψήφισμα.

Εντολή συνελεύσεως.

Η Επιτροπή

Κ. Σαμουηλίδης, Σ. Σοφιανίδης, Σ. Απουρίδης»

(εφ. «Ριζοσπάστης», 25/10/1929, σελ.1)

[39] εφ. «Ριζοσπάστης», 4/1/1930, σελ.3

[40] εφ. «Ριζοσπάστης», 4/1/1930, σελ.3

[41] εφ. «Εμπρός», 3/12/1929, σελ.4

[42] εφ. «Ριζοσπάστης», 11/12/1929, σελ.2

[43] εφ. «Ριζοσπάστης», 17/12/1929, σελ.3

[44] εφ. «Ριζοσπάστης», 20/1/1930, σελ.2

[45] εφ. «Ριζοσπάστης», 17/2/1930, σελ.3

[46] εφ. «Ριζοσπάστης», 22/2/1930, σελ.1

[47] εφ. «Ριζοσπάστης», 20/2/1930, σελ.3

[48] εφ. «Ριζοσπάστης», 25/2/1930, σελ.3

[49] εφ. «Ριζοσπάστης», 25/2/1930, σελ.3

[50] εφ. «Σκριπ», 13/3/1930, σελ. 6, βλέπε και εφημερίδα «Εμπρός», 12/3/1930, σελ.3, που τοποθετεί τον εορτασμό στις 9/3/1930…

[51] ή Αβρέτ Χισάρ, νέα ονομασία χωριού Νέο Γυναικόκαστρο

[52] ή Τσιγούντζα, νέα ονομασία χωριού Μεγάλη Στέρνα

[53] χωριό Αμάραντα Κιλκίς

[54] εφ. «Ριζοσπάστης», 1/3/1930, σελ.4

& εφ. «Ριζοσπάστης», 5/3/1930, σελ.3

[55] εφ. «Σκριπ», 13/3//1930, σελ. 6

[56] εφ. «Ριζοσπάστης», 10/2/1930, σελ.3

[57] εφ. «Ριζοσπάστης», 10/2/1930, σελ.3

[58] εφ. «Ριζοσπάστης», 5/3/1930, σελ.3

[59] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , ό.π.

[60] εφ. «Μακεδονία», 11/3/1930, σελ. 4

[61] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , ό.π.

[62] Από την ανακοίνωση του ΓΔΜ, Γονατά, σχετικά με τα γεγονότα της Μεταμόρφωσης. (εφ. «Σκριπ», 13/3/1930, σελ. 6)

[63] Εφ. «Ριζοσπάστης», 2/11/1930, σελ. 1

[64] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , ό.π

[65] εφ. «Μακεδονία», 11/3/1930, σελ. 4

[66] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , ό.π

& Η εφημερίδας «Σκριπ», βασιζόμενη σε τηλεγραφικές πληροφορίες από το Κιλκίς προς το Υπουργείο Εσωτερικών και το Αρχηγείο Χωροφυλακής, δίνει την παρακάτω διάσταση για τα γεγονότα της Μεταμόρφωσης:

«Την 8ην περίπου εσπερινήν της παρελθούσης Πέμπτης [6/3/1930] εκατόν κομμουνισταί του χωρίου τούτου συνεκεντρώθησαν εις το κεντρικώτερον μέρος αυτού και ήρχισαν να ζητωκραυγάζουν υπέρ των Σοβιέτ εκδηλώσαντες και διαθέσεις επιθέσεως εναντίον των συντηρητικών ομοχωρίων των.

Οι κομμουνισταί συνέλαβον τον Ιωάννην Σιδηρόπουλον τον οποίον εθεώρουν καταδότην των κινήσεών των και τον εξυλοκόπησαν μέχρι αίματος».

«Εν τω μεταξύ η δύναμις του σταθμού Ματσικόβου,[Εύζωνοι] εξ ενός ενωματάρχου και δύο χωροφυλάκων, σπεύσασα εις την Μεταμόρφωσιν κατώρθωσε να διαλύση τους συγκεντρωθέντας και να συλλάβη έναν εξ αυτών Ανέστην Σιδηρόπουλον.

Λόγω του προκεχωρηκότος της ώρας ανέβαλε δια την επομένην την σύλληψιν των άλλων πρωταιτίων.

Χθες την Παρασκευήν πράγματι η δύναμις της Χωροφυλακής ετέθη εις αναζήτησιν των πρωταιτίων, συλληφθέντος ενός Θεοδ. Προκοπίδου».

Εφ. «Σκριπ», Τετάρτη, 12/3/1930, σελ. 4

[67] Από την ανακοίνωση του ΓΔΜ, Γονατά, σχετικά με τα γεγονότα της Μεταμόρφωσης. (εφ. «Σκριπ», 13/3//1930, σελ. 6)

[68] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , ό.π

[69] Από την ανακοίνωση του ΓΔΜ, Γονατά, σχετικά με τα γεγονότα της Μεταμόρφωσης. (εφ. «Σκριπ», 13/3//1930, σελ. 6)

[70] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , ό.π

& Την παραπάνω σκηνή την περιγράφει η εφημερίδα «Σκριπ» ως εξής:

«Οι κομμουνισταί όμως πληροφορηθέντες την σύλληψιν τούτου εξήλθον ωπλισμένοι με ξύλα, ρόπαλα και αξίνας δια να τον απελευθρώσουν. Η μικρά δύναμις της Χωροφυλακής σπεύσασα διέταξε τούτους να διαλυθούν ματαίως όμως».( Εφ. «Σκριπ», Τετάρτη, 12/3/1930, σελ. 4)

[71] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , ό.π

[72] εφ. «Μακεδονία», 11/3/1930, σελ. 4

[73] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , ό.π

[74] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , ό.π

[75] Από την ανακοίνωση του ΓΔΜ, Γονατά, σχετικά με τα γεγονότα της Μεταμόρφωσης. (εφ. «Σκριπ», 13/3//1930, σελ. 6), βλ. και πληροφορίες της γενικής Διοίκησης σε : εφ. «Εμπρός», 12/3/1930, σελ. 3

[76] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , ό.π

[77] Από την ανακοίνωση του ΑΔΧ, Γρηγοράκη, σχετικά με τα γεγονότα της Μεταμόρφωσης. (εφ. «Σκριπ», 13/3//1930, σελ. 6)

& Η εφημερίδα «Εμπρός» αναφερόμενη σε έκθεση του υποδιοικητή της χωροφυλακής Κιλκίς προς ανωτέρα Διοίκηση χωροφυλακής Μακεδονίας γράφει: «[…] εκατόν πεντήκοντα άτομα , υποκινούμενα υπό κομμουνιστών και διαπνεόμενα και τα ίδια υπό κομμουνιστικών ιδεών, συνεκεντρώθησαν δια κωδωνοκρουσιών και αφού περιεκύκλωσαν το φυλάκιον της διμοιρίας απηλευθέρωσαν συλληφθέντα προηγουμένως υπό χωροφυλάκων ταραξίαν, όστις εκακοποίησεν όργανα της χωροφυλακής. Αποτέλεσμα της επιθέσεως του πλήθους υπήρξεν ο τραυματισμός του υπολοχαγού Τζοβανοπούλου εις την κεφαλήν δια σκαπάνης, του ανθυπολοχαγού Παπαθανασίου και του ενωμοτάρχου Νικολαΐδου. Επίσης τραυματίσθησαν 4 γυναίκες». (εφ. «Εμπρός», 12/3/1930, σελ. 3)

[78] Εφ. «Σκριπ», Τετάρτη, 12/3/1930, σελ. 4

[79] «Ο Γιοβανόπουλος […] συνέλαβεν […]εναντίων των οποίων είχε διαφοράς ο φίλος του Ι. Σιδηρόπουλος». (εφ «Μακεδονία», 11/3/1930, σελ. 4

[80] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , ό.π

Και σύμφωνα με την εφημερίδα «Σκριπ»:

«ΑΙ ΓΕΝΟΜΕΝΑΙ ΣΥΛΛΗΨΕΙΣ

Επηκολούθησαν συλλήψεις, συλληφθέντων ως προταιτίων των Α. Σιδηροπούλου, Α. Παρκοσίδου, Ι. Μωϋσίδου, Α. Χριστοφορίδου, Β. Χριστοφορίδου, Β. Παρκοσίδου, Δ. Σιδηροπούλου, Π. Μορατίδη και Ε. Σπυρίδη. Άπαντες οι ανωτέρω υπό αυστηράν συνοδείαν μετάγονται εις Θεσσαλονίκην.

ΔΙΕΞΑΓΟΝΤΑΙ ΑΝΑΚΡΙΣΕΙΣ

Η 11η Μεραρχία αφ’ ετέρου, ήτις έλαβεν αμέσως γνώσιν των γεγονότων και εις την δύναμιν της οποίας υπάγεται ο Τομεύς Κιλινδίρ [Καλίνδρια] διέταξε τον ταγματάρχην κ. Τσολάκην, Διευθυντήν του 2ου Γραφείου, όπως μεταβή επί τόπου και ενεργήση ανακρίσεις.

Πράγματι προχθές ο ταγματάρχης κ. Τσολάκης μετέβη εις Ματσίκοβον [Εύζωνοι] και έθεσεν εις ανάκρισιν τους άνδρας της διμοιρίας. Το πόρισμα των ανακρίσεων τούτων ο κ. Τσολάκης θα υποβάλη σήμερον εις τον Μέραρχον στρατηγόν κ. Μαρούλην.

Η Μεραρχία ανέφερεν επίσης τα γεγονότα και εις το Σώμα Στρατού το οποίον διέταξε, προς τον αυτόν σκοπόν τον συνταγματάρχην κ. Γρηγοράκην, διευθυντήν του 2ου Γραφείου να μεταβή επί τόπου και εξακριβώση την έκτασιν και τον σκοπόν καθ’ ον εξειλίχθησαν τα γεγονότα.[…]» (Εφ. «Σκριπ», Τετάρτη, 12/3/1930, σελ. 4)

[81] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , ό.π

[82] εφ. «Ριζοσπάστης», 15/3/1930, σελ.1

[83] εφ. «Ριζοσπάστης», 15/3/1930, σελ.1

[84] εφ. «Ριζοσπάστης», 23/3/1930, σελ.1

[85] εφ. «Ριζοσπάστης», 16/3/1930, σελ.1

[86] εφ. «Ριζοσπάστης», 23/3/1930, σελ.1

[87] εφ. «Ριζοσπάστης», 18/3/1930, σελ.3

[88] Αρχεία Γυμνασίου Κιλκίς, Πράξη 70, σελίδες 78 έως 80, όπως παρατίθενται σε: Τσαμαντουρίδης Παύλος, Αξέχαστες μνήμες, Μαχητής, Κιλκίς , 1998, σελίδες 97 έως 99

[89]«Το 1900 ο Λένιν πήγε στην Ελβετία για να κανονίσει, με την ομάδα "Απελευθέρωσης της εργατικής τάξης", τη δημοσίευση ενός επαναστατικού φυλλαδίου προοριζόμενου για τη Ρωσία. Στο τέλος του έτους το πρώτο φύλλο της εφημερίδας "Ίσκρα" (Σπίθα) εμφανίστηκε στο Μόναχο με το σύνθημα "Από τη σπίθα στη φλόγα"»

(http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%92%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BC%CE%AF%CF%81_%CE%9B%CE%AD%CE%BD%CE%B9%CE%BD)

[90] εφ. «Ριζοσπάστης», 10/3/1930, σελ.1

[91] εφ. «Μακεδονία», 13/3/1930, σελ.1

[92] «ΑΞΙΟΤΙΜΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

ΕΝ ΩΡΑΙΟΝ ΨΗΦΙΣΜΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ

ΚΙΛΚΙΣ, 15 Μαρτίου. (Ιδ. τηλ.)» (εφημερίδα «ΣΚΡΙΠ», 16/3/1930,σελίδα 1)

& «ΨΗΦΙΣΜΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ

ΤΙ ΑΠΟΚΗΡΡΥΣΟΥΝ» (εφ. «Μακεδονία», 14/3/1930, σελ.3)

[93] εφ. «Ριζοσπάστης», 21/3/1930, σελ.2

[94] εφ. «Ριζοσπάστης», 3/4/1930, σελ.4

[95] εφ. «Ριζοσπάστης», 19/6/1930, σελ.3

[96] εφ. «Ριζοσπάστης», 10/3/1930, σελ.1

[97] Για την «ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΙΚΟΥ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΣΦΕΤΕΡΙΣΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΚΤΗΝΟΤΡΟΦΟΥ», όπου «οι φαντάροι αρνούνται να πυροβολήσουν», καθόσον οι αγρότες φώναζαν προς αυτούς : «φαντάροι μη μας χτυπάτε, είσαστε παιδιά μας, είμαστε αδέλφια σας», βλ. «Ριζοσπάστης», 25/10/1929, σελ.1. Μετά τα γεγονότα εκείνα θα φυλακιστούν αρκετοί Καυκάσιοι του Μεταλλικού. Προς συμπαράστασή τους θα κινηθούν και Καυκάσιοι πολιτικοί παράγοντες της περιοχής . Το ΚΚΕ θα εφιστήσει την προσοχή, στον πληθυσμό να αποδιώχνει τους εργατοπατέρες. Για τις καταγγελίες του ΚΚΕ κατά του «εργατοπατέρα» και «προδότη» Γαβριηλίδη, και του «ανισόρροπου», «αυτοκαλούμενου σωτήρα των Καυκασίων», βουλευτή Ευθυμιάδη, σε σχέση με τους συλληφθέντες αγρότες του Μεταλλικού βλ. «Ριζοσπάστης», 6/11/1929, σελ. 2

[98] Εφ. Ριζοσπάστης , Τετάρτη 12 Μαρτίου 1930, σελ. 1

ΟΙ ΦΑΝΤΑΡΟΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Στις συγκρούσεις των φτωχών χωρικών και της χωροφυλακής και στρατού στη Μεταμόρφωση του Κιλκίς οι φαντάροι δεν τράβηξαν απάνω στους φτωχούς χωριάτες παρ’ όλες τις διαταγές των δύο υπολοχαγών τους, διοικητών των φυλακίων. Οι φαντάροι δεν διέλυσαν δια της βίας τη διαδήλωση των φτωχών χωρικών όπως διετάχθησαν στην αρχή, και όταν, κατόπιν διετάχθησαν να πυροβολήσουν αρνήθηκαν και μπροστά στα μάτια τους οι χωριάτες τραυμάτισαν με ρόπαλα και με αξίνες τους αξιωματικούς (τον ενωμοτάρχη, τους χωροφύλακας και τους δύο υπολοχαγούς τους).

Η στάση των φαντάρων ήταν εκείνη που έπρεπε. Τα παιδιά των φτωχών χωρικών ντυμένα στο χακί δεν παύουν να είνε παιδιά χωρικών που γδέρνονται από τους πλουτοκράτες και τρομοκρατούνται από την εξουσία τους. Οι φτωχοί χωρικοί της Μεταμόρφωσης αγωνιζόμενοι ενάντια στους φόρους και την τρομοκρατία του Διχτάτορα αγωνίζονται και για τα συμφέροντα των φτωχών φαντάρων τώρα που βρίσκονται στο στρατό και αύριο θα πετάξουν από πάνω τους το χακί.

Η άρνηση των φαντάρων να πυροβολήσουν παρά τας διαταγάς των σακαράκηδων αξιωματικών τους πρέπει να γίνη γνωστή σ’ όλους τους φτωχούς φαντάρους και ναύτες της Ελλάδας, και να γίνη παράδειγμα , που θα ακολουθήσουν όλοι στην πρώτη περίσταση που θα παρουσιαστή. Και όχι μονάχα αυτό. Όχι μονάχα άρνηση να πυροβολήσουν, μα ένωσή τους μαζί με τους φτωχούς χωρικούς ή τους εργάτες και αφοπλισμός και τσάκισμα των αξιωματικών τους που είνε όργανα του Κράτους των εκμεταλλευτών για το ματοκύλισμα των εξεγειρομένων φτωχών καταπιεζομένων μαζών.

Οι φαντάροι των παραμεθόριων φυλακίων , ακολουθούν το παράδειγμα των φαντάρων που στο Γιάνες, (κοντά στο Κιλκίς), παρέδιναν πριν λίγους μήνες τα όπλα στους εξεγερθέντας χωρικούς. Οι φτωχοί φαντάροι και ναύτες της Ελλάδος ας βαδίσουν από το δρόμο που δείχνει το Κομμουνιστικό Κόμμα. Σε ενιαίο μέτωπο με τις φτωχές μάζες ας διεκδικήσουν τα αιτήματά τους και ας ετοιμασθούν για αγώνα μαζί με τους εργάτες που θα κατέβουν στη γενική πολιτική απεργία και τους φτωχούς χωριάτες που θα οργανώσουν τις ενόπλους καθόδους στις πόλεις.

Μαζί με τους εργάτες και τους φτωχούς χωρικούς ενάντια στους αξιωματικούς και το Κράτος τους, για τη διεκδίκηση των αιτημάτων τους ως φαντάροι και παιδιά των εκμεταλλευομένων ως νεολαία εργατική και αγροτική.

[99] Κεφαλαία στο κείμενο, εφ. «Ριζοσπάστης», 19/3/1930, σελ. 1

[100] εφ. «Ριζοσπάστης», 10/3/1930, σελ.19/3/1930, σελ. 1

[101] εφ. «Ριζοσπάστης»,19/3/1930, σελ. 2

[102] εφ. «Ριζοσπάστης», 22/3/1930, σελ. 1

[103] «[…]Σημειωτέον , ότι το χωρίον Μεταμόρφωσις είνε επί της Ελληνοσερβικής μεθορίου, οι δε κάτοικοι αυτού είναι Πόντιοι ακρίται, άπαντες ωπλισμένοι, σύμφωνα με τον τελευταίον νόμον». (Εφ. «Σκριπ», Τετάρτη, 12/3/1930, σελ. 4)

Βέβαια ο Γενικός Διοικητής Μακεδοδίας θα καταγγείλει ότι δε ενημερώθηκε εγκαίρως: «Τα γεγονότα δεν περιήλθον εγκαίρως εις γνώσιν μας. Υπήρξεν παράλειψις εκ μέρους του υποδιοικητού Χωροφυλακής Κιλκίς ως προς την βραδύτητα της αναφοράς των γεγονότων και της επιτοπίου μεταβάσεώς του. Ως εκ τούτου επληροφορήθην ολίγον βραδέως τα γεγονότα, πάντως δε μετά την αποκατάστασιν της τάξεως. Διέταξα να μεταβή επί τόπου ο Διοικητής Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης κ. Κότσης προς λεπτομερεστέραν έρευναν της όλης υποθέσεως, έφθασε δε ήδη αυτόσε». (εφ. «Σκριπ», Πέμπτη, 13/3/1930, σελ.3)

Το παραπάνω επιβεβαιώνει και η εφημερίδα «Εμπρός»: «Εις τα γεγονότα του περιθωρίου χωρίου Μεταμόρφωσις δεν εδόθη αρχικώς σημασία καθόσον αι τοπικαί αρχαί φρόντισαν να συγκαλύψουν επιμελώς αυτά». (εφ. «Εμπρός», 12/3/1930, σελ. 3)

[104] εφ. «Μακεδονία», 11/3/1930, σελ. 4

[105] εφ. «Μακεδονία», 13/3/1930, σελ. 1

[106] εφ. «Εμπρός», 12/3/1930, σελ. 3

[107] εφ. «Μακεδονία», 13/3/1930, σελ. 1

[108] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , ό.π

[109] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , ό.π

[110] εφ. «Ριζοσπάστης», 15/3/1930, σελ.1

[111] εφ. «Σκριπ», 13/3//1930, σελ. 6

[112] εφ. «Εμπρός», 19/3//1930, σελ. 4

[113] εφ. «Ριζοσπάστης», 13/6/1930, σελ. 1

[114] εφ. «Ριζοσπάστης», 5/5/1930, σελ. 3

[115] εφ. «Ριζοσπάστης», 13/6/1930, σελ. 1

[116] εφ. «Ριζοσπάστης», 17/6/1930, σελ. 4

[117] εφ. «Ριζοσπάστης», 29/10/1930, σελ. 2

[118] Σιδηρόπουλος Γεώργιος , ό.π

[119] εφ. «Ριζοσπάστης», 13/11/1930, σελ. 1

[120] Στις 28/11/1930, το στρατοδικείο Ιωαννίνων καταδίκασε σε θάνατο τους φαντάρους Μάρκο Μαρκοβίτη και Γιάννη Πανούση, σε ισόβια τον Κώστα Γαμβέτα , σε 15 χρόνια το Δημήτρη Βλαντά, σε δύο χρόνια τους Αργύρη Αδαμόπουλο, Βασίλη Κορδέλα και Στράτο Τσακίρη. Κατηγορία ήταν η «άρνηση να δουλέψουν κάτω από εξοντωτικούς όρους στο στρατιωτικό κάτεργο Καλπάκι και αντίσταση κατά της αρχής και βιαιοπραγία κατά των ανωτέρων τους». Αναλυτικά για τα γεγονότα στο Καλπάκι από έναν εκ των πρωταγωνιστών σε : Βλαντάς Δημήτρης, Βασανιστική Πορεία 1915-1940, Λογοθέτης, Αθήνα, χ.η.ε., σελίδες 289 έως 312.

[121] εφ. «Ριζοσπάστης», 24/12/1930, σελ. 2

[122] Ήδη από της 22/7/1928, στην προεκλογική του εκστρατεία στη Θεσσαλονίκη , ο Βενιζέλος θα εγκαινιάσει την εξωτερική του πολιτική που αναγνώριζε την Ιταλία ως μεγάλη δύναμη, (θα υπογράψει δε με το Μουσολίνι συμφωνία στις 23/9/1928), ισάξια της Αγγλίας και της Γαλλίας, κυρίως όμως καλούσε την Τουρκία και την Ελλάδα να ενώσουν τα χέρια και να επιλύσουν τις οικονομικές διαφορές «οι οποίες ήταν και οι μόνες μεταξύ των δύο χωρών». Στην ομιλία του εκείνη στη Θεσσαλονίκη ο Βενιζέλος θα τονίσει : «Επιθυμούμεν να εξασφαλίσωμεν με την δημοκρατικήν Τουρκίαν σχέσεις όχι απλώς καλής γειτονίας, αλλά σχέσεις όσον το δυνατόν περισσότερον φιλικάς. Γνωρίζομεν ότι δεν έχει βλέψεις επί των εδαφών μας και πρέπει να είναι βεβαία ότι ουδεμίαν βλέψιν διατηρούμεν επί των ιδικών της». Για την ελληνοτουρκική προσέγγιση του 1930 βλέπε και : Γιώλτζογλου Σταύρος, Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις (1922-1930), διδακτορική διατριβή, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, 2006, σελίδες 627 έως 666. Για τη θέση του ΚΚΕ απέναντι στην ελληνοτουρκική οικονομική συμφωνία του 1930 βλέπε: Αθανασιάδης Ανδρέας, Η ελληνοτουρκική οικονομική συμφωνία (1930), η θέση του ΚΚΕ και η αλλαγή πολιτικής στάσης των προσφύγων κατά 1930-1936, Ποντοκώμη, 2010, σε: http://www.scribd.com/doc/54122426/

[123] Δάφνης Γρηγόριος, Η Ελλάς μεταξύ δυο πολέμων 1923-1940, Κάκτος, β, Αθήνα, 2009, σελ. 510-511

[124] Το άρθρο της Κομιντέρν αναφέρεται σε: Σολάρο Αντόνιο, ό.π., σελ. 77

[125] Μαραντζίδης Νίκος, Οι μικρές Μόσχες, ό.π., σελ. 208

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου