ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΣΑΡΑΦ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΕΙΟΥ ΚΑΡΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΑΥΚΑΣΟΥ 1878-1920-[ARDAHAN GÖLE DEREYOLU (SALUT) KÖYÜ]

(μέρος 1ο)

"Δημοσιεύθηκε το 2002 στην εφημερίδα Εύξεινος Πόντος, φ. 63, σ. 22-23, φ. 64, σ. 22-23, φ. 65, σ. 22-23, φ. 66, σ. 22-23, φ. 67, σ. 14-15, φ. 68, σ. 22-23, φ. 69, σ. 22-23

αναδημοσίευση από: http://patrida-veroia.blogspot.com/2011/04/1878-1920.html

Γιάννης Κασκαμανίδης

προλογοσ

Τα κείμενα της εργασίας αυτής γράφτηκαν την άνοιξη του 1998 και τα δίνω για δημοσίευση όπως έχουν από τότε. Αν σήμερα ξαναέγραφα τα ίδια κείμενα, προσπαθώντας να τα προσαρμόσω σ’ αυτά που τώρα θεωρώ αποδεκτά, οι αλλαγές θα ήταν πολλές: ποσοτικές, αλλά, κυρίως, ποιοτικές. Δεν το κάνω κι ας ξέρω ότι είμαι υπόλογος απέναντι στην κοινωνία, στους συμπατριώτες μου, στους συγγενείς μου, απέναντι στον ίδιο μου τον εαυτό· απέναντι ακόμη και στις νέες ιστοριογραφικές τάσεις. Και ας περιμένει ένας μεγάλος όγκος υλικού τη δική του αξιοποίηση.

Αφήνω τα κείμενα απείραχτα για έναν και μοναδικό λόγο: όταν τα έγραψα ζούσε ο παππούς μου, ο Γρηγόρης ο Κασκαμανίδης, και τα έγραψα σύμφωνα με όσα μου διηγήθηκε, κάτω και από το βάρος του συναισθηματικού φορτίου που προέκυπτε κατά τη διάρκεια της διήγησης. Το κύριο σώμα των πληροφοριών που κατατίθεται εδώ του ανήκει. Θα ήταν αδύνατη η αναπαράσταση της ζωής στο χωριό Σαράφ χωρίς τις δικές του αφηγήσεις. Δεν έλπιζα ποτέ ότι τόσο σύντομα, μόλις 4 χρόνια μετά, θα ένιωθα την ανάγκη να κάνω ένα μνημόσυνο για τον παππού μου, δίνοντας τα κείμενα του 1998 για δημοσίευση. Τότε είχα βγάλει 5 αντίτυπα της εργασίας αυτής και τα είχα αφιερώσει στον παππού. Σήμερα, την αφιερώνω στη μνήμη του.

Φλώρινα 5 Φεβρουαρίου 2002

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τα κίνητρα για την πραγματοποίηση της έρευνας – μελέτης και τη συγγραφή της παρούσας εργασίας ήταν δύο: η συναισθηματική παρόρμηση και η διαπίστωση πως για το χωριό Σαράφ δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες αναφορές και μόνον.

Τα προσωπικά ακούσματα από τους γέροντες και τις γερόντισσες που με πόνο και ανείπωτο καημό αναπολούσαν τις αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής στο οροπέδιο της Κιόλιας, αποτέλεσαν το έναυσμα για μια συνεχιζόμενη αναζήτηση των στοιχείων που θα συνέθεταν την ιστορία του Σαράφ. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα πραγματοποιήθηκε συστηματική καταγραφή των προφορικών μαρτυριών από τους επιζώντες κατοίκους του Σαράφ αλλά και άλλων χωριών του Καρς, αφού είναι πλέον ελάχιστοι. Ταυτόχρονα ερευνήθηκε η υπάρχουσα βιβλιογραφία, καθώς και αδημοσίευτες πηγές.

Το ανά χείρας γραπτό είναι το οδοιπορικό των Ποντίων του Σαράφ που μετά τον Ξεριζωμό εγκαταστάθηκαν στα χωριά Τριπόταμο, Νεοχωράκι, Άγιο Βαρθολομαίο και Κολχική Φλώρινας, Κεντρικό και Περιστέρι του Κιλκίς, καθώς και στην πόλη της Θεσσαλονίκης.

Η εργασία περιλαμβάνει κυρίως τα ιστορικά στοιχεία και τον τρόπο ζωής που αφορούν στους Πόντιους του Σαράφ. Σε πολλά σημεία, προκειμένου να υπάρξει πληρέστερη παρουσίαση, γίνονται πολιτισμικές και λαογραφικές αναφορές. Δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα σε στοιχεία της «μικροϊστορίας» του χωριού, πτυχές άγνωστες μα ενδιαφέρουσες, γιατί τελικά αυτό που συναρπάζει και κάνει τον αναγνώστη να ζει τα όσα διαβάζει, είναι οι λεπτομέρειες που αφορούν πολλές από τις εκφάνσεις της ζωής.

Επειδή για τεχνικούς λόγους η γραφή των λέξεων της ποντιακής δεν αποδίδει και την προφορά τους, πρέπει οι αναγνώστες να επιστρατεύσουν τις απαραίτητες γνώσεις προκειμένου οι λέξεις να αποδοθούν με τη σωστή προφορά.

Έγινε κάθε δυνατή προσπάθεια για την πληρότητα της παρουσίασης, έτσι ώστε το ανά χείρας γραπτό να καταστεί συμβολή πολύτιμη για τη μελέτη της ζωής στο Κυβερνείο του Καρς. Εννοείται πως κάθε αδυναμία της εργασίας αυτή βαρύνει αποκλειστικά εμένα Το αν επιτυγχάνονται οι σκοποί της, είναι μια κρίση που ανήκει στους ειδικούς, αλλά και στους απλούς αναγνώστες που είναι λάτρεις της ιστορίας και του πολιτισμού των Ποντίων.

Από τον ποντο στο καρσ - ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ

Η μεσογειακή ενδοχώρα του Πόντου κατοικήθηκε από Έλληνες ήδη από τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μετά την άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τον Μωάμεθ Β΄ τον Πορθητή, οι χριστιανικοί πληθυσμοί των παράλιων περιοχών του Πόντου αναγκάζονται να καταφύγουν στους ορεινούς όγκους των ποντιακών βουνών, προκειμένου να αποφύγουν τη νέα –και οδυνηρή γι’ αυτούς– κατάσταση .

Έτσι αναπτύσσονται ορεινοί οικισμοί από Έλληνες που στο εξής προτιμούν να ζουν σε δύσβατες και απρόσιτες μεσόγειες περιοχές του Πόντου, προκειμένου να αποφύγουν τον εξισλαμισμό και τη βία διατηρώντας ταυτόχρονα την εθνική συνείδηση και τη θρησκεία τους

Η πορεία των προγόνων των κατοίκων του Σαράφ είναι δύσκολο να ανιχνευτεί στους αιώνες που ακολούθησαν την άλωση της Τραπεζούντας, κυρίως λόγω έλλειψης ιστορικών αναφορών. Μια σειρά από παρατηρήσεις-διαπιστώσεις και κυριότερα οι πολλές προφορικές μαρτυρίες[1] των εκπροσώπων της πρώτης προσφυγικής γενιάς, διαμορφώνουν το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκαν και έδρασαν από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και εντεύθεν.

Στην περίπτωση της οικογένειάς μου αναφέρεται ως τόπος καταγωγής, χωρίς σαφήνεια, κάποιο χωριό νότια της πόλεως Τραπεζούντας, το όνομα του όποιου ήταν Αλαγιούν. Από την μέχρι τώρα έρευνα στην υπάρχουσα σχετική βιβλιογραφία και το προφορικό υλικό, δεν προέκυψαν στοιχεία περισσότερα για τον οικισμό αυτό. Ενδεχομένως να επρόκειτο για οικισμό που αφανίστηκε μετά την εγκατάλειψή του από τους κατοίκους του ή για τοπωνύμιο χωρίς σαφή γεωγραφικό προσδιορισμό, του οποίου το όνομα λησμονήθηκε. Επειδή οι μετακινήσεις στην περιοχή εκείνη ήταν ιδιαίτερα συχνές, τα ονόματα χωριών και τα τοπωνύμια άλλαζαν συχνά και συνεπώς δεν ήταν εύκολο να καταγραφούν.

Πολλές προφορικές μαρτυρίες αναφέρουν το χωριό Κιρισχανά ως τόπο προέλευσης μερικών από τις οικογένειες που κατοίκησαν μετέπειτα στο Κιαλιαχπούρ και εν συνεχεία στο Σαράφ. Σ’ αυτό συνηγορούν και οι μαρτυρίες γερόντων που πέθαναν εδώ και πολλά χρόνια, οι οποίοι μεταφέροντας μνήμες μακρινές, ανέφεραν για τις φιλικές σχέσεις και τη μακρινή συγγένεια οικογενειών που, μετά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα ήρθαν στα χωριά Τριπόταμο και Αρμενοχώρι Φλώρινας.

Σπουδαίο ρόλο στη διαδικασία αναζήτησης των οικισμών που κατοίκησαν πριν το 1878 οι κάτοικοι του Σαράφ, μπορούν να διαδραματίσουν τα οικογενειακά επώνυμα. Το θέμα πολλών επωνύμων αντιστοιχεί σε τοπωνύμιο ή σε χωριό. Το θέμα του επωνύμου Κασκαμανίδης είναι το Κασκαμαν-. Στην περιοχή της Κρώμνης (νότια της Τραπεζούντας) υπάρχει ένα βουνό το οποίο οι Πόντιοι ονόμαζαν Κασκαμάτς.[2] Αν και υπάρχει κάποια διαφορά ανάμεσα στο Κασκαμάν- και το Κασκαμάτς, εντούτοις η ομοιότητά τους μπορεί να συνδυαστεί με τις προφορικές μαρτυρίες για τον οικισμό Αλαγιούν, που τοποθετείται νότια της Τραπεζούντας. Μια άλλη εκδοχή για την προέλευση του επωνύμου Κασκαμανίδης, είναι το τοπωνύμιο ή περιοχή Κασκαμάν, χωρίς σαφή γεωγραφικό προσδιορισμό, που βρισκόταν μεταξύ Αργυρουπόλεως, Παϊπούρτ και Ερζιγκιάν.[3]

Νοτιότερα από την Κρώμνη υπήρχε το χωριό Λερίν (σημ. Leri[4]) και ο οικισμός Σαπρανάντων (σημ. Sobran). Στην περίπτωση των οικογενειών του Σαράφ με τα επώνυμα Λιαρετίδης και Σαπρανίδης η αντιστοιχία με τα χωριά αυτά είναι σαφής, άλλωστε συνηγορούν και οι προφορικές μαρτυρίες.

Βέβαια τα παραπάνω επώνυμα δεν αντιστοιχούν στο σύνολο των ελληνικών οικογενειών του Κιαλιαχπούρ, αποτελούν όμως σοβαρές ενδείξεις για τον εντοπισμό των οικισμών που κατοικούσαν προγενέστερα οι κάτοικοι του χωριού.

Μια άλλη διαπίστωση, λιγότερο ασφαλής, είναι το γεγονός ότι όλοι οι κάτοικοι του Κιαλιαχπούρ και του Σαράφ ήταν κτηνοτρόφοι. Η ευκολία με την οποία διάλεξαν να εγκατασταθούν στα παραπάνω χωριά, αποδεικνύει εν μέρει και την εμπειρία τους στην κτηνοτροφία. Οι δυο οικισμοί, Αλαγιούν και Κιαλιαχπούρ, ήταν ορεινοί και προϋπέθεταν τη γνώση του τρόπου ζωής σε τέτοιες περιοχές.

ΚΙΑΛΙΑΧΠΟΥΡ

Με το Χάττι-Σερίφ (Γκιούλ-χανέ) του 1839 και Χάττι-Χουμαγιούν του 1856 εκχωρούνται κάποιες ελευθερίες στους πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εγκαινιάζεται με τα δυο αυτά αυτοκρατορικά διατάγματα μια περίοδος μεταρρυθμίσεων (Τανζιμάτ) και πολλοί χριστιανικοί πληθυσμοί εγκαταλείπουν τους ορεινούς οικισμούς για να αναζητήσουν καλύτερη τύχη.

Πολλοί Έλληνες εγκαθίστανται στην περιφέρεια Κελκίτ μεταξύ Αργυρουπόλεως και Παϊπούρτ-Βαϊβερδών (Baybourt) στον νοτιοανατολικό Πόντο, στα εξής χωριά: Κιαλιαχπούρ με 150 ελληνικά σπίτια, Χοσμπερίκ με 40, Καλημπερτέκ με 30, Πίσκι με 10, Τζαμούρε με 62, Χαρτούτζιν με 60 και Ράνσεϊρ με 50. Η περιοχή στην οποία βρισκόταν το χωριό Κιαλιαχπούρ ονομαζόταν Κελκέτειος περιφέρεια, από τον όνομα του ποταμού Κελκίτ (Kelkit Çayı). Άλλοτε αποτελούσε επισκοπή με το όνομα Αχαΐα (Χαχαίον). Οι περισσότεροι κάτοικοι της περιοχής ήταν Τούρκοι και Κούρδοι.

Μια γραπτή μαρτυρία[5] και πολλές προφορικές αναφέρουν την εγκατάσταση Ελλήνων στο χωριό Κιαλιαχπούρ (σύγχρονη ονομασία Kel-Atzbur[6]), οι οποίοι προέρχονταν από περιοχές ορεινές. Κύρια ενασχόληση των μετακινηθέντων ήταν η κτηνοτροφία, ο μόνος τρόπος, ίσως, προσπορισμού των αναγκαίων αγαθών για όσους κατοικούσαν σε οικισμούς με μεγάλο υψόμετρο, όπου η βλάστηση ήταν ελάχιστη και η καλλιέργεια της γης ανύπαρκτη.

Το Κιαλιαχπούρ είναι ο πρώτος οικισμός στον οποίο βεβαιωμένα κατοίκησαν οι πρόγονοι των κατοίκων του Σαράφ. Το χωριό βρισκόταν νοτιοανατολικά της Αργυρούπολης, μερικά χιλιόμετρα βόρεια από την εμπορική οδό Τραπεζούντας – Ερζερούμ (Erzerum) και κοντά στην πόλη Παϊπούρτ, στις νότιες πλαγιές του όρους Παρυάδρης και μπροστά στο χωριό ανοίγονταν η πεδιάδα του Παϊπούρτ, μέσα από την οποία περνούσαν παραπόταμοι του Άκαμψι ποταμού (Çoruh).

Διοικητικά ανήκε στο Βιλαέτι Τραπεζούντας, στο Σαντζάκι Αργυρουπόλεως και στον Καζά του Κελκίτ. Εκκλησιαστικά υπαγόταν στη Μητρόπολη Χαλδίας με έδρα την Αργυρούπολη και στην επισκοπή Κελκίτ.

Απείχε 140 χιλιόμετρα από την Τραπεζούντα, 40 από την Αργυρούπολη και 40 από το Παϊπούρτ. Οι Έλληνες (Γραικοί) και οι Κρωμιώται (Κρυπτοχριστιανοί) μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο ως μητρική γλώσσα και την τουρκική στο βαθμό που αυτή επιβαλλόταν από τις οθωμανικές αρχές και τις καθημερινές ανάγκες συναλλαγής με τους Τούρκους. Στην περίπτωση των Κρωμιωτών η γνώση της τουρκικής γλώσσας επιβαλλόταν και από τη μουσουλμανική θρησκεία, που ήταν άλλωστε η επίσημη θρησκεία τους.

Το χωριό είχε 150 σπίτια και κατοικούσαν σ’ αυτό 250 Οθωμανοί, 150 Κρωμιώται και 350 Γραικοί.[7] Οι Κρωμιώτες είναι οι Κρυπτοχριστιανοί, οι οποίοι άρχισαν να αποκαλύπτονται μετά το 1856 (Χάττι-Χουμαγιούν). Για τους προγόνους των Ποντίων του Σαράφ δεν υπάρχουν στοιχεία που να τους εντάσσουν στην κατηγορία των Κρυπτοχριστιανών. Όπως είναι γνωστό οι Κρυπτοχριστιανοί είχαν δυο ονόματα: ένα επίσημο μουσουλμανικό και ένα κρυφό ελληνικό. Από τα γενεαλογικά δέντρα δεν προκύπτουν τέτοια διπλά ονόματα ούτε και στις αφηγήσεις αναφέρθηκαν περιπτώσεις προγόνων που να υπήρξαν Κρυπτοχριστιανοί. Ανήκαν στην τρίτη κατηγορία των Ελλήνων (Γραικοί κατά τον Κυπριώτη) που αποτελούσαν και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού του χωριού Κιαλιαχπούρ.

Στο χωριό υπήρχε Ελληνικό Σχολείο.[8] Οι μαθητές εισάγονταν σ’ αυτό έπειτα από εξετάσεις, αφού προηγουμένως είχαν φοιτήσει στην προκαταρτική τάξη.[9] Η διάρκεια φοίτησης ήταν τρία χρόνια για τις ισάριθμες τάξεις. Κύρια θέση κατείχε το μάθημα των αρχαίων ελληνικών. Διδάσκονταν επίσης: μαθηματικά, φυσική, υγιεινή, θρησκευτικά, γεωγραφία, ιστορία, ωδική, γυμναστική, καθώς και γαλλικά και λατινικά στην τρίτη τάξη. Οι δάσκαλοι των Ελληνικών Σχολείων ονομάζονταν Ελληνοδιδάσκαλοι. Στο σχολείο πιθανότατα φοιτούσαν και μαθητές από τα γειτονικά ελληνικά χωριά, αφού η ύπαρξη ενός τέτοιου σχολείου μόνο για τους μαθητές του χωριού δεν δικαιολογείται.

Στο χωριό ερχόταν κάποιος καλόγερος από κοντινό μοναστήρι και δίδασκε στα κορίτσια των Ελλήνων ανάγνωση και γραφή, μέσα από τα εκκλησιαστικά βιβλία.[10]

Φημισμένο ήταν κάποιο χάνι με το όνομα Κασκαμάν’ οτά. Σ’ αυτό φιλοξενούνταν οι φτωχοί οδοιπόροι. Ανήκε σε κάποιον από την οικογένεια Κασκαμανίδη (Κασκαμάνο), χωρίς να υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες.[11]

Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και σε περιορισμένο βαθμό με τη γεωργία. Εκτεταμένη ήταν η εκτροφή μεγάλων βοοειδών και προβάτων. Τα βοοειδή, εκτός των άλλων, ήταν απαραίτητα για τις γεωργικές εργασίες (όργωμα, σβάρνισμα, αλώνισμα), καθώς και για τις μεταφορές. Από τα ζωντανά εξασφάλιζαν και τα απαραίτητα υλικά για τη διατροφή.

Κατά τη δεκαετία του 1870 στο Κιαλιαχπούρ οι χριστιανοί κάτοικοι ξεκίνησαν το χτίσιμο μιας εκκλησίας με πρωτομάστορα κάποιον Πατουλίδη, η οποία δεν αποπερατώθηκε ποτέ. Όταν το 1970 επισκέφθηκαν το χωριό οι Ιωάννης Γεωργ. Κασκαμανίδης, Αθανάσιος Αθανασιάδης και Ευσέβιος Κασκαμανίδης, είδαν τα θεμέλια της εκκλησίας αυτής.

ΡΩΣΟΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1877-1878

Επί μια εικοσαετία (1856-1878) περίπου, οι κάτοικοι του Κιαλιαχπούρ και των γειτονικών χωριών ζούσαν για πρώτη φορά ύστερα από την άλωση της Τραπεζούντας με την ελπίδα πως θα ριζώσουν στους τόπους εκείνους.

Αν και η ζωή των κατοίκων του Κιαλιαχπούρ στα χρόνια 1856-1878 δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ήρεμη, ωστόσο διαταράχθηκε ανεπανόρθωτα από τις συνέπειες του Ρωσοτουρκικού Πολέμου του 1877-78. Ο πόλεμος αυτός ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1877 και τελείωσε τον Ιανουάριο του 1878 με τη συνθήκη της Αδριανούπολης. Τα ρωσικά στρατεύματα προέλασαν μέχρι την περιοχή Ερζερούμ, Παϊπούρτ, Αργυρούπολης.

Νικήτρια δύναμη αναδείχτηκε η Ρωσία η οποία με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου στις 19 Φεβρουαρίου/3 Μαρτίου 1878 η Ρωσία προσαρτούσε στην επικράτειά της τις περιοχές Βαγιαζήτ (Bayiazit), Καρς (Kars), Αρταχάν (Ardahan) και Βατούμ (Batumi). Ακολούθησε η συνθήκη του Βερολίνου (Ιούνιος-Ιούλιος 1878), η οποία επέφερε ουσιώδεις τροποποιήσεις στους όρους της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, κυρίως όσον αφορά στις βουλγαρικές διεκδικήσεις για τα Βαλκάνια. Η προσάρτηση των εδαφών του Καρς στη ρωσική επικράτεια ήταν η πολεμική αποζημίωση που έλαβε η Ρωσία ως νικήτρια δύναμη από την Τουρκία. Τα εδάφη αυτά παραχωρήθηκαν στους Ρώσους για 40 χρόνια.[12]

Οι προαναφερθείσες περιοχές στις οποίες προήλασαν τα ρωσικά στρατεύματα και δε συμπεριλήφθηκαν στα εδάφη που τελικά επιδικάστηκαν στη Ρωσία με τη συνθήκη του Βερολίνου, εκκενώθηκαν από τους Ρώσους. Η κατάσταση που δημιουργήθηκε εξώθησε πολλούς Έλληνες και Αρμένιους των περιοχών αυτών στη μετοικεσία προς ασφαλέστερες περιοχές.

ΜΕΤΟΙΚΕΣΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΚΑΡΣ

Οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι του 19ου αιώνα δημιούργησαν μια μόνιμη σχεδόν αναστάτωση στο χώρο του ανατολικού Πόντου. Μετοικεσίες Ελλήνων του Πόντου προς τις περιοχές του Καυκάσου και της νότιας Ρωσίας σημειώθηκαν μετά τη λήξη κάθε τέτοιου πολέμου. Οι χριστιανοί, Έλληνες και Αρμένιοι, του ανατολικού Πόντου βρισκόταν σε δεινή θέση ιδιαίτερα μετά τη λήξη του πολέμου 1877-78. Κύμα μουσουλμάνων προσφύγων (Κιρκάσιοι, Τούρκοι, Αμπχάζιοι, Λαζοί) από τη ρωσική επικράτεια κατέκλυσε το χώρο αυτό,[13] δημιουργώντας έκρυθμες καταστάσεις με καταστροφικές συνέπειες για τους χριστιανικούς πληθυσμούς.

Αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής ήταν η μετακίνηση των χριστιανών προς τις ρωσοκρατούμενες περιοχές. Η μετοικεσία δεν πήρε μαζικό χαρακτήρα πριν το 1880 και αυτό ίσως να οφειλόταν στο γεγονός ότι και στις ρωσοκρατούμενες περιοχές που εγκατέλειψαν οι μουσουλμάνοι επικρατούσε αναστάτωση, πράγμα που απέτρεψε μέχρι το 1880 τη μαζική έξοδο των χριστιανών του ανατολικού Πόντου. Οι μετοικεσίες επηρεάζονταν και από την εσωτερική πολιτική και κοινωνική κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα προορισμού.

Το Δεκέμβριο του 1881[14] οι κάτοικοι του Κιαλιαχπούρ ενσωματώθηκαν σε μια μεγάλη φάλαγγα και κινήθηκαν ανατολικά. Κινήθηκαν ανατολικά – νοτιοανατολικά, πέρασαν από το Παϊπούρτ, το Ερζερούμ, άλλαξαν προσανατολισμό προς τα βόρεια και διάβηκαν τα σύνορα του νεότευκτου Κυβερνείου Καρς από τη νοτιοδυτική πλευρά του, από την περιοχή της Όλτης. Εκεί χωρίστηκαν σε ομάδες και διασκορπίστηκαν σε διάφορες περιοχές του Κυβερνείου. Συνολικά διάνυσαν 400 χιλιόμετρα με τα πόδια. Μαζί τους πήραν ότι μπόρεσαν να φορτώσουν στα κάρα και λίγα από τα βοοειδή που εξέτρεφαν.

Για το τι συνέβη στο Κιαλιαχπούρ μετά την φυγή των χριστιανών κατοίκων προς το Καρς, υπάρχει μια αναφορά του Άγγλου προξένου της Τραπεζούντας που αναφέρει χαρακτηριστικά:[15] «Αυτοί (οι μουσουλμάνοι) γέμισαν την εκκλησία του Κιαλιαχπούρ με ό,τι ρυπαρό, σκέπασαν τους τοίχους με βρωμιές, έριξαν κάτω την καμπάνα, και διέπραξαν πολλές άλλες ύβρεις σ’ αυτό το χωριό, στον ίδιο βαθμό όπως στο Κιαλιαχπούρ και στο Λερίν.»

το κυβερνειο του καρσ

γεωγραφια - δημογραφια

Το Κυβερνείο είχε έκταση 18.250 τ.χ. Το μέγιστο μήκος της εκτάσεως αυτής από βορρά προς νότο ήταν 200 χμ. και το μέγιστο πλάτος από ανατολή προς δύση 180 χμ. Κυριότερες πόλεις ήταν: το Καρς έδρα του Κυβερνείου κείμενη σε υψόμετρο 1750 μ., το Αρταχάν στα 1800 μ., το Σαρίκαμις (Sarıkamış), το Καγκισμάν (Kağızman) στα 1400 μ. και η Όλτη (Oltu) στα 1280 μ. Η πόλη του Καρς απέχει 1.507 χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη και 496 από την Τραπεζούντα. Για την ονομασία της πόλεως του Καρς, οι μεν Γεωργιανοί θεωρούσαν πως είναι γεωργιανική λέξη που σημαίνει πύλη, οι δε Αρμένιοι την ετυμολογούσαν από την αρμένικη λέξη Χαρς που σημαίνει νύφη.[16] Είχε 30 χιλιάδες κατοίκους, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν Αρμένιοι που ασχολούνταν με το εμπόριο και τις τέχνες, Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι, εργολάβοι, επαγγελματίες και κτηματίες και Ρώσοι.[17] Στην πόλη του Καρς έφταναν δυο ελληνικές εφημερίδες: το Φως της Μακεδονίας και η Ακρόπολις Αθηνών.[18]

Η περιοχή του Κυβερνείου διασχίζεται, κυρίως, από τις οροσειρές: Σογανλούκ, Ακ – Μπαμπά, Αλά - Νταγ και τα βραχώδη όρη Καπάχ – Τεπέ στο νότο. Οι οροσειρές αποτελούνται από ψηλά όρη. Κατά περιοχές υπάρχουν μεγάλες κοιλάδες, βαθιές χαράδρες και ευμεγέθεις πεδιάδες με πλούσια βλάστηση και άφθονα βοσκοτόπια. Οι πλαγιές των βουνών είναι ομαλές, καλύπτονται από χόρτο στα χαμηλά και δάση στα ψηλότερα σημεία τους. Οι μεγαλύτεροι ποταμοί που διαρρέουν το Κυβερνείο είναι: Κουρά (Κύρος ποταμός), Αράξ,, Καρς – Τσάι, Αρπά – Τσάι και Όλτι – Τσάι. Οι τέσσερις πρώτοι εκβάλλουν στην Κασπία Θάλασσα, ενώ ο τελευταίος αφού ενώνεται με τον Άκαμψι ποταμό (Çoruh), εκβάλλει στη Μαύρη Θάλασσα.

Στα απέραντα βοσκοτόπια του Κυβερνείου μετά την άνοιξη έρχονταν Γεωργιανοί με τα κοπάδια τους για βοσκή. Υπολογίζεται πως κάθε χρόνο έφερναν εκατό με εκατόν πενήντα χιλιάδες πρόβατα.

Ο πληθυσμός του Κυβερνείου αποτελούνταν από: Έλληνες, Ρώσους, Αρμένιους, Τούρκους, Κούρδους-Εζίδγους, Τουρκμένους, Καραπαπάχους, Λεζγίνους, Οσετίνους, Εσθονούς και Μαλακάνους. Ο πληθυσμός αυτός χωριζόταν σε δυο κατηγορίες όσον αφορά τον τρόπο ζωής: στους μονίμως εγκατεστημένους και τους περιφερόμενους σκηνίτες ή νομάδες.

Έτος

Πληθυσμός

Πηγή

1901

278.616

Μαυρογένης, 1963: 44-45

1907

294.395

Ό.π.: 195

1913

321.954[19]

Ό.π.: 201

370.000

Ι.Κ. Χασιώτης, 1997, σ. 546

1918

365.000[20]

Ό.π.: 201

350.000

Γρηγοριάδης, 1973, σ. 111

Ο συνολικός πληθυσμός του Κυβερνείου Καρς

Έτος

Πληθυσμός

Χωριά

Πηγή

1901

34.504

74

Ό.π.: 40-42

1907

40.938

74

Ό.π.: 191-194

1913

45.427

74

Ό.π.: 197-199

48.994

85

Ι.Κ. Χασιώτης, 1997: 549

1918

58.010[21]

74

Ό.π.: 197-199

75.000

81

Γρηγοριάδης, 1973: 111-112

Ο ελληνικός πληθυσμός του Κυβερνείου Καρς

διοικηση

Η περιοχή του Καυκάσου, που ανήκε στη ρωσική επικράτεια, αποτελούνταν από Κυβερνεία – Νομούς[22] και είχε αντιβασιλέα (Ναμέσνικ) το μέγα δούκα Νικολάι Νικολάγιεβιτς, αδελφό του τσάρου της Ρωσίας, ο οποίος κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν και αρχιστράτηγος του πολεμικού μετώπου στον Καύκασο. Όσα Κυβερνεία είχαν πολιτικό διοικητή – νομάρχη, χαρακτηρίζονταν ως Γκουμπέρνιε,[23] ενώ όσα είχαν στρατιωτικό ως Όμπλαστι και η διοίκησή τους λεγόταν Βαγένο Ναρότνοϊ ου Πραβλένια. Στα Όμπλαστι ο διοικητής (Βογένιγ Γκουπερνάτορ Κάρσοϊγ Όμπλαστι) που διοριζόταν από τον τσάρο τον οποίο και αντιπροσώπευε, ήταν ανώτατος αξιωματικός του ρωσικού στρατού, στον οποίο υπαγόταν όλες οι υπηρεσίες της διοικήσεως του Κυβερνείου, εκτός από τις στρατιωτικές υπηρεσίες και τις στρατιωτικές μονάδες. Στα Κυβερνεία εκτός από τους γενικούς νόμους του ρωσικού κράτους ίσχυαν και τοπικοί – ειδικοί νόμοι, εξαρτώμενοι από τις ιδιομορφίες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε Κυβερνείου.

Το Κυβερνείο αποτελούνταν από τη Διοίκηση Καρς όπου υπάγονταν οι Υποδιοικήσεις Καρς, Σουραγκέλ και Σογανλούκ, από τη Διοίκηση Αρταχάν με τις Υποδιοικήσεις Αρταχάν και Κιόλιας (Göle), στη Διοίκηση Καγκισμάν με τις Υποδιοικήσεις Καγκισμάν και Χοροσάν και στη Διοίκηση Όλτης.[24]

Το Κυβερνείο διοικούνταν από μια στρατιωτικοτοπική διοίκηση, στην οποία συμμετείχαν και εκπρόσωποι των εθνοτήτων που κατοικούσαν στα εδάφη του Κυβερνείου.

Διοικητής του Κυβερνείου μέχρι τον Αύγουστο του 1914 ήταν ο γερμανικής καταγωγής Ρώσος αντιστράτηγος Φον Παρκάου. Όταν όμως την 1η Αυγούστου η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσία, η ρωσική κυβέρνηση καθαίρεσε τον Παρκάου και τη θέση του πήρε ο συνταγματάρχης Ντμίτρι Ποτγκούρσκυ, η θητεία του οποίου τερματίστηκε λίγο μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917. Τη θέση του κατέλαβε μια επιτροπή λαϊκών αντιπροσώπων (Ναρόντιε Τεπουτάτοι) αποτελούμενη από τέσσερις κομισάριους: ένα Ρώσο, έναν Αρμένιο, τον Έλληνα Ιβάν Βασίλιεβιτς Πολίτοφ και έναν μουσουλμάνο.

Το Κυβερνείο του Καρς είχε 4 περιφερειακές διοικήσεις (Όκρουγκ, πλήρης ονομασία Οκρουζνόγιε ου Πραβλένιε), και ο διοικητής τους (Νατσάλνικ Όκρουγκα) ήταν αξιωματικός του στρατού ή της αστυνομίας.

Κάθε περιφερειακή διοίκηση διαιρούνταν σε περιφερειακές υποδιοικήσεις –(Ουτσάκα, πλήρης ονομασία Ουτσαστκόβιγιε ου Πραβλένιε), οι περισσότερες από τις οποίες είχαν στρατιωτικό υποδιοικητή (Νατσάλνικ Ουτσάστκα).[25] Οι υποδιοικητές ήταν απόστρατοι αξιωματικοί του στρατού ή της αστυνομίας.

Οι περιφερειακές υποδιοικήσεις περιελάμβαναν περιφερειακά επαρχιακά και κοινοτικά γραφεία (Σέλσκογιε ου Πραβλένιε ή Σέλσκογιε Όμπστεστβο).

Τα αμιγώς ρωσικά χωριά είχαν δικά τους κοινοτικά γραφεία με επικεφαλής τον Στάροστα, η διοίκηση των οποίων ήταν ανεξάρτητη από αυτή των χωριών των άλλων εθνοτήτων.

Στα επαρχιακά γραφεία υπάγονταν δέκα έως τριάντα χωριά με πληθυσμό αποτελούμενο από διάφορες εθνότητες και είχαν επικεφαλής τον Κουλαβά (ρωσ. λ. glava = αρχηγός, επικεφαλής) που εκλεγόταν κάθε εφτά χρόνια και πληρωνόταν από το ρωσικό ταμείο. Το επαρχιακό συμβούλιο είχε εφτά μέλη, που εκλέγονταν μετά από ψηφοφορία στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των χωριών του επαρχιακού γραφείου. Ο Στάροστα και ο Κουλαβάς εκλεγόταν από τους αντιπροσώπους των χωριών με μυστική ψηφοφορία.[26]

Πάρεδρος κάθε χωριού ήταν ο Γιούζμπασης (τουρκ. λ. yüzbaşı = λοχαγός) ή Σταρσινάς (Βολόσνοϊ Σταρσινά, ρωσ. λ. starşina = πάρεδρος), ο οποίος εκλεγόταν σε συνέλευση (σχοτ, ρωσ. λ. shod = συνέλευση, σύναξη) των κατοίκων, δια βοής ή ανατάσεως των χειρών και εκπροσωπούσε το χωριό στην κοινότητα (Πραβλένια, pravlenie = κοινότητα). Η θητεία του ήταν διετής. Ο πάρεδρος ήταν επιφορτισμένος με την επίλυση των προβλημάτων που ενέκυπταν στο χωριό. Μεριμνούσε για τα κοινωφελή έργα, για το συμβιβασμό αντιδίκων, για την ανάθεση αγγαρειών (πεκιάρια) προς το συμφέρον των στρατιωτικών τμημάτων που τύχαινε να περνούν ή να σταθμεύουν στην περιοχή του, για την κατανομή και είσπραξη των φόρων, κ.ά.

Τη διοίκηση του επαρχείου πλαισίωναν: ο γραμματέας (πίσαρος), ο κλητήρας (κιζίρτς), ο αγροφύλακας (γουρουχτσής), ο αστυνόμος (νατσάλινικος) με τους χωροφύλακες (στράζνικους), οι ιερείς και οι δάσκαλοι.[27] Τους ιερείς και τους δασκάλους των ελληνικών τους πλήρωνε το χωριό. Αν και δεν ανήκει στη διοικητική ιεραρχεία, είναι χρήσιμο να αναφέρουμε και την ύπαρξη στρατιωτικού νοσοκόμου (φέρσελας), στον οποίο κατέφευγαν οι κάτοικοι των χωριών, αφού είχαν εξαντλήσει όλες τις πιθανότητες ίασης με την πρακτική ιατρική. Για την υποδιοίκηση Κιόλιας υπήρχε ένας φέρσελας στο χωριό Μερτινίκ (σήμερα Göle).

Η ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΟΠΟΝΤΙΩΝ στο κυβερνειο

Πριν από το 1878 στα εδάφη της περιφέρειας Καρς υπήρχαν ελάχιστοι Έλληνες: στη συνοικία Βαζίν 15 σπίτια, στο χωριό Ναρμάν 50 σπίτια Ελλήνων κρυπτοχριστιανών, στο Χοβέκ 40 σπίτια ιβηροφώνων Ελλήνων και σε άλλο άσημο χωριό 20 σπίτια.[28]

Από το καλοκαίρι του 1877 μέχρι και το 1884, σημειώνεται αθρόα μετοικεσία-φυγή Ελλήνων Ποντίων από τις νότιες περιοχές του Πόντου προς το νεοσυσταθέν Κυβερνείο του Καρς. Υπολογίζεται πως έφυγαν από τα ενδότερα του Πόντου περίπου 100.000 Έλληνες. Έτσι ο ελληνικός πληθυσμός των περιοχών Θεοδοσιουπόλεως (Ερζερούμ), Χαλδίας, Κολωνείας, Σεβάστειας, Νεοκαισάρειας και Αμάσειας μειώθηκε αισθητά.

Οι Έλληνες Πόντιοι που εγκαταστάθηκαν στο Κυβερνείο του Καρς την περίοδο 1877-1884, προέρχονταν κυρίως από τον Πόντο, από την περιοχή της Τσάλκας (σημερινή Γεωργία) και άλλες περιοχές του Αντικαυκάσου. Πολλοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν προσωρινά στα εγκαταλειφθέντα από τους μουσουλμάνους χωριά και στη συνέχεια αφού συνέστησαν επιτροπές, αναζήτησαν ιδανικότερες τοποθεσίες όπου και τελικά έχτισαν από την αρχή τα χωριά τους. Για τον αριθμό των οικισμών στους οποίους εγκαταστάθηκαν οι Ελληνοπόντιοι, υπάρχουν αρκετές πηγές που, όμως, δε συμφωνούν μεταξύ τους.

Μητρική γλώσσα των Ποντίων που μετοίκησαν στο Καρς ήταν η ποντιακή και η τουρκική. Μόνο οι κάτοικοι του χωριού Μετζιγκέρτ, της Υποδιοίκησης Χοροσάν μιλούσαν μια ιδιαίτερη διάλεκτο, τη Μίστιλη,[29] που ήταν ακατάληπτη από τους υπόλοιπους Πόντιους. Όσοι εγκαταστάθηκαν στο χωριό αυτό προέρχονταν από την περιοχή της Καισάρειας.

Οι κάτοικοι του Κιαλιαχπούρ προτίμησαν τις ορεινές περιοχές της Διοίκησης Αρταχάν και εγκαταστάθηκαν στα χωριά: Σαράφ, Σαλούτ, Μεζαράτ και Μερτινίκ (σημ. Göle) της Υποδιοίκησης Κιόλιας και Κιουλιαπέρτ της Υποδιοίκησης Αρταχάν.[30] Μια μικρή ομάδα εγκαταστάθηκε στο χωριό Γέιτσα (Διοίκηση Καρς, Υποδιοίκηση Σογανλούκ).

Λόγω έλλειψης κρατικών αρχών, τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης των Ελληνοποντίων στο Κυβερνείο, ομάδες άτακτων Κούρδων ληστών λήστευαν τους νεοφερμένους, δημιουργώντας, όχι σπάνια, και αιματηρά γεγονότα. Μπροστά στην κατάσταση αυτή οι Ελληνοπόντιοι οπλίστηκαν, όσο ήταν εφικτό, προκειμένου να διαφυλάξουν τη ζωή και τις περιουσίες τους. Η ρωσική διοίκηση θέλοντας να αποκαταστήσει την τάξη και την ασφάλεια στην περιοχή, αφού υπήρχε ανεπάρκεια σε αστυνομικούς αποφοίτους σχολών, κάλεσε όσους επιθυμούσαν σε εθελοντική κατάταξη στο σώμα της αστυνομίας, ορίζοντας μισθούς ικανοποιητικούς. Οι καταταχθέντες ανήκαν στις χαμηλές κοινωνικές τάξεις και σε περιθωριακές ομάδες, άνθρωποι που δεν είχαν τα απαραίτητα προσόντα για να ασκήσουν με επιτυχία το αστυνομικό έργο τους. Ωστόσο προσέφεραν μια ελάχιστη ασφάλεια και η ζωή έγινε υποφερτή. Όταν αποφοίτησαν οι πρώτοι αστυνομικοί από τις σχολές, αυτοί που είχαν προσληφθεί προηγουμένως απολύθηκαν αφού αποζημιώθηκαν και τις θέσεις του κατέλαβαν οι εκπαιδευμένοι αστυνομικοί. Από το σημείο εκείνο αποκαταστάθηκε η ασφάλεια και ο ελληνικός πληθυσμός του Κυβερνείου μπορούσε πλέον χωρίς εμπόδια να φροντίσει για την πρόοδο και την ευημερία του.

Η ρωσική διοίκηση του Καυκάσου διόρισε μια Κρατική Επιτροπή αποτελούμενη από τον συνταγματάρχη και τοπογράφο-μηχανικό Περέντσοβ, τον αντισυνταγματάρχη και μηχανικό-αρχιτέκτονα Πελεγκάρ, το στρατηγό Χασίμ Πέκοφ (ρωσοϋπήκοος, Πέρσης στην καταγωγή) και τρεις ακόλουθους για να καθορίσουν τα πρωταρχικά μέτρα αποκατάστασης των Ποντίων, επισκεπτόμενοι τα χωριά τους. Ως τότε μεταξύ των χωριών δεν υπήρχαν όρια των εκτάσεων δικαιοδοσίας ούτε καμία πρόνοια. Επίσης οι νεοπρόσφυγες δεν είχαν σχέσεις και επαφές με τις ρωσικές αρχές.

Οι τεχνικοί της Επιτροπής έπαιρναν από κάθε χωριό μια ονομαστική κατάσταση του αριθμού των ελληνικών οικογενειών, όπως και των μελών της καθεμιάς, καθόριζαν, χάρασσαν και παρέδιναν σε κάθε οικογένεια ή μεμονωμένο άτομο τους κλήρους τους σε καλλιεργήσιμη γη, διαχώριζαν τα σύνορα του ενός χωριού με το άλλο και κατέγραφαν τις ανάγκες των οικογενειών χωριστά σε καλλιεργητικά μέτρα. Σε μια προσπάθεια να βοηθήσουν άμεσα τις γεωργικές καλλιέργειες, μοίρασαν σπόρο δημητριακών σε όλους του νεοφερμένους, καθώς και μικρά χρηματικά ποσά για ενίσχυσή τους. Δόθηκε άδεια για την υλοτόμηση πενήντα κορμών ως οικοδομήσιμη ξυλεία και απαλλάχθηκαν από τη φορολογία επί ένα έτος.

Όλοι οι νεοφερμένοι στο Κυβερνείο ήταν υποχρεωμένοι να δηλώσουν ποια υπηκοότητα επιθυμούν να αποκτήσουν, ρωσική ή τουρκική. Την ευθύνη για τη συλλογή των στοιχείων αυτών είχε ο στρατηγός Πέκοφ,[31] ο οποίος συνέλεγε τις δηλώσεις με τη βοήθεια μιας επιτροπής αποτελούμενης από κατοίκους κάθε χωριού.

Εάν οι Ελληνοπόντιοι προτιμούσαν την τουρκική υπηκοότητα δε θα στρατολογούνταν από το ρωσικό κράτος αλλά θα εξαγόραζαν με χρήμα την υποχρέωση της στρατιωτικής τους θητείας. Επίσης θα έπαιρναν γεωργικούς κλήρους και κατοικίες. Τέλος η ρωσική διοίκηση δε θα παρενέβαινε στην εκπαίδευση, στο κοινοτικό και εκκλησιαστικό καθεστώς των χωριών τους.

Οι Πόντιοι προτίμησαν τη ρωσική υπηκοότητα, με όποια δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτή συνεπαγόταν.[32] Έχοντας την από αιώνων πικρή εμπειρία της διοίκησης του τουρκικού κράτους, επέλεξαν τη ρωσική υπηκοότητα, ελπίζοντας σε μια καλύτερη ζωή, με τη βοήθεια και των ομόδοξων Ρώσων.

Προκειμένου οι ρωσικές αρχές να δημιουργήσουν τις απαραίτητες βάσεις για τη μετέπειτα ρωσοποίηση των Ποντίων και αφού είχε δοθεί η ρωσική υπηκοότητα, όλα τα επώνυμά τους πήραν τις χαρακτηριστικές καταλήξεις –εφ και –οφ.

Κατόπιν ανακοινώθηκε από την Κρατική Επιτροπή μια δέσμη μέτρων για την οργάνωση και διοίκηση του Κυβερνείου, που αφορούσε άμεσα τους Έλληνες: [33]

1. η ρωσική κυβέρνηση δεσμεύτηκε να ιδρύσει ρωσικά σχολεία και εκκλησίες,

2. οι Έλληνες θα είναι ισότιμοι με το ρωσικό λαό,

3. μετά την ολοκλήρωση της δωρεάν δημοτικής εκπαίδευσης, όσοι είχαν την οικονομική δυνατότητα μπορούσαν να μπουν σε όποια σχολή επιθυμούσαν για να σπουδάσουν,

4. οι απόφοιτοι των σχολών του ρωσικού κράτους θα μπορούσαν να διοριστούν σε θέσεις της στρατιωτικοτοπικής διοίκησης, αρκεί να παρουσίαζαν τα απαραίτητα προσόντα και ικανότητες: στρατιωτικοί με δυνατότητα να φτάσουν στα ύπατα αξιώματα της στρατιωτικής ιεραρχίας, χωροφύλακες, δασάρχες και δασοφύλακες, ταχυδρόμοι, σιδηροδρομικοί υπάλληλοι, στις υγειονομικές υπηρεσίες, κλπ.

Μετά την ολοκλήρωση των διοικητικών μεταρρυθμίσεων στα νεοαποκτηθέντα εδάφη, η ρωσική διοίκηση προχώρησε σε δημόσια έργα: άνοιγμα δημοσίων οδών, αποκατάσταση των παλαιών, ανέγερση στρατώνων, κλπ.

ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΡΤΑΧΑΝ[34]

Η Διοίκηση Αρταχάν περιελάμβανε τις εξής Υποδιοικήσεις: Αρταχάν, Κιόλιας, Ποσχώφ και Τσαλντίρ, με συνολική έκταση 4.685 τ.χ. Το έδαφός της αποτελείται από ψηλά βουνά, λόφους και πεδινές εκτάσεις σε υψόμετρο άνω των 1800 μέτρων.

Η πόλη του Αρταχάν βρίσκεται σε υψόμετρο 1800 μ. και κατοικούσαν σ’ αυτήν 150 Έλληνες.[35] Απέχει 101 χιλιόμετρα από το Καρς και 51 από το Μερτινίκ. Στην πόλη ήταν και η έδρα του επικεφαλής της στρατιωτικοτοπικής διοίκησης (αξιωματικός του στρατού ή της αστυνομίας).

Στην Υποδιοίκηση του Αρταχάν υπήρχαν τα εξής ελληνικά χωριά: Μπαγτάτ, Πεπερέκ, Τοροσκώφ, Χάσκιοϊ, Σιντισκόμ, Φαχρέλ, Γανάχ, Κιουλιαμπέρτ.

Μέσα από το οροπέδιο του Αρταχάν (Ardahan Platosu) περνά ο Κύρος ποταμός, προερχόμενος από το οροπέδιο της Κιόλιας. Έξω από την πόλη πάνω σε λόφο υπάρχει μεσαιωνικό κάστρο.

Στα εδάφη της Διοίκησης Αρταχάν πριν το 1878 δεν κατοικούσε κανένας Έλληνας. Μετά το 1884, οπότε και ολοκληρώθηκε η εγκατάσταση των Ελληνοποντίων, στη Διοίκηση Αρταχάν εγκαταστάθηκαν αρκετές χιλιάδες Ελληνοποντίων και στις δυο Υποδιοικήσεις: Αρταχάν και Κιόλιας.

Έτος

Πληθυσμός

Χωριά

Πηγή

1901

8.959

21

Μαυρογένης, 1963: 41-42

1907

10.583

21

Ό.π.: 192-193

1913

11.625

21

Ό.π.: 198

1918

17.650[36]

21

Ό.π.: 198

17.450

22[37]

Γρηγοριάδης, 1973: 112

Ο ελληνικός πληθυσμός της Διοίκησης Αρταχάν

ΥΠΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΙΟΛΙΑΣ

Η Κιόλια[38] είναι ένα εκτεταμένο οροπέδιο σε υψόμετρο, κατά μέσο όρο, 2.000 μ. στο βορειοδυτικό μέρος του Κυβερνείου, με συνολική έκταση 1.472 τ.χ. Περιβάλλεται από χαμηλούς λόφους, έχει περίπου κυκλικό σχήμα και μοιάζει με μια μεγάλη λεκάνη.[39] Το οροπέδιο σχηματίζεται από τα υψώματα της οροσειράς Σογανλούκ, τα οποία μετά το όρος Αλλάχ Εκπέρ που βρίσκεται νοτιοδυτικά της Κιόλιας, λαμβάνουν βορειοανατολική κατεύθυνση. Το ομαλό άνοιγμα των υψωμάτων αυτών είναι η Κιόλια από την οποία πηγάζει ο Κύρος ποταμός (Kuraçay).

Γύρω από το οροπέδιο υπάρχουν τα εξής όρη: βορειοδυτικά το Γιαλανγούζ Τσαμ[40] (Yalnızçam) με υψόμετρο 2.640 μ. και ύψος αυχένα διάβασης 2545 μ., βορειοανατολικά το Αλαγκιόζ Νταγ (Alagöz Dağ) με υψόμετρο 2485 μ., ανατολικά το Κισίρ Νταγ (Kısır Dağ) 3192 μ., νοτιοανατολικά το Πουγά Τεπέ, νότια το Καμπάκ Νταγ (Kabak Dağ) 3054 μ., νοτιοδυτικά το Αλλάχ Εκπέρ (Allahüekber Dağı) 3111 μ. και δυτικά τα όρη Τσατ Νταγί (Çatdağı) 2558 μ., Χορσάν Νταγ (Horsan Dağ) 2842 μ. και δυτικότερα ακόμη το όρος Αρτανούτς (Ardan). Το οροπέδιο διαρρέει ο Κύρος ποταμός, οι πηγές του οποίου είναι κοντά στο, άλλοτε, ελληνικό χωριό Βαργενές. Η μοναδική λίμνη της περιοχής είναι η Αϊγρ Κιόλ, κείμενη στα υψώματα του Πουγά Τεπέ. Η Κιόλια ως τόπος κατεξοχήν ορεινός με μεγάλο υψόμετρο, ήταν τόπος εξορίας των ανεπιθύμητων Ρώσων.

Στο δυτικό μέρος του οροπεδίου (δυτικά του δρόμου Καρς-Αρταχάν και βορειοδυτικά του χωριού Μεζαράτ) υπάρχει το όρος Σιρίν Νταού[41], από το οποίο οι κάτοικοι της Κιόλιας υλοτομούσαν θεόρατα έλατα.

Το οροπέδιο διέσχιζαν παραπόταμοι του Κύρου ποταμού. Την άνοιξη λόγω της τήξεως του χιονιού μεταβαλλόταν σε συμπαγές έλος και το καλοκαίρι σε απέραντο χορτολίβαδο. Η βλάστηση αποτελούνταν από ψηλά χόρτα, αγριολούλουδα και ελάχιστα δέντρα. Το χόρτο έφτανε στο ύψος ενός μέτριου ανθρώπινου αναστήματος, κυρίως λόγω των πολλών ποταμών. Αν και το έδαφος ήταν πολύ εύφορο, εντούτοις ο βαρύς και μακρύς χειμώνας καθιστούσε απαγορευτική οποιαδήποτε καλλιέργεια. Λιγοστά στρέμματα μονάχα καλλιεργούνταν με κριθάρι, σίκαλη και σπανιότερα σιτάρι.

Τα χωριά της Κιόλιας αποτελούσαν Περιφερειακή Υποδιοίκηση και υπάγονταν στη Διοίκηση Αρταχάν. Η έδρα της Περιφερειακής Υποδιοίκησης ήταν στο ελληνικό χωριό Ταχτά-Γραν, όπου υπήρχε και το 4ο Τμήμα της έφιππης αστυνομίας, διοικητής της οποίας ήταν ο αξιωματικός Γρηγόριος Παπαδόπουλος. Τα χωριά της Κιόλιας ανήκαν και στα επαρχιακά γραφεία των χωριών Βαργενές (ελληνικό) και Οκάμ (κουρδικό). [42]

Στα χωριά της Υποδιοίκησης Κιόλιας κατοικούσαν Έλληνες, Κούρδοι,[43] Αρμένιοι και Τούρκοι. Στην Υποδιοίκηση υπαγόταν 13 αμιγώς ελληνικά χωριά στα οποία εγκαταστάθηκαν (1877-1884) Ελληνοπόντιοι. Τα ονόματα των χωριών ήταν: Σαράφ, Σαλούτ, Κιασιάρ, Μερτινίκ, Μεζαράτ, Ταχτά-Γραν,[44] Βαργενές, Ουτσ-Κιλισέ (τρεις εκκλησιές), Ντεμίρ-Καπού[45] (σιδερένια πόρτα), Ντορτ Κιλισέ (τέσσερις εκκλησιές), Κόγκ, Ζεμζελέκ και Τουρκεσέν.[46] Στην Υποδιοίκηση Κιόλιας κατοικούσαν κυρίως Έλληνες, Κούρδοι, Τούρκοι, Αρμένιοι. Η Κιόλια συνδεόταν με την περιοχή του Αρταχάν μέσω της διάβασης Σουρμέ σε υψόμετρο 2.064 μ., ανάμεσα από ψηλούς λόφους. Στο μέσον της διάβασης αυτής υπήρχε το αμιγές αρμενικό χωριό Ουρούτ.

Έτος

Πληθυσμός

Χωριά

Πηγή

1901

4.873

13

Μαυρογένης 1963: 42

1907

10.583

13

Ό.π.: 192-193

1913

11.625

13

Ό.π.: 198

1918

17.650[47]

13

Ό.π.: 198

17.450

13

Γρηγοριάδης, 1973: 112

1919

6.950[48]

13

Αιλιανός, 1921: 90

Ο ελληνικός πληθυσμός της Υποδιοίκησης Κιόλιας

Τα χωριά Ντορτ Κιλισέ, Τουρκεσέν, Ζεμζελέκ και Κογκ, στη βορειοδυτική γωνιά της Κιόλιας, βρισκόταν δυτικά του επαρχιακού δρόμου Αρταχάν - Μερτινίκ, ανάμεσα σε λόφους με δάση. Τα υπόλοιπα χωριά της Κιόλιας ήταν διασκορπισμένα μέσα στο οροπέδιο, στις πλαγιές χαμηλών λόφων.

Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία και σε μικρότερο βαθμό με άλλα επαγγέλματα: ξυλουργοί, σιδηρουργοί, οικοδόμοι, κλπ. Πολλοί Έλληνες της περιοχής έγιναν ιερείς και δάσκαλοι. Άλλοι υπηρέτησαν στο ρωσικό στρατό ως αξιωματικοί (και κατείχαν θέσεις στη στρατιωτικοτοπική διοίκηση του Κυβερνείου), στη ρωσική αστυνομία και στην τοπική διοίκηση (πρόεδροι και γραμματείς). Αρκετοί διακρίθηκαν στις επιστήμες, τις τέχνες και τα γράμματα.

Όλοι οι Έλληνες της Κιόλιας ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι. Μιλούσαν την ποντιακή διάλεκτο ως μητρική γλώσσα και ρωσικά. Η ρωσική γλώσσα επιβλήθηκε, γιατί βασική παράμετρος της γενικότερης πολιτικής της τσαρικής Ρωσίας ήταν ο βαθμιαίος εκρωσισμός των κατοίκων. Έτσι η εκμάθηση της ρωσικής προέκυπτε κυρίως μέσω δύο τρόπων: από τους Ρώσους ή ρωσόφωνους δασκάλους – που σε πολλές περιπτώσεις επιβάλλονταν από τη διοίκηση για να διδάξουν σε ελληνικά σχολεία – και από τις καθημερινές επαφές με τους Ρώσους κατοίκους των άλλων χωριών και τους Ρώσους εκπροσώπους της διοίκησης. Σε μικρότερο βαθμό μιλιόταν η τουρκική γλώσσα, όπου το επέβαλαν λόγοι γειτονίας ή συναλλαγών με τους Τούρκους. Χρησιμοποιούσαν επίσης και μια συνθηματική γλώσσα, τα χούστουλίκα (κούστιλία ή γούστιλία σε άλλες περιοχές), κυρίως οι γυναίκες, μεταξύ τους.

Σε πρόσφατο τουρκικό τουριστικό οδηγό στην περιοχή Κιόλιας σημειώνονται ως τουριστικά αξιοθέατα δυο μοναστήρια: Bana Manastiri και Kossori Manastiri και μια εκκλησία με την ονομασία Kiaglis. Τα ερείπια των μοναστηριών αυτών βρίσκονται κοντά στα, τότε ελληνικά, χωριά Ντόρτ Κιλισέ, Τουρκεσέν και Κιασιάρ.

ΣΙΑΡΑΦ

γεωγραφια - δημογραφια

Η περιοχή του χωριού, πριν την έλευση των Ποντίων, ανήκε σε κάποιον μουσουλμάνο επ’ ονόματι Σαράφογλου. Έτσι, οι πρόσφυγες που κατοίκησαν στα όρια της περιοχής αυτής έδωσαν το όνομα Σαράφ.[49]

Το χωριό Σαράφ βρισκόταν στα νοτιοδυτικά του οροπεδίου της Κιόλιας, σε υψόμετρο 2.280 μ.[50] Τα κοντινότερα ελληνικά χωριά ήταν: βόρεια το Σαλούτ, νότια το Μερτινίκ και δυτικά το Μεζαράτ. Κοντινά χωριά αλλοεθνών ήταν: το κουρδικό Ζιβίν στα ανατολικά, το Όχτσι πριν το Μερτινίκ όπως ερχόμαστε από Καρς, το αρμένικο Ρούτ μετά το Κιασιάρ και το τουρκικό Σενέτ προς το Μεζαράτ. Στο χωριό Όχτσι υπήρχαν αλατωρυχεία, απ’ όπου έπαιρναν το ορυκτό αλάτι σε μεγάλες πλάκες, χρήσιμο αγαθό για τη διατροφή των βοοειδών. Σε μεγαλύτερη απόσταση, προς τη νοτιοανατολική πλευρά της Κιόλιας, ήταν τα τουρκικά χωριά: Απούρ, Τσαρταγλί ή Τσαρδαχλή, Κουρτουλί και το κουρδικό Λελέ-Βαργενές.

Ανατολικά απλώνονταν τα λιβάδια. Ήταν κτισμένο αμφιθεατρικά σε ένα κατωφερές κοίλωμα που σχημάτιζαν δυο χαμηλοί λόφοι, με ανατολικό προσανατολισμό. Οι κάτοικοι χαρακτήριζαν το χωριό ως ηλιακόν, αφού όλα τα σπίτια έβλεπαν προς την ανατολή. Συνολικά πριν τη φυγή είχε 60 περίπου σπίτια.

Μπροστά από το χωριό περνούσε η δημόσια οδός διαρκούς κυκλοφορίας Καρς-Αρταχάν, που ήταν στρωμένη με χαλίκια. Στην ποντιακή διάλεκτο ο δρόμος αυτός λεγόταν βασιλιακόν.[51] Παράλληλα με το δρόμο υπήρχε ένα βαθύ χαντάκι, το οποίο τροφοδοτούνταν με νερό από το ρέμα του χωριού. Το ρέμα (ορμίν) αυτό γέμιζε από τα νερά των βροχών και το λιώσιμο του χιονιού. Περνούσε ανάμεσα από τα σπίτια σχηματίζοντας μια αρκετά βαθιά κοίτη, χωρίζοντας το χωριό σε δυο περίπου ίσα μέρη. Μερικές εκατοντάδες μέτρα ανατολικά από το χωριό έρεε ο ποταμός Αράπαλη, παραπόταμος του Κύρου ποταμού.

Η εγκατάσταση των Ελλήνων Ποντίων στο χωριό έγινε μεταξύ καλοκαιριού του 1878 και αρχές του 1882.

Έτος

Οικ.

Άντρες

Γυναίκες

Σύνολο

Πηγή

1901

49

221

196

417

Μαυρογένης, 1963: 42

1907

58

247

211

458

Ό.π.: 193

436

Στατιστ. Μαρκησίου εξ Αρταχάν (Κάλφογλου, 1908: 117)

449

Κάλφογλου, 1908: 114

1913

75

286

255

541

Μαυρογένης, 1963: 198

Παραμονές του Α΄ Παγκ. Πολέμ.

45 σπίτια

511

Χασιώτης, 1997: 548

1918

κατ’ εκτίμηση

750

Μαυρογένης, 1963: 198

750

Γρηγοριάδης, 1973: 112

700

Γρηγοριάδης, 1957: 27

1919

στοιχεία της Ε.Α. Περιθάλψεως

602

Τηλικίδης, 1921

Πληθυσμιακά του Σαράφ

Η μικρή, σχετικά, πληθυσμιακή αύξηση, οφείλεται στις δύσκολες συνθήκες ζωής τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης και στην έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Η παιδική θνησιμότητα ήταν μεγάλη, αν και θα πρέπει να υπήρξε συγκράτηση στις γεννήσεις λόγω των δυσκολιών.[52]

ΚΛΙΜΑ

Το κλίμα της περιοχής ήταν ψυχρό ηπειρωτικό, με ξηρή κι ευχάριστη ατμόσφαιρα ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες. Η θερμοκρασία το καλοκαίρι έφτανε τους 28ο C και το χειμώνα τους –30ο C. Τα πρώτα χιόνια έπεφταν από το Σεπτέμβριο, ενώ από το Νοέμβριο όλη η περιοχή σκεπαζόταν από χιόνια ύψους 1 – 1,5 μ. Τέλη Απριλίου με αρχές Μαΐου, που έλιωναν τα χιόνια, τα λιβάδια μετατρέπονταν σε έλος. Οι βροχοπτώσεις ήταν συνηθέστερες από τον Απρίλιο μέχρι και τις αρχές Ιουλίου, διάστημα κατά το οποίο επικρατούσε κακοκαιρία. Το φθινόπωρο στην Κιόλια ήταν σύντομο: από αρχές Σεπτεμβρίου ως τέλη Οκτωβρίου. Ως ημέρα έναρξης της χειμερινής περιόδου οι κάτοικοι της Κιόλιας θεωρούσαν την γιορτή του Αγίου Δημητρίου στις 26 Οκτωβρίου και ημέρα λήξης την γιορτή του Αγίου Γεωργίου. Κατά τη διάρκεια του σύντομου φθινοπώρου και της άνοιξης πυκνή ομίχλη (δείσα, πούσ’) σκέπαζε την περιοχή.

ΟΙΚΙΣΤΙΚΑ

Κατά τις προφορικές μαρτυρίες το χωριό κτίστηκε εκ θεμελίων από τους εκ Πόντου προερχόμενους κατοίκους του. Μαρτυρία για προγενέστερη ύπαρξη κτισμάτων στην τοποθεσία που χτίστηκε το χωριό, δεν προέκυψε από την έρευνα που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια αυτής της εργασίας.[53]

Η τοποθεσία επιλέχτηκε γιατί παρουσίαζε τα εξής πλεονεκτήματα:

1. υπήρχαν λιβάδια με άφθονο χόρτο, απ’ όπου θα εξασφαλίζονταν οι αναγκαίες ποσότητες τροφής για τα ζωντανά, προϋπόθεση απαραίτητη αφού όλοι σχεδόν οι νεοφερμένοι ήταν κτηνοτρόφοι,

2. θα μπορούσαν εδώ να αναπτύξουν γεωργικές καλλιέργειες, στο βαθμό βέβαια που το επέτρεπαν οι κλιματολογικές συνθήκες, αφού υπήρχαν διαθέσιμα πολλές χιλιάδες στρέμματα,

3. περιβαλλόταν από λόφους οι οποίοι μείωναν την ένταση των ανέμων και κυρίως των βοριάδων,

4. ήταν στραμμένη προς την ανατολή και έτσι εξασφαλιζόταν ο καλός φωτισμός των σπιτιών και η εκμετάλλευση της ηλιακής θερμότητας,

5. ήταν κατωφερής, με κλίση 10 –15% και έτσι αποστραγγίζονταν καλύτερα τα νερά της βροχής και τα νερά από το λιώσιμο του χιονιού. Άλλωστε η κλίση του εδάφους ήταν απαραίτητη αφού η οικοδομική τεχνική που γνώριζαν οι κτίστες προϋπέθετε κατωφέρεια εδάφους με υψομετρική διαφορά,

6. βρισκόταν δίπλα στον επαρχιακό δρόμο Καρς-Αρταχάν,

7. μπροστά απλωνόταν το οροπέδιο της Κιόλιας με άφθονα νερά για το πότισμα των ζώων,

1. απείχε τρία χιλιόμετρα από το Σαλούτ, δυόμισι από το Μερτινίκ και πέντε από το Μεζαράτ. Στα χωριά αυτά κατοικούσαν συγγενικές οικογένειες και έτσι θα μπορούσαν να έχουν συχνότερες επαφές.

Υπάρχει ένας προβληματισμός σχετικά με την επιλογή των κατοίκων του Σαράφ να χτίσουν νέο οικισμό. Θα μπορούσαν ερχόμενοι, να κατοικήσουν στα κοντινά χωριά που είχαν εντωμεταξύ εγκαταλειφθεί από τους Τούρκους, όπου θα είχαν όλα τα προαναφερόμενα πλεονεκτήματα, αποφεύγοντας την κοπιώδη εργασία για την ανέγερση νέων σπιτιών. Επιπρόσθετα θα συνοικούσαν με τους συγγενείς και συγχωριανούς τους (από το Κιαλιαχπούρ), προϋπόθεση αναγκαία, αφού πολλές πτυχές της κοινωνικής ζωής είχαν άμεση εξάρτηση από τις οικογενειακές δομές.

Μόνο υποθετική μπορεί να είναι η απάντηση. Η εγκατάσταση κατά τα έτη 1878-1882 έγινε σταδιακά. Είναι πολύ πιθανό, όσοι έφτασαν τελευταίοι στην Κιόλια να μη βρήκαν άδεια σπίτια στα οποία θα μπορούσαν να εγκατασταθούν. Πιεζόμενοι από την ανάγκη για εξεύρεση άμεσης λύσης, αναγκάστηκαν να χτίσουν έναν νέο οικισμό και έτσι να προέκυψε το χωριό Σαράφ, η τοποθεσία του οποίου πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν.

Όλα τα γύρω χωριά, εκτός του Σαλούτ, προϋπήρχαν. Πριν το 1878 κατοικούνταν από μουσουλμανικούς πληθυσμούς, οι οποίοι τα εγκατέλειψαν, αφού το Κυβερνείο περιήλθε στους Ρώσους. Οι νεοερχόμενοι Πόντιοι είτε εγκαταστάθηκαν στα εγκαταλειμμένα σπίτια, φροντίζοντας ταυτόχρονα να τα προσαρμόσουν στις δικές τους ανάγκες και συνήθειες, κάνοντας και τις ανάλογες τροποποιήσεις είτε σε πρόχειρες καλύβες μέχρις ότου χτίσουν καινούρια σπίτια. Στην οικοδόμηση των νέων σπιτιών προχώρησαν αφού πήραν άδεια από τη διοίκηση να υλοτομήσουν δέντρα από τα γύρω βουνά.

Στη μέση του Σαράφ περνούσε ένα ρέμα που κατέβαζε τα νερά της βροχής. Τα σπίτια ήταν μοιρασμένα στις δυο πλευρές του ρέματος και χτισμένα αμφιθεατρικά.

Τα κτίσματα του χωριού σχημάτιζαν ένα πολύγωνο (πεντάγωνο), η βάση του οποίου ήταν παράλληλη με την επαρχιακή οδό που περνούσε μπροστά από το χωριό. Στο χαμηλότερο σημείο, κοντά στο δρόμο και σε απόσταση περίπου δέκα μέτρων, ήταν χτισμένα τα πρώτα σπίτια. Ανεβαίνοντας προς τα επάνω τα κτίσματα λιγόστευαν έτσι ώστε να μειώνεται και το πλάτος του οικισμού. Στο επάνω μέρος του χωριού ήταν η εκκλησία και το σχολείο που αποτελούσαν και την κορυφή του πενταγώνου.

Η αφθονία χώρου βοηθούσε ώστε τα σπίτια να χτιστούν σε αρκετή απόσταση το ένα από το άλλο. Την επιλογή αυτή υπαγόρευε το γεγονός ότι κάθε σπίτι είχε πολλά βοοειδή και πρόβατα και συνεπώς έπρεπε να υπάρχουν ελεύθεροι χώροι στους οποίους θα κινούνται. Ακόμη έπρεπε να υπάρχει μεγάλη αυλή για να μπορεί κάθε οικογένεια να κάνει διάφορες γεωργικές εργασίες. Λόγω έλλειψης αποθηκευτικών χώρων, τα κομμένα χόρτα και η πλινθοποιημένη κοπριά (κουσκούρια) στοιβάζονταν σε θημωνιές με πυραμοειδές σχήμα στις αυλές των σπιτιών. Επίσης τα λιγοστά γεωργικά εργαλεία τοποθετούνταν σε συγκεκριμένους σκεπαστούς χώρους στις αυλές.

Το χωριό χωριζόταν σε γειτονιές συγγενών, έτσι ώστε τα άτομα που ανήκαν σε ένα σόι να κατοικούν σε γειτονικά σπίτια. Οι γειτονιές αυτές έπαιρναν το όνομά τους από το επώνυμο των κατοίκων τους: Κασκαμανάντων, Γνωσάντων, Κατικιριάντων, Κοϊταράντων, Κοπαλάντων, Λιαρετάντων, Πανάντων, Παρκοσάντων ή Τεμιρτζάντων Πατουλάντων, Σαπρανάντων, Σαχπαζάντων, Τοσπλατάντων, Τσαπνάντων. Η αναφορά σε συγκεκριμένα σπίτια που κατοικούσαν μικρές ολιγομελής οικογένειες γινόταν με το παρωνύμιο του αρχηγού: Τελή-Κιασή, Τινινή, κλπ.

ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ

Η κατάληψη των εδαφών του Κυβερνείου από τους Ρώσους, δεν επέφερε καμία ουσιαστική μεταβολή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί με την τουρκική αγροτική νομοθεσία.

Μετά την συμφωνία της Κωνσταντινουπόλεως του 1879, η ρωσική διοίκηση προέβη στην καταγραφή του εναπομείναντος πληθυσμού, καθώς και όσων είχαν πρόσφατα μετοικήσει στα εδάφη του νεοσύστατου Κυβερνείου. Έγινε έλεγχος των τίτλων ιδιοκτησίας που κατείχαν οι μουσουλμάνοι που εγκατέλειψαν το Κυβερνείο, με σκοπό να αποζημιωθούν.

Μετά το 1885 και αφού ολοκληρώθηκε η εγκατάσταση των νεοεισελθέντων στο Κυβερνείο χριστιανικών πληθυσμών, η ρωσική διοίκηση συνέστησε επιτροπή από τοπογράφους, γεωπόνους, αγρονόμους και διοικητικούς υπαλλήλους, έργο της οποίας ήταν ο καθορισμός των συνόρων των εδαφών κάθε χωριού, ανάλογα με τον πληθυσμό τους. Η παραχώρηση των εκτάσεων σε κάθε χωριό έγινε ανάλογα με τις διαθέσιμες εκτάσεις και τον αριθμό των κατοίκων του χωριού. Στην παραχωρούμενη έκταση υπολογίστηκε κι ένα 30% επιπλέον για τη μελλοντική αύξηση του πληθυσμού.

Η διανομή των εδαφών δημιούργησε προστριβές με τους εναπομείναντες ντόπιους κατοίκους γιατί πολλά από τα χωράφια και τα βοσκοτόπια τους υπάχθηκαν στα όρια των νέων κοινοτήτων.

Η γη ήταν κοινοτική ιδιοκτησία και οι κάτοικοι δεν είχαν δικαιώματα αγοραπωλησίας. Κάθε εφτά χρόνια γινόταν αναδιανομή της γης, λόγω της σημαντικής αυξομείωσης των μελών των οικογενειών. Η αναδιανομή γινόταν από κατοίκους των χωριών με τη βοήθεια κάποιου ο οποίος είχε γνώσεις γεωμετρίας, χωρίς καμία παρέμβαση από μέρους του ρωσικού κράτους. Ο γεωργικός κλήρος που αντιστοιχούσε σε κάθε οικογένεια ήταν μικρός και αυτό ήταν ένας παραπάνω λόγος οι κάτοικοι του Σαράφ να ασχολούνται περισσότερο συστηματικά με την κτηνοτροφία. Άλλωστε η καλλιέργεια γης περιοριζόταν από τις κλιματολογικές συνθήκες. Για τη χρήση της γης πλήρωναν φόρους (μαχτάδες) κάθε χρόνο.

Ο καταρτισμός των ανωτέρω ειδικών διατάξεων άρχισε το 1883 και τελείωσε το 1887. Δεν εγκρίθηκαν όμως με Βασιλικό Διάταγμα όπως προβλεπόταν, εν αναμονή της επεξεργασίας και της συμπληρώσεώς τους κι έτσι το ζήτημα της αγροτικής ρύθμισης των γαιών παρέμεινε εκκρεμές.[54]

Στις προφορικές μαρτυρίες που συλλέχθηκαν για την εργασία αυτή, προβάλλεται έντονα ο ισχυρισμός ότι η εγκατάσταση των Ποντίων στο Κυβερνείο του Καρς είχε προσωρινό χαρακτήρα, μόνο για σαράντα χρόνια, ισχυρισμός που πολλές φορές επαναλαμβάνεται και από τους απόγονους της πρώτης γενιάς. Η απροθυμία της ρωσικής κυβέρνησης να ρυθμίσει οριστικά το ζήτημα της αγροτικής νομοθεσίας, η ιδιόμορφη στρατιωτικοτοπική διοίκηση που επιβλήθηκε στο Κυβερνείο, η γεωστρατηγική σημασία της περιοχής, η συλλογική μνήμη που έβλεπε σε κάθε νέο ξεριζωμό την επιβεβαίωση των φόβων και των επιφυλάξεων και η δυσπιστία απέναντι στις πολιτικές των ισχυρών δυνάμεων της εποχής, οπωσδήποτε συνέβαλαν στη διαμόρφωση αυτού του ισχυρισμού. Αν και κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται από τις μέχρι σήμερα δημοσιευμένες πηγές, ωστόσο, και στο βαθμό που θέλουμε να εξετάσουμε τη βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού, θα πρέπει να ερευνηθούν οι ειδικές ρωσοτουρκικές συμφωνίες του Πρωτοκόλλου της Κωνσταντινούπολης της 8ης Φεβρουαρίου 1879.

ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ

Οι κάτοικοι του χωριού αποτελούσαν μια συμπαγή ομάδα, η οποία μετακινήθηκε από τον Πόντο (Κιαλιαχπούρ).[55] Αριθμητικά δεδομένα για κάθε οικογένεια χωριστά, δεν στάθηκε δυνατό να προσδιοριστούν.

Οι συγγενικές οικογένειες κατοικούσαν σε γειτονικά σπίτια, δημιουργώντας κατά κάποιο τρόπο συνοικίες-γειτονιές συγγενών. Στο χωριό το 1918 υπήρχαν 75 περίπου οικογένειες.

Μέχρι τον ερχομό τους στην Ελλάδα, τα επώνυμα σχεδόν όλων των κατοίκων είχαν, υποχρεωτικά λόγω της ρωσικής διοίκησης, την κατάληξη –οφ και -εφ. Οι ελληνικές καταλήξεις προστέθηκαν από τις ελληνικές αρχές, κατά την άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα με τα ίδια κριτήρια που ίσχυσαν και για όλους τους άλλους πρόσφυγες Ποντίους.

Ακολουθεί πίνακας των οικογενειών που διέμεναν στο Σαράφ, στον οποίο περιλαμβάνονται τα οικογενειακά επώνυμα, καθώς και το βαφτιστικό όνομα κάθε αρχηγού οικογενείας.[56] Καταγράφονται τα ονόματα όσων λίγο πριν το ξεριζωμό ήταν παντρεμένοι, είχαν δηλαδή δική τους οικογένεια. Ο αριθμός των οικογενειών δεν συμπίπτει με τον αριθμό των σπιτιών του χωριού. Σε μερικά από τα σπίτια κατοικούσαν περισσότερες από μια οικογένειες, για δυο κυρίως λόγους: επειδή έπρεπε στο πατρικό σπίτι να μείνει μαζί με τους γονείς του[57] κάποιο από τα παιδιά και μετά το γάμο του ή γιατί δεν υπήρχε η δυνατότητα να χτιστούν καινούρια σπίτια για τα νιόπαντρα ζευγάρια. Σημειώνονται και άλλα στοιχεία που αφορούν κάθε οικογένεια ή αρχηγό οικογένειας: το προσωνύμιο, το επάγγελμα και ο τόπος της οριστικής εγκατάστασης στην Ελλάδα. Ακόμα δίνονται τα ονόματα όσων ήταν αρχηγοί οικογενειών και απεβίωσαν στο Σαράφ την τελευταία δεκαετία πριν το ξεριζωμό.[58]

1. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ (Κοϊταράντ’)

- Αθανάσιος (Θανάης τη Κοϊτάρ’), δάσκαλος, Τριπόταμος[59] Φλώρινας

- Αλέξης, κτηνοτρόφος, έπαιζε λύρα, Τριπόταμος Φλώρινας

- Βασίλειος, κτηνοτρόφος, Τριπόταμος Φλώρινας.

- Γεώργιος, δάσκαλος, Τριπόταμος Φλώρινας.

- Θεόδωρος, κτηνοτρόφος, Τριπόταμος Φλώρινας.

2. ΑΜΑΝΑΤΙΔΗΣ

- Ιωάννης, έμπορος, σε χωριό της Έδεσσας.[60]

- ----------,[61] σε χωριό της Έδεσσας.

3. ΑΝΔΡΙΑΝΙΔΗΣ (Τσαπνάντ’)

- Βασίλειος, Θεσσαλονίκη

- Νικόλαος, κτηνοτρόφος, Περιστέρι[62] Κιλκίς.

4. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ (Σαχπαζάντ)[63]

- Αθανάσιος, αξιωματικός ρωσικού στρατού, Νεοχωράκι[64] Φλώρινας.

- Γεώργιος, Νεοχωράκι Φλώρινας.

- Θεόδωρος (Μώρον), Νεοχωράκι Φλώρινας.

- Κωνσταντίνος, Νεοχωράκι Φλώρινας.

- Λουκάς, δάσκαλος, Νεοχωράκι Φλώρινας.

- Παύλος, Νεοχωράκι Φλώρινας.

- Ταμάμα, Νεοχωράκι Φλώρινας.

5. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ

- Κωνσταντίνος (Τελή-Κιασή), χωροφύλακας (στράζνικος) της τσαρικής αστυνομίας, εξαφανίστηκε κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση, οι απόγονοί του στον Τριπόταμο Φλώρινας.

6. ΙΟΡΔΑΝΙΔΗΣ (Τοσπλατάντ’)

- Αλέξης, κτηνοτρόφος, Νεοχωράκι Φλώρινας.

- Ισαάκ, κτηνοτρόφος, Κεντρικό[65] Κιλκίς.

- Κωνσταντίνος (Κώτας), δάσκαλος, Κεντρικό Κιλκίς.

- Σάββας, κτηνοτρόφος, Κεντρικό Κιλκίς.

- Σάρης, Κεντρικό Κιλκίς.

- Χρήστος, κτηνοτρόφος, Νεοχωράκι Φλώρινας.

7. ΚΑΣΚΑΜΑΝΙΔΗΣ (Κασκαμανάντ’)

- Αδάμ, κτηνοτρόφος, απεβίωσε στο Σαράφ.

- Αναστάσιος, κτηνοτρόφος, απεβίωσε στο Πυργωτό Κιλκίς,[66] οι απόγονοί του στον Τριπόταμο Φλώρινας.

- Βασίλειος, κτηνοτρόφος, απεβίωσε στο Περιστέρι Κιλκίς, οι απόγονοί του στον Τριπόταμο Φλώρινας.

- Γεώργιος του Γρηγορίου, κτηνοτρόφος, απεβίωσε στο Περιστέρι Κιλκίς, οι απόγονοί του στον Τριπόταμο Φλώρινας.[67]

- Γεώργιος του Κωνσταντίνου (Χατζής), κτηνοτρόφος, απεβίωσε στο Περιστέρι Κιλκίς, οι απόγονοί του στον Τριπόταμο Φλώρινας.

- Θύμιος, κτηνοτρόφος-έμπορος, απεβίωσε στο Σαράφ, οι απόγονοί του στο Περιστέρι Κιλκίς.

- Ιάκωβος, κτηνοτρόφος-έμπορος, απεβίωσε στο Περιστέρι Κιλκίς, όπου και εγκαταστάθηκαν οι απόγονοί του.

- Ιωάννης του Γεωργίου (βλ. παραπάνω Γεώργιος του Γρηγορίου), αστυνομικός της τσαρικής αστυνομίας, Τριπόταμος Φλώρινας.

- Κοσμάς (Πουλούτς), κτηνοτρόφος, Άγιος Βαρθολομαίος[68] Φλώρινας.

8. ΚΑΤΙΚΑΡΙΔΗΣ (Κατικιριάντ’)

- Δημήτριος, κτηνοτρόφος, απεβίωσε στο Σαράφ, οι απόγονοι στον Τριπόταμο Φλώρινας.

- Λάζαρος, κτηνοτρόφος, απεβίωσε στο Σαράφ, οι απόγονοι στον Τριπόταμο Φλώρινας.

- ----------- (Παϊράς[69]), κτηνοτρόφος, Νεοχωράκι Φλώρινας

9. ΚΕΣΙΔΗΣ (Κεσάντ’)

- Αθανάσιος, είχε το μοναδικό κατάστημα στο Σαράφ, απεβίωσε στο Περιστέρι Κιλκίς, οι απόγονοί του στην Κολχική[70] Φλώρινας.

10. ΚΟΪΜΤΣΙΔΗΣ (Τινινάντ’)

- Αναστάσιος, κτηνοτρόφος, απεβίωσε στο Σαράφ, οι απόγονοί του στον Άγιο Βαρθολομαίο Φλώρινας.

11. ΚΟΠΑΛΙΔΗΣ (Κοπαλάντ’)[71]

- Βλαδίμηρος (Βλάτης), κτηνοτρόφος, Περιστέρι Κιλκίς.

- Γεώργιος, κτηνοτρόφος, Περιστέρι Κιλκίς.

- Παύλος, κτηνοτρόφος, Περιστέρι Κιλκίς.

12. ΛΙΑΡΕΤΙΔΗΣ (Λιαρετάντ’)[72]

- Αβραάμ, Κεντρικό Κιλκίς.

- Αλέξανδρος, Κεντρικό Κιλκίς.

- Ισαάκ, Κεντρικό Κιλκίς.

- Παύλος, Κεντρικό Κιλκίς.

- Πέτρος, Κεντρικό Κιλκίς.

- Χρήστος, Κεντρικό Κιλκίς.

13. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ (Γνωσάντ’)[73]

- Ευστάθιος, κτηνοτρόφος, Τριπόταμος Φλώρινας.

- Κωνσταντίνος (Κώτας), κτηνοτρόφος, Νεοχωράκι Φλώρινας.

- Συμεών, κτηνοτρόφος, απεβίωσε στο Σαράφ, οι απόγονοί του στον Τριπόταμο Φλώρινας.

- Χαράλαμπος,[74] κτηνοτρόφος, Νεοχωράκι Φλώρινας.

- ……………….

14. ΠΑΝΙΔΗΣ ( Πανάντ’)

- Αλέξης, κτηνοτρόφος, Άγιος Βαρθολομαίος Φλώρινας.

- Δαμιανός, κτηνοτρόφος, Άγιος Βαρθολομαίος Φλώρινας.

- Κυριάκος, έφιππος αστυνομικός της τσαρικής αστυνομίας, Τριπόταμος Φλώρινας

- Κωνσταντίνος, κτηνοτρόφος, Άγιος Βαρθολομαίος Φλώρινας.

- Μύρων, κτηνοτρόφος, Άγιος Βαρθολομαίος Φλώρινας.

- Σάββας, κτηνοτρόφος, Τριπόταμος Φλώρινας.

- Στέφανος, κτηνοτρόφος, Άγιος Βαρθολομαίος Φλώρινας.

- Χρήστος, κτηνοτρόφος, Άγιος Βαρθολομαίος Φλώρινας.

15. ΠΑΡΚΟΣΙΔΗΣ (Παρκοσάντ’-Τεμιρτζάντ’)

- Αλέξης, δάσκαλος, Κεντρικό Κιλκίς.

- Γεώργιος (Σαλτάτον), δάσκαλος, Περιστέρι Κιλκίς.

- Δαμιανός, Κεντρικό Κιλκίς.

- Θεόδωρος, Κεντρικό Κιλκίς.

- Θεόφιλος, απεβίωσε στη Ρωσία, οι απόγονοί του στο Κεντρικό Κιλκίς.

- Ισαάκ, Κεντρικό Κιλκίς.

- Ιώβ (Γιέβον), δάσκαλος, Ριζάρι Πέλλας.

- Σάββας, Κεντρικό Κιλκίς.

- Στέφανος, ιερέας και δάσκαλος στο Σαράφ, Κεντρικό Κιλκίς.

16. ΠΑΤΟΥΛΙΔΗΣ (Πατουλάντ’)

- Γεώργιος,[75] κτηνοτρόφος, απεβίωσε στο Καραμπουρνάκι Καλαμαριάς, οι απόγονοί του στον Τριπόταμο Φλώρινας.

- Ισαάκ, κτηνοτρόφος, απεβίωσε στο Καραμπουρνάκι Καλαμαριάς, οι απόγονοί του στον Τριπόταμο Φλώρινας.

- Κωνσταντίνος, κτηνοτρόφος, Τριπόταμος Φλώρινας.

17. ΠΑΥΛΙΔΗΣ

- Ανδρέας, κτηνοτρόφος, απεβίωσε στο Σαράφ, οι απόγονοί του στον Τριπόταμο Φλώρινας.[76]

18. ΣΑΠΡΑΝΙΔΗΣ (Σαπρανάντ’)[77]

- Αβραάμ (Βράχον), Κεντρικό Κιλκίς.

- Ανανίας, Κεντρικό Κιλκίς.

- Αθανάσιος, Κεντρικό Κιλκίς.

- Αλέξης, λοχαγός του τσαρικού στρατού, Νεοχωράκι Φλώρινας.

- Θεόδωρος, Κεντρικό Κιλκίς.

- Ιωάννης, Κεντρικό Κιλκίς.

- Μορίκος,[78] Νεοχωράκι Φλώρινας.

- Συμεών, Κεντρικό Κιλκίς.

- Σωκράτης, Κεντρικό Κιλκίς.

- Χρήστος, Νεοχωράκι Φλώρινας.

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Όλες οι ορθόδοξες εκκλησίες του Κυβερνείου υπαγόταν στην Ιερά Σύνοδο της Αρχιεπισκοπής της Γεωργίας του Καυκάσου, με έδρα την Τιφλίδα και με Ρώσο ορθόδοξο μητροπολίτη, και στο Ρώσο πρωθιερέα (Μπλαγοτσίνι) με έδρα το Καρς. Στην έδρα κάθε διοικήσεως (το Σαράφ υπαγόταν στη Διοίκηση Αρταχάν) ήταν τοποθετημένος ως αρχιερατικός επίτροπος ένας ιερέας.[79] Το 1913 αρχιερατικός επίτροπος στο Αρταχάν ήταν ο ιερέας Ιωάννης Ι. Καριπίδης, μέλος του Εθνικού Συμβουλίου των Ελλήνων της Αρμενίας. Απεβίωσε στην Καλαμαριά.[80]

Στα χωριά του Καρς, η εκκλησία και το σχολείο ήταν χτισμένα σε περίοπτη θέση, συνήθως στο ψηλότερο σημείο του χωριού, εάν αυτό ήταν δυνατό. Η προτίμηση αυτή πήγαζε από ένα βαθύτερο συναίσθημα και μιαν ανάγκη. Οι Πόντιοι, όπως άλλωστε και το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνισμού, ήταν από τον 15ο αιώνα υπόδουλοι της οθωμανικής αυτοκρατορίας, με ότι αρνητικό αυτό συνεπάγεται όσον αφορά την εθνική συνείδηση και τη θρησκεία.

Η συσσωρευμένη από γενιές αίσθηση της έλλειψης έκφρασης βασικών στοιχείων της εθνικής, θρησκευτικής και προσωπικής υπόστασης, σε συνδυασμό με την καταπίεση και τη βιαιότητα, ώθησαν τους Ποντίους του Καρς να εκδηλώσουν με τον πιο φανερό τρόπο την εθνική και θρησκευτική τους ταυτότητα, χτίζοντας τις εκκλησίες και τα σχολεία σε εξέχουσες θέσεις. Συνηγορούσε το γεγονός ότι τώρα υπαγόταν στην ρωσική επικράτεια και ήταν εξασφαλισμένη η ελευθερία, ως ένα βαθμό, έκφρασης των βασικών εκφάνσεων της ζωής.

Στο Σαράφ η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου ήταν χτισμένη στο άνω βόρειο μέρος του οικισμού (ψηλότερα από το σπίτι του Κατικαρίδη [Παϊρά]), περιβαλλόταν από πέτρινο αυλόγυρο, μέσα στον οποίο ήταν και τα νεκροταφεία. Για το χτίσιμο της εκκλησίας ζητήθηκε άδεια από τον Αρχιεπίσκοπο Τιφλίδας και η δαπάνη βάρυνε αποκλειστικά τους κατοίκους του χωριού.

Το κτίριο της εκκλησίας χτίστηκε από ντόπια, ελαφρώς επεξεργασμένη, πέτρα, σε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου, χωρίς υπερώο. Το ιερό αποτελούνταν από λιθοδομή σε σχήμα ημικυκλίου. Και εδώ, όπως και τα υπόλοιπα κτίσματα, το κτίριο σκεπαζόταν από χωματοσκεπή, η οποία εξασφάλιζε τη στεγανότητα καθώς και τη διατήρηση των κατάλληλων ανά εποχή θερμοκρασιών. Η σημασία όμως του κτιρίου – και λόγοι ανάδειξής του από τα υπόλοιπα κτίσματα του χωριού – επέβαλε στους κατοίκους να φροντίζουν ώστε αυτό να ξεχωρίζει. Έτσι η χωματοσκεπή σκεπαζόταν από μια δίκλιτη ξύλινη στέγη, αποτελούμενη από σανίδια (στραφίλια), τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Είχε παράθυρα στη βόρεια και νότια πλευρά της, με χρωματιστά τζάμια και όλοι οι τοίχοι ήταν έξω από το χώμα, σε αντίθεση με τα σπίτια των οποίων η βορινή πλευρά καλυπτόταν από χώμα. Το οικοδόμημα ήταν σοβατισμένο με ασβεστοκονίαμα και ασβεστωμένο εσωτερικά και εξωτερικά.

Εφημέριος της εκκλησίας κατά το ξεριζωμό ήταν ο Στέφανος Παρκοσίδης, ο οποίος ήταν ταυτόχρονα δάσκαλος και διευθυντής του σχολείου. Ψάλτης ήταν ο Σάββας Πανίδης (τη Πάνονος).

Φεύγοντας από το χωριό οι τελευταίοι κάτοικοι, πήραν από την εκκλησία τις εικόνες. Δυο από τις εικόνες αυτές βρίσκονται ακόμη και σήμερα στην παλιά εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στον Τριπόταμο Φλώρινας.

Το χωριό επισκέπτονταν τακτικά καλόγεροι και ηγούμενοι των μοναστηριών του Πόντου, διενεργώντας εράνους.[81]

ΚΤΙΣΜΑΤΑ - ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ

Κατά την είσοδό τους στο Κυβερνείο, οι Πόντιοι εγκαταστάθηκαν στα εγκαταλελειμμένα σπίτια των μουσουλμάνων που έφυγαν στα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Όπως αναφέρθηκε, το Σαράφ κτίστηκε εκ θεμελίων. Τα σπίτια ήταν μονώροφα, απλά, απέριττα και εξυπηρετούσαν βασικές ανάγκες. Πολλοί από τους κατοίκους ήταν οικοδόμοι, άλλωστε όλοι λίγο πολύ ήξεραν να χτίζουν.

Η τεχνική που υιοθετήθηκε κατά την οικοδόμηση των σπιτιών και των άλλων απαραίτητων κτιρίων και βοηθητικών χώρων, εξαρτιόταν απόλυτα από: α) τις κλιματολογικές συνθήκες της Κιόλιας, β) τον τρόπο ζωής των νεοερχόμενων και γ) τις επαγγελματικές δραστηριότητές τους. Τα υλικά που χρησιμοποιούσαν για το κτίσιμο ήταν άφθονα στην περιοχή: πέτρες, ξυλεία και αργιλόχωμα.

Εκμεταλλεύονταν την κατωφέρεια της πλαγιάς, έτσι ώστε το σπίτι που θα χτίσουν να προστατεύεται από το κρύο, τους δυνατούς βοριάδες και τις χιονοθύελλες. Επέλεγαν ένα σημείο της πλαγιάς και έσκαβαν δημιουργώντας ένα μεγάλο κενό, σαν «σκαλοπάτι». Ο χώρος που προέκυπτε ήταν περίπου παραλληλεπίπεδος και αρκετά μεγάλος. Τη δυτική και εν μέρει τη βόρεια και νότια πλευρά του χώρου αποτελούσαν οι κατακόρυφοι χωμάτινοι τοίχοι που προέκυπταν.

Για τα θεμέλια άνοιγαν χαντάκι βάθους ενός περίπου μέτρου, τοποθετούσαν μεγάλες και ελαφρώς πελεκημένες πέτρες αρμολογημένες με αργιλόχωμα. Οι τοίχοι (περβόλια ή περγόλια), πάχους 0,80 μ.-1 μ ήταν χτισμένοι από τεμάχια κατεργασμένου πωρόλιθου αρμολογημένα με ασβεστοκονίαμα και έφταναν σε ύψος τα 2,50-3 μέτρα. Ανάμεσα στις πελεκημένες πέτρες των τοίχων τοποθετούσαν ξύλινα δοκάρια για να είναι πιο σταθεροί. Σοβάτιζαν τους τοίχους με ασβεστοκονίαμα μέσα στο οποίο έριχναν και άχυρα και τους ασβέστωναν.

Η στέγη του σπιτιού ήταν απόλυτα προσαρμοσμένη στις κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούσαν στην Κιόλια. Πάνω στους τοίχους τοποθετούσαν οριζόντια και παράλληλα μεγάλους κορμούς (δόκια) από έλατα, πάνω σε αυτούς μικρότερους και λεπτότερους κορμίσκους (μαρτάκια), ύστερα ένα στρώμα από άχυρα (αχύρια) και πελεκούδια (τσόβια), μετά λάσπη από αργιλόχωμα και τέλος έριχναν πολλά κυβικά χώματος σε ύψος 0,80 ως 1 μέτρο. Με έναν λίθινο κύλινδρο (κυλίντρ’ ή κατόκ’) καταπατούσαν το χώμα, ώστε να γίνει συμπαγές και σκληρό. Η όλη κατασκευή στηριζόταν στους περιμετρικούς και εσωτερικούς τοίχους, καθώς και σε χοντρούς κορμούς δέντρων (στουλάρια) που υπήρχαν στο εσωτερικού του σπιτιού.

Ο τύπος αυτός της στέγης ονομαζόταν ρδανίν και εξασφάλιζε ζέστη το χειμώνα, δροσιά το καλοκαίρι και προστασία από τα επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα. Είχε μικρή κλίση προς τη βόρεια ή νότια πλευρά ώστε να αποστραγγίζονται τα νερά της βροχής και του λιωμένου χιονιού. Στις άκρες των τριών πλευρών του το ρδανίν είχε μικρά αναχώματα ύψους 0,20 μ. ώστε τα νερά να εμποδίζονται και να μην πέφτουν από πολλά σημεία. Η κλίση οδηγούσε τα νερά σε ένα σημείο και από εκεί μέσω μιας ξύλινης κατασκευής – σαν τα σημερινά λούκια – κατέληγαν στο έδαφος.

Από καιρό σε καιρό κατάβρεχαν το χώμα και το κυλίνδριζαν για να σφίγγει και να καθίσταται αδιαπέραστο από τα νερά. Κάθε άνοιξη, όταν έλιωναν τα χιόνια, έπρεπε το ρδανίν να συντηρηθεί. Καθάριζαν τα χόρτα (φορκάλια) που φύτρωναν, έριχναν νέο χώμα προς αντικατάσταση των απωλειών και το κυλίνδριζαν αποκαθιστώντας την κανονική του μορφή και στεγανότητα.[82]

Στην τελική του μορφή το σπίτι ήταν παραλληλεπίπεδο με μήκος 15-17 μ. και πλάτος 10-12, ήτοι 150 με 200 τετραγωνικά μέτρα.[83] Στην ανατολική του πλευρά είχε την κεντρική πόρτα, κοινή για ανθρώπους και ζωντανά, ένα ή δυο παράθυρα, κατά κανόνα μικρά για να μειώνονται οι απώλειες της θερμοκρασίας, από τα οποία έμπαινε μόνο το απαραίτητο φως. Για το φωτισμό των υπολοίπων χώρων που δεν είχαν παράθυρα, άνοιγαν στο ρδανίν[84] φεγγίτες. Η κατασκευή του φεγγίτη ήταν μια πολύπλοκη διαδικασία, για την οποία έπρεπε να υπάρχει πρόβλεψη ήδη από την ανέγερση της κατοικίας. Στήριζαν τέσσερις κορμούς δέντρων, σαν κολώνες, στο δάπεδο, που έφταναν και εφάπτονταν με τις οριζόντιες δοκούς της οροφής, οι οποίες στο σημείο εκείνο άφηναν ένα άνοιγμα. Οριζόντια και σε σχήμα τετραγώνου τοποθετούσαν τέσσερις δοκούς, έτσι ώστε το άνοιγμα της οροφής να έχει μια τετράγωνη βάση. Κατόπιν πάνω σε αυτούς έβαζαν άλλα τέσσερα δοκάρια διαγωνίως, μετά άλλα τέσσερα διαγωνίως, κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι επάλληλες σειρές των δοκαριών να συγκλίνουν προς τα πάνω αφήνοντας ένα άνοιγμα. Το άνοιγμα αυτό κατά τη χειμερινή περίοδο το έκλειναν από μέσα με μια ξύλινη κατασκευή (κεπέγκ’), η οποία ανυψωνόταν προς το άνοιγμα τραβώντας ένα σκοινί. Εναλλακτικά για το κλείσιμο του φεγγίτη χρησιμοποιούσαν είτε κεπέγκ’ είτε λαμαρίνα εξωτερικά. Από τους υπόλοιπους χώρους του σπιτιού το μοναδικό που είχε παράθυρο ήταν αυτό της φιλοξενίας των επισκεπτών.

Ανοίγοντας την κεντρική ξύλινη πόρτα,[85] υπήρχε ένας αρκετά μεγάλος χώρος, το αγιάτ’, όπου γινόταν όλες οι δουλειές του σπιτιού. Στα δεξιά ήταν το δωμάτιο υποδοχής των επισκεπτών (μισαφίρ’ οτασί), στο βάθος και προς τα αριστερά ένα μεγάλο δωμάτιο (οσπίτ’) που χρησίμευε ως κουζίνα και υπνοδωμάτιο και δεξιά των δωματίων, στο βάθος, ο στάβλος. Υπήρχε ειδικός χώρος για την αποθήκευση των τροφίμων (κελάρ’) καθώς και αμπάρια για τα σιτηρά, δίπλα στο οσπίτ’. Για τα κλινοσκεπάσματα υπήρχαν ειδικές ντουλάπες (γιουκλούκια) μέσα στο υπνοδωμάτιο, καθώς και ξύλινα ράφια (ταρέζια) για τα σκεύη μαγειρικής.

Στο αγιάτ’ γίνονταν οι εξής δουλειές: παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, πλύσιμο των σκευών και των ρούχων, άλλες οικιακές και αγροτικές μικροδουλειές.

Το δωμάτιο των επισκεπτών προοριζόταν αποκλειστικά για τη φιλοξενία των αντρών, όταν τις βραδινές ώρες έρχονταν για να κάνουν νυχτέρι (παρακάθ’), είχε παράθυρο προς τα βόρεια, σόμπα και καναπέδες (πεκιάδας ή τσαρτάχα) κατά μήκος των τοίχων του δωματίου για να κάθονται οι επισκέπτες. Στο δωμάτιο αυτό φιλοξενούνταν και οι επισκέπτες συγγενείς που έρχονταν από άλλα χωριά.

Το οσπίτ’ είχε πολλές λειτουργίες. Στους τοίχους υπήρχαν ράφια και ξύλινες ντουλάπες για τα μαγειρικά σκεύη. Στη μέση του δωματίου ήταν το λεγόμενο κλιβιάν’ (αρχ. = κλίβανος, άλλη ονομασία ταντούρ’), ένα είδος φούρνου. Στο πάτωμα του δωματίου άνοιγαν ένα κυλινδρικό πηγαδάκι με βάθος και διάμετρο 0,80 μ., επίχριζαν τα τοιχώματά του με λάσπη από αργιλόχωμα, τοποθετούσαν στον πάτο πέτρινες πλάκες και άναβαν φωτιά. Πάνω από τη φωτιά έβαζαν την πυροστιά (χαντζοκράτ’ ή εμπροστία) και μαγείρευαν. Όταν τα τοιχώματα από πηλό ήταν κατάλληλα πυρωμένα, κολλούσαν πάνω σε αυτά διάφορα αλευροπαρασκευάσματα – κυρίως λαβάσια, για να ψηθούν. Ο απαραίτητος αέρας διοχετευόταν στη βάση του κλιβιάν’ με μια στενή σήραγγα που ξεκινούσε από το βαθύτερο σημείο του και λοξά προς τα επάνω έβγαινε στο πάτωμα.[86] Ο καπνός έφευγε από μια τρύπα που υπήρχε στη χωματοσκεπή. Η τρύπα αυτή ήταν σκεπασμένη από μια ξύλινη κυκλική κατασκευή, σαν ομπρέλα, την οποία άνοιγαν όταν άναβαν το κλιβιάν’.

Κατά τους χειμερινούς μήνες το κλιβιάν’ είχε και μια άλλη λειτουργία: όταν τελείωναν το ψήσιμο των φαγητών, τοποθετούσαν από πάνω ένα τραπέζι, το σκέπαζαν με μια κουβέρτα και κάθονταν όλα τα μέλη κυκλικά γύρω από το τραπέζι, έχοντας τα πόδια τους κάτω από την κουβέρτα. Κατά αυτόν τον τρόπο ζεσταίνονταν και παράλληλα, οι γυναίκες, κεντούσαν ή έπλεκαν. Ο ίδιος χώρος χρησίμευε και ως υπνοδωμάτιο. Κατά μήκος των τοίχων υπήρχαν ψηλά (0,50-0,60 μ.) ξύλινα κρεβάτια, επάνω στα οποία έστρωναν στρώματα και κουβέρτες για να κοιμηθούν. Τα στρώματα, τα κλινοσκεπάσματα καθώς και τα ρούχα τα τοποθετούσαν σε ειδικές για το σκοπό αυτό ντουλάπες. Στο δωμάτιο αυτό κοιμόταν όλα τα μέλη της οικογένειας, ενώ αν υπήρχε νιόπαντρο ζευγάρι φρόντιζαν για ένα διάστημα να διαθέτουν και ξεχωριστό υπνοδωμάτιο.

Στο πίσω δεξιό μέρος του σπιτιού ήταν ο στάβλος, αρκετά μεγάλος και ευρύχωρος. Ήταν χωρισμένος σε δυο μέρη. Το χωμάτινο έδαφος των δυο μερών είχε κλίση προς τη μέση έτσι ώστε τα περιττώματα των ζώων να συγκεντρώνονται στο σημείο όπου συνέκλιναν τα δύο μέρη του εδάφους. Ο στάβλος φωτιζόταν με φεγγίτη.

Επειδή στον ίδιο χώρο στεγάζονταν διαφορετικά είδη ζώων, κατασκεύαζαν ξύλινα χωρίσματα, ώστε να μην έρχονται σε επαφή τα ζώα. Έτσι οι αγελάδες, τα μοσχαράκια, τα βόδια, τα βουβάλια, οι χοίροι, τα άλογα και τα πρόβατα, είχαν – το κάθε είδος – το δικό τους χώρο. Το ειδικό χώρισμα για τα μικρά μοσχάρια λεγόταν χαλίν. Ιδιαίτερη προσοχή δινόταν στα άλογα που κατείχαν την πιο περιποιημένη θέση μέσα στο στάβλο. Στους τοίχους του στάβλου ήταν κρεμασμένα από την οροφή ξύλα (σουρούχα) για να κάθονται οι κότες, οι οποίες τους θερινούς μήνες που το άνοιγμα της οροφής ήταν ανοιχτό πετώντας έβγαιναν μέσω του ανοίγματος έξω από το κτίσμα.

Στη εξωτερική βορινή πλευρά του σπιτιού υπήρχε σκεπαστός και περιφραγμένος χώρος (αγούλ’) για τα πρόβατα. Τα πρόβατα δεν έμεναν όλο το χειμώνα μέσα στο στάβλο, παρά μόνο κατά τις χιονοθύελλες ή την παγωνιά. Το υπόλοιπο διάστημα τα έβγαζαν στο χώρο αυτό.

Αχυρώνες δεν υπήρχαν. Δεν υπήρχε λόγος τοποθέτησης των χόρτων σε αποθηκευτικούς χώρους, γι’ αυτό σχημάτιζαν μεγάλες θημωνιές με τα χόρτα έξω στις αυλές. Κίνδυνος καταστροφής του χόρτου δεν υπήρχε, γιατί το χιόνι που έπεφτε νωρίς (από τον Οκτώβριο) σκέπαζε τις θημωνιές και η παγωνιά το μετέτρεπε σε μια συμπαγή κρούστα που συντηρούσε το χόρτο στεγνό. Άλλωστε η υγρασία ήταν περιορισμένη λόγω του ξηρού κλίματος. Γύρω από τις θημωνιές σχημάτιζαν τοίχο με μεγάλες πέτρες (αγούλ’), ώστε τα ζώα να μη μπορούν να πλησιάζουν το χόρτο, αλλά και για να μην παρασύρουν το χόρτο οι δυνατοί άνεμοι.

Σε σκεπασμένο χώρο έβαζαν τα κάρα, τα γεωργικά εργαλεία και τη ξυλεία. Η αυλή δεν είχε φράχτη.



[1] Οι προφορικές αυτές μαρτυρίες καταγράφηκαν από το φθινόπωρο του 1992 έως την άνοιξη του 1998. Πολλά από τα στοιχεία που παρέθεσαν οι αφηγητές είναι οικογενειακές μνήμες, μεταφερόμενες προφορικά από γενιά σε γενιά.

[2] Γεωργίου Π. Φιρτινίδου, Κρώμνη, Έκδοση Αδελφότητος Κρωμναίων Καλαμαριάς, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 20-21 (σκαρίφημα της περιοχής Κρώμνης) και σ. 24.

[3] Κώστα Δ,. Ανδρεάδη, Ένα "ταξίδι" στο Καρς Καυκάσου, εκδ. Αφοι Κυριακίδη, σ. 16.

[4] Για τις ονομασίες Leri και Sobran, βλ. A. Bryer and D. Winfield, «Nineteenth-century monuments», Αρχείον Πόντου, τομ. 30ος, Αθήνα 1970-1971, σ. 313 (πίνακας με τις ονομασίες των χωριών της περιφέρειας Λερίου).

[5] Γεωργίου Γρ. Γρηγοριάδου, Οι Πόντιοι του Καυκάσου, περιφέρειας Καρς-Αρδαχάν, Ιστορία-Λαογραφία, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 17.

[6] Ο. Λαμψίδης-Ι. Ταϊγανίδης, Οι οικισμοί των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο το 1920 (Φύλλα 12), έκδ. Ε.Π.Μ., Αθήνα 1989, χάρτης της περιοχής Τραπεζούντας.

[7] Τα στοιχεία περιέχονται σε κατάλογο που στάλθηκε στις 5/17 Οκτωβρίου 1857 από τον Έλληνα Υποπρόξενο Τραπεζούντας Κωνσταντίνο Κυπριώτη προς την ελληνική Βασιλική Πρεσβεία Κωνσταντινούπολης και αφορούσε το ζήτημα των Κρυπτοχριστιανών του Πόντου. Στάθης Πελαγίδης, «Ντοκουμέντα για τις πρώτες οργανωμένες κινητοποιήσεις των Κρυπτοχριστιανών του Πόντου (1857)», Αρχείον Πόντου, τόμ. 41ος , Αθήνα 1987, σ. 208.

[8] Περικλέους Τριανταφυλλίδου, Η εν Πόντω ελληνική φυλή ήτοι τα ποντικά, Αθήνα 1866, σ. 106 & Διαμαντή Θ. Λαζαρίδη, Στατιστικοί πίνακες της εκπαιδεύσεως των Ελλήνων στον Πόντο 1821-1922, Αρχείον Πόντου, Παράρτημα 16, Αθήνα 1988, σ. 13.

[9] Η τάξη αυτή ονομαζόταν και μηδενική. Σ’ αυτήν φοιτούσαν οι μαθητές πριν την ένταξή τους στο Ελληνικό Σχολείο ή ακόμη και πριν το νηπιαγωγείο. Εγκυκλοπαίδεια Ποντιακού Ελληνισμού, τόμ. 3, σ. 240, λ. μηδενική τάξη.

[10] Η πληροφορία έφτασε στον γράφοντα από τον παππού του Γρηγόριο Κασκαμανίδη, ο οποίος άκουγε τη γιαγιά του Σοφία Κασκαμανίδου (1860-1934) να του μιλά για τον καλόγερο αυτό. Το κοντινότερο μοναστήρι ήταν η Μονή Αγίου Γεωργίου Χουτουρά

[11] Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι βρισκόταν κοντά στο χωριό Κιαλιαχπούρ. Σε μικρή απόσταση από το χωριό περνούσε ο εμπορικός δρόμος Ερζερούμ-Τραπεζούντας, οπότε δικαιολογείται η ύπαρξη σταθμών (χάνια). Άλλες όμως μαρτυρίες το τοποθετούν κοντά στον προηγούμενο οικισμό, δηλαδή στο Αλαγιούν και αναφέρουν πως δεν επρόκειτο για χάνι, αλλά για ένα σπίτι στο οποίο έβρισκαν φιλοξενία οι περαστικοί.

[12] Στυλιανού Β. Μαυρογένους, Το Κυβερνείον Καρς του Αντικαυκάσου και το εν αυτώ ελληνικόν στοιχείον κατά την περίοδον 1878-1920, έκδ. Εύξεινος Λέσχη Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1963, σ. 176.

[13] Η μετακίνηση των πληθυσμών αυτών όπως και η αντίστροφη των Ελλήνων, υποβοηθήθηκαν τόσο από τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου όσο και από τις ειδικές ρωσοτουρκικές συμφωνίες του Πρωτοκόλλου της Κωνσταντινούπολης της 8ης Φεβρουαρίου 1879. Άρτεμις Ξανθοπούλου-Κυριακού, «Μεταναστεύσεις Ελλήνων στον Καύκασο κατά τον 19ο αιώνα», Δ.Κ.Μ.Σ., τόμ. 10ος, σ. 121.

[14] Γεωργίου Γρ. Γρηγοριάδου, Οι Πόντιοι του Καυκάσου, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 21.

[15] A. Bryer and D. Winfield, ό.π. σ. 314.

[16] Γρηγορίου Τηλικίδη, «Οι Έλληνες του Καυκάσου», περ. Ποντιακά Φύλλα, Φεβρουάριος 1938, τεύχ. 24, σ. 479.

[17] Στυλιανού Σαμουηλίδη, Το χωριό Βεζίνκιοϊ του Καρς, Θεσσαλονίκη 1960, χφο. Κ.Μ.Σ. αριθ. 94, σ. 5.

[18] Ιωακειμίδης Αλέξανδρος, Ο Ελληνισμός του Καρς, Αθήνα 1949, χφο. Κ.Μ.Σ. αριθ. 19, σ. 71-72.

[19] Λόγω έλλειψης στοιχείων, για ορισμένες περιοχές λήφθηκαν υπόψη στοιχεία του έτους 1907.

[20] Κατ’ εκτίμηση, λόγω έλλειψης στοιχείων.

[21] Κατ’ εκτίμηση λόγω έλλειψης στοιχείων. Στο παραπάνω σύνολο, πρέπει να προστεθούν και άλλοι 10.000 περίπου Ελληνοπόντιοι που μετανάστευσαν στο Κυβερνείο από τις περιοχές του Πόντου. Έτσι ο συνολικός ελληνικός πληθυσμός ανέρχεται, κατά το έτος 1918, σε 70.000 περίπου.

[22] Για τη διάρθρωση της στρατιωτικοτοπικής διοίκησης του Κυβερνείου Καρς βλ. Στυλιανού Β. Μαυρογένους, ό.π. σ. 176-183. Πρβλ. με Γεωργίου Γρ. Γρηγοριάδου, Οι Πόντιοι του Καυκάσου, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 54, Καλτσίδη Ιωάννη, Οι Έλληνες του Καυκάσου και οι περιπέτειές του (Απομνημονεύματα), χφο. Κ.Μ.Σ. αριθ. 214, σ. 22, και Σάββα Παπαδόπουλου, Λαογραφικά Καρακούρτ, τ. 3ος , σ. 37-52.

[23] Οι ονομασίες των μελών της διοίκησης προέρχονται από τη ρωσική ορολογία.

[24] Εδώ αναφέρονται μόνο οι υποδιοικήσεις στις οποίες κατοικούσαν ελληνικοί πληθυσμοί.

[25] ό.π. υποσημείωση 22.

[26] Σάββα Παπαδόπουλου, ό.π., τ. 3ος , σ. 41.

[27] Οι ονομασίες των παραπάνω υπαλλήλων αν και είναι ρωσικές, σημειώνονται εδώ με πλάγια γραφή διότι ενσωματώθηκαν στο λεξιλόγιο των Ποντίων του Κυβερνείου. Σχετικά βλ. Σάββα Πορφ. Παπαδόπουλου, ό.π.

[28] Περικλέους Τριανταφυλλίδου, Η εν Πόντω ελληνική φυλή ήτοι τα ποντικά, Αθήνα 1866, σ. 127.

[29] Ενδεχομένως να πρόκειται για τη Μιστιώτικη ντοπιολαλιά της Καππαδοκίας. Για περισσότερα βλ. Λαζάρου Γ. Ευπραξιάδη, Προκόπι Καππαδοκίας - πατρίδα μου (Ιστορία – Λαογραφία), Θεσσαλονίκη 1974, σ. 64.

[30] Κύρια πηγή για την εγκατάσταση των κατοίκων του Κιαλιαχπούρ στα παραπάνω χωριά αποτέλεσαν οι προφορικές μαρτυρίες. και Εγκυκλοπαίδεια του ποντιακού Ελληνισμού, Μαλλιάρης-Παιδεία 1992, τόμ. 2, σ. 220 (λήμμα Κιουλιαπέρτ).

[31] Μυρωνίδης Ιωάννης, «Στοιχεία από την αρχική αποκατάσταση των Ελλήνων στον Αντικαύκασο το 1878», περ. Ποντιακή Εστία (Α΄ περίοδος), τ. 10ος, σ. 5055.

[32] Οι Αρμένιοι δεν προτίμησαν τη ρωσική υπηκοότητα για λόγους που έχουν να κάνουν με τις εθνικές φιλοδοξίες και επιδιώξεις τους. Άλλωστε οι ρωσικές αρχές τους θεωρούσαν όργανα της αγγλικής πολιτικής.

[33] Ό.π., σ. 5056.

[34] Αρταχάν, φωνητική προσαρμογή στην ποντιακή του ονόματος της πόλης Αρνταχάν (Ardahan αρμεν.)

[35] Γεωργίου Γρ. Γρηγοριάδου, Οι Πόντιοι του Καυκάσου, Θεσσαλονίκη 1957, σ. 27.

[36] Ο αριθμός των κατοίκων το 1918 παρουσιάζει μεγάλη αύξηση σε σχέση μ’ αυτόν του 1913. Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι μετά το 1913, αρκετοί Ελληνοπόντιοι έφυγαν για την Ελλάδα και τη Νότιο Ρωσία, αλλά και ήρθαν πολλοί από τις περιοχές του Πόντου. Έτσι ενώ θα έπρεπε να έχουμε συγκρατημένη αύξηση του ελληνικού στοιχείου, λόγω και των πολεμικών αναταραχών, παρουσιάζεται μεγάλη αύξηση.

[37] Συνυπολογίζονται και οι Έλληνες που κατοικούσαν στην πόλη του Αρταχάν.

[38] Το όνομα της περιοχής Κιόλια προέρχεται από τη φωνητική προσαρμογή στην ποντιακή διάλεκτο της λέξης Γκιόλια. Η λέξη Γκιόλια ετυμολογείται από την τουρκική göl (γκιολ) που σημαίνει λίμνη. Σε περασμένους αιώνες υπήρχαν στο οροπέδιο πολλές λίμνες και κατά τους προϊστορικούς χρόνους όλο το οροπέδιο, πιστεύεται, ότι σκεπαζόταν από λίμνη. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται εν μέρει από το χώμα της περιοχής που είναι μαύρο καθώς και από τις στρογγυλεμένες πέτρες (βότσαλα) που είναι διάσπαρτες σε όλο το οροπέδιο.

[39] Πολλά από τα στοιχεία που παρατίθενται, προέρχονται από το ταξίδι που πραγματοποίησε ο γράφων στον Πόντο και την περιοχή της Κιόλιας.

[40] Τα στοιχεία προέρχονται από πρόσφατο τουρκικό τουριστικό οδηγό (Türkiye Karayolları Haritası) στον οποίο περιέχονται λεπτομερείς χάρτες όλων των περιοχών της Τουρκίας.

[41] Οποιαδήποτε στοιχεία υπάρχουν για το όρος αυτό, προέρχονται αποκλειστικά από προφορικές μαρτυρίες.

[42] Στυλιανού Β. Μαυρογένους, ό.π. σ. 180-182. Το Ταχτά-Γραν πήρε το όνομά του από τον ομώνυμο ποταμό Ταχτά-κιραν που περνούσε έξω από το χωριό.

[43] Τους Κούρδους της περιοχής οι Έλληνες τους έλεγαν και Μουσάδες

[44] Σημερινή ονομασία Çayırbası.

[45] Σημερινή ονομασία Yenidemirkapi.

[46] Τα ονόματα των χωριών αυτών συναντώνται στην υπάρχουσα βιβλιογραφία και με άλλες παραπλήσιες ονομασίες. Επίσης οι κάτοικοι των χωριών πρόφεραν τα ονόματα με κάποιες παραλλαγές. Εδώ προτιμήθηκαν οι ονομασίες των χωριών όπως προφέρονται μέχρι και σήμερα από τους κατοίκους τους και τους απογόνους τους, καθώς και όπως συναντώνται στο βιβλίο Ο Πόντος και το Καρς, του Γεωργίου Γρ. Γρηγοριάδη, Αθήνα 1973 σ. 112. Σε έγγραφο του τέλους του περασμένου αιώνα που αφορά το χωριό Σαράφ, η ονομασία αναγράφεται Σιαράφ. Εδώ προτιμήθηκε η ονομασία Σαράφ (με δασεία συριστική προφορά του –Σ– για λόγους φωνητικής: κατά την προφορά της ονομασίας του χωριού δεν προκύπτει το φώνημα –ι–.

[47] Ο αριθμός των κατοίκων το 1918 παρουσιάζει μεγάλη αύξηση σε σχέση μ’ αυτόν του 1913. Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι μετά το 1913, αρκετοί Ελληνοπόντιοι έφυγαν από την περιοχή της Κιόλιας για την Ελλάδα και τη Νότιο Ρωσία, αλλά και ήρθαν πολλοί στην ίδια περιοχή από τον Πόντο. Έτσι ενώ θα έπρεπε να έχουμε συγκρατημένη αύξηση του ελληνικού στοιχείου, λόγω και των πολεμικών αναταραχών, παρουσιάζεται μεγάλη αύξηση.

[48] Η απογραφή του ελληνικού πληθυσμού του Κυβερνείου διενεργήθηκε από την Αποστολή Ελληνικής Περιθάλψεως. Ο πληθυσμός της Κιόλιας παρουσιάζεται μειωμένος, αν και ως τότε (1919) ελάχιστες οικογένειες είχαν εγκαταλείψει τα χωριά τους. Πιθανόν να μην έγινε επιτόπια απογραφή, οπότε τα στοιχεία δεν ανταποκρίνονται στον πραγματικό πληθυσμό.

[49] Στο δημοσίευμα του Λαυρεντίδη Ισαάκ, «Η κατά το 1895-1907 μετοικεσία Ελλήνων Ποντίων του Καυκάσου εις Ελλάδα», Αρχείον Πόντου, τόμ. 31ος, έκδ. Ε.Π.Μ., Αθήνα 1971-72, σ. 442, αναφέρεται ότι η ονομασία Σαράφ σημαίνει αφρός.

[50] Στην περιφέρεια Κιόλιας όλες οι πινακίδες με τα ονόματα των χωριών γράφουν, εκτός του ονόματος, τον πληθυσμό και το υψόμετρο. Το διπλανό χωριό Μερτινίκ (σήμερα Göle) έχει το ίδιο υψόμετρο 2.280 μ.

[51] Η λέξη βασιλιακόν ετυμολογείται από το ουσιαστικό βασιλέας και την κατάληξη -ιακός και σημαίνει την δημόσια οδό.

[52] Πληροφορίες για την παιδική θνησιμότητα προέκυψαν από τις προφορικές μαρτυρίες.

[53] Δεν υπάρχουν επίσης συγκεκριμένες βιβλιογραφικές αναφορές για την ύπαρξη οικισμού στην τοποθεσία αυτή πριν το 1878. Για το λόγο αυτό δόθηκε μεγαλύτερη βαρύτητα στις προφορικές μαρτυρίες.

[54] Στυλιανού Μαυρογένους, ό.π., σ. 97-100.

[55] Η διαπίστωση αυτή στηρίζεται στις μέχρι τώρα προφορικές μαρτυρίες και δημοσιοποιείται με κάποια επιφύλαξη, αφού υπάρχουν εν ζωή και άλλοι γέροντες από το Σιαράφ, των οποίων οι μαρτυρίες δεν έφτασαν στον γράφοντα. Ενδέχεται, οι οικογένειες που κατάγονται από το Λερίν και Σαπρανάντων να ήρθαν στο Σαράφ χωρίς να κατοικήσουν ποτέ στο Κιαλιαχπούρ.

[56] Για τις οικογένειες του Σαράφ που εγκαταστάθηκαν στο Κεντρικό Κιλκίς, βλ. Παναγιώτη Γ. Τανιμανίδη, Ποντιακοί οικισμοί στην Ελλάδα, τόμ. 1ος, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 222-226

[57] Στην περίπτωση αυτή απαριθμούνται ξεχωριστά οι οικογένειες

[58] Στην καταγραφή αναφέρονται μόνο τα ονόματα των ανδρών. Εκτός των άλλων, δεν υπάρχουν πλήρη στοιχεία για τις συζύγους κάθε αρχηγού οικογένειας. Τα επώνυμα και τα βαπτιστικά ονόματα παρατίθενται με απόλυτη αλφαβητική σειρά.

[59] Το παλιό όνομα του χωριού ήταν Πετόρατσι (μέχρι το 1928), ενώ οι Πόντιοι ονόμαζαν το χωριό Πετοράκ

[60] Δεν υπάρχουν σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία για τον τόπο εγκατάστασης.

[61] Όπου υπάρχουν διακεκομμένες γραμμές εννοείται το όνομα αρχηγού οικογενείας που δεν γνωστοποιήθηκε κατά την έρευνα, ενώ υπάρχουν άλλα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η ύπαρξή του.

[62] Η παλιά ονομασία του χωριού ήταν Τσουκαλί.

[63] Από το τούρκικο Şahpaz = το γεράκι, ο μαχητής, ο ενεργητικότατος άνθρωπος.

[64] Η παλιά ονομασία του χωριού ήταν Νεοκάζι. Οι Πόντιοι ονόμαζαν το χωριό Νεοκάζ.

[65] Η παλιά ονομασία του χωριού ήταν Σνέφσα.

[66] Παλιά ονομασία Κιούλαλι.

[67] Παππούς του παππού του γράφοντα.

[68] Παλιά ονομασία Βορτολόμ.

[69] Επειδή είχε χτίσει το σπίτι του ψηλά στο παΐρ (πλαγιά) τον ονόμαζαν Παϊρά. Ήταν δε τόσο ταχύς (τσαπίτσ’) που, όπως λέγεται, μπορούσε σε μια μέρα να πάει με τα πόδια στο Καρς.

[70] Παλιά ονομασία Πλισέβιτσα, οι Πόντιοι την έλεγαν Πλέσεβα.

[71] Η καταγωγή της οικογένειας από το χωριό Κοπαλάντων της Σάντας.

[72] Η καταγωγή της οικογένειας από το χωριό Λερίν της επαρχίας Ερζερούμ.

[73] Το προσωνύμιο αυτό οφείλεται στην μητέρα των αναφερομένων που λεγόταν Εγνωσία.

[74] Στην Κιόλια έκανε διανομή των χωραφιών.

[75] Πρόγονος της Βούλας Πατουλίδου.

[76] Καταγόταν από το Μεζαράτ, αλλά ήταν γαμπρός στο Σιαράφ.

[77] Καταγωγή από τη συνοικία Σαπρανάντων του χωριού Λερίν.

[78] Προσωνύμιο-παρατσούκλι.

[79] Στυλιανού Μαυρογένους, ό.π. σ. 155.

[80] Ό.π. σ. 158.

[81] Στο κύριο σώμα της εργασίας μετά την εκκλησία ακολουθούσε κεφάλαιο για την εκπαίδευση του Καρς και το σχολείο του χωριού Σαράφ, το οποίο δημοσιεύθηκε σε προηγούμενο φύλλο της εφημερίδας Εύξεινος Πόντος.

[82] Κατά την επίσκεψή του γράφοντα τον Ιούνιο του ’97 στην Κιόλια, κατηφορίζοντας από το όρος Γιαλανγούζ Τσάμ προς το οροπέδιο του Αρταχάν, δεν διακρίνονταν από ψηλά τα χωριά. Και τούτο γιατί οι σημερινοί κάτοικοι δεν συντηρούν τα ρδανία με αποτέλεσμα αυτά να γεμίζουν χόρτα, δίνοντας την εντύπωση από ψηλά πως πρόκειται για λιβάδια.

[83] Οι διαστάσεις, ορισμένες τεχνικές λεπτομέρειες και η διάταξη των εσωτερικών χώρων που αναφέρονται αφορούν το σπίτι του παππού του γράφοντα, Γρηγόρη Κασκαμανίδη γιου του Ιωάννη Γεωργ. Κασκαμανίδη. Τα υπόλοιπα σπίτια του χωριού δε διέφεραν κατά πολύ.

[84] Ρδανίν, δρανίν, ορδανίν, τρανί < αρχ. έδρανον. Η ονομασία ρδανίν παλαιότερα αντιστοιχούσε στο φεγγίτη και κατόπιν σε ολόκληρη τη χωματοσκεπή – δώμα.

[85] Εδώ περιγράφονται οι εσωτερικοί χώροι της κατοικίας του Γεωργίου Γρηγ. Κασκαμανίδη (Κιαλιαχπούρ 1865- Περιστέρι Κιλκίς 1921).

[86] Γεωργίου Γρ. Γρηγοριάδου, Οι Πόντιοι του Καυκάσου, Θεσσαλονίκη 1957, σ.76.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου