"Ο Παππούς μου Αναστάσιος Κεσίδης ή Πυλορώφ"



αναδημοσίευση από: http://santeos.blogspot.gr/2012/11/blog-post_403.html

Γιούλα Ανδρεάδου-Σπυροπούλου, Εκπαιδευτικός,Βέλο Κορινθίας

 Παππούς μου, από την πλευρά της μάνας μου, ήταν ο Ανα­στάσιος Κεσίδης ή Πήλο ή Πηλορώφ. Όταν ρώτησα τη μάνα μου γιατί τον έλεγαν Πήλο, μου είπε: «Πουλόπο μ', οι Πόντιοι έλεγαν ατον Πήλο, γιατί έτονε πολλά έμορφος άνθρωπος (τσαμουρόχτιστος)». Δηλαδή άνθρωπος φτιαγμένος από λάσπη, πηλό. Οι Ρώσοι τον ονόμασαν Κέσωφ ή Πηλορώφ.
 

από αριστερά: Νίκος, Αλέξανδρος, Σοφία, Δημήτρης, στη μέση  ο Πυλορώφ

Καταγόταν από την Αργυρούπολη του Πόντου και ήταν πολύ πλούσιος. Ήταν ιδιοκτήτης ορυχείου και, μάλιστα, είχε ειδικό μηχάνημα, με το οποίο έκοβε καπίκια (ρωσικά μεταλ­λικά χρήματα, υποδιαίρεση του ρουβλιού).
Όταν οι Τούρκοι διαπίστωσαν ότι οι Έλληνες ήταν πολύ εργατικοί και πλούσιοι, έκλεισαν τα ορυχεία και έδιωξαν τους Πόντιους. Τότε ο Πηλορώφ, μαζί με τα ένδεκα αδέλφια του (όλα αγόρια), πήγε στην Ίμερα, όπου παντρεύτηκε την Ελένη Παπαδοπούλου από τα Μαντρία.
Η Ελένη ήταν από πλούσια και μεγάλη οικογένεια. Από την οικογένειά της έγιναν δεκαέξι ιερείς και ένας μητροπολίτης, ο Παΐσιος, στο Ερζερούμ.
Το ζεύγος Πηλορώφ απέκτησε ένδε­κα παιδιά, από τα οποία επέζησαν μόνον τα έξι, πέντε αγόρια και μόνον η μητέρα μου ήταν κορίτσι και χαϊδεμένο. Στην Ίμερα έζησαν αρκετά χρόνια.
Κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο, ο Πηλορώφ πήρε την οικογένειά του και έφυγε για το Βα­τούμ, όπου άνοιξε αλυσίδα φούρνων και πουλούσε ψωμί σε όλη την περιοχή. Επεξέτεινε, κατόπιν τις εμπορικές του δρα­στηριότητες, ανοίγοντας χρυσοχοείο και κατάστημα χοντρικής πώλησης τροφίμων.
Μετά από λίγα χρόνια έφυγαν από το Βατούμ και πήγαν στο χωριό Σαρίκαμις του Καρς, όπου έζησαν αρκετά χρόνια. Όταν ο Κεμάλ άρχισε τους διωγμούς σε βάρος των Ελλήνων χριστιανών, οι Πόντιοι έζησαν πολλές βαρβαρότητες.
Ένας μπέης, που ήταν, μάλλον, κρυπτοχριστιανός και είχε φιλίες με τον Πηλορώφ, του είπε: «Ειδοποίησε τους κατοίκους να φύγουν απόψε όλοι, να αδειάσετε το χωριό, γιατί το πρωί θα έρθουν οι Τούρκοι και δεν θα αφήσουν κανέναν ζωντανό».
Έτσι και έγινε. Όταν ξημέρωσε, το χωριό ήταν εντελώς άδειο. Οι Τούρκοι έβαλαν φωτιά και το έκαψαν. Και επειδή ο Πηλορώφ έσωσε 3.000 ανθρώπους από τη σφαγή, οι κάτοικοι του αφιέρωσαν τραγούδι που αρχίζει έτσι:
«Ο Πηλορώφ διέταξε γοσέψτεν τ' αραπάδες,
 εχ' κ' έρχουντανε οι Τουρκάντ'
και παίρ'νε τοι νυφάδες!»
Αργότερα, οι Τούρκοι έχτισαν δικά τους σπίτια και έδω­σαν στο χωριό τουρκικό όνομα.
Από εδώ και πέρα αρχίζει η ταλαιπωρία της οικογένειας Πηλορώφ. Η μητέρα μου Σοφία, που ήταν το 1919 εννιά ετών, διηγόταν: "Γιούλα πουλόπο μ', όταν ανεβήκαμε στο βουνό και γυρίσαμε πίσω να δούμε, φωτιές και καπνοί είχαν σκεπάσει τον ουρανό!».
Ο Αναστάσιος Πηλορώφ πήρε μαζί του τα τρία ορφανά, τον Αλέξανδρο, τον Δημήτρη και τη Σοφία, και τη γυναίκα του Νι­κόλα, που την ξάπλωσε στο κάρο και επάνω της έβαλε τα μικρά, για να μην τη δουν οι Τούρκοι.
Μαζί ήταν και ο θείος Νικόλας. Τον Γιώργο (Γιωρίκα) τον άφησαν στο Βατούμ να τακτοποιή­σει κάποιες δουλειές και μετά να πάει και αυτός στην Ελλάδα. Από τότε χάθηκαν τα ίχνη του Γιωρίκα. Η αδελφή του — η μάνα μου — ξεψύχησε και με το όνομα «Γιωρίκα» στα χείλη. Χάθηκαν τα ίχνη και του μεγάλου θείου, του Χριστόφορου, που ήταν συνταγματάρχης στον τσαρικό στρατό.
Μέσα στην αναμπουμπούλα, ο Αναστάσιος Πηλορώφ και ο γιος του Νικόλας, δεν ήξεραν πού βρίσκονται και τα μικρά παιδιά της οικογένειας. Αργότερα, η Σοφία Πηλορώφ διηγόταν τα βάσανα που τράβηξαν από βουνό σε βουνό, όπου πρίστηκαν οι κοιλιές τους από την πείνα.
Στο Βατούμ, όπου κατέληξαν μαζί με άλλες ταλαιπωρημέ­νες οικογένειες, φόρτωσαν τα γυναικόπαιδα σε ένα πλοίο και τους άντρες σε άλλο. Μετά από πολλές μέρες ταλαιπωρίας πάνω στο πλοίο έφτασαν στο Καραμπουρνού, στην Καλαμα­ριά. Εκεί έβαλαν τα παιδιά στο ορφανοτροφείο, χωριστά τα αγόρια από τα κορίτσια.
Τον Πηλορώφ και τον γιο του Νικόλα, ταλαιπωρημένους και άρρωστους, χτυπημένους από την ελονοσία, τους έκλεισαν στην καραντίνα, μαζί με πολλούς άλλους άντρες. Παρά τις προσπάθειες των γιατρών, κάθε μέρα πέθαιναν γύρω στα εκα­τό άτομα. Ανάμεσά τους και ο ξακουστός Αναστάσιος Πηλο­ρώφ και ο γιος του, ο Νικόλας. Όταν τους αναζήτησε η Σοφία Πηλορώφ, της είπαν ότι είναι θαμμένοι στα κοιμητήρια του Αγίου Ιωάννη, στην Καλαμαριά.
Η Σοφία, κόρη του Αναστάσιου Πηλορώφ, έψαχνε να τους βρει, να ανάψει στον τάφο τους ένα κερί, για να ησυχάσουν οι ψυχές τους.
Στο χωριό Κολχική της Φλώρινας ζούσαν τα αδέλφια του Αναστάσιου Πηλορώφ, ο Θόδωρον, ο Θανάης, ο Κώστης και ο Λάζαρον. Όταν η μητέρα μου ήρθε σε ηλικία να πα­ντρευτεί, και οι τέσσερις είπαν: «Ατό το ορφανόν, εμείς θα παντρεύομ'ατο». Έτσι και έγινε.
Στο χωριό Μελισσουργειό του Κιλκίς (παλιά Μουζντεράκ), ζούσαν τα άλλα τέσσερα αδέλφια του Πηλορώφ, από τους οποίους, ο Γαβριήλ ήταν δάσκαλος. Και στο Λαχανά Θεσ­σαλονίκης ζούσαν άλλοι δύο. Σύνολο δέκα. Όσοι από αυτούς είχαν αγόρια, παιδιά ή εγγόνια, έδωσαν το όνομα του παππού μου, Αναστάσιος. 
Δηλαδή, δύο στην Κολχική, δύο στο Με­λισσουργειό και ένα στον Λαχανά. Σύνολο, πέντε αγόρια με το όνομα Αναστάσιος Κεσίδης.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου