Τάσος Κωστόπουλος, Οι εμφύλιοι των Ποντίων



πλήρης τίτλος:

Τάσος Κωστόπουλος, «Οι εμφύλιοι των Ποντίων», Η Εφημερίδα των Συντακτών, 28-29.11.2015, σ. 21-22 & 83-84

==

Ανάθεμα Κισά-Μπατζάκ  
το κοντόν το ποδάρι σ’
 έρθανε οι αντάρτες μας
κι επήραν το κεφάλι σ’

Ποντιακό αντάρτικο τραγούδι (1944)

Kάθε φορά που μια ιστοριογραφική διαμάχη βγαίνει από τα στενά επιστημονικά πλαίσια για να περάσει στον χώρο της «δημόσιας Ιστορίας», το διακύβευμα είναι καθαρά πολιτικό: η όλη συζήτηση επηρεάζει δραστικά όχι μόνο τον τρόπο που οι άνθρωποι βλέπουν το παρελθόν αλλά και τα διδάγματα που αντλούν απ’ αυτό για το μέλλον, τη στάση τους απέναντι στους πρωταγωνιστές και τους πολιτικούς επιγόνους τους, τον επαναπροσδιορισμό «φίλων» και «εχθρών», την αναζήτηση ατομικών και συλλογικών πρακτικών.
Οι αντιπαραθέσεις για τη δεκαετία του ’40 είναι λ.χ. φανερό ότι αφορούν τη θέση της Αριστεράς στην ελληνική κοινωνία και τη διάχυτη νομιμοποίηση των διεκδικητικών κοινωνικών κινημάτων.
Η απρόσμενη επαναφορά του Μακεδονικού στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης το 1991-92 ισοδυναμούσε με απόπειρα αναδρομικής δικαίωσης της αντικομμουνιστικής εθνικοφροσύνης, που είχε απονομιμοποιηθεί λόγω του προδοτικού τυχοδιωκτισμού της στο Κυπριακό.
Οι αλλεπάλληλες δε προσπάθειες συγκεκριμένων κύκλων και εκδοτικών συγκροτημάτων να εκμαιεύσουν μια θετική επαναξιολόγηση του ιστορικού ρόλου της μοναρχίας συνδέονται εμφανώς με την αναζήτηση νέων (και ασφαλέστερων) μορφών ηγεμονίας, σε μια εποχή ξεκάθαρης ανεπάρκειας του μεταπολιτευτικού συντηρητικού πολιτικού προσωπικού.
Η πρόσφατη ανακίνηση του ζητήματος της «ποντιακής γενοκτονίας» δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση σ’ αυτόν τον κανόνα.
Το πιστοποιούν τόσο η προέλευσή της όσο και οι τόνοι που εξαρχής κυριάρχησαν στην όλη συζήτηση.
Σε αντίθεση με το Μακεδονικό, όπου η εμβέλεια του συντηρητικού λόγου υπονομεύτηκε δομικά από την αποκάλυψη της καταπιεστικής κρατικής διαχείρισης της μειονοτικής πτυχής του, το Ποντιακό εμφανίζει το «προσόν» να συνδυάζει την προβολή ακραίου εθνικιστικού λόγου και την επαναφορά ενός πρωτόγονου αντικομμουνισμού με το αίτημα «ιστορικής δικαίωσης» κάποιων θυμάτων.
Και, το κυριότερο, διαθέτει υλικό σημείο αναφοράς: χιλιάδες συμπολίτες μας που εκλαμβάνουν την αναγνώριση της επίμαχης «γενοκτονίας» ως δική τους συλλογική αναβάθμιση – και απαλλαγή από τα αρνητικά στερεότυπα με τα οποία τους είχαν στοχοποιήσει τα ρατσιστικά «ποντιακά ανέκδοτα» των προηγούμενων δεκαετιών.
Όμως οι Πόντιοι, όπως και κάθε άλλη ομάδα που αυτοπροσδιορίζεται με βάση τη γεωγραφική καταγωγή, δεν αποτελούν ενιαίο σύνολο με κοινή ιδεολογία, κοινά συμφέροντα και κοινή ιστορική διαδρομή.
Ως άτομα, αλλά και ως επιμέρους κοινότητες, ακολούθησαν στο πέρασμα του χρόνου πολύ διαφορετικούς δρόμους, στρατεύτηκαν σε αντίπαλες ιδεολογίες κι υπηρέτησαν διαμετρικώς αντίθετα πολιτικοϊδεολογικά σχέδια.
Αντίθετα μάλιστα από την εικόνα που φιλοτεχνεί ο αγοραίος εθνικισμός των γενοκτονολογούντων, οι ρίζες αυτής της διαφοροποίησης εντοπίζονται πολύ πριν από την προσφυγιά της δεκαετίας του ’20.

Αντάρτες και νομιμόφρονες

Αν οι περισσότεροι Αρμένιοι εξολοθρεύτηκαν ομαδικά μέσα σ’ ένα εξάμηνο του 1915 βάσει ενιαίων διαταγών που εφαρμόστηκαν σε όλη την έκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και οι οποίες δεν επιδέχονταν τροποποίηση από τις τοπικές αρχές (ανάλογα με τη συμπεριφορά ή την «επικινδυνότητα» των κατά τόπους κοινοτήτων) ούτε έκαναν διάκριση μεταξύ των επιμέρους κοινωνικών κατηγοριών τού υπό εξόντωση πληθυσμού, η εμπειρία των Ελλήνων του Πόντου υπήρξε δομικά διαφορετική.
Σύμφωνα με όλες τις διαθέσιμες πρωτογενείς μαρτυρίες και πηγές, η αντιμετώπισή τους από τις αρχές και τους σύνοικους τουρκομουσουλμανικούς πληθυσμούς εμφανίζει αξιοσημείωτη ποικιλομορφία και καθορίστηκε από παράγοντες όπως η γεωγραφική θέση, η πολιτικοεκκλησιαστική ηγεσία ή η ταξική ένταξη.
Η πιο συνηθισμένη αντιδιαστολή γίνεται ανάμεσα στον τουρκόφωνο Δυτικό Πόντο (με κέντρο τη Σαμψούντα), θέατρο μαζικού αντάρτικου και αιματηρών κατασταλτικών μέτρων, και τον ελληνόφωνο Ανατολικό Πόντο (με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα), όπου οι διώξεις παρέμειναν σχετικά περιορισμένες.
Η διαφορετική εξέλιξη των δύο περιοχών αποδίδεται συχνά στην ιδιοσυγκρασία των αντίστοιχων μητροπολιτών: ο Αμισού Γερμανός (Καραβαγγέλης) υπέθαλψε -με ρωσική βοήθεια- το αντάρτικο ήδη από τα χρόνια του Α' Παγκόσμιου Πολέμου, ενώ ο Τραπεζούντος Χρύσανθος, η επαρχία του οποίου συνιστούσε ζώνη επιχειρήσεων του ρωσοτουρκικού μετώπου, ακολούθησε πολύ πιο ευέλικτη πολιτική, ανταλλάσσοντας τη νομιμοφροσύνη του ίδιου και του ποιμνίου του προς κάθε επικυρίαρχο με τη συλλογική τους επιβίωση.
Από κάποιες μαρτυρίες διαπιστώνουμε πως αυτή η απόκλιση δεν ήταν μόνο ατομική υπόθεση των ιεραρχών, αλλά αντανακλούσε διαφορετικά κοινωνικά χαρακτηριστικά των αντίστοιχων πληθυσμών.
Ο Κερασούντιος Γεώργιος Βαλαβάνης πιστώνει λ.χ. τους Ελληνες της Τραπεζούντας με μειωμένο εθνικό «ενθουσιασμό», που ο ίδιος αποδίδει στην προνομιακή ενασχόλησή τους με τις επιστήμες και το εμπόριο («Σύγχρονος γενική ιστορία του Πόντου», Αθήναι 1925, σ. 76).
Ο συλλογικός χαρακτήρας της αντίθεσης επιβεβαιώνεται από το δεξί χέρι του Χρύσανθου, τον αρχιτέκτονα Δημήτριο Φυλλίδη:
Η Κοινότης Τραπεζούντος εχειρίζετο τα κοινά πάντοτε με φρόνησιν και χωρίς ανωφελείς και ακαίρους προκλήσεις προς τους Τούρκους, οι οποίοι απετέλουν και την συντριπτικήν πλειοψηφίαν του πληθυσμού. [...] Ανάλογος προς την γραμμήν ταύτην ήτο η στάσις των ιθυνόντων της πόλεώς μας κατά την μυστικήν συνεδρίασιν, η οποία συνεκροτήθη εις την Ελληνικήν Λέσχην όταν μας επεσκέφθη, προερχομένη εκ Κωνσταντινουπόλεως, η περίφημος Επιτροπή υπό τον Αγιον Αμισού μετά των μελών αυτής κ.κ. Πινιάτογλου, Γ.Γ. Κανδύλη και Λεοντοπούλου (με πολιτικήν περιβολήν).
Ενθυμούμαι τον θετικόν Ματθαίον Κωφίδην, όταν τους ηρώτησε εάν θα μείνουν μαζί μας διά να εφαρμοσθούν αυτά τα αδύνατα τα οποία μας επρότειναν. Εις απάντησίν των, ότι αυτοί πρέπει να φύγουν διότι η αποστολή των δεν ετελείωσε, ο μακαρίτης παρετήρησεν εν οργή: “Φαίνεται, κύριοι, εσείς θέλετε να βλέπετε με τα κυάλια σας την Τραπεζούντα να καίεται”» («Οι τελευταίες ημέρες της Τραπεζούντας», Θεσ/νίκη 1998, σ. 17-19).
Ο ρόλος των ιεραρχών και της εμπλοκής τους στις κοινοτικές διενέξεις υπήρξε πάντως συχνά καθοριστικός. Ακόμη κι ο διαβόητος δήμαρχος της Κερασούντας, Τοπάλ Οσμάν, εγκαινίασε τις διώξεις των εκεί Ελλήνων με πρωτοβουλία του επιχώριου μητροπολίτη Χαλδίας Λαυρέντιου.
Ο δεσπότης ήθελε να εκδικηθεί την αντίπαλη προς αυτόν μερίδα προκρίτων για τη δίωξή του στη διάρκεια του Α' Παγκόσμιου Πολέμου, όταν είχε κατηγορηθεί ότι χρηματιζόταν για να εξαιρεί (σαν δήθεν «διακόνους») ευκατάστατα μέλη του ποιμνίου του από τη στράτευση. «Ευρέθησαν άνθρωποι, ακούοντες εις Ελληνικά ονόματα, οι οποίοι κατήγγειλαν επισήμως παρά τω διοικητή τους αντιπάλους ότι είνε Βενιζελικοί!», θυμίζει χαρακτηριστικά ο Βαλαβάνης.
Ο τύραννος δε Οσμάν, αφού εξεμεταλλεύθη παντοιοτρόπως τους υπέρ του Μητροπολίτου πολίτας, τους οποίους κατώρθωνε να εξωθήση και εις ενυπογράφους καταγγελίας και εις διαφόρους αποκαλύψεις, τελευταίον ενεφανίσθη ως τιμωρός και δήμιος.
Σε μια χαρακτηριστική περίπτωση, όταν «κατά το μνημόσυνον του απαισίου Χατζή Θεοδώρου Πανίδου εν Κερασούντι παιδία τινά ανέτρεψαν τους δίσκους των κολλύβων», ο Οσμάν έσπευσε «κατόπιν καταγγελίας των ενδιαφερομένων» κι «εθανάτωσε τρία εξ αυτών».
Οι θανάσιμες αυτές αντιθέσεις, τονίζει ο ίδιος συγγραφέας, δεν γεφυρώθηκαν από τα μετέπειτα γεγονότα αλλά μεταφυτεύτηκαν στην προσφυγιά:
«Και σήμερον ακόμη [1925] παραδόξως υπάρχουν οι συνεχίζοντες και εν Ελλάδι ακόμη την μόρσιμον διάσπασιν, η οποία επροξένησε τόσην καταστροφήν και τόσα δάκρυα εις την ταλαίπωρον πόλιν» (σ. 144-145).
Η συστηματική εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού των παραλίων προς την ενδοχώρα διατάχθηκε ως γνωστόν από την κεμαλική ηγεσία τον Ιούνιο του 1921, ως απάντηση στον βομβαρδισμό παραλιακών φρουρίων από τον ελληνικό στόλο και στις φήμες για επικείμενη ελληνική απόβαση στον Πόντο, με σκοπό το άνοιγμα δεύτερου μετώπου κατά την προέλαση του ελληνικού στρατού προς την Άγκυρα.
Η εφαρμογή του μέτρου υπήρξε ωστόσο εξαιρετικά άνιση, όπως διαπιστώνουμε από τις μαρτυρίες Ποντίων που εξέδωσε πρόσφατα (2013) το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών: αλλού εκτοπίστηκε όλος ο ελληνικός πληθυσμός, αλλού οι άντρες μάχιμης ηλικίας, αλλού ορισμένοι απ’ αυτούς, αλλού τα γυναικόπαιδα (όταν οι άντρες ήταν αντάρτες), αλλού κανείς απολύτως.
Ως καθοριστικός παράγοντας γι’ αυτή τη διάκριση υποδεικνύεται συνήθως η προσωπικότητα κάποιων Τούρκων αξιωματούχων και, κυρίως, οι προϋπάρχουσες σχέσεις μεταξύ των ντόπιων χριστιανών και μουσουλμάνων.
«Επειδή τα περνούσαμε καλά με τους Τούρκους και τις αρχές, γλιτώσαμε την εξορία», αφηγείται χαρακτηριστικά μια γυναίκα από το Βεζίρ Κιοπρού.
«Κάνανε πολλές συστάσεις και είπαν πως είμαστε ακίνδυνοι, εγγυήθηκαν δε όλοι οι Τούρκοι του Βεζίρ Κιοπρού και δεν πήγαμε εξορία» (σ. 52).
Εντελώς διαφορετικές ήταν οι αναμνήσεις ενός χωρικού του ίδιου καζά που βγήκε στο βουνό επειδή δεν άντεχε την καταπίεση:
«Ζούσαμε σαν τα κυνηγημένα ζώα μέσα στα δάση. Στις μάχες που γίνονταν χάθηκαν πολλοί δικοί μας. Στο τέλος δεν αντέξαμε από την πείνα και τις κακουχίες. Αλλοι παραδόθηκαν και άλλοι προσπάθησαν να καταφύγουν στη Ρωσία» (σ. 53).
Ακόμα χειρότερη μοίρα είχαν κάποια άλλα χωριά που πέρασαν διά πυρός και σιδήρου από τα παραστρατιωτικά αποσπάσματα του Τοπάλ Οσμάν.
Η διοικητική υπαγωγή σε διαφορετικό καϊμακαμλίκι μπορούσε να σημαίνει απαλλαγή από την εκτόπιση που έπληττε γειτονικά χωριά (σ. 277, 297-298, 317, 334-335), λεπτομέρεια που πιστοποιεί πως η επιλογή των κατασταλτικών μέτρων δεν αποτελούσε πάντα αντικείμενο κεντρικού σχεδιασμού, αλλά αφηνόταν στη διακριτική ευχέρεια των τοπικών διοικήσεων.
«Ο καϊμακάμης είχε δώσει υπόσχεση αν κάτσουμε καλά να μην πάμε εξορία», θυμάται ένας πρόσφυγας από το Αλτίνογλου Τσιφλίκ (σ. 355), ενώ κάποιος άλλος θυμάται ότι στη δική του περιοχή η μη εκτόπιση των γυναικόπαιδων εξαγοράστηκε με την επιβολή έκτακτης φορολογίας (σ. 362).
Όπου πάλι οι Έλληνες είχαν βιαιοπραγήσει στη διάρκεια της ρωσικής κατοχής κατά των Τούρκων συντοπιτών τους, οι αντεκδικήσεις ήταν αναμενόμενες (σ. 404).
Ακόμη κι ο αιμοβόρος Τοπάλ Οσμάν προστάτεψε πάντως κάποιο συγκεκριμένο χωριό, επειδή οι κάτοικοί του τον είχαν υποθάλψει όταν ήταν ακόμη ένας απλός λαθρέμπορος (Παντελής Βαλιούλης, «Σελίδες εκ της συμφοράς του Πόντου», Θεσ/νίκη 2005, σ. 60).
Το δημοσιευμένο ημερολόγιο της ανταρτοομάδας του Ευκλείδη Κουρτίδη επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό αυτή την περίπλοκη εικόνα.
Ενώ τα ατίθασα χωριά της Σάντας πυρπολήθηκαν κι εκκενώθηκαν τον Σεπτέμβριο του 1921 (σ. 102-107), κοντινά κεφαλοχώρια όπως η Κρώμνη και τα Ιμερα έμειναν άθικτα και αρνούνταν να υποθάλψουν τους καταδιωκόμενους γείτονές τους (σ. 197-201).
Υπάρχουν τέλος χωριά, οι περιπέτειες των οποίων δεν είχαν την παραμικρή σχέση με την όποια εθνική αντιπαράθεση.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Πέλιορεν του Ακ-Μαντέν, η καταστροφή του οποίου ιστορήθηκε ως εξής από έναν πρώην κάτοικό του:
Να πώς έγινε και χάλασε το χωριό μας. Τον χειμώνα του 1921, Φεβουάριος ή Μάρτιος ήταν, ήρθαν στα μέρη μας Κούρδοι από την περιφέρεια της Γάζοβας, μπήκαν στο χωριό μας και κλέψανε τα ζώα μας.
Για να ξαναβρούμε τα ζώα μας πήγαμε στο Ζήλε και πήραμε χωροφύλακες. Οι Κούρδοι ήταν σκηνίτες, γύριζαν εδώ κι εκεί. Οι χωροφύλακες ψάξανε και τους βρήκανε. Πήρανε τα ζώα και μας τα φέρανε. Είδανε όμως τους Κούρδους όμορφους και πριν φύγουνε τους καβαλλικέψανε.
Τρεις μήνες μετά οι Τούρκοι των γύρω χωριών μας ειδοποιήσανε να φύγουμε, γιατί οι Κούρδοι θα μας επιτεθούν πάλι για να μας εκδικηθούν. Είχαν μάθει ότι είχαν έλθει και γύριζαν πάλι στην περιοχή μας. Εμείς τη μια μέρα φεύγαμε, την άλλη φεύγαμε, μείναμε μέχρι του Προφήτη Ηλία. Δεν ήταν κι εύκολο να αφήσουμε τα σπίτια μας και να φύγουμε.
Τη μέρα του Προφήτη Ηλία ήρθανε οι Κούρδοι. Μπήκαν στα σπίτια μας, μας χτυπήσανε, μας λήστεψαν. Πήρανε όλα τα ζώα, τα γεννήματα, τίποτα δεν άφησαν. Οι Τούρκοι τζανταρμάδες που είχαμε στείλει τους καβαλλίκεψαν, αυτοί ατίμασαν τις γυναίκες μας. Την άλλη μέρα σηκωθήκαμε και φύγαμε [...]. Δουλεύαμε στα τούρκικα χωριά και περάσαμε το 1922. Το 1923 πήγαμε στην Αγκυρα κι επ’ εκεί φύγαμε με την Ανταλλαγή και ήρθαμε στην Ελλάδα. (ΚΜΣ, σ. 241-242).

Πλούσιοι και φτωχοί

Πάνω απ’ όλα, αυτό που αποτυπώνεται στις μαρτυρίες των Ποντίων που έζησαν τα γεγονότα είναι η ταξικότητα της όλης εμπειρίας.
Τον χειμώνα του 1918-19, θυμάται ο γραμματέας της μητρόπολης Χαλδίας, «πείνα εθέριζε τας εργατικάς τάξεις και πολλοί, ως εκ της ελλείψεως εργασίας και της χορτοφαγίας, επρήζοντο εις το πρόσωπον και ένα μήνα το πολύ μετά την προσβολήν της ασθενείας απέθνησκον» (Γεώργιος Κανδηλάπτης-Κάνις, «Η ζωή μου», Θεσ/νίκη 2002, σ. 286).
Κατά τη χειμωνιάτικη πάλι εκτόπιση των Ελλήνων του Ζονγκουλντάκ, διαβάζουμε στη συλλογή του ΚΜΣ, οι περισσότεροι ήταν «χωρίς φορτηγά ζώα (εκτός τινών πλουσίων)» (σ. 387).
Στους τόπους της εξορίας αποδεκατίστηκαν κυρίως τα απροστάτευτα γυναικόπαιδα, σε αντίθεση με τους μορφωμένους άρρενες αστούς, τους τεχνίτες αλλά και τους «γνωρίζοντες οιονδήποτε βιοποριστικόν επάγγελμα», που «δεν εβράδυναν να εξασφαλίσωσι τα προς το ζην και να επιβιώσωσιν», καλύπτοντας τα επαγγελματικά κενά που είχε δημιουργήσει η πρόσφατη εξόντωση των Αρμενίων.
Μάλιστα, «οι εκ των μεγάλων πόλεων καταγόμενοι, ως ευελικτώτεροι, απέκτησαν σχέσεις και γνωριμίας μετά των τα πρώτα φερόντων και των διοικητικών παραγόντων» (Σάββας Ιωακειμίδης, «Συμβολή εις την γενικήν ιστορίαν του Πόντου», Εν Αθήναις 1985, σ. 174-175 & 178).
Μια τέτοια περίπτωση αποτελούσε ο γραμματέας της μητρόπολης Χαλδίας. Κατά την εκτόπιση του ίδιου και των συμπολιτών του στο Ερζερούμ (Δεκέμβριος 1920 - Απρίλιος 1922), αφηγείται, οι ντόπιοι Τούρκοι, «καίτοι εθνικόφρονες» (δηλαδή κεμαλικοί), «πολλά παθόντες υπό των Αρμενίων, υπεδέχθησαν ημάς μετά χαράς και ως επαγγελματίας και μας απεκάλουν διά της προσωνυμίας “Ρουμ-ογλού” αντί του “Κιαφίρ” και “Κιαβούρ”, τας οποίας μετεχειρίζοντο διά τους Αρμενίους. Ολοι εύρομεν εργασίας και εκερδίζομεν τον άρτον μας. Πολλοί δε έπεμπον χρήματα και εις τας οικογενείας των εκείθεν».
Ο ίδιος επιδόθηκε «εις την εξάσκησιν του επαγγέλματος του κουρέως και του οδοντοβγάλτου», αλλά και σε ποικίλες διαμεσολαβήσεις μεταξύ εξορίστων και αρχών:
Κάθε εβδομάδα έπεμπον ανά 5 λίρας εις την οικογένειάν μου, και ούτω ουδέν έπιπλον η οικογένειά μου επώλησε προς ζωάρκειαν. Τολμηρός και τουρκομαθής, προσελήφθην ως βοηθός του επιστάτου των μεμφίδων (εξορίστων) ομογενών Βασιλείου Κεϊβενίδου, εισπράττων συνδρομάς προς κηδείαν των αποθνησκόντων ομογενών, διανέμων τας επιστολάς των εξορίστων και ερχόμενος εις επικοινωνίαν μετά των αρχών περί των υποθέσεών των και ιδίως μετά του εκεί εξορίστου Μητροπολίτου Ικονίου Προκοπίου.
Χαίρων της ευνοίας του γενικού διευθυντού των Ταχυδρομείων Χουσεΐν βέη, τον οποίον εγνώρισα εις την Αργυρούπολιν, πάντοτε ελευθέρως εισερχόμην εις τα Ταχυδρομεία λαμβάνων τας χρηματικάς αυτών αποστολάς και διαβιβάζων τα δέματα αυτών και τα χρήματα εις τας οικογενείας των. Τόσον δε ευπόρησα, ώστε πολλάκις εβοήθουν και τους εξορίστους εκεί Σανταίους, συνιστών εις αυτούς να εργασθώσι και να μη παρεκτραπώσι της ευθείας οδού» (Κανδηλάπτης-Κάνις, σ. 294-295).
Η κοινωνική ανισότητα θα επιβεβαιωθεί και κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών. Οταν τον Μάρτιο του 1923 έφτασαν στην Τραπεζούντα τα πρώτα πλοία, θυμάται μια γυναίκα από τα Ιμερα, «όσοι είχαν ανθρώπους κατάφερναν και έμπαιναν. Αλλοι κάθονταν και περίμεναν. Οσοι είχαν λεφτά πλήρωναν και έφευγαν» (ΚΜΣ, σ. 406). «Δεν είχομεν τα απαιτούμενα», αναλογίζεται κάποιος άλλος, «διά να μεταβαίνομεν εις άλλας πλουσίας χώρας, όπως έκαμαν πολλοί και μετέβησαν άλλοι εις Γαλλίαν και άλλοι εις Αμερικήν. (σ. 391).

ΕΑΜοπόντιοι και ταγματασφαλίτες

αυτή διαφορά των βιωμάτων συνεχίστηκε και στην καινούργια πατρίδα, με διαφορετικούς ρυθμούς κοινωνικής ένταξης αλλά και ατομικής ή συλλογικής αποδέσμευσης από την κρατική πατρωνία.
Σαφώς μεγαλύτερη εξάρτηση από τις κρατικές αρχές, αλλά και συσπείρωση γύρω από τις τοπικές ηγεσίες τους, επέδειξαν για προφανείς λόγους οι τουρκόφωνοι.
Οι ελληνόφωνοι διέθεταν μεγαλύτερα περιθώρια προσωπικής αυτονομίας· οι δε «Καυκάσιοι», που είχαν βιώσει τη χειραφετητική εμπειρία της Ρωσικής Επανάστασης, διαδραμάτισαν κομβικό ρόλο στο αγροτικό και αριστερό κίνημα, αποσπώντας την καχυποψία ή και την εχθρότητα των κρατικών αρχών.
Στο πολιτικό πεδίο, η ρατσιστική αντιμετώπιση των Ποντίων (όπως και των υπόλοιπων προσφύγων) από τους γηγενείς και η υπόθαλψή της από την αντιβενιζελική Δεξιά επέφερε αυτόματα την ταύτιση της συντριπτικής πλειονότητας με το βενιζελικό στρατόπεδο.
Ταύτιση που έφτασε μέχρι την ένοπλη κινητοποίηση πολλών Ποντίων της Ανατολικής Μακεδονίας στο πλευρό των βενιζελικών κινηματιών του 1935.
Ιστορική έχει μείνει η απάντηση κάποιου απ’ αυτούς προς τη σύζυγό του, που τον καλούσε να θέσει τις οικογενειακές υποχρεώσεις πάνω από την κομματική στράτευση:
«Κίντυνος ντημοκρατία, χέζω σε και τα παιδία» (Δημήτρης Μιχελίδης, «Ο σκληρός δρόμος», Αθήνα 1983, σ. 80).
Η οικονομική κρίση και η αντιλαϊκή διαχείρισή της από την κυβέρνηση Βενιζέλου θα σημάνουν ωστόσο τη ριζοσπαστικοποίηση μιας μεγάλης μερίδας Ποντίων, που μέσα στη δεκαετία του ’30 στράφηκαν προς την Αριστερά.
«Οι Πόντιοι ήταν πάρα πολλοί», θυμάται για τους συγκρατουμένους του στο στρατόπεδο συγκέντρωσης της Ακροναυπλίας ο Αντώνης Φλούντζης, σημειώνοντας ότι το συλλογικό τους παρατσούκλι εκεί ήταν «Εθνος» («Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες», Αθήνα 1979, σ. 105 & 103).
Η διαφοροποίηση αυτή εμπεδώθηκε στα χρόνια της Κατοχής. Μεγάλο μέρος των Ποντίων μετείχε στην ΕΑΜική Αντίσταση, τόσο στην πρωτεύουσα όσο και στη Βόρεια Ελλάδα, συχνά μάλιστα από ηγετικές θέσεις.
Την άλλη όψη του νομίσματος αποτέλεσε η μαζική ένταξη των τουρκόφωνων Ποντίων στα δωσιλογικά σώματα του Ελληνικού Εθνικού Στρατού (ΕΕΣ), με επικεφαλής τοπικούς παράγοντες και παλιούς οπλαρχηγούς όπως ο Μιχάλαγας, ο Κισά Μπατζάκ, ο Κοτζά Εστάθ ή ο Λαζίκ.
Στις περιοχές όπου κυριαρχούσε το ποντιακό στοιχείο, όπως ο νομός Κιλκίς, η σύγκρουση ΕΛΑΣ - ταγματασφαλιτών πήρε έτσι τα χαρακτηριστικά ποντιακού εμφυλίου.
Σε πολλά χωριά, η αντιπαράθεση δρομολογήθηκε βάσει του διαχωρισμού ελληνόφωνων και τουρκόφωνων Ποντίων, με τους πρώτους να στηρίζουν το ΕΑΜ και τους δεύτερους τα Τάγματα Ασφαλείας.
«Είναι λυπηρόν ότι οι ελληνόφωνοι του χωριού μας Πόντιοι, Καυκάσιοι και Τραπεζούντιοι, απεστραγγίσθησαν όλοι προς τον κομμουνισμόν· παρέμειναν δε πιστοί Ελληνες μόνον οι τουρκόφωνοι», διαβάζουμε χαρακτηριστικά σε μεταπολεμική επιστολή εθνικοφρόνων του χωριού Πελαργός (Νίκος Μαραντζίδης, «Γιασασίν Μιλέτ», Ηράκλειο 2001, σ. 155 & 151).
Στον υπηρεσιακό λόγο των Αρχών, η πολιτική αυτή διαφορά μεταφράζεται κατά κανόνα σε «εθνοτική» αντίθεση, με στοχοποίηση συνήθως των «Καυκασίων».
Στην έκθεσή του για την εξέγερση του Μεσόβουνου Εορδαίας, τον Οκτώβριο του 1941, ο κατοχικός νομάρχης Κοζάνης τονίζει λ.χ. πως αυτό «κατοικείται από Λαζούς πρόσφυγας εκ Πόντου» που «διατελούσιν εις εντελώς απολίτιστον κατάστασιν, τα δε 90% τούτων τυγχάνουσι κομμουνισταί εκ των μάλλον επικινδύνων».
Τελική κατάληξη της προσφυγής του στο γερμανικό φρουραρχείο υπήρξε η ομαδική εκτέλεση 165 κατοίκων από τη Βέρμαχτ («Ιός», 27.10.2002).
Τον Δεκέμβριο πάλι του 1945, στέλεχος της Διευθύνσεως Πληροφοριών του ΓΕΣ αντιδιαστέλλει «Καυκασίους» και «Ποντίους» που «αλληλομισούνται»:
«Γενικώς οι Πόντιοι είναι Εθνικόφρονες, οι δε Καυκάσιοι κομμουνισταί. Αμφότεροι είναι φανατικοί εις την ιδεολογίαν των».
«Το στοιχείον τούτο χρήζει καθ’ ημάς ιδιαιτέρας προσοχής, διότι ατυχώς απεδείχθη ότι δεν εννοεί να εγκληματισθή εις το Ελληνικόν κλίμα», γράφει χαρακτηριστικά για τους «Καυκασίους» της περιοχής του ο νομάρχης Φλώρινας (26.5.1945). «Η πλειονότης των είναι υπόλογος εγκληματικής απέναντι του Έθνους συμπεριφοράς των».
Τα χωριά τους, «πυρήνες της κομμουνιστικής δράσεως εν τη περιφερεία ταύτη», θεωρούνται «καρκινώματα μεταξύ των Ελληνικών χωρίων», σε αντίθεση με τα γειτονικά τουρκόφωνα, όπου «δεν εισεχώρησεν η αποσυνθετική δράσις του ΕΑΜ. Απολίτιστα ίσως τα χωρία ταύτα, πάντως όμως Ελληνικά και πειθαρχικά εις τα Κρατικά κελεύσματα».
Αποκαλυπτικές είναι οι μεταπολεμικές εισηγήσεις για εκδίωξη της πληθυσμιακής αυτής ομάδας, στο πλαίσιο της σχεδιαζόμενης εθνοκάθαρσης των ανεπιθύμητων μειονοτήτων.
«Το μέσον της μετατοπίσεως των Σλαβομακεδόνων εις την Π. Ελλάδα και τας Νήσους φρονούμεν ότι πρέπει να επεκταθή και εις τους καυκασίους πρόσφυγας», εισηγείται χαρακτηριστικά στις 20.7.1945 ο μεταξικός δήμαρχος Εδεσσας Κώστας Σιβένας, πρόταση που ο Φίλιππος Δραγούμης θα επαναλάβει προς το ΓΕΣ το 1948:
«Εις τα παραμεθόρια ευρίσκονται εγκατεστημένοι εις επίκαιρα σημεία και ελληνόφωνοι πρόσφυγες (ως π.χ. οι εκ Ρωσίας “Καυκάσιοι” καλούμενοι), των οποίων πολλοί δυστυχώς τυγχάνουν επικίνδυνοι κομμουνισταί. Διά να μη, λοιπόν, κατηγορηθεί η ελληνική κυβέρνησις ως ενεργούσα παρανόμως, ανελευθέρως και απανθρώπως, και δη διωγμόν γλωσσικόν και φυλετικόν, θα ήτο ενδεδειγμένον ν’ αρχίση η εκτόπισις από των οικογενειών των ελληνοφώνων».

Στη σκιά της «γενοκτονίας»

Εξίσου ποικιλόμορφες υπήρξαν οι μεταπολεμικές εκλογικές επιλογές αυτών των κοινοτήτων. Μεταξύ 1946 και 1964, στη Β. Ελλάδα εξελέγησαν έτσι 13 κεντρώοι, 12 δεξιοί κι 6 αριστεροί Πόντιοι βουλευτές (Μαραντζίδης 2001, σ. 216-217).
Ειδικά οι τουρκόφωνοι παρέμειναν ακόμη και στη μεταπολίτευση πλειοψηφικά δεξιοί (σ. 220-222). Το αντίθετο συνέβη με πολλές άλλες ποντιακές κοινότητες, φακελωμένες από τον στρατό σαν «μικρές Μόσχες» (περ. «Αντί», τχ. 31, 32, 41 & 85). Ειδικά η Καλαμαριά και η «προβληματική» πολιτική συμπεριφορά της αποτέλεσαν μάλιστα αντικείμενο ειδικών ερευνών της αμερικανικής πρεσβείας κατά τη δεκαετία του ’50.
Η απαξίωση αυτής της πολύμορφης κληρονομιάς και η ομογενοποίηση των Ποντίων στη βάση του αφηγήματος περί «γενοκτονίας» αποτελεί κεντρικό στόχο της τρέχουσας καμπάνιας.
Αν η σχετική απόφαση της Βουλής το 1994 οφειλόταν κυρίως στο γενικότερο κλίμα της εποχής και τις τότε προσδοκίες των εθνικιστών για επικείμενη διάλυση της Τουρκίας εκ των ένδον, τα πολιτικά συμφραζόμενα της τωρινής γενοκτονολογίας αφορούν σε μεγάλο βαθμό τη ριζική αναδόμηση της συλλογικής μνήμης.
● Μια πτυχή αυτής της αναδόμησης εστιάζεται στη δαιμονοποίηση του Ελευθέριου Βενιζέλου ως συνυπεύθυνου για τη «γενοκτονία».
Ακόμη και το σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου της Γ' Λυκείου, η αφαίρεση του οποίου από την εξεταστέα ύλη ενόχλησε τόσο τον κ. Βαρβιτσιώτη, σκιαγραφεί τον Βενιζέλο ως απαράδεκτα ενδοτικό στις πιέσεις των συμμάχων για το Ποντιακό, αποσιωπώντας τα πραγματικά διλήμματα της εποχής – την αναξιοπιστία δηλαδή των αλυτρωτικών σχεδίων λόγω απόστασης αλλά και της μεγάλης πλειονότητας του εκεί τουρκικού πληθυσμού.
● Μια δεύτερη πτυχή αφορά την καλλιέργεια ενός ακραίου αντικομμουνισμού. Αποκαλυπτικό δείγμα το τρίγλωσσο πανό του συλλαλητηρίου της 5ης Νοεμβρίου, όπου ως «εμπνευστές της γενοκτονίας» καταγγέλλονταν ισότιμα ο Κεμάλ, ο Λένιν κι ο Εβραίος σοσιαλιστής Πάρβους (που σύμφωνα με τις ακροδεξιές συνωμοτικές θεωρίες κινούσε τα νήματα των αριστερών κινημάτων της εποχής).
Ο αντικομμουνισμός αυτός δεν περιορίζεται στην Ακροδεξιά αλλά έχει και θεσμικό χαρακτήρα, όπως διαπιστώνουμε από την ερώτηση που τέθηκε το 2008, επί Ευριπίδη Στυλιανίδη, στις πανελλήνιες εξετάσεις της Γ' Λυκείου: «Να αιτιολογήσετε γιατί η συνεργασία Κεμάλ-Μπολσεβίκων λειτούργησε ως ταφόπετρα του Ποντιακού ζητήματος».
● Μια τρίτη πτυχή οραματίζεται, τέλος, τη δίωξη όσων διαφωνούν με τα εθνικιστικά κηρύγματα. «Η πραγματική αναγνώριση επιτυγχάνεται μόνο με την ποινικοποίηση», ξεκαθάρισαν ήδη από το 2008 στο συνέδριο «Τρεις γενοκτονίες - Μια στρατηγική» δύο βασικοί εισηγητές (Αντώνιος Παυλίδης - Νίκος Λυγερός), καταγγέλλοντας την προσήλωση «στα τυπικά ανθρώπινα δικαιώματα». Με κείμενο στο περιοδικό «Αρδην» (11.2006), το ίδιο ντουέτο είχε πρωτοστατήσει και στην καμπάνια κατά του «εθνομηδενιστικού» βιβλίου της Στ' Δημοτικού.
Προς τι λοιπόν η έκπληξη που σ’ αυτά τα θολά νερά έκρινε βολικό να κολυμπήσει (και) η ναζιστική Χρυσή Αυγή;

Real μαγείρεμα

Την περασμένη Κυριακή, η εφημερίδα «Real News» έκρινε καλό να ενημερώσει τους αναγνώστες της για τη «γενοκτονία των Ποντίων», αναπαράγοντας ως ένθετο το πρώτο μέρος της εκλαϊκευτικής μονογραφίας του Σταύρου Καρκαλέτση «Το ποντιακό αντάρτικο και η γενοκτονία», που κυκλοφορεί από το 2007 ως δημοσίευμα του περιοδικού «Στρατιωτική Ιστορία».
Η επιλογή του συγκεκριμένου έργου είναι αξιοσημείωτη, δεδομένου ότι ο εκδότης της εφημερίδας ήταν εκείνος που έφερε το όλο ζήτημα στην επικαιρότητα στις 3 Νοεμβρίου, ζητώντας -δίχως κάποιο συγκυριακό εξωτερικό ερέθισμα- από τον υπουργό Παιδείας να τοποθετηθεί για ένα άρθρο που είχε γράψει προ ετών.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει κατ’ αρχάς η ταυτότητα του συγγραφέα που επιστρατεύτηκε από τον κ. Χατζηνικολάου ως κατάλληλος για τη διαφώτιση του κοινού.
Επικεφαλής του γραφείου Τύπου του ακροδεξιού ΛΑΟΣ το 2005, περιφερειάρχης του το 2006 και υποψήφιος βουλευτής το 2007 και το 2009, ο κ. Καρκαλέτσης υποστήριξε στη συνέχεια τον Αντώνη Σαμαρά και τον Μάρτιο του 2012 ανακοίνωσε τη διαθεσιμότητά του για εκλογική κάθοδο με τη Ν.Δ., δίχως τελικά ν’ αξιωθεί μια θέση στα ψηφοδέλτιά της.
Τον Μάιο του 2014 κατέβηκε ως υποψήφιος ευρωβουλευτής των ΑΝ.ΕΛΛ., προβάλλοντας την ιδιότητα του αρθρογράφου του μιλιταριστικού ιστότοπου Defencenet και το σλόγκαν πως «είναι από τους τελευταίους Ελληνες που οι Τούρκοι θα ήθελαν να δουν στην Ευρωβουλή»· το επιχείρημα αυτό άφησε όμως μάλλον αδιάφορους τους ψηφοφόρους, με αποτέλεσμα να καταλάβει την 34η θέση σε σύνολο 42 υποψηφίων.
Εξίσου άκαρπη αποδείχθηκε και η επόμενη προσπάθειά του, τον Ιανουάριο του 2015, όταν ήρθε 4ος μεταξύ 8 υποψηφίων των ΑΝ.ΕΛΛ. στην Εύβοια.
Για τη σοβαρότητα του πονήματός του περί «ποντιακής γενοκτονίας» και τον σεβασμό που ο ιστορικός μας επιφυλάσσει στις πρωτογενείς πηγές, χαρακτηριστική μπορεί να θεωρηθεί η εκ μέρους του εξιστόρηση μιας τυπικής λεπτομέρειας από τις εκτοπίσεις του άρρενος πληθυσμού των ποντιακών παραλίων προς την ενδοχώρα:
«Στις 3 Ιανουαρίου 1922», διαβάζουμε στο ένθετο της «Real News», «οι Τούρκοι αποφάσισαν να εξοντώσουν όσους εξόριστους ήταν ακόμη εν ζωή στη Μαλάτεια, 5.000 περίπου ανθρώπους. Η διαδικασία άρχισε με δυο ομάδες, η μια 125 ατόμων και η άλλη 150. Εν μέσω σφοδρής χιονοθύελλας, οδηγήθηκαν στο άγνωστο και τα ίχνη τους χάθηκαν για πάντα» (σ. 57).
Η πραγματικότητα, όπως μας την αφηγείται ο (αυτόπτης μάρτυρας και κάθε άλλο παρά φιλότουρκος) Αντώνιος Γαβριηλίδης, που αποτελεί και την πηγή του Καρκαλέτση, είναι κομματάκι διαφορετική:
«Ενεκεν της κακοκαιρίας οι ταλαίπωροι εξόριστοι» της πρώτης ομάδας «ώδευον δέκα ολοκλήρους ημέρας» (αντί για τις προβλεπόμενες τρεις) «και έφθασαν εις ελεεινήν κατάστασιν εις Πέσνην, εγκαταλείψαντες καθ’ οδόν μεν δύο νεκρούς, άλλους δε 14 θάψαντες μόλις εισήλθον εις την Πέσνην»· η δεύτερη πάλι ομάδα στάλθηκε «εις Τσιρμίκ, χωρίον απέχον δύο ώρας από την Μαλάτειαν», δίχως οποιαδήποτε απώλεια («Σελίδες εκ της μαύρης εθνικής συμφοράς του Πόντου», Εν Αθήναις 1924, σ. 137-138).
Δραματικός έτσι κι αλλιώς, ο χαμός 16 ανθρώπων σε σύνολο 275 φαινόταν προφανώς λίγος στον εθνικόφρονά μας, που θεώρησε προτιμότερο να τους «εξαφανίσει» όλους.
Και φυσικά αποσιωπά τη συνέχεια της αφήγησης του Γαβριηλίδη, ότι δηλαδή μετά τη δεύτερη αυτή αποστολή «ανεστάλη το μέτρον της εξορίας των υπολειφθέντων εν Μαλάτεια».
Φως φανάρι ότι, μ' αυτόν τον τρόπο, η «τεκμηρίωση» μιας γενοκτονίας γίνεται πολύ ευκολότερη.

 Διαβάστε

 Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Η Εξοδος. Τόμος Γ΄. Μαρτυρίες από τις επαρχίες του μεσόγειου Πόντου (Αθήνα 2013). Αφηγήσεις Ποντίων προσφύγων της ενδοχώρας για όσα προηγήθηκαν του ξεριζωμού, καταγραμμένες από τους ερευνητές του ΚΜΣ κατά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες κι αποκαλυπτικές για την ποικιλομορφία των βιωμάτων των αυτοβιογραφούμενων.
 Κωνσταντίνος Κουρτίδης, Ημερολόγιο της δράσεως των Ελλήνων ανταρτών της Σάντας (1916-1924) (επιμ. Χ. Ανδρεάδη, Θεσ/νίκη 2007, εκδ. Αφοί Κυριακίδη - Σωματείο Παναγία Σουμελά). Λεπτομερές χρονικό της κυριότερης αντάρτικης εστίας του Ανατολικού Πόντου. Αναλυτική παρουσίασή του έγινε στον «Ιό» της 13.9.2014.
 Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος, Βιογραφικαί αναμνήσεις (Αθήναι 1970, 2 τ.). Αυτοβιογραφία του μητροπολίτη Τραπεζούντος κατά την κρίσιμη δεκαετία, αρκετά εύγλωττη για τις καταστάσεις και τα διλήμματα που αντιμετώπισε η τότε ελληνοποντιακή ηγεσία.
Γεώργιος Κανδηλάπτης-Κάνις, Η ζωή μου, ήτοι αυτοβιογραφία (Θεσ/νίκη 2002, εκδ. Αφοί Κυριακίδη). Απομνημονεύματα του γραμματέα της μητρόπολης Χαλδίας, αντιπροσωπευτικά μιας κατηγορίας διανοουμένων που απέφυγε να συμπλεύσει με το αυτονομιστικό κίνημα.
 Δημήτριος Φυλλίτζης, Οι τελευταίες ημέρες της Τραπεζούντας, 1918-1923 (Θεσ/νίκη 1998, εκδ. Αφοί Κυριακίδη). Συνοπτικές αναμνήσεις του αρχιτέκτονα που υπήρξε δεξί χέρι του μητροπολίτη Χρύσανθου.
Αντώνιος Γαβριηλίδης, Σελίδες εκ της μαύρης εθνικής συμφοράς του Πόντου (Εν Αθήναις 1924, φωτοτυπική ανατύπωση Αθήνα 1992, εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία). Πρώιμη εξιστόρηση των διωγμών του 1921-22 από έναν καπνέμπορο της Μπάφρας, με έμφαση στις σφαγές της γύρω περιοχής και έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία.
 Γεώργιος Βαλαβάνης, Σύντομος γενική ιστορία του Πόντου (Αθήναι 1935, εκδ. Παμπροσφυγική). Αντίστοιχη δουλειά ενός δημοσιογράφου από την Κερασούντα, εστιασμένη κυρίως στη δράση του Τοπάλ Οσμάν.
Νίκος Μαραντζίδης, Γιασασίν Μιλλέτ / Ζήτω το έθνος. Εθνοτική ταυτότητα και πολιτική συμπεριφορά στους τουρκόφωνους Ελληνορθόδοξους του Δυτικού Πόντου (Ηράκλειο 2001, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης). Πολυσυζητημένη μονογραφία για την επίμαχη προσφυγική ομάδα. Παρά την προβληματική στάση του συγγραφέα απέναντι στο δίπολο αντίσταση-δωσιλογισμός, και την εκ μέρους του ευμενή αναπαραγωγή των ισχυρισμών των πρώην ταγματασφαλιτών, τμήματα που αφορούν το παρελθόν και τη μεταπολεμική πολιτεία των τουρκόφωνων Ποντίων παρουσιάζουν αξιοσημείωτο ενδιαφέρον.
 Τρεις στρατηγικές - Μια γενοκτονία. Πρακτικά ημερίδας (Θεσ/νίκη 2008, εκδ. Αφοί Κυριακίδη). Χαρακτηριστικό δείγμα του εθνικόφρονος λόγου που εκφέρεται γύρω από την «ποντιακή γενοκτονία» και της συνακόλουθης πολιτικής στοχοθεσίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου